Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Από τον πρώτο στον τελευταίο Γάλλο φιλέλληνα


Eνα κα­λο­και­ρι­νό πρωι­νό - 10 Αυ­γού­στου του 1806 - έ­να βρί­κι, που ερ­χό­ταν α­πό την Τερ­γέ­στη και πή­γαι­νε στη Σμύρ­νη, έ­ρι­ξε ά­γκυ­ρα στα α­νοι­χτά της Με­θώ­νης. Εί­χε α­πό τα πριν κα­νο­νι­στεί να α­πο­βι­βά­σει έ­ναν μο­να­χι­κό ε­πι­βά­τη. Εκεί­νος, τυ­λιγ­μέ­νος με μα­κρύ ρο­μα­ντι­κό μαν­δύα, στε­κό­ταν όρ­θιος στην πλώ­ρη. Με ο­νει­ρο­πό­λο και μα­ζί α­νυ­πό­μο­νο βλέμ­μα, κοί­τα­ζε τη μα­κρι­νή στε­ριά. Μπρος στα μά­τια του υ­ψω­νό­ταν “μια μι­κρή με­σαιω­νι­κή πο­λι­τεία με ε­ρει­πω­μέ­νες βε­νε­τσιά­νι­κες ο­χυ­ρώ­σεις, χω­ρίς ού­τε έ­να πλε­ού­με­νο στο λι­μά­νι της, ού­τε μια ζώ­σα ψυ­χή στην πα­ρα­λία”. Ήταν μια πο­λι­τεία “βυ­θι­σμέ­νη στη σιω­πή, την ε­γκα­τά­λει­ψη και τη λή­θη”.
Η α­προσ­δό­κη­τη α­γκυ­ρο­βο­λία του ξέ­νου πλοίου έ­δω­σε κά­ποια στιγ­μή ζωή στην έ­ρη­μη πα­ρα­λία. Γε­νί­τσα­ροι της φρου­ράς και Τούρ­κοι κά­τοι­κοι το πή­ραν εί­δη­ση. Αυ­τοί έ­στει­λαν τε­λι­κά μια βάρ­κα με πα­νί για να πλη­ρο­φο­ρη­θεί το σκο­πό του κα­τά­πλου. Ο ε­πι­βά­της, φό­ρε­σε μια ζώ­νη γε­μά­τη χρυ­σά νο­μί­σμα­τα, πέ­ρα­σε σ' αυ­τήν δύο πι­στό­λια και πριν ξε­μπαρ­κά­ρει, θύ­μι­σε στον κα­πε­τά­νιο τη συμ­φω­νία τους. Κα­νό­νι­σε να τον πε­ρι­μέ­νει σε μια α­κτή της Αττι­κής, για να τον ξα­να­πά­ρει α­πό την Ελλά­δα. Απο­χαι­ρέ­τη­σε και, κρα­τώ­ντας τις λί­γες α­πο­σκευές του, κα­τέ­βη­κε στη βάρ­κα. Δεν εί­χε προ­λά­βει α­κό­μη να πα­τή­σει στη στε­ριά και άρ­χι­σε η πε­ρι­πέ­τεια. Κά­νο­ντας η βάρ­κα α­να­στρο­φή πλεύ­σης προς την α­κτή, εί­χε κιό­λας ση­κω­θεί δυ­να­τός, α­ντί­θε­τος ά­νε­μος. Αχρή­στευ­σε το πα­νί και ο τι­μο­νιέ­ρης, έ­νας ψη­λός τούρ­κος γέ­ρο­ντας, α­να­γκά­στη­κε να πά­ρει τα κου­πιά. Κω­πη­λα­τώ­ντας κό­ντρα στον ά­νε­μο, κιν­δύ­νευ­σε δύο φο­ρές ν' α­να­πο­δο­γυ­ρι­στεί α­πό τα κύ­μα­τα. Ύστε­ρα α­πό πο­λύ ώ­ρα πλη­σία­σε στη στε­ριά. Με­ρι­κοί α­πό τους συ­να­θροι­σμέ­νους στην πα­ρα­λία μπή­καν ως τη μέ­ση στο νε­ρό. Έσυ­ραν έ­ξω τη βάρ­κα και βοή­θη­σαν τον αι­νιγ­μα­τι­κό ξέ­νο να πη­δή­ξει στα βρά­χια της α­κτής. Οι υ­πό­λοι­ποι τον πε­ρι­στοί­χι­ζαν και τον πε­ριερ­γά­ζο­νταν, κά­νο­ντάς του, ό­λοι μα­ζί, α­κα­τά­λη­πτες ε­ρω­τή­σεις. Μι­λού­σαν έ­να δυσ­νό­η­το μίγ­μα ελ­λη­νι­κής, τουρ­κι­κής και ι­τα­λι­κής γλώσ­σας.
Με αυ­τόν τον γρα­φι­κό και μα­ζί πρω­τό­γο­νο τρό­πο ήρ­θε σε πρώ­τη ε­πα­φή με την Ελλά­δα ο Ρε­νέ ντε Σα­τω­μπριάν. Ήταν έ­νας αυ­θε­ντι­κός α­ρι­στο­κρά­της, ο ο­ποίος εί­χε α­φή­σει έ­να μή­να πριν τα σα­λό­νια του Πα­ρι­σιού, με σκο­πό να “δρέ­ψει ει­κό­νες”, δη­λα­δή ε­ντυ­πώ­σεις, για έ­να βι­βλίο που συ­νέ­γρα­φε γύ­ρω α­πό τις κοι­τί­δες πα­λαιών πο­λι­τι­σμών και να προ­σκυ­νή­σει τους Άγιους Τό­πους. Εκεί­νο που ε­πι­ζη­τού­σε να δει στην Ελλά­δα, ή­ταν η Σπάρ­τη και η Αθή­να, τις δύο πε­ρί­φη­μες αλ­λά και α­ντί­πα­λες πό­λεις της αρ­χαιό­τη­τας. Γι αυ­τό και η δια­μο­νή του δεν ξε­πέ­ρα­σε τις 22 η­μέ­ρες, ό­σες δη­λα­δή χρεια­ζό­ταν έ­νας πε­ριη­γη­τής της ε­πο­χής να δια­σχί­σει Πε­λο­πόν­νη­σο και Αττι­κή. Οι ε­ντυ­πώ­σεις που α­πε­κό­μι­σε συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στο βι­βλίο του «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό το Πα­ρί­σι στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα» ή, αρ­χαϊστί, «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό Πα­ρι­σίων εις Ιε­ρου­σα­λήμ» και α­πο­τε­λούν ό,τι πιο εν­δια­φέ­ρον έ­χει δη­μο­σιευ­τεί για την τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Ελλά­δα στις πα­ρα­μο­νές της Επα­νά­στα­σης.
Κύ­ριο στοι­χείο αυ­τών των ε­ντυ­πώ­σεων εί­ναι η α­πέ­ρα­ντη ε­ρή­μω­ση της ελ­λη­νι­κής γης και η οικ­τρά κα­τά­στα­ση του λα­ού της. Θεω­ρεί­ται, μά­λι­στα, ο πρώ­τος α­πό τους φι­λέλ­λη­νες, που έ­νιω­σε συ­μπο­νε­τι­κά αι­σθή­μα­τα για τους κα­τοί­κους αυ­τού του τό­που, ε­νώ για τους Οθω­μα­νούς δυ­νά­στες, οι ο­ποίο του φά­νη­καν “σαν να εί­ναι κα­τα­σκη­νω­μέ­νοι” στην Ελλά­δα, εκ­δη­λώ­νει βα­θεία α­πο­στρο­φή. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια πα­ρορ­μη­τι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία ρο­μα­ντι­κού, με α­νε­ξέ­λε­γκτους εν­θου­σια­σμούς α­πέ­να­ντι στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα. Έτσι, στη διάρ­κεια της πε­ριο­δείας του εκ­στα­σιά­ζε­ται. Τον κυ­νη­γούν πα­ντού ο­πτα­σίες του πα­ρελ­θό­ντος. Εντο­πί­ζο­ντας, για πα­ρά­δειγ­μα, την το­πο­θε­σία της αρ­χαίας Σπάρ­της, κραύ­γα­ζε μ' ό­λη τη δύ­να­μή του: «Λεω­νί­δα! Λεω­νί­δα!» Ή, τρώ­γο­ντας στην Ελευ­σί­να μαύ­ρο ψω­μί, που του πρό­σφε­ρε μια γυ­ναί­κα, την ευ­χα­ρι­στού­σε προ­σφω­νώ­ντας την ελ­λη­νι­κά: «Χαί­ρε, Δή­μη­τερ!», ε­νώ για να τι­μή­σει την πό­λη των Αθη­νών, έ­βγα­λε και φό­ρε­σε, πριν μπει, την ε­πί­ση­μη εν­δυ­μα­σία του.
Ο Σα­τω­μπριάν ή, ελ­λη­νι­στί, Σα­τω­βριάν­δος ε­πι­σκέ­πτε­ται τον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο λί­γο με­τά τον Που­κε­βίλ. Εντού­τοις, κα­τα­γρά­φε­ται ως πρώ­τος στη σει­ρά ε­πι­φα­νής γάλ­λος φι­λέλ­λη­νας. Πέ­ραν αυ­τού, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στις προ­δρο­μι­κές μορ­φές του κι­νή­μα­τος του ρο­μα­ντι­σμού, η ο­ποία ά­σκη­σε βα­θύ­τα­τη ε­πιρ­ροή στην ευ­ρω­παϊκή νε­ο­λαία της ε­πο­χής.
Κά­νο­ντας έ­να χρο­νι­κό άλ­μα 14 δε­κα­ε­τιών συν έ­να έ­τος και έ­ναν μή­να, βρι­σκό­μα­στε στις αρ­χές φθι­νο­πώ­ρου του 1947. Κοι­τώ­ντας α­να­λο­γι­κά τις συν­θή­κες, δεν πα­ρου­σιά­ζουν πολ­λές ο­μοιό­τη­τες. Στο εν­διά­με­σο χρο­νι­κό διά­στη­μα έ­χουν αλ­λά­ξει πολ­λά. Ανά­με­σά τους, θε­με­λιώ­δης με­τα­βο­λή το ό,τι η Ελλά­δα έ­χει α­πο­κτή­σει και λει­τουρ­γεί προ πολ­λού ως ε­θνι­κή ο­ντό­τη­τα. Ωστό­σο, μό­λις έ­χει βγει α­πό δεύ­τε­ρη, ευ­τυ­χώς βρα­χεία αυ­τή τη φο­ρά, ξε­νι­κή Κα­το­χή, ε­νώ έ­χουν ή­δη αρ­χί­σει οι πρώ­τες θερ­μές α­ψι­μα­χίες του Εμφυ­λίου.
Σε φύλ­λο ε­φη­με­ρί­δας της 10ης Σεπ. 1947, υ­ψη­λής μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ρίας, δια­βά­ζου­με: “Από την Πε­λο­πόν­νη­σο η κα­τά­στα­σις της δη­μο­σίας τά­ξεως α­ναγ­γέ­λε­ται και πά­λι ως σα­φώς και ε­ξορ­γι­στι­κώς δυ­σά­ρε­στος. Οι συμ­μο­ρί­ται ό­χι μό­νον δεν ε­ξε­μη­δε­νί­σθη­σαν εις την Αρκα­δίαν και Λα­κω­νίαν, κα­θώς τό­σον κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώς εί­χεν α­να­κοι­νω­θεί, αλ­λ' ε­πε­κτεί­νουν τώ­ρα την δρά­σιν των εις την Τρι­φυλ­λίαν και την Ηλείαν.” Σε φύλ­λο άλ­λης ε­φη­με­ρί­δας, της αυ­τής η­με­ρο­μη­νίας αλ­λά στην καλ­λι­τε­χνι­κή σε­λί­δα, δια­βά­ζου­με: “Ο κ. Πωλ Ραι­νά­λ, διευ­θυ­ντής της Υπη­ρε­σίας Πλη­ρο­φο­ριών της Γαλ­λι­κής Πρε­σβείας, δε­ξιώ­θη­κε στο ξε­νο­δο­χείο της Μ. Βρε­ταν­νίας τους εκ­προ­σώ­πους του Τύ­που και του ελ­λη­νι­κού πνευ­μα­τι­κού κό­σμου, και τους πα­ρου­σία­σε τα μέ­λη του Ομί­λου Αρχαίου Θεά­τρου της Σορ­βώ­νης, που θα παί­ξουν ε­δώ τις δύο αι­σχυ­λι­κές τρα­γω­δίες «Αγα­μέ­μνων» και «Πέρ­σαι». (...) Οι Γάλ­λοι φοι­τη­τές, σε ι­διαί­τε­ρες συ­νο­μι­λίες τους, εκ­φρά­σα­νε τη συ­γκί­νη­ση και τον εν­θου­σια­σμό τους για τον ερ­χο­μό τους στην Ελλά­δα. Όλοι τους ε­μπνέ­ο­νται α­πό την πιο θερ­μή πί­στη στο έρ­γο τους και κρα­τά­νε αυ­στη­ρή α­νω­νυ­μία, α­φού ο θία­σός τους δεν α­πο­βλέ­πει σε προ­σω­πι­κές φι­λο­δο­ξίες αλ­λά σε ο­μα­δι­κή α­πό­δο­ση του ατ­τι­κού δρά­μα­τος. (...) Ας ση­μειω­θεί πως στη δι­δα­σκα­λία των τρα­γω­διών παίρ­νουν μέ­ρος μο­νά­χα οι ά­ντρες, ό­πως στην αρ­χαία Αθή­να. Οι λι­γο­στές φοι­τή­τριες που τους συ­νο­δεύουν τους βο­η­θά­νε στο ντύ­σι­μο κι' εμ­φα­νί­ζο­νται μο­νά­χα στους βου­βούς ρό­λους των α­κο­λού­θων. Οι πα­ρα­στά­σεις του Ομί­λου ο­ρί­στη­καν έ­τσι: Πέ­μπτη 11: «Αγα­μέ­μνων» στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Πα­ρα­σκευή 12: Απο­σπά­σμα­τα της «Αντι­γό­νης» στον κή­πο της Αρχαιο­λο­γι­κής Σχο­λής. Κυ­ρια­κή 14: «Πέρ­σαι» στο Θέ­α­τρο της Επι­δαύ­ρου. Τρί­τη 16: «Πέρ­σαι» στο Ωδείο. Σάβ­βα­το 20: «Αγα­μέ­μνων» στο Ωδείο. ” Πα­ρεν­θε­τι­κά, αλ­λά ό­χι ά­σχε­τα, να ση­μειώ­σου­με ε­δώ ό­τι ο νε­α­ρός τό­τε Μά­ριος Πλω­ρί­της δη­μο­σίευ­σε σε γνω­στή ε­φη­με­ρί­δα θε­α­τρι­κή κρι­τι­κή για την πρώ­τη πα­ρά­στα­ση του «Αγα­μέ­μνο­να» στο Ηρώ­δειο.
Eύ­λο­γο να α­να­ρω­τιέ­ται κα­νείς ποιος μπο­ρεί να ή­ταν αυ­τός ο ε­πι­τα­κτι­κός λό­γος, που ο­δή­γη­σε τους νε­α­ρούς γάλ­λους στην Ελλά­δα σε μια στιγ­μή που κο­χλά­ζουν τα εμ­φύ­λια πά­θη. Η α­πά­ντη­ση δί­νε­ται α­πό τον Φι­λο­λο­γι­κό Ρι­ζο­σπά­στη της ε­πο­μέ­νης (11/9/47). Εκεί δια­βά­ζου­με δη­μο­σιευ­μέ­νη «Συ­νο­μι­λία με το Δη­μή­τρη Γα­λά­νη» του Γιώρ­γου Λα­μπρι­νού. Ο διά­ση­μος χα­ρά­κτης, σύμ­φω­να με τη δη­μο­σίευ­ση, βρέ­θη­κε στην Αθή­να ως εκ­πρό­σω­πος της Γαλ­λι­κής Ακα­δη­μίας, στις γιορ­τές των 100 χρό­νων της ε­δώ Γαλ­λι­κής Αρχαιο­λο­γι­κής Σχο­λής. Φαί­νε­ται ό­τι οι ε­ορ­τα­σμοί προ­σέ­λα­βαν πα­νη­γυ­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα και α­κρι­βώς σ' αυ­τούς πρέ­πει να ο­φεί­λε­ται η πα­ρου­σία των γάλ­λων φοι­τη­τών.
Ανά­με­σα. λοι­πόν, στα μέ­λη του Ομί­λου Αρχαίου Θεά­τρου, που κρά­τη­σαν αυ­στη­ρή α­νω­νυ­μία, ε­ντο­πί­ζε­ται και ο νε­α­ρός τό­τε Ζακ Λα­κα­ριέρ. Εί­ναι 22-23 ε­τών, σπου­δά­ζει κλασ­σι­κή φι­λο­λο­γία στη Σορ­βό­νη, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα μέ­λη της θε­α­τρι­κής ο­μά­δας και τα­ξι­δεύει πρώ­τη φο­ρά στην Ελλά­δα, λαμ­βά­νο­ντας μέ­ρος στην πα­ρά­στα­ση της «Αντι­γό­νης». Φαί­νε­ται, ό­μως, ό­τι ή­ταν ε­ξί­σου ο­νει­ρο­πό­λος με τον Σα­τω­μπριάν και ε­ξί­σου γο­η­τευ­μέ­νος α­πό τις α­σύλ­λη­πτες σκιές του ελ­λη­νι­κού κό­σμου.
Η α­τμό­σφαι­ρα εί­ναι ε­μπό­λε­μη και μά­λι­στα, μέ­ρα με την η­μέ­ρα βα­ραί­νει προς το χει­ρό­τε­ρο. Πλην της πρω­τεύου­σας, που θεω­ρεί­ται α­σφα­λής, ο η­πει­ρω­τι­κός χώ­ρος κα­τά τό­πους φλέ­γε­ται ή βρί­σκε­ται υ­πό α­νά­φλε­ξη. Πα­ρό­λα αυ­τά, δεν δι­στά­ζει. Σχε­διά­ζει και α­πο­τολ­μά έ­ξο­δο α­πό την Αθή­να και πέ­ρα­σμα σε πε­ριο­χή των α­νταρ­τών. Ξε­φεύ­γει α­πό το αυ­στη­ρό πρό­γραμ­μα της θε­α­τρι­κής ο­μά­δας και μα­ζί με τρεις φί­λους κα­τα­φέρ­νει, την ε­πο­μέ­νη των πρώ­των πα­ρα­στά­σεων στην Αθή­να, να φτά­σει στους Δελ­φούς, ε­νώ στις πλα­γιές του Παρ­νασ­σού α­νταλ­λάσ­σο­νταν εμ­φύ­λια πυ­ρά. “Θυ­μά­μαι - θα ση­μειώ­σει ο ί­διος αρ­γό­τε­ρα - ό­τι συ­νει­δη­το­ποίη­σα πό­σο αλ­λό­κο­το ή­ταν αυ­τό το τα­ξί­δι στην Ελλά­δα. Εί­χα έρ­θει ε­δώ, σπρωγ­μέ­νος α­πό τα φα­ντά­σμα­τα και τις ο­πτα­σίες του πα­ρελ­θό­ντος, για να πα­ρα­στή­σω μπρο­στά στους ση­με­ρι­νούς Έλλη­νες τα δρά­μα­τα και τις φρί­κες του Τρωϊκού Πο­λέ­μου, ε­νώ στους ί­διους αυ­τούς τό­πους διε­ξα­γό­ταν έ­νας άλ­λος πό­λε­μος. ”
Ένα χρό­νο με­τά τη λή­ξη του Εμφυ­λίου, δη­λα­δή Αύ­γου­στο του 1950, ε­πι­στρέ­φει. Μά­λι­στα, ε­κεί­νη την πρώ­τη πε­ρίο­δο, με­τα­ξύ του 1950 και του 1953, που χρο­νο­λο­γού­νται τα πρώ­τα του, μα­κράς πα­ρα­μο­νής, τα­ξί­δια στην Ελλά­δα, ε­πι­σκέ­πτε­ται τα­κτι­κά και δια­μέ­νει σε μο­να­στή­ρια του Αγίου Όρους. “Να πας στον Άθω ση­μαί­νει να κά­μεις έ­να πνευ­μα­τι­κό τα­ξί­δι, ν' α­πο­συρ­θείς α­πό τον κό­σμο, να γί­νεις αό­ρα­τος για κά­ποιο διά­στη­μα, θά 'λε­γα ν' α­πο­γυ­μνω­θείς”, ση­μειώ­νει στο τα­ξι­διω­τι­κό του Ημε­ρο­λό­γιο.
Αντί, λοι­πόν, για τον αρ­χαίο ελ­λη­νι­κό κό­σμο, με τον ο­ποίο εί­χε σμι­λευ­τεί στη Σορ­βό­νη, τον γοή­τευε πε­ρισ­σό­τε­ρο, του­λά­χι­στον την πρώ­τη πε­ρίο­δο, ο έ­τε­ρος πό­λος του ελ­λη­νι­κού κό­σμου, αυ­τός της ορ­θό­δο­ξης α­σκη­τι­κής πα­ρά­δο­σης. Καρ­πός αυ­τών των ε­πι­σκέ­ψεων εί­ναι το βι­βλίο-λεύ­κω­μα «Όρος Άθως, το Άγιον Όρος» (1954) και μια ε­κλε­κτή σει­ρά ασ­πρό­μαυ­ρων φω­το­γρα­φιών. Σ' αυ­τά έρ­χο­νται να προ­στε­θούν και τα πρώ­τα ε­κτε­νή κε­φά­λαια α­πό «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι» (1976), το πιο γνω­στό α­πό τα βι­βλία του, ό­που κα­τα­θέ­τει την ό­λη τα­ξι­διω­τι­κή του ε­μπει­ρία με­τα­ξύ του 1947 και του 1966. Προέ­κυ­ψε, μά­λι­στα, με­τά την α­πα­γό­ρευ­ση ει­σό­δου του στην Ελλά­δα α­πό το α­πρι­λια­νό κα­θε­στώς. Όταν ξα­να­γύ­ρι­σε, το 1976, η με­τα­δι­κτα­το­ρι­κή Ελλά­δα ή­ταν άλ­λης μορ­φής. Εί­χε υ­πο­στεί ου­σια­στι­κές αλ­λα­γές ή το­μές, κα­τά τους τε­χνο­κρά­τες, οι ο­ποίες προ­χω­ρού­σαν με γορ­γούς ρυθ­μούς. Συ­νέ­χι­σε, βε­βαίως, να τα­ξι­δεύει στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο, αλ­λά, α­ντί φτώ­χεια και με­τα­νά­στευ­ση, συ­να­ντού­σε ορ­γα­νω­μέ­νο του­ρι­σμό, α­τμο­σφαι­ρι­κή ρύ­παν­ση και γε­νι­κώς μια χω­ρά που α­κο­λου­θού­σε, μάλ­λον ά­κρι­τα, τις υ­πο­δεί­ξεις των Βρυ­ξελ­λών. Εν ο­λί­γοις, τα­ξί­δευε σε έ­ναν τό­πο ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κό.
Αναμ­φί­βο­λα «Το ελ­λη­νι­κό κα­λο­καί­ρι» α­πο­τε­λεί τη συγ­γρα­φι­κή κο­ρύ­φω­ση του Λα­κα­ριέ­ρ, του­λά­χι­στον σε ό,τι α­φο­ρά την Ελλά­δα. Τα υ­πό­λοι­πα έρ­γα του, πά­λι σε ό,τι α­φο­ρά την Ελλά­δα, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι στέ­κουν και λει­τουρ­γούν γύ­ρω του ως πα­ρα­φυά­δες.
Ποια, ό­μως, η σχέ­ση του εν λό­γω βι­βλίου με το «Οδοι­πο­ρι­κό α­πό το Πα­ρί­σι στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα» του Σα­τω­μπριά­ν; Για ποι­κί­λους λό­γους δεν ε­πι­δέ­χο­νται λο­γο­τε­χνι­κή ή άλ­λη σύ­γκρι­ση με­τα­ξύ τους. Πέ­ρα α­πό το βα­θύ χρο­νι­κό χά­σμα, ο έ­νας τα­ξί­δε­ψε κα­τ' ε­πι­λο­γήν, ε­νώ ο άλ­λος βρέ­θη­κε κα­τά συν­δρο­μή των πε­ρι­στά­σεων. Επι­πλέ­ον, ο Σα­τω­μπριάν κα­τα­γρά­φε­ται τα­ξι­κά ως βέ­ρος α­ρι­στο­κρά­της, ε­νώ ο Λα­κα­ριέρ ως γό­νος α­στι­κής οι­κο­γέ­νειας. Έτσι, μό­νο συγ­γε­νές στοι­χείο με­τα­ξύ τους μέ­νει ο α­κα­τα­νί­κη­τος εν­θου­σια­σμός για τον ελ­λη­νι­κό κό­σμο, αλ­λά σε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές. Ωστό­σο, η ταυ­τό­χρο­νη α­νά­γνω­ση πα­ρου­σιά­ζει ε­ξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ο μεν έ­νας ως προς τις συν­θή­κες πριν την Επα­νά­στα­ση, ο δε άλ­λος ως προς τις συν­θή­κες πριν η Ελλά­δα μπει σε πο­ρεία κα­θο­λι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού και α­στό­χα­στα θυ­σιά­σει ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, με­τα­τρέ­ψει σε μου­σεια­κό εί­δος κά­θε στοι­χείο αυ­θε­ντι­κό­τη­τας.
Ο Σα­τω­μπριάν συ­νά­ντη­σε αν­θρώ­πους, νοο­τρο­πίες και α­ντι­κεί­με­να του προ­ε­πα­να­στα­τι­κού κό­σμου, που χά­νο­νται στο βά­θος του χρό­νου και ό­ταν, προ­σφέ­ρο­ντάς του μαύ­ρο ψω­μί, ε­κεί­νος α­να­φω­νεί «Χαί­ρε, Δή­μη­τερ!», τους εκ­σφεν­δο­νί­ζει σε αέ­ναα βά­θη. Πα­ρα­βλέ­πο­ντας τον ρο­μα­ντι­κής πνοής ο­πτα­σια­σμό, μή­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, μαύ­ρο ψω­μί πρό­σφε­ραν και στον Λακα­ριέ­ρ; Εάν θε­τι­κή η α­πά­ντη­ση, τό­τε η α­πό­στα­ση των πραγ­μά­των, που τον χω­ρί­ζει α­πό τον Σα­τω­μπριάν, φα­ντά­ζει μι­κρό­τε­ρη α­πό αυ­τήν που χω­ρί­ζει ε­μάς α­πό ε­κεί­νον. Φα­ντά­ζει, ό­μως, μό­νο φαι­νο­με­νι­κά, ε­πει­δή βρι­σκό­μα­στε μα­κράν της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ή μή­πως υ­πο­δη­λώ­νει και κά­τι βά­σι­μο; Εί­ναι πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νο να συ­νά­γει κα­νείς συ­μπε­ρά­σμα­τα γε­νι­κής ι­σχύος α­πό έ­να πα­ρά­δειγ­μα. Ενδέ­χε­ται, ό­μως, μα­ζί με άλ­λες πα­ρα­μέ­τρους να α­πο­σα­φη­νί­ζει, με­τα­ξύ των άλ­λων, και τα αί­τια που ε­πέ­φε­ραν ου­σιώ­δη με­τα­σχη­μα­τι­σμό στο πνεύ­μα του φι­λελ­λη­νι­σμού. Πά­ντως, ο “ελ­λη­νι­κός αν­θρω­πι­σμός”, ό­πως τον ο­νο­μά­ζει κά­που ο Λα­κα­ριέ­ρ, ε­τε­λεύ­τη­σε. Μα­ζί ε­τε­λεύ­τη­σε και ό,τι συ­νό­ψι­ζε η έν­νοια πε­ριη­γη­τής. Ευ­τυ­χώς μας μεί­ναν τα βι­βλία, ε­νώ η ί­δια η έν­νοια με­τε­ξε­λίχ­θει στον κερ­δο­φό­ρο σή­με­ρα α­γε­λαίο του­ρι­σμό.
Πέ­τρος Κα­λα­βρός

Λεζάντα 1ης φωτογραφίας: Ο πολιτικός και συγγραφικός βίος του Ρενέ ντε Σατωμπριάν (1768-1848) τοποθετείται στα ναπολεόντεια χρόνια. Θεωρείται, μεταξύ των άλλων, και πρόδρομος του κινήματος του Ρομαντισμού. Ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1806. Οι εντυπώσεις που απεκόμισε, συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα» (1811). Στάθηκε, επίσης, από τους κύριους συντελεστές της πρώτης φιλελληνικής κίνησης στη Γαλλία.

Λεζάντα 2ης φωτογραφίας: Ο Ζακ Λακαριέρ στους Δελφούς το 1947. Είναι καθισμένος στην άκρη του θόλου του ναού της Αθηνάς Προναίας. “Η ημέρα εκείνη του Σεπτεμβρίου του 1947 – σημειώνει αργότερα – που μαζί με τρεις φίλους καταφέραμε να φτάσουμε στους Δελφούς, παρά τον εμφύλιο πόλεμο, και να επισκεφθούμε τον πανέρημο χώρο, υπήρξε μια από τις ωραιότερες της ζωής μου.”

Λεζάντα 3ης φωτογραφίας: Παθιασμένος ελληνιστής ο Ζακ Λακαριέρ (1925-2005) ανακάλυψε τη σύγχρονη Ελλάδα ως μόνιμος ταξιδευτής, αλλά και ως προσεκτικός παρατηρητής, από το 1947 μέχρι το 1966. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, την πιο γόνιμη σε ταξιδιωτικές αφηγήσεις, κουβαλούσε πάντα μαζί του φωτογραφική μηχανή, μια Leica, και στις περιπλανήσεις του αποτύπωσε εικόνες σπάνιας ευαισθησίας. Αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι αυτή η λήψη στην Κω, το 1960, όπου γίνεται “Ξεφόρτωμα καρπουζιών”. Μετά το θάνατό του οργανώθηκε φωτογραφική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (3/12/08-11/1/09) με τίτλο «Η Ελλάδα μέσα από το φακό του Ζακ Λακαριέρ». Παρουσιάστηκαν 100 φωτογραφίες, χωρισμένες σε δύο ενότητες: “Δρόμοι του ελληνικού καλοκαιριού” και “Μοναχοί και Ερημίτες του Άθω”.

Δημοσιεύθηκε στις 4 Ιουλίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: