Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Θα σας πω ό,τι με ρωτάτε

Μα­ρία Μπέϊκου
«Αφού με ρω­τά­τε,
να θυ­μη­θώ...»
Πρό­λο­γος: Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Ιού­νιος 2010

Τη δό­ξα του Γεωρ­γίου Τερ­τσέ­τη φαί­νε­ται πως ε­ζή­λω­σε, για τα κα­λά, η Τα­σού­λα Βερ­βε­νιώ­τη. Αν ε­κεί­νος συ­νέ­βα­λε στην κα­τα­γρα­φή των α­πο­μνη­μο­νευ­μά­των των α­γω­νι­στών της Επα­νά­στα­σης, αυ­τή φαί­νε­ται ό­τι βάλ­θη­κε να κα­τα­γρά­φει τον βίο και την πο­λι­τεία των α­γω­νι­στριών του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού Ελλά­δας. Με­τά την Στα­μα­τία Μπαρ­μπά­τση, της ο­ποίας την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση ε­ξέ­δω­σε το 2003 στο «Δι­πλό βι­βλίο. Η α­φή­γη­ση της Στα­μα­τίας Μπαρ­μπά­τση. Η ι­στο­ρι­κή α­νά­γνω­ση», για το ο­ποίο και τι­μή­θη­κε με το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Δο­κι­μίου, σει­ρά πή­ρε η Μα­ρία Μπέϊκου. Και δεν α­πο­κλείε­ται, κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα του Τερ­τσέ­τη, που δεν αρ­κέ­στη­κε στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα των Κο­λο­κο­τρώ­νη και Νι­κη­τα­ρά, να υ­πάρ­ξει και συ­νέ­χεια. Από μια ά­πο­ψη, ευ­κταίο θα ή­ταν, α­ντί μιας ι­στο­ρι­κού, να εί­χε εμ­φα­νι­στεί κά­ποιος αρ­σε­νι­κός α­πό­γο­νος του Τερ­τσέ­τη, για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, οι πό­λε­μοι, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, εί­ναι έρ­γο των αν­δρών. Από την άλ­λη, οι θεω­ρη­τι­κοί της με­τα­μο­ντέρ­νας ε­πο­χής έ­χουν α­πο­φαν­θεί, ό­τι πρέ­πει να δο­θεί α­πό­λυ­τη προ­τε­ραιό­τη­τα στις μειο­νό­τη­τες και τις α­πο­σιω­πη­μέ­νες πλευ­ρές της Ιστο­ρίας. Του­τέ­στιν η πρό­τα­ξη δί­νε­ται α­συ­ζη­τη­τί στις γυ­ναί­κες και τον Εμφύ­λιο. Σε αυ­τόν τον δεύ­τε­ρο, για­τί ε­κτι­μά­ται ό­τι στά­θη­κε η ο­δυ­νη­ρή και δυ­σά­ρε­στη πε­ρίο­δος της δε­κα­ε­τίας του ’40. Ακό­μη και ντρο­πια­στι­κή, κα­τά την κρί­ση ο­ρι­σμέ­νων νεό­τε­ρων ι­στο­ρι­κών.
Βε­βαίως, αυ­τή η κα­τευ­θυ­ντή­ρια γραμ­μή έ­ρευ­νας μπο­ρεί και να ση­μαί­νει ό­τι βά­ζου­με το κά­ρο μπρο­στά α­πό το ά­λο­γο. Ένα πα­ρά­δειγ­μα δί­νει η πε­ρί­πτω­ση του ζεύ­γους Γεωρ­γού­λα και Μα­ρίας Μπέϊκου. Στην ει­σα­γω­γή του βι­βλίου, αλ­λά και στο κα­τα­λη­κτι­κό κε­φά­λαιο, η Μα­ρία Μπέϊκου γρά­φει ό­τι πα­ρέ­δω­σε το αρ­χείο του συ­ζύ­γου της, που πέ­θα­νε στη Μό­σχα το 1975, στα Α.Σ.Κ.Ι., το 1996, για “να α­ξιο­ποιη­θεί και να λει­τουρ­γή­σει ως ι­στο­ρι­κό ερ­γα­λείο”. Θυ­μά­ται να της λέ­νε οι τό­τε υ­πεύ­θυ­νοι “ό­τι ή­ταν έ­να α­πό τα σπου­δαιό­τε­ρα και με­γα­λύ­τε­ρα αρ­χεία που εί­χα­ν”. Μέ­σα στο αρ­χείο εί­χε ε­ντο­πι­στεί το η­με­ρο­λό­γιο, που ε­κεί­νη κρα­τού­σε ως α­ξιω­μα­τι­κός του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού, α­πό τις 13 Δε­κεμ­βρίου 1948 μέ­χρι την ά­φι­ξή της στην Τα­σκέν­δη, και το ο­ποίο α­πο­τε­λεί τον πο­λύ­τι­μο πυ­ρή­να του βι­βλίου της. Δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια με­τά, το αρ­χείο βρί­σκε­ται τα­ξι­νο­μη­μέ­νο σε 35 “κου­τιά”, με την ε­πι­σύ­να­ψη “συ­νο­πτι­κού κα­τα­λό­γου” και ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη την ε­λεύ­θε­ρη πρό­σβα­ση, ό­πως ι­σχύει για τα πε­ρισ­σό­τε­ρα αρ­χεία των Α.Σ.Κ.Ι. Πε­ραι­τέ­ρω, ό­μως, α­ξιο­ποίη­ση, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­γι­νε. Γραμ­μα­τέ­ας δια­φώ­τι­σης της ΧΙΙΙ Με­ραρ­χίας του Ε­ΛΑΣ. ο Γεωρ­γού­λας Μπέϊκος, ε­μπνευ­στής και συ­ντά­κτης του Κώ­δι­κα Αυ­το­διοι­κή­σεως και Λαϊκής Δι­καιο­σύ­νης, ε­νός συ­στή­μα­τος λαϊκής ε­ξου­σίας, που ε­φαρ­μό­στη­κε σε χω­ριά της Ελεύ­θε­ρης Ελλά­δας, ό­πως και συγ­γρα­φέ­ας σχε­τι­κού βι­βλίου («Η λαϊκή ε­ξου­σία στην Ελεύ­θε­ρη Ελλά­δα», ΘΕ­ΜΕ­ΛΙΟ, 1979), υ­πήρ­ξε έ­να πο­λύ­πλευ­ρα ση­μα­ντι­κό πρό­σω­πο της Αντί­στα­σης. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, γι’ αυ­τόν, δεν α­νή­κε σε κα­νε­νός εί­δους μειο­νό­τη­τα. Ού­τε στον Εμφύ­λιο συμ­με­τεί­χε, κα­θώς, κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σε θά­να­το, έ­μει­νε στη φυ­λα­κή α­πό το 1946 έως το 1959.
Λέ­γε­ται ό­τι ο Τερ­τσέ­της γι­νό­ταν πιε­στι­κός στους α­γω­νι­στές με τις πα­ρο­τρύν­σεις του. Το ί­διο, ό­πως φαί­νε­ται, και η Βερ­βε­νιώ­τη στις α­γω­νί­στριες της Κα­το­χής και του Εμφυ­λίου, που α­πο­τέ­λε­σαν το θέ­μα της δι­δα­κτο­ρι­κής δια­τρι­βής της και το α­με­τά­θε­το ε­ρευ­νη­τι­κό της α­ντι­κεί­με­νο κα­τά την εν­διά­με­ση ει­κο­σα­ε­τία. Κα­τά τα άλ­λα, ε­κεί­νος μνη­μο­νεύε­ται ως α­πλός α­πο­μνη­μο­νευ­μα­το­γρά­φος. Αγράμ­μα­τοι ό­ντας οι ο­πλαρ­χη­γοί της Επα­νά­στα­σης, τα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά τους τα έ­γρα­φε ο ζα­κύν­θιος ι­στο­ρι­κός κα­θ’ υ­πα­γό­ρευ­ση. Στην πε­ρί­πτω­ση, ω­στό­σο, του εγ­γράμ­μα­του Φω­τά­κου πε­ριο­ρί­στη­κε σε κα­θη­με­ρι­νές πα­ρα­κι­νή­σεις, σύμ­φω­να με την ε­πι­στο­λή του ί­διου του Φω­τά­κου προς Τερ­τσέ­τη, την ο­ποία και προ­τάσ­σει στα α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του. Το κα­τά πό­σο αυ­τή η δια­με­σο­λά­βη­σή του κα­τά τη συγ­γρα­φή ε­πη­ρέ­α­σε τις μνή­μες των γη­ραιών α­γω­νι­στών α­γνοού­με αν έ­χει πο­τέ α­πα­σχο­λή­σει τους ι­στο­ρι­κούς. Ενά­μι­σι αιώ­να αρ­γό­τε­ρα, η Βερ­βε­νιώ­τη, ως νεό­τε­ρος ι­στο­ρι­κός, που κι­νεί­ται στο πε­δίο της προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας, γνω­ρί­ζει τα πε­ρι­θώ­ρια α­ξιο­πι­στίας μιας συ­νέ­ντευ­ξης. Δια­φέ­ρει κά­ποιος, που γρά­φει τα του βίου του α­πό με­ρά­κι ή α­κό­μη και για λό­γους υ­στε­ρο­φη­μίας, α­πό ε­κεί­νον, που έ­χει πα­ρα­κι­νη­θεί α­πό έ­να τρί­το πρό­σω­πο. Πό­σω μάλ­λον αν αυ­τό το πρό­σω­πο εί­ναι έ­νας ι­στο­ρι­κός και ό­χι κά­ποιος συ­να­γω­νι­στής ή πα­λαιός σύ­ντρο­φος. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, φυ­σι­κό εί­ναι να ε­πη­ρεά­ζε­ται και να κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό τον ι­στο­ρι­κό, α­πέ­να­ντι στον ο­ποίο θα πρέ­πει να αι­σθά­νε­ται κα­τά κα­νό­να μειο­νε­κτι­κά, και να προ­σαρ­μό­ζει κα­τάλ­λη­λα πα­ρελ­θο­ντι­κές ι­δε­ο­λο­γι­κές α­πό­ψεις και ε­κτι­μή­σεις.
Όλα αυ­τά τα έ­χει διε­ξο­δι­κά α­να­λύ­σει η Βερ­βε­νιώ­τη στο άρ­θρο της «Γρα­φές γυ­ναι­κών για τον ελ­λη­νι­κό Εμφύ­λιο», που δη­μο­σιεύ­τη­κε προ διε­τίας στον συλ­λο­γι­κό τό­μο «Η ε­πο­χή της σύγ­χυ­σης. Η δε­κα­ε­τία του ’40 και η ι­στο­ριο­γρα­φία» και στο ο­ποίο στη­ρί­χτη­κε ως ε­πί το πλεί­στον η ει­σα­γω­γή της στο βι­βλίο της Μπέϊκου. Εκεί το­νί­ζε­ται και η δια­φο­ρε­τι­κή προ­θυ­μία, που δεί­χνουν οι α­γω­νί­στριες να δώ­σουν συ­νε­ντεύ­ξεις ή να α­φη­γη­θούν τη δρά­ση τους. Κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γων στέ­κε­ται το μορ­φω­τι­κό τους ε­πί­πε­δο, ό­πως και ο τό­πος κα­τα­γω­γής τους. Γι’ αυ­τό και η ί­δια, στα δυο βι­βλία της, υιο­θέ­τη­σε δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο προ­σέγ­γι­σης. Στην πε­ρί­πτω­ση της Μπαρ­μπά­τση, που ή­ταν, κα­τά τη δια­τύ­πω­ση της ι­στο­ρι­κού, μια “α­πλή” α­γω­νί­στρια, συν­δύα­σε την γραμ­μέ­νη, κα­τά προ­τρο­πή της, α­φή­γη­ση με το υ­λι­κό των συ­νε­ντεύ­ξεων. Ενώ, στο βι­βλίο της “ε­πι­φα­νούς” Μπέϊκου στη­ρί­χτη­κε σε συ­νε­ντεύ­ξεις, που δό­θη­καν στην πε­ρίο­δο κο­ντά μιας δε­κα­πε­ντα­ε­τίας. Όπως α­να­φέ­ρε­ται, ερ­γά­στη­καν α­πό κοι­νού στη σύν­θε­ση μιας ε­νιαίας α­φή­γη­σης σε πρώ­το πρό­σω­πο, που αρ­χί­ζει α­πό τα παι­δι­κά χρό­νια της Μπέϊκου και φθά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Η α­φή­γη­ση φαί­νε­ται ό­τι δη­μιουρ­γή­θη­κε με κο­πτο­ρα­πτι­κή των συ­νε­ντεύ­ξεων, ό­που η α­νά­μι­ξη της ι­στο­ρι­κού θα πρέ­πει να υ­πήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κή.
Εκτός α­πό τον πρό­λο­γο της Βερ­βε­νιώ­τη και την ει­σα­γω­γή της Μπέϊκου, αυ­τή η α­φή­γη­ση ζωής χω­ρί­ζε­ται σε τέσ­σε­ρα μέ­ρη, με τη δρά­ση στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό να πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Εκεί πα­ρα­τί­θε­ται και το η­με­ρο­λό­γιο, το ο­ποίο, κρί­νο­ντας α­πό τα α­πο­σιω­πη­τι­κά που πα­ρεμ­βάλ­λο­νται σε πολ­λά ση­μεία, θα πρέ­πει να δη­μο­σιεύε­ται πε­ρι­κομ­μέ­νο. Κα­τά πό­σο αυ­τό ο­φεί­λε­ται σε αυ­το­λο­γο­κρι­σία ή έ­γι­νε για οι­κο­νο­μία λό­γου μέ­νει ζη­τού­με­νο. Οι η­με­ρο­λο­για­κές, πά­ντως, κα­τα­χω­ρή­σεις δια­κό­πτο­νται α­πό δι­κά της ση­με­ρι­νά σχό­λια, ε­νώ προ­τάσ­σε­ται η συ­νέ­χεια της αυ­το­βιο­γρα­φι­κής α­φή­γη­σης, με τίτ­λο «Στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό της Ρού­με­λης». Έχει προ­η­γη­θεί το πρώ­το μέ­ρος, ό­που διη­γεί­ται τα παι­δι­κά της χρό­νια και τη συμ­με­το­χή της στην Ε­ΠΟΝ, στην Ιστιαία Ευ­βοίας, ό­που γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε, την α­πό­δρα­σή της α­πό το σπί­τι, δε­κα­ε­πτά­χρο­νη φοι­τή­τρια της Ια­τρι­κής, και την έ­ντα­ξή της στην ΧΙΙΙ Με­ραρ­χία του Ε­ΛΑΣ, την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση, το Δε­κέμ­βρη του ’44, ό­ταν τμή­μα­τα της με­ραρ­χίας της κα­τέ­βη­καν μέ­χρι την Χα­σιά και χω­ρίς να τους ε­πι­τρα­πεί να λά­βουν μέ­ρος στις μά­χες υ­πο­χώ­ρη­σαν, και τέ­λος, την ε­ξά­πλω­ση της τρο­μο­κρα­τίας και ε­κών ά­κων “την ά­νο­δο στο βου­νό”. Εκεί κά­που στο εν­διά­με­σο, μό­λις που πρό­λα­βε να πα­ντρευ­τεί τον Γεωρ­γού­λα Μπέϊκο, Νοέμ­βριο 1945. Στα δυο τε­λευ­ταία μέ­ρη και τον ε­πί­λο­γο, ξε­δι­πλώ­νε­ται η κα­το­πι­νή ζωή της: Αλβα­νία -Τα­σκέν­δη- Μό­σχα-Αθή­να.
Η α­γω­νι­στι­κή δρά­ση της Μπέϊκου δεν εί­ναι κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τη. Εξ αρ­χής, σύμ­φω­να με τα λε­γό­με­νά της, πα­ρό­λο που δεν εί­χε εκ­παί­δευ­ση ού­τε κα­μιά ε­μπει­ρία α­πό μά­χες, το­πο­θε­τή­θη­κε κα­πε­τά­νισ­σα και γραμ­μα­τέ­ας του κόμ­μα­τος στη δι­μοι­ρία γυ­ναι­κών, με κύ­ρια ευ­θύ­νη του το­μέα δια­φώ­τι­σης. Στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό, ό­ταν συ­γκρο­τή­θη­κε το αρ­χη­γείο Ρού­με­λης, που εί­χε ο­νο­μα­στεί ΙΙ Με­ραρ­χία, βρέ­θη­κε υ­πεύ­θυ­νη γυ­ναι­κών ό­λης της με­ραρ­χίας, με διοι­κη­τή τον Δια­μα­ντή. Πή­ρε, ό­μως, μέ­ρος και σε μά­χες. Στη γιορ­τή της, Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο του 1944, στρα­το­πε­δευ­μέ­νοι έ­ξω α­πό το Καρ­πε­νή­σι, η ευ­χή ή­τα­ν: “χρό­νια πολ­λά και κα­λές μά­χες”. Στον Δη­μο­κρα­τι­κό Στρα­τό, θυ­μά­ται “τη μά­χη του χώ­ρου, τη μά­χη στο Πυρ­γού­λι, τη μά­χη στην Καρ­δί­τσα, τη μά­χη στο Καρ­πε­νή­σι”. Θυ­μά­ται την ο­μι­λία της, ως εκ­πρό­σω­πος της με­ραρ­χίας της, στην Συν­διά­σκε­ψη Γυ­ναι­κών, που έ­γι­νε στο Βί­τσι Μάρ­τιο 1949 και η ο­ποία δη­μο­σιεύε­ται στο βι­βλίο. Δεν α­να­κα­λεί, ω­στό­σο “τη με­γά­λη πο­ρεία ε­νός μη­νός α­πό τη Ρού­με­λη στο Βί­τσι για τη Συν­διά­σκε­ψη”.
Εί­ναι κρί­μα, λοι­πόν, η έμ­φα­ση στην α­φή­γη­ση της ζωής της να δί­νε­ται στη γυ­ναι­κεία της φύ­ση και κα­τά πό­σο αυ­τή ε­πη­ρέ­α­σε την ο­ντό­τη­τά της ως α­γω­νί­στρια. Κι αυ­τό, για­τί, προ­φα­νώς, ε­κεί ε­πι­κέ­ντρω­σε, για άλ­λη μια φο­ρά, τις ε­ρω­τή­σεις της η ι­στο­ρι­κός. Επα­νέρ­χο­νται θέ­μα­τα έν­δυ­σης, ό­πως το δύ­σκο­λο πέ­ρα­σμα α­πό τη φού­στα στο πα­ντε­λό­νι, κα­θα­ριό­τη­τας και εμ­μη­νόρ­ροιας, προ­πα­ντός, οι σχέ­σεις με τους συ­να­γω­νι­στές. Έτσι, για τον Άρη Βε­λου­χιώ­τη, το κο­ρυ­φαίο πρό­σω­πο του Ε­ΛΑΣ, συ­να­ντά­με μό­λις δυο σχό­λια: “... πα­ρό­τι νέ­οι, τα αι­σθή­μα­τα τα σκέ­πα­ζε η λο­γι­κή και η α­πα­γό­ρευ­ση. Εί­χα­με έ­ναν που­ρι­τα­νι­σμό, μπο­ρεί να πει κα­νείς... Από τη στιγ­μή που ο Άρης εί­χε σκο­τώ­σει α­ντάρ­τη ε­πει­δή πή­γε με μια γυ­ναί­κα, κα­νέ­νας δεν εί­χε σχέ­σεις. Δεν ε­πι­τρέ­πα­με σε κα­νέ­ναν να μο­λύ­νει τον α­γώ­να. Έτσι σκε­φτό­μα­σταν. Όλα αυ­τά έ­πρε­πε να μεί­νουν στο πε­ρι­θώ­ριο μέ­χρι την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Αν δεν ή­θε­λες να προ­σαρ­μο­στείς έ­φευ­γες. Στη δι­μοι­ρία μας δεν εί­χα­με κα­νέ­να πα­ρα­τρά­γου­δο.” Και λί­γο πα­ρα­κά­τω: “Ο Άρης δεν ή­θε­λε γυ­ναί­κες με ό­πλο στο χέ­ρι στον Ε­ΛΑΣ. Εί­χε ό­λο του το με­γα­λείο και δεν εί­ναι κα­θό­λου κα­κό να πού­με ό­τι εί­χε και με­ρι­κά ε­λατ­τώ­μα­τα. Κρί­μα που ο Γεωρ­γού­λας δεν πρό­λα­βε να τε­λειώ­σει αυ­τό που εί­χε αρ­χί­σει να γρά­φει για τον Άρη και θα α­πει­κό­νι­ζε ό­λη του την προ­σω­πι­κό­τη­τα...” Εδώ, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, θα α­να­με­νό­ταν κά­ποια διευ­κρί­νι­ση, αν αυ­τή η η­μι­τε­λής βιο­γρα­φία βρί­σκε­ται στο κα­τα­τε­θει­μέ­νο αρ­χείο στα Α.Σ.Κ.Ι. Υπάρ­χει έ­να α­κό­μη σχό­λιο για τον Άρη, που δεν πει­θάρ­χη­σε στη Συμ­φω­νία της Βάρ­κι­ζας και “βγή­κε ξα­νά στο Βου­νό”: “Η πρά­ξη του αυ­τή ή­ταν α­πει­θαρ­χία στο κόμ­μα και εί­χε συ­νέ­πειες. Το κόμ­μα τού ’δω­σε συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­ντο­λή κι ε­κεί­νος... δεν πει­θάρ­χη­σε...”.
Οι γε­νι­κής, πά­ντως, φύ­σεως ε­κτι­μή­σεις α­πο­φεύ­γο­νται. Λ.χ., α­φη­γού­με­νη ό­σα συ­νέ­βη­σαν τις πα­ρα­μο­νές των Δε­κεμ­βρια­νών, α­να­φέ­ρει: “...τμή­μα­τα της με­ραρ­χίας εί­χαν δια­σκορ­πι­στεί σε άλ­λες κα­τευ­θύν­σεις. Εί­χαν πά­ει στις συ­γκρού­σεις με τον Ζέρ­βα στην Ήπει­ρο. Το για­τί έ­γι­νε αυ­τό εί­ναι έ­να θέ­μα που πι­στεύω πως θα το ψά­ξει η ι­στο­ρία”. Συ­χνά ο τό­νος της α­φή­γη­σης δεί­χνει α­πο­λο­γη­τι­κός: “Εμείς, οι μα­χη­τές, δεν ξέ­ρα­με. Ό,τι μας λέ­γα­νε το πι­στεύα­με. Και α­πο­δείχ­θη­καν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα λα­θε­μέ­να.” Ιδίως, ό­ταν κά­νει λό­γο για τις ε­πι­στρα­τεύ­σεις και τη σκο­πι­μό­τη­τα του α­γώ­να που διε­ξή­γα­γε ο Δη­μο­κρα­τι­κός Στρα­τός. Ενώ πα­ρα­λεί­πει κά­ποια ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, ό­πως το τέ­λος του α­γα­πη­μέ­νου της κα­πε­τά­νιου Δια­μα­ντή, για τον ο­ποίον λέ­γα­νε “εί­ναι ο Δια­μα­ντής ε­δώ, θα το πε­ρά­σου­με κι αυ­τό”. Σχε­τι­κά α­να­φέ­ρει ε­σφαλ­μέ­να, με α­φορ­μή το θά­να­το του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του Γεωρ­γού­λα, του Παύ­λου, πως “τον εί­χε στεί­λει, μα­ζί με τον Δια­μα­ντή, ο Ζα­χα­ριά­δης στη Ρού­με­λη, στο πλαί­σιο του σχε­δίου «το ό­πλο πα­ρά πό­δα», σε μια α­πο­στο­λή αυ­το­κτο­νίας, και πράγ­μα­τι, ό­ταν τον πε­ρι­κύ­κλω­σαν, ο Παύ­λος αυ­το­κτό­νη­σε”. Αυ­τό συ­νέ­βη ά­νοι­ξη του 1950 και ο Παύ­λος Μπέϊκος πή­ρε α­πλώς ε­ντο­λή να πα­ρα­μεί­νει στη Ν. Ελλά­δα, ε­νώ ο Δια­μα­ντής εί­χε ή­δη σκο­τω­θεί
(= 21 Ιουν. 1949, πε­ριο­χή χω­ριού Μάρ­μα­ρα Φθιώ­τι­δος), και μα­ζί του κα­τέρ­ρευ­σε το δεύ­τε­ρο α­ντάρ­τι­κο στη Ρού­με­λη. Προ­φα­νώς πρό­κει­ται για πα­ρα­δρο­μή, που θα μπο­ρού­σε να διορ­θώ­σει η ι­στο­ρι­κός, δί­νο­ντας κά­ποιες ε­πι­πλέ­ον πλη­ρο­φο­ρίες για τον θά­να­τό του Δια­μα­ντή, που ο­ρι­σμέ­νες μαρ­τυ­ρίες φέ­ρουν το τέ­λος του κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν ε­κεί­νου του Κα­ραϊσκά­κη.
Μια πα­ρό­μοια αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­φή­γη­ση, που στρώ­θη­κε έ­τσι ώ­στε να εί­ναι γλα­φυ­ρή, θα μπο­ρού­σε να προ­σφέ­ρει σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, ε­κτός α­πό ψυ­χα­γω­γία, και κά­ποιες πλη­ρο­φο­ρίες για ό­λα αυ­τά τα πρό­σω­πα και τα γε­γο­νό­τα που πα­ρε­λαύ­νουν στην α­φή­γη­ση. Δεν θα ε­πι­βά­ρυ­νε πο­λύ την έκ­δο­ση έ­νας χάρ­της
–ποιος γνω­ρί­ζει κα­τά που πέ­φτει, λ.χ., το Πυρ­γού­λι– και ε­πι­λε­κτι­κά, ο­ρι­σμέ­νες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Για­τί, πο­λύ φο­βό­μα­στε, ό­τι οι α­να­γνώ­στες θα συ­γκρα­τή­σουν μό­νο το α­νέκ­δο­το με τους Εγγλέ­ζους, που έ­ρι­χναν τις δε­ξιές αρ­βύ­λες στη Ρού­με­λη και τις α­ρι­στε­ρές στη Μα­κε­δο­νία. Όσο για τις α­να­γνώ­στριες, κυ­ρίως τις νε­α­ρές, θα τους μεί­νει “ό­τι η Ρού­λα Ζα­χα­ριά­δη ή­ταν πο­λύ ω­ραία γυ­ναί­κα” και το ά­ρω­μα που φο­ρού­σε “ή­τα­νε νού­με­ρο 5 Σα­νέ­λ”. Δια­κιν­δυ­νεύου­με την ει­κα­σία, ό­τι, αν η Μα­ρία Μπέϊκου έ­γρα­φε εξ ι­δίας βου­λή­σεως την αυ­το­βιο­γρα­φία της και ό­χι κα­τά ε­λεγ­χό­με­νη προ­τρο­πή, ό­πως δη­λώ­νει και ο τίτ­λος του βι­βλίου, θα ή­ταν αρ­κε­τά ή και πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή. Αυ­τή η ε­κτί­μη­σή μας στη­ρί­ζε­ται στο η­με­ρο­λό­γιό της, αλ­λά και τα τμή­μα­τα της α­φή­γη­σης, στα ο­ποία δεν αυ­το­λο­γο­κρί­νε­ται. Εκεί, προ­βάλ­λει μια κε­φά­τη και δυ­να­μι­κή γυ­ναί­κα, σί­γου­ρη για τις πε­ποι­θή­σεις της. Άλλω­στε, αυ­τό το α­πο­δει­κνύει και ο τρό­πος που α­ντε­πε­ξήλ­θε στις δυ­σκο­λίες, κα­θώς και το γε­γο­νός πως τα κα­τά­φε­ρε σε ό,τι κα­τα­πιά­στη­κε.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: