Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Σαν μυθιστόρημα






















Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου το 1942,
εποχή γνωριμίας του με την Άλκη Ζέη.


Άλκη Ζέη
«Με μολύβι φάμπερ
νούμερο δυο»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Σεπτέμβριος 2013 

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια οι αυ­το­βιο­γρα­φίες πλη­θαί­νουν, κα­θώς αρ­κε­τοί διά­ση­μοι α­πό διά­φο­ρους χώ­ρους ε­ξι­στο­ρούν τα του βίου τους. Συμ­βάλ­λει και η με­γά­λη ζή­τη­ση που έ­χουν πα­ρό­μοια βι­βλία, τα ο­ποία φτά­νουν να συ­να­γω­νί­ζο­νται τα α­πο­κα­λού­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κά­πως έ­τσι, α­πό ε­να­σχό­λη­ση αν­θρώ­πων με δη­μιουρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ε­πι­θυ­μη­τή α­πό μια η­λι­κία και ύ­στε­ρα ώ­στε να δια­σω­θεί το α­πο­τα­μίευ­μα ε­μπει­ρίας, κα­τέ­λη­ξε κερ­δο­φό­ρα ε­πι­χεί­ρη­ση. Στην ποι­κι­λία των αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νων, την πρώ­τη θέ­ση κα­τέ­χουν οι συγ­γρα­φείς. Πρό­σφα­τα έ­χουν προ­κύ­ψει μέ­χρι και εκ­δο­τι­κές σει­ρές με τις αυ­το­βιο­γρα­φίες τους, στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χουν με­σή­λι­κες, κά­πο­τε και νεό­τε­ροι, που, μη έ­χο­ντας ε­παρ­κές βιω­μα­τι­κό α­πό­θε­μα, κα­τα­φεύ­γουν σε συ­χνά α­νια­ρή ομ­φα­λο­σκό­πη­ση. Πολ­λοί α­πό αυ­τούς, μά­λι­στα, κά­νουν ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση προ­σω­πι­κών στοι­χείων και στο στή­σι­μο ή τη διάν­θι­ση των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους. 
Στη δυ­σμε­νή προ­διά­θε­ση, που έ­χει προ­κα­λέ­σει αυ­τός ο ε­να­γκα­λι­σμός της αυ­το­βιο­γρα­φίας με το σκαν­δα­λο­θη­ρι­κό α­νά­γνω­σμα και το μυ­θι­στό­ρη­μα, το και­νού­ριο βι­βλίο της Άλκης Ζέη έρ­χε­ται να σώ­σει τη χα­μέ­νη τι­μή της αυ­το­βιο­γρα­φίας. Όπως εί­χε κα­τορ­θώ­σει πριν εί­κο­σι έ­ξι χρό­νια να στή­σει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με ο­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτή­ρες, βα­σι­σμέ­νο στα α­λη­θι­νά γε­γο­νό­τα α­πό μια πε­ρίο­δο της ε­νή­λι­κης ζωής της, τώ­ρα ε­ξι­στο­ρεί τα παι­δι­κά, ε­φη­βι­κά και πρώ­τα νε­α­νι­κά χρό­νια της σαν μυ­θι­στό­ρη­μα. Αν δεν εί­χε προ­λά­βει ο Ξε­νό­που­λος, στο πρό­σφα­το βι­βλίο της θα ταί­ρια­ζε ο τίτ­λος της δι­κής του αυ­το­βιο­γρα­φίας, «Η ζωή μου σαν μυ­θι­στό­ρη­μα», κα­θώς πρό­κει­ται για μια συ­ναρ­πα­στι­κή α­φή­γη­ση. Όσο α­φο­ρά την α­νά­κλη­ση αυ­τού του αρ­κε­τά μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος, στη­ρί­χτη­κε, ό­πως γρά­φει, στη μνή­μη της και στη μνή­μη της μο­νά­κρι­βης α­δελ­φής της. 
Συν­δυα­σμός, που εκ­πλήσ­σει με την α­κρί­βειά του, ι­δίως, ό­ταν πρό­κει­ται για πρό­σω­πα, που δεν έ­χει συ­γκρα­τή­σει η Ιστο­ρία της ε­πο­χής και σώ­ζο­νται μό­νο σε α­να­φο­ρές ει­δι­κών πραγ­μα­τειών και α­πο­μνη­μο­νευ­μά­των. Ή και ό­ταν α­φο­ρά ε­πι­μέ­ρους λε­πτο­μέ­ρειες του βιο­γρα­φι­κού γνω­στών προ­σώ­πων. Για πα­ρά­δειγ­μα, στην πρώ­τη σε­λί­δα, διορ­θώ­νε­ται η η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του φί­λου της α­πό τα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας στο Πα­ρί­σι, Χόρ­χε Σε­μπρούν. Όλες οι πη­γές που γνω­ρί­ζου­με τον φέ­ρουν γεν­νη­θέ­ντα στις 10 Δεκ. 1923. Η Ζέη α­να­φέ­ρει πως εί­χε γε­νέ­θλια την ί­δια μέ­ρα με ε­κεί­νη και τον Νί­κο Κούν­δου­ρο, στις 15 Δεκ. Όπως θυ­μί­ζει, “ο Σε­μπρούν έ­φυ­γε πριν α­πό λί­γο και­ρό”, στις 7 Ιουν. 2011. Τα πρώ­τα τους βι­βλία, «Το με­γά­λο τα­ξί­δι» του Σε­μπρούν και το δι­κό της, «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας», εί­χαν εκ­δο­θεί την ί­δια χρο­νιά, πριν 50 χρό­νια. Ενώ, στη δε­κα­ε­τία του ’80, εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει δυο ση­μα­ντι­κά βι­βλία τους, και τα δυο α­πό τις εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο. Το 1983, «Ο δεύ­τε­ρος θά­να­τος του Ρα­μόν Μερ­κα­ντέρ», σε με­τά­φρα­ση Άρη Αλε­ξάν­δρου, και το 1987, «Η αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά του Αχιλ­λέ­α».
Ο τίτ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει για την αυ­το­βιο­γρα­φία της, κυ­ριο­λε­κτεί. “Με μο­λύ­βι φά­μπερ νού­με­ρο δύο” έ­γρα­φε, α­πό το δη­μο­τι­κό, τα πρώ­τα ε­ξω­σχο­λι­κά κεί­με­νά της. Αυ­τός ο τύ­πος μο­λυ­βιού γρά­φει μα­λα­κά, με βα­θιούς τό­νους. Αντι­στοί­χως, ο τρό­πος που πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­φη­γή­τρια δεί­χνει έ­ναν άν­θρω­πο ή­πιο και τρυ­φε­ρό, που ε­ξι­στο­ρεί προ­χω­ρώ­ντας στο βά­θος των πραγ­μά­των. Μέ­χρι συ­μπλεγ­μα­τι­κές θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε ο παπ­πούς Φρόυ­ντ α­πο­φάν­σεις του τύ­που: “ή­μου­να μια α­σή­μα­ντη μα­θή­τρια”, “δεν ή­μου­να ψη­λή και φα­ντα­χτε­ρή”, η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή μου “α­πό μι­κρή με θεω­ρού­σε κου­τού­τσι­κη. Άλλω­στε το πα­ρα­τσού­κλι μου ή­ταν Κου­το­κού­λι.” Μό­νο που το “Κου­το­κού­λι μας προέ­κυ­ψε συγ­γρα­φέ­ας”, ό­πως σχο­λιά­ζει η α­δελ­φή της, και μά­λι­στα, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας με το χά­ρι­σμα του αυ­το­σαρ­κα­σμού.

Η Λε­νού­λα...

Το βι­βλίο εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στην α­δελ­φή της, “στη Λε­νού­λα”, στην ο­ποία πα­ρα­χω­ρεί πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο, α­κό­μη και στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Εί­ναι η ί­δια που ε­νέ­πνευ­σε την Αντι­γό­νη στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, του 1971, «Ο με­γά­λος πε­ρί­πα­τος του Πέ­τρου». Εκεί εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή του Πέ­τρου, που “κοι­μό­τα­νε με 68 κου­ρε­λά­κια στο κε­φά­λι, για να έ­χει μαλ­λί φου­ντω­τό σα κου­νου­πί­δι. Όλοι έ­λε­γαν ό­τι μοιά­ζει στην διά­ση­μη α­με­ρι­κα­νί­δα η­θο­ποιό και τρα­γου­δί­στρια Ντιά­να Ντάρ­μπι­ν”. Στην αυ­το­βιο­γρα­φία, ά­νοι­ξη 1939, “η Λε­νού­λα τυ­λί­γει τα μαλ­λιά της σε κου­ρε­λά­κια πριν πέ­σει να κοι­μη­θεί” και εί­ναι “α­να­γνω­ρι­σμέ­νο α­πό ό­λα τα σχο­λεία πως έ­μοια­ζε” στην Ντάρ­μπιν. Αρρέ­νων και θη­λέων, Ιό­νιος Σχο­λή, Μπερ­ζάν, Μα­κρή και Αη­δο­νο­πού­λου, που πα­ρα­κο­λου­θού­σαν σε πρωι­νή προ­βο­λή του Ρεξ ται­νία της α­με­ρι­κα­νί­δας σταρ. Με “κα­ρό φού­στα και σο­σο­νά­κια και οι δυο”, η η­θο­ποιός και η κα­τά δυό­μι­σι χρό­νια νεό­τε­ρη Ελλη­νί­δα σω­σίας της, η ο­ποία “ση­κώ­θη­κε όρ­θια και χαι­ρέ­τη­σε τα πλή­θη” που “φώ­να­ζαν ρυθ­μι­κά: Λε-νου-λα Λε-νου-λα”. Αστέ­ρι η Ντά­μπιν στις δε­κα­ε­τίες του ’30 και του ’40, μέ­χρι ο νεό­τε­ρος των κο­ρι­τσιών Θω­μάς Γκόρ­πας, θυ­μό­ταν να α­κούει τα τρα­γού­δια της. Τα ΜΜΕ την ξα­να­θυ­μή­θη­καν ε­φέ­τος τον Μάη με το θά­να­τό της. Η Ντάρ­μπιν έ­κα­νε το ντε­μπού­το της δε­κα­πε­ντά­χρο­νη και πριν κλεί­σει τα τριά­ντα, το 1949, ε­γκα­τέ­λει­ψε τον κι­νη­μα­το­γρά­φο, α­κο­λου­θώ­ντας τον τρί­το σύ­ζυ­γό της. 
Στο εν­διά­με­σο, Οκτ. 1942, ξε­κί­νη­σε το ει­δύλ­λιο της Λε­νού­λας με τον Νί­κο Γκά­τσο, που κρά­τη­σε μέ­χρι το 1946. Έτσι ό­πως το πα­ρου­σιά­ζει η Ζέη, δί­νει σπά­νια μαρ­τυ­ρία για μια σχε­δόν ά­γνω­στη πλευ­ρά του Γκά­τσου. Αυ­τήν του ε­ρω­τευ­μέ­νου. Κα­μία σύ­γκρι­ση με τον Γκά­τσο της πρό­σφα­της “μυ­θι­στο­ρίας” της Αγα­θής Δη­μη­τρού­κα, «Που­λά­με τη ζωή χρεώ­νου­με τον θά­να­το». Εδώ, εί­ναι ο τρια­ντά­ρης ά­ντρας, που ζει έ­ναν κε­ραυ­νο­βό­λο και πα­ρά­φο­ρο έ­ρω­τα. Απ’ αρ­χής μέ­χρι τέ­λους, τον εκ­φρά­ζει με τρό­πο δα­ψι­λή και υ­περ­βο­λι­κό. “Μια τε­ρά­στια αν­θο­δέ­σμη α­πό κλω­νά­ρια α­μυ­γδα­λιάς” συ­νο­δεύει την πρώ­τη πρό­σκλη­ση στου Λου­μί­δη για κα­φέ. Με α­πει­λή για ε­σπευ­σμέ­νη α­να­χώ­ρη­σή του στη Γερ­μα­νία, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει ως αυ­το­χει­ρία ε­νέρ­γεια, α­πο­σπά την πρώ­τη κα­τά μό­νας συ­νά­ντη­ση. Μέ­χρι που “νοι­κιά­ζει α­μα­ξά­κι με ά­λο­γο – δυο υ­πήρ­χαν σ’ ό­λη την Αθή­να – για να την πά­ει βόλ­τα”. Για να ε­ντυ­πω­σιά­σει την δε­κα­ο­χτά­χρο­νη, ε­πι­δει­κνύει α­χα­λί­νω­τη φα­ντα­σία. Μέ­σα στην Κα­το­χή, σκαρ­φί­ζε­ται μια μυ­στι­κή α­πο­στο­λή στην Αί­γυ­πτο. Εξα­φα­νί­ζε­ται έ­να δε­κα­πεν­θή­με­ρο, ε­πι­στρα­τεύο­ντας τον Ελύ­τη ως κο­μι­στή της α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριας ε­πι­στο­λής, που έ­γρα­φε, “Αν δεν γυ­ρί­σω και χα­θώ, να ξέ­ρεις πως σε α­γά­πη­σα πο­λύ”. Ένας έ­ρω­τας που θάλ­λει χά­ρις και στα πα­ρα­μύ­θια που της λέει, α­να­δει­κνυό­με­νος σε υ­πέ­ρο­χο τε­ρα­το­λό­γο. Εκεί­νη, ό­μως, εί­ναι έ­να ρο­μα­ντι­κό κο­ρί­τσι, που δια­λέ­γει στα πε­ριο­δι­κά μό­δας το νυ­φι­κό της “κι ο­νει­ρεύε­ται πως εί­ναι νύ­φη στο μπρά­τσο του Γκά­τσου που σί­γου­ρα θα φο­ρά σμό­κιν”. 
“Δεν ή­τα­νε ω­ραίος, ή­τα­νε ό­μορ­φος. Πο­λύ ψη­λός, μά­τια σχι­στά, α­ρι­στο­κρα­τι­κά χέ­ρια. Κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά. Έμοια­ζε με ι­σπα­νό ευ­γε­νή.” Αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση της Ζέη α­πό τον Γκά­τσο. Πά­ντως, ε­κεί­νος δεν α­ντέ­δρα­σε ως ι­σπα­νός ευ­γε­νής, ού­τε ό­ταν τέ­θη­κε θέ­μα γά­μου ού­τε, ό­ταν, με­τά το χω­ρι­σμό τους, κα­τά­λα­βε πως τη θέ­ση του στην καρ­διά της Λε­νού­λας εί­χε πά­ρει άλ­λος. Μάλ­λον συ­μπε­ρι­φέρ­θη­κε σαν γνή­σιος Έλλη­νας. Την μεν κου­λού­ρα δεν την έ­βα­λε, αλ­λά έ­σπα­σε τα τζά­μια του σπι­τιού του α­ντί­ζη­λου. Όσο για την Λε­νού­λα βρή­κε το ταί­ρι της, ό­πως και η Ντάρ­μπιν, στον τρί­το της έ­ρω­τα. Η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή και οι νε­α­νι­κοί έ­ρω­τές της δεν ε­νέ­πνευ­σαν στη Ζέη έ­να αυ­το­τε­λές μυ­θι­στό­ρη­μα. Κρί­μα, κα­θώς θα ε­νέ­πλε­κε δυο ποιη­τές, που δεν ά­φη­σαν η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές, τον Γκά­τσο και τον Νί­κο Κα­ρύ­δη, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στό ως έ­ναν της τριά­δας που ί­δρυ­σε τον «Ίκα­ρο».  Θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να έ­χει τίτ­λο, “οι αρ­ρα­βω­νια­στι­κοί της Ελέ­νης”. Η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή εί­χε πά­ρει το ό­νο­μά της α­πό την κρη­τι­κιά, εκ πα­τρός, για­γιά. Ενώ, το Άλκη εί­ναι υ­πο­κο­ρι­στι­κό του Αγγε­λι­κή. Έτσι λέ­γα­νε την άλ­λη για­γιά, την Σα­μιώ­τισ­σα, το γέ­νος Νι­κο­λα­ραΐζη. Συγ­γέ­νευε, ά­ρα­γε, με τον δι­πλω­μά­τη και κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας Δη­μή­τρη Νι­κο­λα­ραΐζη, που ή­ταν κι αυ­τός Σα­μιώ­της, α­πό πλού­σια οι­κο­γέ­νεια ε­μπό­ρω­ν;  

Δια­δο­χι­κά προ­σω­πεία

Η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει τα δια­δο­χι­κά προ­σω­πεία της α­φη­γή­τριας - παι­δί, έ­φη­βη, νε­α­ρή κο­πέ­λα – χω­ρίς να πα­ρεμ­βαί­νει α­πό τη θέ­ση του ε­νή­λι­κα στον τρό­πο που ε­κεί­νη, σε κά­θε μια πε­ρίο­δο, βλέ­πει συ­νο­μή­λι­κους και με­γα­λύ­τε­ρους, κα­θώς και στο πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­σα συμ­βαί­νουν στον στε­νό οι­κο­γε­νεια­κό χώ­ρο ή στο πώς α­ντι­δρά στους α­ντί­κτυ­πους που έ­χει η γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση στην Ελλά­δα και τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο στον δι­κό της κό­σμο του σπι­τιού και του σχο­λείου. Για τα σχό­λια του ε­νή­λι­κα έ­χει προ­βλέ­ψει πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές. Σχε­τι­κά λι­γο­στές και σύ­ντο­μες, με μι­κρό­τε­ρα στοι­χεία, ευ­τυ­χώς ε­λά­χι­στα πα­ραλ­λάσ­σουν ή ε­κλο­γι­κεύουν τις αλ­λο­τι­νές ε­κτι­μή­σεις. Μό­νο προ­σθέ­τουν με­τα­γε­νέ­στε­ρα συμ­βά­ντα και θα­νά­τους, που συ­μπλη­ρώ­νουν μεν την ει­κό­να, αλ­λά προ­σθέ­τουν και κά­ποιες πέν­θι­μες νό­τες. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τή η γεύ­ση του τέ­λους υ­πο­στέλ­λει τον α­νά­λα­φρο τό­νο της α­φή­γη­σης, που κυ­μαί­νε­ται α­πό την σκαν­δα­λιά­ρι­κη διά­θε­ση του παι­διού, στην πε­ρι­παι­κτι­κή της ε­φη­βείας και την χιου­μο­ρι­στι­κή της ε­νη­λι­κίω­σης. Αν και αυ­τή η τε­λευ­ταία κα­τα­λή­γει σε πι­κρά ει­ρω­νι­κή, ό­ταν η κα­τά­στα­ση αρ­χί­ζει να ζο­ρί­ζει α­πό τα Δε­κεμ­βρια­νά και με­τά. 
Σε κά­θε πε­ρίο­δο, η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει μια χο­ρεία προ­σώ­πων, με πρώ­τη τη με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια του Σα­μιώ­τη παπ­πού Γεωρ­γίου Σω­τη­ρίου, κα­θη­γη­τή αρ­χαίων ελ­λη­νι­κών στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης. Από lapsus calami α­να­φέ­ρε­ται ό­τι α­πέ­κτη­σε δέ­κα τρία παι­διά, ε­νώ ο πε­ρι­γρα­φι­κός κα­τά­λο­γος που α­κο­λου­θεί τα βγά­ζει δώ­δε­κα.  Όπως και να έ­χει, στερ­νο­παί­δια εί­ναι “τα πα­νέ­μορ­φα δί­δυ­μα Πλά­των και Έλλη”. “Ο θείος Πλά­τω­ν” εί­ναι ο ή­ρωας του ο­μό­τιτ­λου, τρί­του βι­βλίου της, και σύ­ζυ­γος της Μι­κρα­σιά­τισ­σας Δι­δώς Παπ­πά. Ένα α­κό­μη πρό­σω­πο της λο­γο­τε­χνίας, δί­πλα στον Γκά­τσο, που παίρ­νει αυ­τό­νο­μη υ­πό­στα­ση και δη, σχε­δόν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, εί­ναι η Δι­δώ Σω­τη­ρίου, η δυ­να­μι­κή πρώι­μη φε­μι­νί­στρια. Και η Έλλη εί­ναι “η μα­μά”, που “δεν ή­ταν μό­νο πο­λύ ό­μορ­φη”, αλ­λά και “α­χτύ­πη­τη στο ντύ­σι­μο”. Στην Κα­το­χή, έ­κα­νε α­ντί­στα­ση - σύν­δε­σμος με το Κόμ­μα, δια­κι­νώ­ντας πα­ρά­νο­μα έ­ντυ­πα - με κα­μου­φλά­ρι­σμα τα μο­ντε­λά­κια “των με­γά­λων τό­τε οί­κων μό­δας, της Πα­πα­στε­φά­νου και της Τσού­χλου”, που λάν­σα­ρε φο­ρώ­ντας τα.
Εκεί­νο που α­ντι­δια­στέλ­λει την αυ­το­βιο­γρα­φία της Ζέη α­πό άλ­λες αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­φη­γή­σεις δεν εί­ναι το πλή­θος των ση­μα­ντι­κών προ­σώ­πων που α­να­φέ­ρει,  αλ­λά η ο­πτι­κή μέ­σα α­πό την ο­ποία τα πα­ρου­σιά­ζει. Προ­βάλ­λει δια­φο­ρε­τι­κές α­πό τις γνω­στές πλευ­ρές τους, κυ­ρίως με­τα­φέ­ρο­ντας ε­ντυ­πώ­σεις της ε­πο­χής που τους γνώ­ρι­σε. Συ­χνά η κα­λύ­τε­ρη σύ­στα­ση εί­ναι ο προ­φο­ρι­κός τους λό­γος, έ­τσι πι­στι­κά που κα­τορ­θώ­νει να τον α­να­συ­στή­σει. Πα­ρά­δειγ­μα, οι διά­λο­γοι Γκά­τσου – Εμπει­ρί­κου και οι συ­ζη­τή­σεις της ί­διας με την ε­πι­στή­θια φί­λη της Ζωρζ Σα­ρι­βα­ξε­βά­νη. Το 1969, με την έκ­δο­ση του παι­δι­κού βι­βλίου, «Ο θη­σαυ­ρός της Βα­γίας», η φί­λη της θα κα­τα­γρα­φεί στις δέλ­τους της λο­γο­τε­χνίας ως Ζωρζ Σα­ρή. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ό­ταν η Ζέη α­να­φέ­ρε­ται στο ι­διω­τι­κό σχο­λείο των πρώ­των γυ­μνα­σια­κών της χρό­νων, α­πο­φεύ­γει να το ο­νο­μα­τί­σει, για­τί “ή­ταν φα­σι­στι­κό” και η διευ­θύ­ντρια του, που την βα­φτί­ζει Περ­σε­φό­νη, “εί­χε υιο­θε­τή­σει κα­τά γράμ­μα τις α­πό­ψεις του Χίτ­λερ”. Την έ­χει, ό­μως, προ­λά­βει η Σα­ρή με το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο της, «Ε. Π.», του 1996. Οι ε­νω­μέ­νες για πά­ντα, που υ­παι­νίσ­σε­ται το αρ­κτι­κό­λε­ξο του τίτ­λου, εί­ναι τέσ­σε­ρις συμ­μα­θή­τριες, με την πρώ­τη να α­κούει στο ό­νο­μα Άλκη, ε­νώ η διευ­θύ­ντρια και ι­διο­κτή­τρια του σχο­λείου ο­νο­μά­ζε­ται Ερα­σμία Δε­λα­πόρ­τα. 

Θέ­α­τρο και Αντί­στα­ση

Στην τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο, με τις μνή­μες της νε­α­ρής κο­πέ­λας, φω­τί­ζο­νται πλα­γίως δυο δια­φο­ρε­τι­κοί χώ­ροι, του Θεά­τρου και της Αντί­στα­σης. Και στους δυο ου­σια­στι­κά την ει­σή­γα­γε “ο ψη­λός με τα γυα­λιά και το ά­σχη­μο ε­πί­θε­το”, που εί­χε γνω­ρί­σει μα­ζί με “τον Εμπει­ρί­κο, τον Ελύ­τη, τον Γκά­τσο και τον Μά­ριο Πλω­ρί­τη”, ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Γιώρ­γος Σε­βα­στί­κο­γλου. Από τον πρώ­το χώ­ρο, δεν ε­ντυ­πω­σιά­ζει ο Κουν της ε­πο­χής, κα­θώς ο ί­διος ως προ­σω­πι­κό­τη­τα και το πρω­το­πο­ρια­κό θέ­α­τρο του συ­νι­στούν έ­να α­πό τα πιο γνω­στά κε­φά­λαια του με­τα­πο­λε­μι­κού ελ­λη­νι­κού θεά­τρου. Εντυ­πω­σιά­ζει, ό­μως, η Και­τού­λα, που κα­τά­φε­ρε “να ξε­πε­ρά­σει τον ε­αυ­τό της” στο πρώ­το έρ­γο του Θεά­τρου Τέ­χνης, την «Αγριό­πα­πια» του Ίψεν, “στο θέ­α­τρο Αλί­κης”, 18 Σεπ. 1942. “Ένα μα­γευ­τι­κό πλα­σμα­τά­κι πά­νω στη σκη­νή, η Καί­τη Λα­μπρο­πού­λου.” Αχά­ρι­στη η τέ­χνη του η­θο­ποιού. Η Και­τού­λα του Κουν και του Ρο­ντή­ρη πέ­θα­νε στις 31 Ιαν. 2011, χω­ρίς να α­φή­σει ί­χνη. Δια­σώ­θη­κε μό­νο η με­τέ­πει­τα χα­ρι­σμα­τι­κή κω­μι­κός σε ρό­λους δευ­τε­ρα­γω­νί­στριας του πα­λιού ελ­λη­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου. 
   Από το δεύ­τε­ρο χώ­ρο, πολ­λοί μεν α­να­φέ­ρο­νται, αλ­λά μό­λις που σκια­γρα­φού­νται. Ανά­με­σα σε αυ­τούς ο Σε­βα­στί­κο­γλου, με τον ο­ποίο έ­ζη­σε μια ο­λό­κλη­ρη ζωή, ό­πως εί­χε προ­φη­τεύ­σει τη νύ­χτα του γά­μου της η θεία Δι­δώ. Η Ζέη διευ­κρι­νί­ζει πως ο ά­ντρας της δεν ή­τα­νε ο Αχιλ­λέ­ας. Όταν γρα­φό­ταν το μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν δί­πλα της. Ίσως, και να την έ­βα­λε “να το γρά­ψει τρεις φο­ρές”, ό­πως έ­κα­νε με το πρώ­το της διή­γη­μα, «Κο­ντά στις ρά­γες», που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τέ­ταρ­το τεύ­χος του κα­το­χι­κού πε­ριο­δι­κού «Νε­α­νι­κή Φω­νή», Φεβ. 1944. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο “α­δύ­να­τος νε­α­ρός με γυα­λιά, μάλ­λον στην η­λι­κία της”, που εί­χε τό­τε πα­ρα­λά­βει το διή­γη­μα στα γρα­φεία του πε­ριο­δι­κού ο­νο­μα­ζό­ταν Κω­στής Νε­χα­λιώ­της.  Ήταν ο Κω­στής Σκα­λιό­ρας της ε­πι­τρο­πής έκ­δο­σης, τό­τε μό­λις 17 ε­τών. Έφυ­γε στις 5 Οκτω­βρίου. 
    Αλλά ποιος ή­ταν ο Γιώρ­γος Σε­βα­στί­κο­γλου; Ού­τε διε­ξο­δι­κή ι­στο­ρία του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου υ­πάρ­χει ού­τε του Εμφυ­λίου. Το μυ­θι­στό­ρη­μα «Η αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά του Αχιλ­λέ­α» και η πρό­σφα­τη αυ­το­βιο­γρα­φία δί­νουν α­πο­σπα­σμα­τι­κά στοι­χεία. Σή­με­ρα, εί­κο­σι τρία χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, την 1η Νοε. 1990, η αυ­το­βιο­γρα­φία θα χρεια­ζό­ταν μια συ­νέ­χεια, “η ζωή με τον Γιώρ­γο”. Άλλω­στε, το 2013 εί­ναι ε­πε­τεια­κό έ­τος για ε­κεί­νον, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 100 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όπως και να έ­χει, μια πρώ­τη ι­δέα για το ή­θος του α­γω­νι­στή Σε­βα­στί­κο­γλου δί­νει η στι­χο­μυ­θία, που έ­γι­νε το βρά­δυ του γά­μου τους στο σπί­τι της Δι­δώς. Εκεί­νος α­να­κοι­νώ­νει ό­τι δεν θα φύ­γει με το Μα­τα­ρόα για Πα­ρί­σι, πα­ρό­λο που ο γά­μος εί­χε γί­νει α­κρι­βώς λό­γω αυ­τής της α­να­χώ­ρη­σης. “Πή­ρα ε­ντο­λή α­πό το Κόμ­μα να μεί­νω”, λέει. “Κι ε­σύ δέ­χτη­κες;” τον ρω­τούν έκ­πλη­κτοι. “Δεν υ­πήρ­χε θέ­μα να δε­χτώ ή ό­χι. Αφού ή­τα­νε ε­ντο­λή.”  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 20/10/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: