Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Ψηφίδες για τον Κάρολο Κουν

Βί­κτωρ Θ. Με­λάς
«Κά­ρο­λος Κουν
Σκόρ­πιες α­να­μνή­σεις
Από τη ζωή του»
Μ.Ι.Ε.Τ., Ιού­νιος 2011

Με­τά τους δυο τό­μους-λευ­κώ­μα­τα για τον Κά­ρο­λο Κουν, που ε­ξέ­δω­σαν μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία τα δυο πο­λι­τι­στι­κά ι­δρύ­μα­τα, το Μ.Ι.Ε.Τ. και το Μπε­νά­κειο, έ­να α­κό­μη βι­βλίο για τον Κουν, α­κό­μη και ο­λι­γο­σέ­λι­δο, δεί­χνει σαν υ­περ­βο­λή. Κι ό­μως, το και­νού­ριο βι­βλίο, ό­χι μό­νο δεν πλε­ο­νά­ζει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, συ­μπλη­ρώ­νει την ει­κό­να του θε­α­τράν­θρω­που κα­τά τον μο­να­δι­κό τρό­πο που μό­νο μια μαρ­τυ­ρία μπο­ρεί να ε­πι­τε­λέ­σει. Οι εν­θυ­μή­σεις φί­λων και στε­νών συ­νερ­γα­τών α­πο­τε­λούν πά­ντο­τε μο­να­δι­κή και α­να­ντι­κα­τά­στα­τη πη­γή πλη­ρο­φο­ριών. Το μό­νο μειο­νέ­κτη­μα πα­ρό­μοιων κα­τα­θέ­σεων μνή­μης εί­ναι ό­τι οι γρά­φο­ντες συ­χνά πα­ρα­σύ­ρο­νται α­πό τα συ­ναι­σθή­μα­τά τους και με­γε­θύ­νουν συμ­βά­ντα, με­γα­λύ­νο­ντας το πρό­σω­πο. Ο συγ­γρα­φέ­ας του πρό­σφα­του βι­βλίου φαί­νε­ται να έ­χει κα­τά νου αυ­τήν την πα­γί­δα και λαμ­βά­νει τα μέ­τρα του. Όπως γρά­φει στον πρό­λο­γο, φρο­ντί­ζει για τα πε­ρι­στα­τι­κά που α­φη­γεί­ται να υ­πάρ­χει η μαρ­τυ­ρία και άλ­λων πα­ρευ­ρι­σκό­με­νων σε αυ­τά. Με άλ­λα λό­για, φαί­νε­ται να ση­κώ­νει το πα­ρα­πέ­τα­σμα του ι­διω­τι­κού χώ­ρου με­τά με­γά­λης προ­σο­χής. Ίσως, τό­σο μό­νο, ό­σο πι­στεύει ό­τι θα ά­ρε­σε στον α­πο­θα­νό­ντα.
Ο Βί­κτωρ Με­λάς δεν εί­ναι άν­θρω­πος του θεά­τρου. Εί­ναι γνω­στός ως συλ­λέ­κτης πα­λαιών ελ­λη­νι­κών χαρ­τών και κυ­ρίως ως με­λε­τη­τής τους, χά­ρις και στα βι­βλία του, την συ­νο­πτι­κή ι­στο­ρία της χαρ­το­γρα­φίας, «Γης πε­ρίο­δος πά­σης», που εί­χε εκ­δώ­σει προ δε­κα­πε­ντα­ε­τίας, και τους «Άτλα­ντες των Μερ­κα­τό­ρ-Χό­ντιους», το 2003. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, τον Κουν τον γνώ­ρι­σε τρια­ντά­χρο­νος, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’50. Δη­λα­δή, ό­ταν ξε­κι­νού­σε το Υπό­γειο. Ήταν το υ­πό­γειο του κι­νη­μα­το­γρά­φου Ορφέα, με το τα­μείο ε­ντός της ο­μώ­νυ­μης Στοάς, που δεν εί­χε α­κό­μη α­πο­κτή­σει το πα­ρα­κλά­δι της Στοάς του Βι­βλίου προς την ο­δό Πε­σματ­ζό­γλου. Επι­σή­μως, το Υπό­γειο ο­νο­μα­ζό­ταν τό­τε Θέ­α­τρο Ορφεύς.
Ορι­σμέ­νες ει­δι­κής φύ­σης λε­πτο­μέ­ρειες που α­φη­γεί­ται ο Με­λάς, προ­δί­δουν την ι­διό­τη­τα του νο­μι­κού συμ­βού­λου, με την ο­ποία θα πρέ­πει να συμ­με­τεί­χε στην θε­α­τρι­κή ο­μά­δα. Άλλω­στε, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του, δι­κη­γο­ρού­σε α­πό το 1948, με ει­δί­κευ­ση στο δί­καιο των ε­ται­ρειών και της πνευ­μα­τι­κής ι­διο­κτη­σίας. Όπως και να έ­χει, μα­θαί­νου­με πως μια α­πό τις πρώ­τες στη χώ­ρα μας α­στι­κή μη κερ­δο­σκο­πι­κή ε­ται­ρεία που ι­δρύ­θη­κε, ή­ταν η Ελλη­νι­κή Εται­ρεία Θεά­τρου-Θέ­α­τρο Τέ­χνης. Το δι­κό της κα­τα­στα­τι­κό υιο­θέ­τη­σαν ως πρό­τυ­πο πολ­λές α­πό ε­κεί­νες που α­κο­λού­θη­σαν. Ο Με­λάς θυ­μά­ται ό­τι η με­τα­τρο­πή του Θεά­τρου α­πό ε­ται­ρεία φυ­σι­κού προ­σώ­που σε μη κερ­δο­σκο­πι­κού νο­μι­κού προ­σώ­που έ­γι­νε, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­να­γκα­στι­κά, το 1968. Εκεί­νη τη χρο­νιά, λό­γω και της λο­γο­κρι­σίας, που εί­χε ε­πι­βάλ­λει η Δι­κτα­το­ρία, τα οι­κο­νο­μι­κά του Κουν εί­χαν χει­ρο­τε­ρέ­ψει. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και το πεί­σμα του να μην θέ­λει να α­κού­σει για πε­ρι­κο­πές στο ρε­περ­τό­ριο και το θία­σο. Τό­τε, χά­ρις σε ε­νέρ­γειες της νύ­φης του Στρά­τη Μυ­ρι­βή­λη, Καί­της Κα­σι­μά­τη-Μυ­ρι­βή­λη, που ή­ταν εκ­πρό­σω­πος του Ιδρύ­μα­τος Φορ­ντ στην Ελλά­δα, θα μπο­ρού­σε να του δο­θεί κά­ποια οι­κο­νο­μι­κή στή­ρι­ξη. Μό­νο που, σύμ­φω­να με το κα­τα­στα­τι­κό του Ιδρύ­μα­τος, θα έ­πρε­πε να αλ­λά­ξει την νο­μι­κή υ­πό­στα­ση του Θεά­τρου του. Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα για τον Κουν δεν ή­ταν η αλ­λα­γή του κα­τα­στα­τι­κού, αλ­λά η α­πο­δο­χή α­με­ρι­κά­νι­κης βοή­θειας εν και­ρώ Δι­κτα­το­ρίας. Τε­λι­κά, θέ­λο­ντας και μη, συμ­βι­βά­στη­κε με την ι­δέα, α­φού του δό­θη­κε η υ­πό­σχε­ση ό­τι δεν θα υ­πάρ­ξει α­νά­μει­ξη στα έρ­γα που θα α­νέ­βα­ζε.
Γε­νι­κό­τε­ρα, το γε­γο­νός ό­τι ο Κουν διεκ­δι­κού­σε, ευ­θύς εξ αρ­χής, για το Θέ­α­τρό του το στά­τους κρα­τι­κού θεά­τρου, εί­χε το κό­στος του. Όπως φαί­νε­ται, περ­νού­σε αρ­κε­τό χρό­νο, στο γρα­φειά­κι του, στο Υπό­γειο, πριν και με­τά την πρό­βα, προ­σπα­θώ­ντας να ι­σο­σκε­λί­σει τα οι­κο­νο­μι­κά του. Έκα­νε τις προ­σθα­φαι­ρέ­σεις του σε έ­να μπλο­κά­κι δια­στά­σεων 10 ε­πί 5 ε­κα­το­στών. Όμως, δεν ή­ταν τα μι­κρο­σκο­πι­κά του γράμ­μα­τα, που έ­φε­ραν, έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα, το λο­γι­στι­κό λά­θος. Ο φταί­χτης ή­ταν μια πρώην, δη­λα­δή προ­δι­κτα­το­ρι­κή, Υπουρ­γός, αρ­μό­δια για τα ερ­γα­σια­κά, που α­θέ­τη­σε την υ­πό­σχε­σή της. Μέ­νει η α­πο­ρία, σε ποια πρώην Υπουρ­γό μπο­ρεί να α­πευ­θύν­θη­κε ο Κουν το 1969, δε­δο­μέ­νου ό­τι στην τε­λευ­ταία προ­δι­κτα­το­ρι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν συμ­με­τεί­χε κα­μιά γυ­ναί­κα. Όπως και να έ­χει, στο σκα­μνί βρέ­θη­κε ο Πρό­ε­δρος του Διοι­κη­τι­κού Συμ­βου­λίου του Θεά­τρου Τέ­χνης, με την κα­τη­γο­ρία ό­τι δια­τη­ρού­σε “δι­πλά βι­βλία”.
Δε­κα­ε­πτά συν μια ι­στο­ρίες έ­χει συ­γκε­ντρώ­σει ο Με­λάς, τις ο­ποίες και πα­ρα­τάσ­σει, ε­κτός αυ­τής της μιας, κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Η μο­να­δι­κή ά­χρο­νη ι­στο­ρία τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Η δια­δι­κα­σία της δη­μιουρ­γίας» και πε­ρι­γρά­φει, α­πό την ο­πτι­κή γω­νία ε­νός πα­ρα­τη­ρη­τή, τι σή­μαι­νε μια πρό­βα, ό­ταν την μπα­γκέ­τα την κρα­τού­σε ο Κουν. Με διευ­θυ­ντή ορ­χή­στρας τον εί­χε πα­ρο­μοιά­σει ο συν­θέ­της Γιάν­νης Χρή­στου. Και ε­κεί­νος κά­τι ή­ξε­ρε, α­φού τον εί­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε τρεις α­πό τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες πα­ρα­στά­σεις του. Μέ­σα στην δε­κα­ε­τία του ’60, ο Χρή­στου εί­χε γρά­ψει τη μου­σι­κή για τους «Πέρ­σες», τους «Βά­τρα­χους» και το κύ­κνειο ά­σμα του, τον η­λεκ­τρο­νι­κό «Οι­δί­πο­δα», που α­νέ­βη­κε τον Μάϊο του 1969. Στις 8 Ια­νουα­ρίου 1970, τη νύ­χτα των γε­νε­θλίων του, σκο­τώ­θη­κε σε αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα. Στο κεί­με­νό του, ο Με­λάς δεν α­να­φέ­ρε­ται σε μια πρό­βα σε α­νοι­κτό χώ­ρο ή σε έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε θέ­α­τρο, αλ­λά στο Υπό­γειο. Σε ε­κεί­νο τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο υ­πό­γειο χώ­ρο, στον ο­ποίο α­πα­γο­ρεύο­νταν οι θε­α­τές, πλην των πο­λύ οι­κείων του Κουν, ό­πως ή­ταν ο ί­διος ο Με­λάς. Για­τί η πρό­βα για τον Κουν ή­ταν μέ­ρος της δη­μιουρ­γι­κής δια­δι­κα­σίας. Εκνευ­ρι­ζό­ταν, φώ­να­ζε, ξε­σπού­σε, με έ­να λό­γο, “φλε­γό­τα­ν”.
Ο Με­λάς πα­ρα­θέ­τει μια ι­στο­ρία κα­τ’ έ­τος, ξε­κι­νώ­ντας α­πό το 1959. Κά­ποια χρό­νια τα προ­σπερ­νά­ει, ε­νώ το 1969 κα­τα­χω­ρεί δυο ι­στο­ρίες και τον τε­λευ­ταίο χρό­νο, το 1987, τρεις. Ο Κουν πέ­θα­νε στις 14 Φε­βρουα­ρίου 1987. Εί­ναι μια ω­ραία σύ­μπτω­ση, ο ε­ρα­στής του θεά­τρου να πε­θαί­νει την η­μέ­ρα, που έ­χου­με υιο­θε­τή­σει ως η­μέ­ρα των ε­ρω­τευ­μέ­νων. Ο Κουν εί­χε ο­ρί­σει ε­κτε­λε­στή της δια­θή­κης, που εί­χε συ­ντά­ξει στις 27 Οκτω­βρίου 1986, τον Με­λά. Ήταν το 1977, στη διάρ­κεια πε­ριο­δείας, συ­γκε­κρι­μέ­να στην Στοκ­χόλ­μη, στο δω­μά­τιο ε­νός νο­σο­κο­μείου, ό­που εί­χε βρε­θεί κλι­νή­ρης, την πα­ρα­μο­νή της πα­ρά­στα­σης, που του έ­κα­νε για πρώ­τη φο­ρά λό­γο για την σύ­ντα­ξη δια­θή­κης. Σαν δια­δό­χους του έ­βλε­πε τον Δη­μή­τρη Χατ­ζη­μάρ­κο και τον Γιώρ­γο Λα­ζά­νη. Μό­νο που ο πρώ­τος α­πε­βίω­σε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, στα 59 του, και η δια­θή­κη χρειά­στη­κε πολ­λές συ­ζη­τή­σεις και σχέ­δια ε­πί σχε­δίων για να πά­ρει την τε­λι­κή ο­λι­γό­λο­γη μορ­φή της. Το ι­στο­ρι­κό της δη­μο­σίευ­σης της δια­θή­κης εί­ναι μια α­πό τις τρεις ι­στο­ρίες του 1987. Πα­ρα­τάσ­σε­ται με­τά ε­κεί­νη του θα­νά­του του και πριν α­πό την κα­τα­λη­κτι­κή ι­στο­ρία για το τε­λευ­ταίο έρ­γο που σκη­νο­θέ­τη­σε, «Ο ή­χος του ό­πλου» της Λού­λας Ανα­γνω­στά­κη, και του ο­ποίου η πρε­μιέ­ρα συ­νέ­πε­σε με την η­μέ­ρα του θα­νά­του του. Το ι­στο­ρι­κό ει­κο­νο­γρα­φεί­ται με το τεκ­μή­ριο της ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης. Όπως ε­ξη­γεί ο Με­λάς, η δη­μο­σίευ­ση μιας ι­διό­γρα­φης δια­θή­κης γί­νε­ται στο Πρω­το­δι­κείο με έ­να ή δυο μάρ­τυ­ρες και συ­νι­στά μια ο­λι­γό­λε­πτη δια­δι­κα­σία. Του Κουν, ω­στό­σο, έ­γι­νε στις 20 Φε­βρουα­ρίου, α­προ­γραμ­μά­τι­στα και αυ­θόρ­μη­τα προ ε­νός πυ­κνού α­κρο­α­τη­ρίου, το ο­ποίο, κα­τά α­παί­τη­ση του νε­α­ρού τό­τε δι­κα­στή και σή­με­ρα α­ρε­ο­πα­γί­τη Ελευ­θέ­ριου Νι­κο­λό­που­λου, στά­θη­κε όρ­θιο και τή­ρη­σε α­πό­λυ­τη σι­γή. Έτυ­χε να εί­ναι και ο δι­κα­στής έ­νας α­πό τους θαυ­μα­στές του. Για­τί ο Κουν ή­ταν και ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι έ­να μυ­θι­κό πρό­σω­πο.
Η Ελλά­δα μπο­ρεί να υ­πε­ρη­φα­νεύε­ται για το θέ­α­τρο της. Ευ­τύ­χη­σε σε με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες και η­θο­ποιούς. Ωστό­σο, η πο­ρεία του Κουν στά­θη­κε θρυ­λι­κή και ως ε­ξαι­ρε­τέα του κα­νό­να που συν­δέει τους με­γά­λους σκη­νο­θέ­τες με τα κρα­τι­κά θέ­α­τρα. Γε­νι­κώς, ε­ξαι­ρε­τέα πολ­λών κα­νό­νων, δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν αυ­το­δί­δα­κτο, με ε­πί­ση­μη φοί­τη­ση, έ­να ε­ξά­μη­νο αι­σθη­τι­κής στη Σορ­βόν­νη. Στά­θη­κε έ­νας μο­να­δι­κός κα­θη­γη­τής αγ­γλι­κών του Κολ­λε­γίου Αθη­νών, που έ­φτια­ξε μα­θη­τι­κό θία­σο και α­νέ­βα­σε τα πρώ­τα έρ­γα στο πλαί­σιο της δι­δα­σκα­λίας. Αυ­τό, πριν 82 χρό­νια, Ια­νουά­ριο 1930. Το 1942, δη­μιούρ­γη­σε το Θέ­α­τρο Τέ­χνης και τη Σχο­λή του, με έ­δρα για την προ­ε­τοι­μα­σία των πα­ρα­στά­σεων έ­να δω­μά­τιο στην αυ­λή ε­νός διώ­ρο­φου, σή­με­ρα σω­ζό­με­νου, ε­πί της ο­δού Ζωο­δό­χου Πη­γής 9. Μέ­χρι το 1954, τις πα­ρα­στά­σεις τις έ­δι­νε σε διά­φο­ρα θέ­α­τρα που του πα­ρα­χω­ρού­σαν. Με το Υπό­γειο, το 1954, η πο­ρεία του ο­μα­λο­ποιεί­ται και σαν να πλη­σιά­ζει τον θε­α­τρι­κό κα­νό­να. Εδώ, ας ση­μειω­θεί, ό­τι πρό­κει­ται για το πρώ­το κλει­στό θέ­α­τρο στην Ελλά­δα που υιο­θε­τεί κυ­κλι­κή σκη­νή.
Το πρώ­το ελ­λη­νι­κό έρ­γο, που α­νέ­βα­σε ο Κουν το τρί­το έ­τος του Κολ­λε­γίου, Μάϊο 1932, ή­ταν οι «Όρνι­θες» του Αρι­στο­φά­νη, σε με­τά­φρα­ση Βα­σί­λη Ρώ­τα και η­θο­ποιούς μα­θη­τές της τρί­της τά­ξης. Αν ή­θε­λε κα­νείς να συ­γκρα­τή­σει έ­να μό­νο έρ­γο α­πό ό­σα α­νέ­βα­σε, αυ­τό θα ή­ταν οι «Όρνι­θες». Για πολ­λούς λό­γους, το πό­σο τον α­πα­σχό­λη­σαν, την με­γά­λη ε­πι­τυ­χία ο­ρι­σμέ­νων πα­ρα­στά­σεων αλ­λά και το θό­ρυ­βο που προ­κά­λε­σαν κά­ποιες άλ­λες. Γι’ αυ­τό και ο Με­λάς α­φιε­ρώ­νει στο έρ­γο πέ­ντε ι­στο­ρίες, που ξε­κι­νούν με το τρί­το του α­νέ­βα­σμα, στις 29 Αυ­γού­στου 1959, που εί­ναι και το πρώ­το ε­πί­ση­μο, στο Ωδείο Ηρώ­δου Αττι­κού. Εί­κο­σι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, Ια­νουά­ριο 1939, με τις «Όρνι­θες», ο Κουν α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το Κολ­λέ­γιο.
Η πρώ­τη ι­στο­ρία του Με­λά πε­ρι­γρά­φει «Εκεί­νη την α­τε­λείω­τη νύ­χτα στη Φω­κίω­νος Νέ­γρη...», με­τά την πα­ρά­στα­ση στο Ηρώ­δειο. Πέ­ντε χι­λιά­δες θε­α­τές εί­χαν πα­ρα­κο­λου­θή­σει την πα­ρά­στα­ση, χω­ρι­σμέ­νοι σε δύο στρα­τό­πε­δα, ε­κεί­νους που ε­πευ­φη­μού­σαν και τους άλ­λους που σφύ­ρι­ζαν. Ο πρώ­τος που εί­χε φω­νά­ξει «Αί­σχος», ή­ταν ο ζω­γρά­φος Γιώρ­γος Μαυ­ροΐδης. Τό­σο θό­ρυ­βο εί­χε προ­κα­λέ­σει ε­κεί­νο το «Αί­σχος», που, 44 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν πέ­θα­νε στα 91 του, μνη­μο­νεύ­θη­κε στις νε­κρο­λο­γίες του. Η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία εκ­κι­νεί με την α­πα­γό­ρευ­ση της πα­ρά­στα­σης για προ­σβο­λή του θρη­σκευ­τι­κού αι­σθή­μα­τος των Ελλή­νων αλ­λά και του αρ­χαίου πνεύ­μα­τος και α­φη­γεί­ται την «Εκκό­λα­ψη των νέων Ορνί­θων». Το πεί­σμα του Κουν, τις ση­μα­ντι­κές βελ­τιώ­σεις που ε­πέ­φε­ρε, αλ­λά και την ευ­φυή ι­δέα του να εκ­με­ταλ­λευ­θεί το σύ­μπλεγ­μα των συ­μπα­τριω­τών του α­πέ­να­ντι στους Γάλ­λους, α­νε­βά­ζο­ντας τις νέες «Όρνι­θες» πρώ­τα στο Πα­ρί­σι και με­τά στην Αθή­να. Η τρί­τη ι­στο­ρία εί­ναι, α­κρι­βώς, για την πα­ρά­στα­ση στο Θέ­α­τρο Σά­ρα Μπερ­νά­ρ, στο πλαί­σιο του Φε­στι­βάλ του Θεά­τρου των Εθνών, 2-4 Ιου­λίου 1962. Ο Με­λάς κα­τορ­θώ­νει να με­ταγ­γί­σει ό­λη τη συ­γκί­νη­ση ε­κεί­νης της ση­μα­ντι­κής πα­ρά­στα­σης του Ελλη­νι­κού Θεά­τρου. Μια α­κό­μη ι­στο­ρία γρά­φε­ται για τις «Όρνι­θες» το κα­λο­καί­ρι του 1964, με α­φορ­μή την ξαφ­νι­κή ι­δέα του Μά­νου Χατ­ζι­δά­κι να α­πο­σύ­ρει τη μου­σι­κή του και μά­λι­στα, τις πα­ρα­μο­νές ε­νός νέ­ου α­νε­βά­σμα­τος. Η τε­λευ­ταία σχε­τι­κή ι­στο­ρία, το 1976, ε­μπλέ­κει τον τό­τε Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τίας, τον Κων­στα­ντί­νο Τσά­τσο, που, το 1959, ως Υπουρ­γός Προ­ε­δρίας εί­χε μεν α­πα­γο­ρεύ­σει τις «Όρνι­θες», αλ­λά, χά­ρις στο πε­νά­κι του Φω­κίω­να Δη­μη­τριά­δη, το πλή­ρω­σε α­κρι­βά.
Ο Με­λάς α­φη­γεί­ται με χιού­μορ τις α­να­μνή­σεις του. Χω­ρίς να μα­κρη­γο­ρεί, με­τα­φέ­ρει την α­τμό­σφαι­ρα και σκια­γρα­φεί τον άν­θρω­πο Κουν. Έτσι α­να­δύε­ται έ­νας τε­λειο­μα­νής, που αι­σθα­νό­ταν κα­θα­ρό­αι­μος κλη­ρο­νό­μος του αρ­χαίου ελ­λη­νι­κού δρά­μα­τος, για­τί ζού­σε στην ί­δια χώ­ρα με τους Αρχαίους και α­πό το ί­διο αυ­τό φυ­σι­κό και αν­θρώ­πι­νο πε­ρι­βάλ­λον αν­τλού­σε την έ­μπνευ­σή του. Σε σχέ­ση με άλ­λους αν­θρώ­πους του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου, η πιο ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά του Κουν, πέ­ραν των ε­πι­μέ­ρους δια­φο­ρών, ε­ντο­πί­ζε­ται στο ό­τι ε­κεί­νος μοί­ρα­ζε ε­ξί­σου το εν­δια­φέ­ρον του α­νά­με­σα στο κλα­σι­κό και το σύγ­χρο­νο δρα­μα­το­λό­γιο.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/2/2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: