Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Οι φυλές των πρωτοεμφανιζόμενων

Εδώ και δε­κα­πέ­ντε πε­ρί­που χρό­νια άρ­χι­σε να εκ­δη­λώ­νε­ται έ­ντο­νο εν­δια­φέ­ρον για τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς. Ήρθε ως συ­να­κό­λου­θο της προ­σπά­θειας, που γι­νό­ταν τό­τε, α­νά­δει­ξης και προώ­θη­σης της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Στον πα­κτω­λό των εξ Εσπε­ρίας ερ­χό­με­νων χρη­μά­των, ή­ταν και τα κον­δύ­λια για τον πο­λι­τι­σμό και τους ε­πι­μέ­ρους το­μείς του, των ο­ποίων η α­πορ­ρό­φη­ση, του­λά­χι­στον κα­τά τρό­πο ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κό, α­πο­τέ­λε­σε α­νέ­κα­θεν πρό­βλη­μα. Στο χώ­ρο του βι­βλίου, το βα­σι­κό α­πό­κτη­μα ή­ταν το Εθνι­κό Κέ­ντρο Βι­βλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), που κα­τόρ­θω­σε να α­πορ­ρο­φή­σει με το πα­ρα­πά­νω κον­δύ­λια και να ξε­πε­ρά­σει σε μέ­γε­θος α­ντί­στοι­χα άλ­λων ευ­ρω­παϊκών χω­ρών, πλη­θυ­σμια­κά πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρων. Η προ­σφο­ρά του, ό­μως, πε­ριο­ρί­στη­κε στα αρ­χι­κά φι­λό­δο­ξα σχέ­δια και η­μι­τε­λή προ­γράμ­μα­τα, που ά­φη­σαν, εις α­νά­μνη­ση, ντά­νες α­πό φυλ­λά­δια και βι­βλιά­ρια. Ίσως, αν εί­χε θε­σπι­στεί ι­σό­βιος διευ­θυ­ντής, η Μυρ­σί­νη Ζορ­μπά να εί­χε κα­τα­φέ­ρει να υ­λο­ποιή­σει το στό­χο ε­νός ευ­ρω­παϊκών α­παι­τή­σεων Κέ­ντρο Βι­βλίου. Ο διά­δο­χός της, πά­ντως, αρ­κέ­στη­κε να α­κυ­ρώ­σει ό­σα εί­χαν γί­νει ε­πί των η­με­ρών της, φρο­ντί­ζο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρο για την προ­σω­πι­κή του προ­βο­λή. Ακό­μη κα­λύ­τε­ρα θα ή­ταν να εί­χε προ­βλε­φθεί ι­σό­βιος διευ­θυ­ντής ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής. Μπο­ρεί κά­τι τέ­τοιο να α­κού­γε­ται ρα­τσι­στι­κό στη ση­με­ρι­νή πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νό­τη­τα, αλ­λά έ­τσι θα εί­χε α­πο­φευχ­θεί η γαλ­λίς διευ­θύ­ντρια, που α­κο­λού­θη­σε και μά­λι­στα μα­κρο­η­με­ρεύει. Εί­ναι κι αυ­τό μια ελ­λη­νι­κή πα­τέ­ντα. Όσο λι­γό­τε­ρο κα­τάλ­λη­λος εί­ναι κά­ποιος για μια θέ­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρα­μέ­νει σε αυ­τήν. Στο μό­νο που διέ­πρε­ψε η εν λό­γω κυ­ρία, εί­ναι ο μι­μη­τι­σμός ξέ­νων προ­τύ­πων, μη λαμ­βά­νο­ντας κα­θό­λου υ­πό­ψη τις ι­διαι­τε­ρό­τη­τες του γη­γε­νούς προϊό­ντος. Μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, μη α­να­γνω­ρί­ζο­ντας το ελ­λη­νι­κό βι­βλίο ως δια­φο­ρε­τι­κή ο­ντό­τη­τα και ε­πι­δει­κνύο­ντας σνο­μπι­σμό στο πλα­σά­ρι­σμά του.

Υπουρ­γι­κή πρω­το­βου­λία

Όσο, πά­ντως, α­φο­ρά τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους συγ­γρα­φείς, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. μό­λις ε­φέ­τος φαί­νε­ται να τους θυ­μή­θη­κε εκ νέ­ου. Αυ­τή τη φο­ρά, ό­μως, την πρω­το­βου­λία την διεκ­δι­κεί ο ί­διος ο Υπουρ­γός. Δε­δο­μέ­νου ό­τι, ό­πως γρά­φε­ται, δεν διεκ­δι­κεί κα­μία άλ­λη πρω­το­βου­λία στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, θα πρέ­πει να τον πι­στέ­ψου­με. Τώ­ρα, βε­βαίως, και ο Υπουρ­γός, καί­τοι αυ­τός ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής, αν κρί­νου­με α­πό το εί­δος των πρω­το­βου­λιών που έ­λα­βε, δεν μοιά­ζει να έ­χει και πο­λύ γνώ­ση των ι­διαι­τε­ρο­τή­των της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Φε­στι­βάλ νέων συγ­γρα­φέων και βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, με ό­ριο η­λι­κίας, εί­ναι πρω­το­βου­λίες τό­σο αλ­λό­τριες προς τα κα­θ’ η­μάς, ό­σο και ε­κεί­νο το τρα­γε­λα­φι­κό Βρα­βείο Ανα­γνω­στών της γαλ­λί­δος διευ­θύ­ντριας, που το μό­νο που ά­φη­σε εί­ναι τον ε­ξευ­τε­λι­σμό δυο τριών κα­λών συγ­γρα­φέων, οι ο­ποίοι κα­τέ­φυ­γαν σε πο­τα­πά μέ­σα για να το α­πο­κτή­σουν. Μπο­ρεί στις Η.Π.Α., για πα­ρά­δειγ­μα, που σπού­δα­σε ο Υπουρ­γός μας, οι νέ­οι, που δεν εί­ναι των 400 ευ­ρώ αλ­λά των 400 λέ­ξεων, να κα­τα­φέρ­νουν στην ο­χλα­γω­γία των Φε­στι­βάλ να γρά­φουν ι­στο­ρίες και ποιή­μα­τα. Μπο­ρεί α­κό­μη η πνευ­μα­τι­κή δη­μιουρ­γία, με τον τε­χνο­κρα­τι­κό τρό­πο που γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή, να ε­πι­δέ­χε­ται ό­ριο η­λι­κίας. Πά­ντως, στα ε­δώ Φε­στι­βάλ συ­νή­θως μό­νο ξε­φα­ντώ­νου­με, ε­νώ ό­ριο η­λι­κίας εί­θι­σται να προ­βλέ­πε­ται μό­νο για μειω­μέ­νες τι­μές σε συ­γκοι­νω­νίες και θεά­μα­τα.

Στο εκ­δο­τι­κό πε­δίο

Αντι­θέ­τως, το θέ­μα των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων α­πα­σχό­λη­σε εξ αρ­χής τους εκ­δό­τες, ε­νώ, ως συ­νέ­χεια μιας ά­τυ­πης α­λυ­σί­δας, κα­τα­πιά­στη­καν με την προ­βο­λή τους και οι δη­μο­σιο­γρα­φού­ντες βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές. Εδώ, το ό­ριο η­λι­κίας τέ­θη­κε άρ­ρη­τα και ή­ταν μέ­σα στα α­να­με­νό­με­να, ως μέ­ρος του κα­τά πι­στή μί­μη­ση καλ­λιερ­γού­με­νου σταρ­σύ­στεμ. Με τι ί­ματζ να προω­θη­θεί έ­νας πε­νη­ντά­ρης! Κι αν εί­ναι ά­ντρας, ό­λο και κά­τι γί­νε­ται, δε­δο­μέ­νης και της πα­ρα­δο­σια­κής αί­γλης των γκρί­ζων κρο­τά­φων. Αν πρό­κει­ται, ό­μως, για γυ­ναί­κα, μό­νο με α­πό­κρυ­ψη και ρε­του­σα­ρι­σμέ­νες φω­το­γρα­φίες μπο­ρεί να γί­νει κά­ποια προ­σπά­θεια. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι η ι­σχύς της ει­κό­νας στις νεό­τε­ρες γε­νιές εί­ναι υ­περ­βο­λι­κά ά­νι­ση έ­να­ντι του γρα­πτού λό­γου.
Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι ό­τι τα βι­βλία των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, α­κρι­βώς ε­πει­δή α­να­κα­τεύο­νται οι εκ­δό­τες, φθά­νουν στον Τύ­πο ή­δη κλα­σα­ρι­σμέ­να. Άλλος ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του με­γά­λου εκ­δό­τη κι άλ­λος του μι­κρού. Το βι­βλίο του πρώ­του δια­θέ­τει ε­κεί­να τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, που ευ­νοούν την ε­ξέ­λι­ξή του μέ­χρι και σε ευ­πώ­λη­το. Αυ­τό το δια­πι­στώ­νει το αι­σθη­τή­ριο, που δια­θέ­τουν οι έ­να­ντι οι­κο­νο­μι­κού α­ντι­τί­μου α­να­γνώ­στες, ό­πως α­πο­κα­λού­νται, του με­γά­λου εκ­δό­τη. Πρό­κει­ται για ευαί­σθη­τες κε­ραίες, που ε­ντο­πί­ζουν α­μέ­σως τις α­νε­πι­θύ­μη­τες λο­γο­τε­χνι­κές ι­διό­τη­τες. Γι’ αυ­τό και α­πό τα ξα­κρί­διά τους, συ­χνά προ­κύ­πτει ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος του μι­κρού εκ­δό­τη. Προ­σο­χή, ό­μως, για­τί σε μι­κρά σύ­νο­λα, ό­πως αυ­τά του γη­γε­νούς εκ­δο­τι­κού χώ­ρου, οι γε­νι­κεύ­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς. Οι μι­κροί εκ­δό­τες μπο­ρεί να έ­χουν ως κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο ε­τη­σίως α­ριθ­μό βι­βλίων, αλ­λά δια­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους με­γά­λους. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, έ­χουν εμ­φα­νι­στεί ο­ρι­σμέ­νοι, που προ­βάλ­λουν προ­φίλ δια­νοού­με­νου, με φι­λο­δο­ξίες, του­λά­χι­στον φαι­νο­με­νι­κά, πέ­ραν του ε­μπο­ρι­κού ο­φέ­λους. Απόρ­ροια αυ­τού, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι των εν λό­γω εκ­δο­τών να σχη­μα­τί­ζουν δια­κρι­τές ο­μά­δες. Όλως ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση α­πο­τε­λούν τα πρω­τά­κια των εκ­δό­σεων Πό­λις. Μά­λι­στα, χά­ρις στις ε­πι­τυ­χίες τους, πολ­λοί ε­πί­δο­ξοι συγ­γρα­φείς βά­ζουν τον συ­γκε­κρι­μέ­νο εκ­δο­τι­κό οί­κο πρώ­το στη λί­στα των προ­τι­μή­σεών τους, πριν και α­πό τους με­γά­λους εκ­δό­τες. Το το­πίο, ω­στό­σο, των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων το συ­σκο­τί­ζουν κά­ποιοι μι­κροί εκ­δό­τες, που α­πο­δέ­χο­νται και τις έ­να­ντι χρη­μα­τι­κού πο­σού εκ­δό­σεις. Αυ­τό κα­θ’ αυ­τό δεν θα ή­ταν με­μπτό, αν δεν α­πο­κρυ­βό­ταν. Άλλω­στε, το ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν συ­νη­θι­ζό­ταν α­νέ­κα­θεν στην λο­γο­τε­χνία. Στις ση­με­ρι­νές, ό­μως, συν­θή­κες, τη­ρεί­ται μυ­στι­κό­τη­τα και ε­πι­προ­σθέ­τως, οι εκ­δό­τες, ως κα­λοί ε­παγ­γελ­μα­τίες, φρο­ντί­ζουν για την ευ­με­νή υ­πο­δο­χή αυ­τών των “πλη­ρω­μέ­νω­ν” βι­βλίων, τα ο­ποία, κα­μιά φο­ρά, φτά­νουν να α­πο­σπούν μέ­χρι και βρα­βεύ­σεις.

Τα βρα­βεία

Σκο­πός των βρα­βεύ­σεων πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων εί­ναι να γί­νει έ­να δεύ­τε­ρο ξε­διά­λεγ­μα της ή­ρας α­πό το στά­ρι, με­τά α­πό ε­κεί­νο του εκ­δό­τη. Σε ό­λες, γε­νι­κώς, τις βρα­βεύ­σεις, οι ε­ξω­γε­νείς α­να­μί­ξεις στο έρ­γο της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής προ­κα­λούν σύγ­χυ­ση. Αυ­τή, ω­στό­σο, με­γε­θύ­νε­ται στην πε­ρί­πτω­ση των πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων, που το συγ­γρα­φι­κό τους στίγ­μα δεν έ­χει α­κό­μη ε­παρ­κώς κα­τα­γρα­φεί. Αρχι­κά, οι βρα­βεύ­σεις πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων γί­νο­νταν α­πό βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, που εί­χαν κά­ποια συ­νο­λι­κή ει­κό­να των υ­πο­ψή­φιων βι­βλίων και προ­κρί­ναν με λο­γο­τε­χνι­κά μέ­τρα α­ξιο­λό­γη­σης, χω­ρίς δια­βου­λεύ­σεις. Έτσι, του­λά­χι­στον εί­χαν ξε­κι­νή­σει στον πε­ριο­δι­κό Τύ­πο. Το πρώ­το βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου ή­ταν του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», ι­δέα του Ηρα­κλή Πα­πα­λέ­ξη. Στην πο­ρεία, προέ­κυ­ψαν κι άλ­λα βρα­βεία α­πό πε­ριο­δι­κά, εκ­δο­τι­κούς οί­κους και άλ­λους ι­διω­τι­κούς φο­ρείς, μέ­χρι πέ­ρυ­σι, που, δε­κα­πέ­ντε χρό­νια με­τά τη θέ­σπι­ση του πρώ­του βρα­βείου, θε­σπί­στη­κε και κρα­τι­κό βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου με α­κρι­βές ό­ριο η­λι­κίας. Το πρώ­το δείγ­μα γρα­φής, που έ­δω­σε η α­να­νεω­μέ­νη Κρι­τι­κή Επι­τρο­πή για το εν λό­γω νεό­κο­πο βρα­βείο, δεί­χνει ό­τι ε­πι­κρά­τη­σε σύ­νε­ση. Προς α­πο­φυ­γή του ρί­σκου, προ ε­νός συ­νό­λου υ­πο­ψη­φίων α­σα­φώς δια­γε­γραμ­μέ­νου, προ­τι­μή­θη­κε η σο­λο­μώ­ντεια λύ­ση του μοι­ρά­σμα­τος του βρα­βείου σε έ­ναν ποιη­τή και έ­ναν πε­ζο­γρά­φο. Αμφό­τε­ροι τριά­ντα ε­τών και ή­δη βρα­βευ­μέ­νοι με άλ­λα βρα­βεία για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Με άλ­λα λό­για, α­σφα­λής ή κα­θό­λου α­βα­σά­νι­στη λύ­ση ε­πί του συ­νό­λου.
Δια­φο­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση στις δια­κρί­σεις πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων α­πο­τε­λεί ο δια­γω­νι­σμός διη­γή­μα­τος, «HOTEL-Ένοι­κοι γρα­φής», των εκ­δό­σεων Πα­τά­κη, ι­δέα του Μι­σέλ Φάϊς. Εί­ναι μια συ­στη­μα­τι­κή εκ­δο­τι­κή προ­σπά­θεια για την προώ­θη­ση νέων συγ­γρα­φέων, που ξε­κί­νη­σε το 2006 με ε­τή­σιους θε­μα­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς. Εκτός α­πό τον συγ­γρα­φέα του διη­γή­μα­τος, που βρα­βεύε­ται, α­να­κοι­νώ­νε­ται και βρα­χεία λί­στα, με κυ­μαι­νό­με­νο α­ριθ­μό ε­πι­λα­χό­ντων, γύ­ρω στους δέ­κα. Από αυ­τούς τους ε­τή­σιους δια­γω­νι­σμούς προ­κύ­πτει μια αν­θο­λο­γία διη­γη­μά­των, που α­παρ­τί­ζε­ται α­πό το βρα­βευ­μέ­νο διή­γη­μα και πέ­ντε α­πό τα κα­τα­χω­ρού­με­να στην βρα­χεία λί­στα, ε­νώ προ­στί­θε­νται και διη­γή­μα­τα γνω­στών πε­ζο­γρά­φων και ε­νός α­πό τους πα­λαιό­τε­ρα βρα­βευ­μέ­νους, που συμ­με­τέ­χουν ως μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής. Εκτός α­πό την αν­θο­λο­γία, εκ­δί­δο­νται και συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των δια­κρι­θέ­ντων, ό­που στο ξά­κρι­σμά τους και την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τέ­χει η Άννα Πα­τά­κη.

Σχο­λές συγ­γρα­φέων

Ωστό­σο, στις συ­ζη­τή­σεις που γί­νο­νται γύ­ρω α­πό τους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους τα τε­λευ­ταία χρό­νια, κυ­ριαρ­χούν οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Ένας θε­σμός, που ήρ­θε μεν με κα­θυ­στέ­ρη­ση εξ Αμε­ρι­κής, αλ­λά τον ο­ποίο α­γκά­λια­σε εν­θου­σιω­δώς το πα­νελ­λή­νιον. Ει­ση­γη­τής θεω­ρεί­ται ο Στρα­τής Χα­βια­ράς, ο ο­ποίος και α­νέ­λα­βε διευ­θυ­ντής της πρώ­της Σχο­λής, που ά­νοι­ξε τις πύ­λες της το 2005 υ­πό τη σκέ­πη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Ο θε­σμός συ­ζη­τή­θη­κε, βρή­κε φα­να­τι­κούς υ­πο­στη­ρι­κτές, ε­ξα­σφά­λι­σε γνω­στά ο­νό­μα­τα ως δι­δά­σκο­ντες, μέ­χρι και α­κα­δη­μαϊκούς. Κυ­ρίως βρή­κε μα­θη­τές. Όλο και συ­χνό­τε­ρα, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φείς α­να­φέ­ρουν στα βιο­γρα­φι­κά τους, εν μέ­σω δι­πλω­μά­των και δι­δα­κτο­ρι­κών, φοί­τη­ση σε κά­ποια Σχο­λή Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. Μά­λι­στα, ό­πως συμ­βαί­νει με τους σπου­δα­στές της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ει­δι­κό­τε­ρα και το Εργα­στή­ριο γνω­στού ζω­γρά­φου-κα­θη­γη­τή στο ο­ποίο μα­θή­τευ­σαν, οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι α­να­φέ­ρουν την μα­θη­τεία τους στον άλ­φα ή βή­τα γνω­στό συγ­γρα­φέα, ο ο­ποίος, καί­τοι ο ί­διος αυ­το­δί­δα­κτος, κα­τόρ­θω­σε να α­πο­κτή­σει αί­γλη με­γά­λου δά­σκα­λου.
Σή­με­ρα, ο α­κρι­βής α­ριθ­μός των εν λό­γω Σχο­λών μο­νί­μως λαν­θά­νει. Νέες α­νοί­γουν, πα­λαιές κλεί­νουν, ε­νώ υ­πάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νες, που βρί­σκο­νται για έ­να διά­στη­μα εν υ­πνώ­σει. Πλη­θαί­νουν, πά­ντως, και αρ­χί­ζει να ση­μειώ­νε­ται έλ­λει­ψη δι­δα­σκό­ντων. Στις και­νού­ριες Σχο­λές, βρί­σκεις κα­μιά φο­ρά και συγ­γρα­φείς, που θα έ­πρε­πε να κα­θί­σουν, α­ντί στο έ­δρα­νο του δι­δά­σκο­ντος, στο θρα­νίο του δι­δα­σκό­με­νου. Αυ­τό, βε­βαίως, μό­νο εάν συμ­με­ρί­ζε­ται κα­νείς την ά­πο­ψη, ό­τι η συγ­γρα­φή δι­δά­σκε­ται. Αλή­θεια, τι ω­ραία που θά­ταν! Ένας φι­λο­μα­θής και προ­κομ­μέ­νος τον έ­να χρό­νο να μα­θαί­νει μυ­θι­στο­ριο­γρα­φία, τον άλ­λο να α­σκεί­ται στη νου­βέ­λα, τον πα­ράλ­λο στην διη­γη­μα­το­γρα­φία. Μέ­χρι και ποιη­τής μπο­ρεί να γί­νει, αν το τρα­βά­ει η ό­ρε­ξή του. Μά­λι­στα, ό­λα αυ­τά, με τις ί­διες ώ­ρες και τα ί­δια δί­δακ­τρα, που ση­μαί­νει ό­τι οι ει­δή­μο­νες τα α­να­γνω­ρί­ζουν ως εγ­χει­ρή­μα­τα της ί­διας δυ­σκο­λίας. Απο­ρού­με, μό­νο, πώς α­κό­μη δεν προέ­κυ­ψε ε­ξει­δι­κευ­μέ­νη μα­θη­τεία στη συγ­γρα­φή μπε­στ σέ­λερ. Για­τί, για πα­ρά­δειγ­μα, δί­πλα στην αί­θου­σα του Γιώρ­γη Για­τρο­μα­νω­λά­κη, που δι­δά­σκει μυ­θι­στό­ρη­μα σε μια εκ των Σχο­λών, να μην δι­δά­σκει η Πα­σχα­λία Τραυ­λού το μπε­στ σέ­λε­ρ; Την γκε­το­ποίη­ση της λε­γό­με­νης, κα­τά πα­ρα­βία­ση του πο­λι­τι­κά ορ­θού, πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας φαί­νε­ται να προ­τί­θε­ται να κα­ταρ­γή­σει πρώ­τη η Εται­ρεία Συγ­γρα­φέων. Αδιά­φο­ρο αν οι ι­δρυ­τές της εί­χαν υ­ψη­λά στά­νταρ και την εί­χαν ο­ρα­μα­τι­στεί ως νη­σί­δα λο­γο­τε­χνών. Ανα­φέ­ρα­με, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, τον Για­τρο­μα­νω­λά­κη, για­τί αυ­τός και ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός εί­ναι οι μό­νοι α­πό τους δι­δά­σκο­ντες, που υ­πέ­γρα­ψαν το ι­δρυ­τι­κό της Εται­ρείας την 2α Ιου­λίου του 1981. Όσο για την Τραυ­λού, συ­μπτω­μα­τι­κά συ­ντο­πί­τισ­σα του Ακα­δη­μαϊκού μας, εί­ναι η πρώ­τη της ο­μά­δας των α­πο­κα­λού­με­νων πα­ρα­λο­γο­τε­χνών, που προ­τά­θη­κε ως μέ­λος της Εται­ρείας και ό­πως α­κού­γε­ται, η υ­πο­ψη­φιό­τη­τά της α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται ευ­με­νώς ό­χι μό­νο α­πό τα νεό­τε­ρα μέ­λη, αλ­λά και α­πό τους πρε­σβύ­τε­ρους.
Τώ­ρα, με το οι­κο­νο­μι­κό στέ­γνω­μα, εάν θα εμ­φα­νι­στεί ή ό­χι α­πο­πλη­θω­ρι­στι­κή τά­ση σε σχο­λές, βρα­βεύ­σεις και φε­στι­βά­λ, ου­δείς μπο­ρεί να προ­βλέ­ψει. Ού­τε, βε­βαίως, μπο­ρεί κα­νείς να προ­βλέ­ψει, πό­σο κα­τα­στρο­φι­κή θα εί­ναι αυ­τή για τα κά­θε εί­δους και φυ­λής πρω­τά­κια.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/2/2012

2 σχόλια:

Thoula είπε...

Πέρα για πέρα αληθινό άρθρο. Αυτή η κυρία EKEBI έχει φτάσει στο σημείο να σνομπάρει και να ξεδιαλέγει συγγραφείς παρείστικα και να αισθάνεται και υπεράνω τους. Το παίζει μάνατζερ με ξένα λεφτά. Ελάχιστα βιβλία προωθήθηκαν στο εξωτερικό επί των ημερών της. ΄Οσο για τα μαθήματα δ.γ. αγγίζει το όριο του γελοίου, συγγραφείς κατ' εξοχήν αντι-αφηγηματικοί να διδάσκουν την τέχνη της γραφής.
Όσο για τα πρωτάκια σύντομα θα δούμε ώριμους σχιζοειδείς τύπους που θα περιφέρονται με τα χειρόγραφα από εδώ και από εκεί... Δεν τους αφήνουν ούτε τη χαρά της προσωπικής πρωτειάς να νοιώσουν. Αλλά τα θέλει ο ...

Συγχαρητήρια για την τόλμη σου, Μάρη.

Εκδόσεις Φαρφουλάς είπε...

Πολλοί άνθρωποι της λογοτεχνίας και της ποίησης ακολούθησαν τη φετινή μόδα να δοξολογήσουν σε σημείο ξελιγώματος τον Παπαδιαμάντη (ένεκεν του αφιερωμένου έτους σ αυτόν) κανείς όμως απ αυτούς δεν ακολούθησε το παράδειγμά του να σταθεί μακριά (έστω για ένα χρόνο βρε αδερφέ -τιμής ένεκεν) από τον συνωστισμό της διεκδίκησης βραβείων, τιμών και δόξης. Και οι "νέοι" συγγραφείς και τα πλήρως απαξιωμένα από τους κρατικούς φορείς λογοτεχνικά περιοδικά -ακόμα και αυτά με αριστερό προσανατολισμό- πρώτοι και με χαρά τρέξαν μόλις το Υποργείο και το ΕΚΕΒΙ τους κούνισε το δαχτυλάκινα προσφέρουν την συμετοχή τους στο πανηγυράκι!
Ευτυχώς υπάρχει και μια άλλη νέα γενιά λογοτεχνών και μικροεκδοτών που έχει τραβήξει από καιρού τις διαχωριστικές γραμμές κι ας έχουν λαθάκια τα βιβλία τους και αισθητική "Λεό Χριστάκη". Τουλάχιστον είναι απαλαγμένοι από τις δύο σύγχρονες πληγές του ελληνικού βιβλίου: τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνεια.
Με τιμή
ο Φαρφουλάς