Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Στα σκοτεινά θολάμια της μνήμης

Στά­θης Κο­ψα­χεί­λης
«Πα­ρα­μι­λη­τά»
Εκδό­σεις Θερ­μαϊκός
Θεσ­σα­λο­νί­κη, Νοέμ­βριος 2011

Φωτογραφία του Δημήτρη Παπαδήμου από την έκθεση
που οργανώνει το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας.


Μια γε­ρό­ντισ­σα φέρ­νει το νε­ο­γέν­νη­το σι­γο­κλαί­γο­ντας, για­τί το παι­δί γεν­νή­θη­κε λει­ψό. «Το χε­ρά­κι του, τα δα­χτυ­λά­κια του ...», λέει, α­πευ­θυ­νό­με­νη στον παπ­πού, που πε­ρι­μέ­νει να το δει. Βγά­ζο­ντας το δε­ξί χε­ρά­κι α­π’ τα φα­σκιά, ε­κεί­νος βλέ­πει “μια γρο­θί­τσα με κά­τι μι­κρά ε­ξο­γκω­μα­τά­κια”. Την α­να­πη­ρία που α­νήγ­γει­λε η γε­ρό­ντισ­σα δεν την βλέ­πει. Κι ό­μως, ε­κεί­νη προ­φή­τε­ψε σω­στά γι’ αυ­τό το παι­δί, που γεν­νή­θη­κε κα­μιά ε­ξη­ντα­ριά χρό­νια πί­σω. Πράγ­μα­τι, έ­γι­νε έ­νας ά­ντρας, που δεν εί­χε δά­χτυ­λα για να γρά­ψει τις μα­γι­κές διη­γή­σεις που α­σφυ­κτιού­σαν ε­ντός του. Όπως σω­στός έ­μελ­λε να α­πο­δειχ­θεί και ο χρη­σμός της: «Μπο­ρεί...μπο­ρεί και να φυ­τρώ­σουν, πο­τέ δεν ξέ­ρεις...» Τε­λι­κά, τα δά­χτυ­λα φύ­τρω­σαν. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν έ­γι­νε κα­μιά ε­ξη­ντα­ριά χρό­νια με­τά, ού­τε α­κρι­βέ­στε­ρα, πε­νή­ντα τέσ­σε­ρα, ό­σα με­τρά­ει σή­με­ρα ο εν λό­γω ά­ντρας. Τριά­ντα ε­νός ή­ταν, ό­ταν δη­μο­σίευ­σε το πρώ­το του διή­γη­μα, το φθι­νό­πω­ρο του 1988. Με ε­κεί­νο το πρώ­το διή­γη­μα, ε­γεν­νή­θην η­μίν διη­γη­μα­το­γρά­φος, ό­πως θα έ­γρα­φαν και οι δη­μο­σιο­γρά­φοι, αν τον εί­χαν πά­ρει εί­δη­ση. Ο ί­διος δεν φαί­νε­ται να το α­ξιο­λο­γεί και ού­τε που το α­να­φέ­ρει κα­τά την πρό­σφα­τη δεύ­τε­ρη, α­πό ό­σο του­λά­χι­στον γνω­ρί­ζου­με, εμ­φά­νι­σή του στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, αυ­τή τη φο­ρά με βι­βλίο.

Το πρώ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη έ­χει τίτ­λο, «Το χε­ρά­κι», και θα μπο­ρού­σε, κα­τά μία εκ­δο­χή, να ε­κλη­φθεί σαν μια κρυ­πτό-αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διή­γη­ση. Εί­ναι έ­να μι­κρό διή­γη­μα της μιας σε­λί­δας, που δί­νει την ε­ντύ­πω­ση προ­λο­γι­κού στα υ­πό­λοι­πα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου. Για την α­κρί­βεια, συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τίτ­λο και μό­το, εί­ναι, ό­λες κι ό­λες, 170 λέ­ξεις. Ωστό­σο, δεν πρό­κει­ται για μια, κα­τά την τρέ­χου­σα ο­ρο­λο­γία, μπον­ζάϊ ι­στο­ρία, αλ­λά για έ­να κα­θα­ρό­αι­μο διή­γη­μα. Εί­ναι μια α­φή­γη­ση σε πρώ­το πρό­σω­πο, που κα­ταρ­γεί την ο­μα­λή συ­νέ­χεια του χρό­νου. Περ­νώ­ντας α­πό την πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο, που ε­πέ­χει θέ­ση ει­σα­γω­γής, στο κυ­ρίως σώ­μα, τα ό­ρια πα­ρό­ντος και πα­ρελ­θό­ντος συγ­χέ­ο­νται. Ενώ, αρ­χι­κά, η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει στην πε­ρι­πλά­νη­ση του παπ­πού στο δά­σος, στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­κο­λου­θεί τη κα­τά­δυ­σή του στη μνή­μη, που την πα­ρου­σιά­ζει σαν ε­ξε­ρεύ­νη­ση ε­νός πα­ρελ­θο­ντι­κού το­πίου. Στην πα­ρα­στα­τι­κή φρά­ση, “α­νοί­γει δρό­μο α­νά­με­σα στις ζε­λε­νιές”, έρ­χε­ται ως α­ντί­στι­ξη η με­τω­νυ­μι­κή, “με κό­πο πα­ρα­με­ρί­ζει τα χρό­νια, ό­πως τις κα­λα­μιές στα βάλ­τα”. Και οι δυο σκη­νές χω­ρά­νε στην ί­δια σε­κά­νς, σαν δυο πλά­να. Το πρώ­το μα­κρι­νό, το δεύ­τε­ρο κο­ντι­νό, κα­τα­λή­γει με την α­νά­δυ­ση του παπ­πού στο πα­ρόν ε­νός βα­σα­νι­σμέ­νου βίου, του ο­ποίου σπα­ράγ­μα­τα α­να­σύ­ρο­νται σε άλ­λα διη­γή­μα­τα.
Ο α­φη­γη­τής του Κο­ψα­χεί­λη συ­μπα­ρα­τάσ­σε­ται “με τους λυ­πη­μέ­νους”, ό­πως προϊδεά­ζει και το μό­το του βι­βλίου. Πρό­κει­ται για δά­νειο α­πό το μό­το μιας ποιη­τι­κής συλ­λο­γής με τον πα­ρά­δο­ξο τίτ­λο «Με των α­λό­γων τα φα­ντά­σμα­τα», που τυ­πώ­θη­κε πριν 25 χρό­νια στο ι­στο­ρι­κό, πλέ­ον, τυ­πο­γρα­φείο του Φί­λιπ­που Βλά­χου. Όσο για τον ποιη­τή, εί­ναι ο Χρή­στος Μπρά­βος, συ­νο­νό­μα­τος του παπ­πού των διη­γη­μά­των. Ή, μή­πως, εί­ναι ο παπ­πούς ε­κεί­νος που πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό τον ποιη­τή; Διό­λου α­πί­θα­νο, α­φού στις προ ει­κο­σα­ε­τίας δη­μο­σιεύ­σεις των διη­γη­μά­των δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται. Όπως και να έ­χει, στο μό­το, το μι­κρό ό­νο­μα του ποιη­τή θα προ­τι­μού­σα­με να α­να­γρά­φε­ται α­κέ­ραιο. Ένας λό­γος θα ή­ταν για να μνη­μο­νευ­θεί έ­νας ποιη­τής που ά­φη­σε έ­να σχε­δόν μο­να­δι­κό στίγ­μα στην με­τα­πο­λε­μι­κή ποίη­ση, πα­ρό­λο που έ­φυ­γε νω­ρίς - τριά­ντα εν­νιά χρο­νών, το 1987. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­νας δεύ­τε­ρος λό­γος, που α­φο­ρά το βι­βλίο. Τα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη δια­τη­ρούν κά­ποιους δε­σμούς συγ­γέ­νειας με τα ποιή­μα­τα του Μπρά­βου, στο βαθ­μό που αμ­φό­τε­ρα ο­ρί­ζο­νται α­πό τους γει­το­νι­κούς γε­νέ­θλιους τό­πους των δυο συγ­γρα­φέων - Λι­τό­χω­ρο Πιε­ρίας, Δε­σκά­τη Γρε­βε­νών. Ταυ­τό­χρο­να, με­τρά­νε την α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στη γε­νιά του ’80, στην ο­ποία παίρ­νει με κα­θυ­στέ­ρη­ση, αλ­λά αυ­το­δι­καίως, τη θέ­ση του ο Κο­ψα­χεί­λης, και ε­κεί­νη του ’70, στην ο­ποία έ­χει τα­ξι­νο­μη­θεί ο Μπρά­βος, και ε­κεί­νος με κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη εμ­φά­νι­ση. Το μό­το το α­φιε­ρώ­νει ο ποιη­τής στον πα­τέ­ρα του και εί­ναι “εν­θύ­μιον λύ­πης” για τους ητ­τη­μέ­νους της δι­κής του γε­νιάς, ε­κεί­νους του Εμφυ­λίου. Το ί­διο μό­το, στο πρό­σφα­το βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται σε αν­θρώ­πους μιας ο­ρε­σί­βιας κοι­νό­τη­τας, που εί­χαν δύ­σκο­λη ζωή. Ο α­φη­γη­τής του Κο­ψα­χεί­λη δεν α­να­κα­λεί ι­στο­ρίες α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’40. Μό­νο έ­να διή­γη­μα, «Ο Αλή Τσα­ού­σης», το­πο­θε­τεί­ται σε τα­ραγ­μέ­νη ε­πο­χή. Εί­ναι μια α­φή­γη­ση α­πό τα χρό­νια του προ­πάπ­που του, που πρό­λα­βε να ζή­σει με το φό­βο του Τούρ­κου, ό­ταν ο Όλυ­μπος εί­χε γε­μί­σει α­ντάρ­τες.
Στα διη­γή­μα­τα, το αί­σθη­μα της λύ­πης λες και έρ­χε­ται α­πό τις πη­γές της α­φή­γη­σης, ό­πως η έκ­κρι­ση ι­δρώ­τα α­πό τους πό­ρους του δέρ­μα­τος. Τα ι­θα­γε­νή στοι­χεία α­πο­δει­κνύο­νται α­κέ­νω­τη πη­γή, σω­στός πα­κτω­λός, διη­γή­σεων. Τί­πο­τα δεν εί­ναι α­ξιο­θέ­α­το, δη­λα­δή του­ρι­στι­κό ή η­θο­γρα­φι­κό. Ο γε­νέ­θλιος τό­πος α­πο­τε­λεί στα­θε­ρό ση­μείο α­να­φο­ράς, ό­χι μό­νο ως α­σα­φής γεω­γρα­φι­κός χώ­ρος, αλ­λά, κυ­ρίως, ως τό­πος μνή­μης. Τό­πος, ό­μως, στοι­χειω­μέ­νος με τους α­διό­ρα­τους κιν­δύ­νους που κρύ­βει η μνή­μη των νε­κρών. Φύ­ση και άν­θρω­ποι α­να­πλά­θο­νται με την αρ­χαϊκή τους μορ­φή, ό­πως σώ­ζο­νταν μέ­χρι τις δύο πρώ­τες με­τα­πο­λε­μι­κές δε­κα­ε­τίες. Ξε­δι­πλώ­νο­νται οι ι­στο­ρίες τους και μέ­σα σε αυ­τές χω­νεύο­νται οι ι­στο­ρίες, που ε­κεί­νοι α­φη­γού­νταν για τη δι­κή τους δύ­σκο­λη ζωή, αλ­λά και των γο­νιών και των παπ­πού­δων τους. Η α­νά­πλα­ση αυ­τού του κό­σμου, ο­ρι­στι­κά πλέ­ον α­πο­λε­σθέ­ντος, γί­νε­ται με σύγ­χρο­νη ευαι­σθη­σία, κα­τα­φεύ­γο­ντας σε και­νο­φα­νείς, προ­σω­πι­κούς τρό­πους. Η γρα­φή δια­τη­ρεί την ι­θα­γέ­νειά της, χω­ρίς κα­θό­λου να ξε­νί­ζει ο ε­μπλου­τι­σμός της με το το­πι­κό ι­διό­λε­κτο. Δύ­σκο­λα μπο­ρεί να προσ­διο­ρι­στεί, αλ­λά σαν κά­τι να την συν­δέει με το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι. Πρό­κει­ται, δη­λα­δή, για λαν­θά­νο­ντα ή μα­κρι­νό α­πό­η­χο.
Πυ­κνή η α­φή­γη­ση, βα­σί­ζε­ται στο ρή­μα, α­πο­φεύ­γο­ντας την κα­λο­λο­γία του ε­πι­θέ­του. Την στε­ρεώ­νουν τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των και ο α­πο­κλει­σμός των ου­σια­στι­κο­ποιη­μέ­νων λέ­ξεων, που α­πο­νευ­ρώ­νουν τις α­φη­γή­σεις των νεό­τε­ρων. Ση­μειω­τέ­ον ό­τι τα πράγ­μα­τα που α­να­φέ­ρο­νται στα διη­γή­μα­τα του Κο­ψα­χεί­λη, α­νή­κουν σε έ­ναν πα­λαιό, ά­γνω­στο σή­με­ρα, κό­σμο. Άλλω­στε, τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των σβή­νουν πρώ­τα, ε­νώ τα ί­δια τα πράγ­μα­τα, του­λά­χι­στον ο­ρι­σμέ­να α­πό αυ­τά, δια­σώ­ζο­νται, χά­ρις στη με­τα­μόρ­φω­σή τους α­πό χρη­στι­κά σε συλ­λε­κτι­κά. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για μια στα­τι­κή α­φή­γη­ση, πε­ρι­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Η ε­ναλ­λα­γή ει­κό­νων και σκη­νών γί­νε­ται με γορ­γό ρυθ­μό, σχε­δόν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής δια­δο­χής. Βε­βαίως, δεν έ­χου­με κα­τά νου τον α­με­ρι­κά­νι­κο κι­νη­μα­το­γρά­φο του με­γά­λου κοι­νού, αλ­λά ως προς την α­τμό­σφαι­ρα και ό­χι το ρυθ­μό, κά­ποιες ται­νίες τύ­που Αγγε­λό­που­λου. Πέ­ραν της ε­πι­και­ρό­τη­τας, έ­να κοι­νό στοι­χείο αυ­τών των ται­νιών, που γνώ­ρι­σαν την μέ­σα Ελλά­δα στο πα­γκό­σμιο κοι­νό, με τα διη­γή­μα­τα εί­ναι το ο­ρει­νό ή πα­ρα­πο­τά­μιο σκη­νι­κό. Εί­ναι, ε­πί­σης, τα μου­ντά χρώ­μα­τα, κά­πο­τε το βα­θύ της νύ­χτας, σε σύμ­μι­ξη με το ο­μι­χλώ­δες της μνή­μης, που έ­χουν τα χιο­νι­σμέ­να το­πία. Ενδει­κτι­κός ο τίτ­λος, «Νύ­χτα με χιό­νι», αλ­λά και το θέ­μα του πρώ­του διη­γή­μα­τος, που δη­μο­σίευ­σε ο Κο­ψα­χεί­λης.
Κυ­ρίαρ­χος εί­ναι ο φό­βος του θα­νά­του, που έρ­χε­ται σαν “γράγ­γω­μα στο στή­θος”. Ένας τρό­πος για την α­ντι­με­τώ­πι­ση αυ­τού του με­τα­φυ­σι­κού φό­βου στά­θη­κε α­νέ­κα­θεν ο ε­ξορ­θο­λο­γι­σμός του. Γι΄αυ­τό και η λαϊκή φα­ντα­σία θέ­λει τον Χά­ρο­ντα με σα­φή πα­ρα­στα­τι­κή ει­κό­να. Εκτός αυ­τού, τον θέ­λει να κρα­τά­ει μια σει­ρά ό­ταν έρ­χε­ται να πά­ρει κά­ποιον. Τον παίρ­νει, λέ­νε, ό­ταν έρ­χε­ται η ώ­ρα του. Με το ρί­γος του θα­νά­του να παί­ζει ευαί­σθη­τη πυ­ξί­δα στο βό­ρι­σμα του και­ρού, ο συγ­γρα­φέ­ας στή­νει διη­γή­μα­τα με ή­ρωες, άλ­λους έρ­μαια του φό­βου κι άλ­λους στωι­κούς να ε­τοι­μά­ζο­νται. Στα διη­γή­μα­τα εί­ναι συ­χνά τα συ­να­πα­ντή­μα­τα με τον Χά­ρο­ντα. Στο τε­λευ­ταίο της συλ­λο­γής, «Ο ί­σκιος», εί­ναι ο παπ­πούς αυ­τός που τον α­ντι­κρί­ζει. Εδώ, ελ­λει­πτι­κή η α­φή­γη­ση, κι­νεί­ται σε μια α­τμό­σφαι­ρα πα­ρα­λό­γου. Το διή­γη­μα εί­χε δη­μο­σιευ­τεί πα­λαιό­τε­ρα με δια­φο­ρε­τι­κή την κα­τα­λη­κτι­κή πα­ρά­γρα­φο. Κα­τά μια εκ­δο­χή, ο Χά­ρο­ντας δεν θα πά­ρει τον παπ­πού. Για άλ­λον θα χτυ­πή­σουν οι κα­μπά­νες του χω­ριού. Όμως ε­κεί­νος θα μεί­νει σαν πα­ρα­λο­γι­σμέ­νος σε μια πέ­τρα, τρέ­μο­ντας την ε­πι­στρο­φή του. Έτσι, η α­φή­γη­ση ε­πα­νέρ­χε­ται σε έ­να ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο, σε α­ντί­θε­ση με την πρώ­τη εκ­δο­χή, που μέ­νει στην ε­πι­κρά­τεια του υ­περ­φυ­σι­κού. Ίσως αυ­τή η πα­λαιό­τε­ρη πα­ραλ­λα­γή να ή­ταν προ­τι­μό­τε­ρη για την πε­ρι­γρα­φή ε­νός υ­περ­φυ­σι­κού φό­βου, που σκιά­ζει “αν­θρώ­πους και κτή­νη”.
Οι άν­θρω­ποι αυ­τού του αλ­λο­τι­νού κό­σμου πα­ρα­μέ­νουν στε­νά δε­μέ­νοι με τα ζω­ντα­νά τους. Δεν πρό­κει­ται, βέ­βαια, για την άρ­ρω­στη σχέ­ση του ση­με­ρι­νού α­στού, αλ­λά για μια αλ­λη­λο­ε­ξάρ­τη­ση προς κοι­νή ε­πι­βίω­ση. Θα ή­ταν ύ­βρις να α­πο­κα­λέ­σει κα­νείς τα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου ζωο­φι­λι­κά. Συ­μπα­ρα­τάσ­σο­νται ό­λα στο φό­βο του Χά­ρο­ντα, εί­τε αυ­τός έρ­θει για άν­θρω­πο του σπι­τιού εί­τε για τη λα­γω­νί­κα, το ά­λο­γο, την κα­τσί­κα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τό εί­ναι νε­α­ρό ή γε­ρα­σμέ­νο. Για να αι­σθη­το­ποιή­σει το με­τα­φυ­σι­κό φορ­τίο του θέ­μα­τός του, ο συγ­γρα­φέ­ας δο­κι­μά­ζει τις διό­δους πέ­ραν των αι­σθη­τη­ρια­κών ε­μπει­ριών. Κα­τ’ ό­ναρ γί­νε­ται το α­ντά­μω­μα του α­φη­γη­τή με την πε­θα­μέ­νη μη­τέ­ρα του. Σαν ο­πτι­κή πα­ραί­σθη­ση αν­θρώ­πων με­γα­λω­μέ­νων με ι­στο­ρίες για φά­σμα­τα προ­σφι­λών νε­κρών, φέ­ρει ο α­φη­γη­τής σε πέ­ρας το αλ­λό­κο­το θέ­λη­μα του πε­θα­μέ­νου παπ­πού. Σαν υ­πο­βο­λή μα­κρό­χρο­νων α­φη­γή­σεων για θαύ­μα­τα και α­γίους, γί­νο­νται οι φο­βι­κές συ­να­ντή­σεις με έ­ναν Άγιο Αντώ­νιο, που φέρ­νει μορ­φι­κά στον Χά­ρο­ντα, και τον Άγιο Διο­νύ­σιο τον Ολυ­μπί­τη, που ά­στρα­ψε και βρό­ντη­ξε ό­ταν ιε­ρό­συ­λοι υ­λο­τό­μοι άγ­γι­ξαν τα αιω­νό­βια ρό­μπο­λα του μο­να­στη­ριού του.
Δυο διη­γή­μα­τα ξε­φεύ­γουν α­πό τη με­λαγ­χο­λι­κή α­τμό­σφαι­ρα. Το έ­να α­νι­στο­ρεί το πά­θη­μα ε­νός α­γρό­τη, πο­λύ μύω­πα, που πο­τέ δεν μπό­ρε­σε να δει την ψη­λό­τε­ρη κο­ρυ­φή του Ολύ­μπου και ο­λό­κλη­ρης της Ελλά­δας κι ας εί­χε τον Μύ­τι­κα μια ζωή ση­μείο κα­τα­τε­θέν στον ο­ρί­ζο­ντα. Κά­τι που δεν έ­βλε­πε, κά­τι που ο νους του συ­χνά πυ­κνά σερ­νό­ταν “στα σκο­τει­νά θο­λά­μια της μνή­μης”, πέ­ρα­σε την α­λε­πού για το σκύ­λο του και την ά­φη­σε να μπει στο κο­τέ­τσι. Η σκη­νή της α­να­μέ­τρη­σης ά­ντρα και α­λε­πούς, μέ­σα στο κο­τέ­τσι, δεί­χνει, με την εύ­θυ­μη κο­ρύ­φω­σή της, τις δυ­να­τό­τη­τες του συγ­γρα­φέα και για άλ­λου τύ­που α­φη­γή­σεις. Ακό­μη και ε­ρω­τι­κές, κα­θώς στο φαι­δρό κλεί­σι­μο του διη­γή­μα­τος υ­πάρ­χει και έ­να πρω­τό­τυ­πο ως σύλ­λη­ψη η­δο­νι­κό σκίρ­τη­μα. Πιο ε­ρω­τι­κό προ­βάλ­λει έ­να άλ­λο διή­γη­μα με τον α­φη­γη­τή πε­ντά­χρο­νο, να νιώ­θει την πρώ­τη ε­ρω­τι­κή α­να­στά­τω­ση, κοι­τά­ζο­ντας τις νω­πο­γρα­φίες στον γυ­ναι­κω­τή της εκ­κλη­σίας, με την πόρ­νη στο κο­λα­στή­ριο, και με­τά, στο γυ­ρι­σμό, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας το σμί­ξι­μο των ζω­ντα­νών. Μπο­ρεί να σι­χαί­νε­ται, μπο­ρεί να τρο­μά­ζει, αλ­λά ο ε­ρε­θι­σμός του ζωη­ρεύει. Αυ­τά τα διη­γή­μα­τα εί­ναι α­πό τα πρό­σφα­τα του Κο­ψα­χεί­λη.
Ο τίτ­λος του βι­βλίου α­ντα­πο­κρί­νε­ται στο ο­μοιο­γε­νές στοι­χείο των διη­γη­μά­των αλ­λά λει­τουρ­γεί και σαν πλά­για μνη­μό­νευ­ση του πε­ριο­δι­κού, ό­που ο Κο­ψα­χεί­λης δη­μο­σίευ­σε για πρώ­τη φο­ρά τα διη­γή­μα­τά του. Θυ­μί­ζου­με στους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες, την πα­ρέα ε­κεί­νου του πε­ριο­δι­κού, που φι­λο­δό­ξη­σε να δια­μορ­φώ­σει μια λο­γο­τε­χνι­κή νη­σί­δα ε­κτός της α­γο­ραίας πε­ριο­χής. Η πα­ρέα, βέ­βαια, σκόρ­πι­σε. Ήταν ο Γιάν­νης Πα­τσώ­νης, που ως συγ­γρα­φέ­ας προϋπήρ­χε του πε­ριο­δι­κού. Ήταν ο Γε­ρά­σι­μος Δεν­δρι­νός και ο Μί­νως Μαρ­κά­κης, που ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο νω­ρίς και νω­ρίς φαί­νε­ται να σιώ­πη­σαν. Ήταν ο Γιώρ­γος Γκο­λο­μπίας, που τα διη­γή­μα­τά του εκ­δό­θη­καν α­πό τους φί­λους του με­τά τον θά­να­τό του. Ήταν έ­νας δυο α­κό­μη τα­λα­ντού­χοι, που ε­πι­μέ­νουν να κρα­τά­νε κλει­δω­μέ­να τα συρ­τά­ριά τους. Ήταν ο Κο­ψα­χεί­λης, που υ­πέ­κυ­ψε στον πει­ρα­σμό να βγά­λει βι­βλίο. Ίσως αυ­τός να εί­ναι α­νά­με­σα στους τε­λευ­ταίους, που κου­βα­λούν α­κό­μη μύ­θους του α­γρο­τι­κού χώ­ρου.
Απο­φθεγ­μα­τι­κά και εν­δε­χο­μέ­νως αυ­θαί­ρε­τα, θα λέ­γα­με, ό­τι ο Κο­ψα­χεί­λης έ­χει πιά­σει και ξε­τυ­λί­γει τον α­ριάδ­νειο μί­το ε­νός κό­σμου κα­τα­δι­κα­σμέ­νου α­πό και­ρό σε α­φά­νεια. Ας ελ­πί­σου­με το ε­μπνευ­σμέ­νο ξε­τύ­λιγ­μα να μη στα­μα­τή­σει ε­δώ, για­τί, κα­τά τον Χρή­στο Μπρά­βο: «Τί­πο­τ’ α­π’ ό­λ’ αυ­τά/ δε φαί­νε­ται στο χάρ­τη».

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 5/2/2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: