Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Στρατηγικές του έρωτα και της αφήγησης

Δη­μή­τρης Αλε­ξίου
«Τέσ­σε­ρις ώ­ρες»
Ει­κο­νο­γρά­φη­ση
Δη­μή­τρης Τα­λα­γά­νης
Εκδό­σεις Ερι­φύ­λη
Μάιος 2009

Και πά­λι, ο λό­γος για διη­γή­μα­τα. Κι αυ­τό, για­τί πι­στεύου­με ό­τι, με­τά την ποίη­ση, εί­ναι το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος, στο ο­ποίο προ­βάλ­λει ευ­κρι­νέ­στε­ρα η ι­διο­προ­σω­πία της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Και αυ­τή τη φο­ρά, πρό­κει­ται για μια ο­λι­γο­σέ­λι­δη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, κι­νού­νται στα ά­κρα, εί­τε ι­σχνές εί­τε ο­γκώ­δεις. Όπως φαί­νε­ται, οι συγ­γρα­φείς, ό­ταν α­πο­φα­σί­ζουν να συ­γκε­ντρώ­σουν τα διη­γή­μα­τά τους, χά­νουν το μέ­τρο. Άλλοι εμ­φα­νί­ζο­νται ά­κρως ε­πι­λε­κτι­κοί και άλ­λοι πε­ρι­συλ­λέ­γουν α­δια­κρί­τως ά­πα­ντα τα υ­πάρ­χο­ντα. Βε­βαίως, στην πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση, α­νή­κουν οι ο­λι­γο­γρά­φοι, που δεν γρά­φουν ι­στο­ρίες αλ­λά διη­γή­μα­τα, τα ο­ποία και κυο­φο­ρούν ε­πί μα­κρόν. Ενώ, στη δεύ­τε­ρη ο­μά­δα, α­νή­κουν κυ­ρίως οι νεό­τε­ροι, που εκ­δί­δουν τα βι­βλία τους σε με­γά­λους εκ­δο­τι­κούς οί­κους. Πιέ­ζο­νται να γρά­ψουν μυ­θι­στό­ρη­μα και κα­θώς α­δυ­να­τούν ή δεν τους βγαί­νει, φου­σκώ­νουν τις συλ­λο­γές τους σε μια α­πέλ­πι­δα προ­σπά­θεια να προ­σεγ­γί­σουν, του­λά­χι­στον ως προς τον α­ριθ­μό των σε­λί­δων, το στό­χο τους. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο, ω­στό­σο, βι­βλίο α­νή­κει σε μια τρί­τη κα­τη­γο­ρία. Αυ­τήν των τυ­πο­τε­χνι­κά ω­ραίων εκ­δό­σεων, που ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να προ­σφέ­ρουν εις ε­αυ­τούς. Πρό­κει­ται για μια έκ­δο­ση, που θυ­μί­ζει πώς ή­ταν τα βι­βλία άλ­λο­τε· πο­λυ­το­νι­κά και χει­ρο­ποίη­τα.
Δό­κι­μος ποιη­τής της γε­νιάς του ’70 ο Δη­μή­τρης Αλε­ξίου, έ­χει εκ­δώ­σει και πα­λαιό­τε­ρα α­φη­γη­μα­τι­κά βι­βλία. Στο και­νού­ριό του βι­βλίο, συ­γκε­ντρώ­νει τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα, γραμ­μέ­να, ό­πως δη­λώ­νει και με τον τίτ­λο της συλ­λο­γής, σε τέσ­σε­ρις δια­φο­ρε­τι­κές “ώ­ρες” της ζωής του. Πά­ντως, δεν πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κές ε­πο­χές, α­φού και οι τέσ­σε­ρις το­πο­θε­τού­νται μέ­σα στην τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 20ου αιώ­να, πα­ρά μό­νο, ί­σως, για ξε­χω­ρι­στές πε­ρι­στά­σεις. Ο συγ­γρα­φέ­ας δα­νεί­ζει στον α­φη­γη­τή τις βιο­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του, δη­λα­δή το μι­κρό του ό­νο­μα, τον τό­πο των παι­δι­κών του χρό­νων και το ε­πάγ­γελ­μά του. Ποιη­τής συ­στή­νε­ται και ο α­φη­γη­τής του. Μά­λι­στα, το υ­πο­γραμ­μί­ζει, ό­ταν πρό­κει­ται για μια και­νού­ρια γυ­ναι­κεία γνω­ρι­μία. Για­τί γνω­ρί­ζει α­πό την ε­μπει­ρία του πως αυ­τό εί­ναι έ­να α­πό τα κλει­διά, που α­νοί­γει τις ρο­μα­ντι­κές καρ­διές του έ­τε­ρου φύ­λου. Η ταυ­το­ποίη­ση, ω­στό­σο, συγ­γρα­φέα και α­φη­γη­τή δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μαί­νει πως πρό­κει­ται, εν μέ­ρει ή πό­σω μάλ­λον εξ ο­λο­κλή­ρου, για προ­σω­πι­κά βιώ­μα­τα του συγ­γρα­φέα. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο Αλε­ξίου συ­νε­χί­ζει δια της α­φη­γη­μα­τι­κής ο­δού το ποιη­τι­κό του η­με­ρο­λό­γιο. Στο γνώ­ρι­μο και α­πό την ποίη­σή του πραγ­μα­το­λο­γι­κό πλαί­σιο, πα­ρεμ­βαί­νει μυ­θο­πλα­στι­κά. Έτσι δη­μιουρ­γεί έ­ναν πρό­σθε­το “ε­πάλ­λη­λο μύ­θο”, για να θυ­μη­θού­με και τον τίτ­λο μιας πα­λαιό­τε­ρης ποιη­τι­κής συλ­λο­γής του, την ο­ποία ο α­φη­γη­τής, στο πρώ­το διή­γη­μα, προ­σφέ­ρει με­τά α­φιε­ρώ­σεως σε μια και­νού­ρια γνω­ρι­μία του. Δεν α­πο­κα­λύ­πτει τα α­κρι­βή λό­για της α­φιέ­ρω­σης. Πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νο στο γε­νι­κό­λο­γο, “Η γνω­στή α­φιέ­ρω­ση, με τον γνω­στό τρό­πο”, με το ο­ποίο και υ­πο­νο­εί πως εί­ναι έ­μπει­ρος στην ε­ρω­τι­κή στρα­τη­γι­κή. Όπου, κα­τά τη ρή­ση, ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα, ε­πι­στρα­τεύει και την ποιη­τι­κή του ι­διό­τη­τα.
«Κο­ρί­να» εί­ναι ο τίτ­λος του πρώ­του διη­γή­μα­τος και το θέ­μα του εί­ναι η κα­τά­κτη­ση μιας γυ­ναί­κας ο­νό­μα­τι Κο­ρί­νας. Η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τα τε­κται­νό­με­να α­πό τη δι­κή του ο­πτι­κή γω­νία. Ένας πα­ντρε­μέ­νος, που έ­χει προ πολ­λού βα­ρε­θεί την έγ­γα­μη ρου­τί­να, γνω­ρί­ζει έ­ναν “κο­ρί­τσα­ρο” και α­πο­φα­σί­ζει να τα τι­νά­ξει ό­λα στον αέ­ρα. Το διή­γη­μα, ό­μως, δεν ε­στιά­ζει στα υ­παρ­ξια­κά του δι­λήμ­μα­τα, αλ­λά στην εν­δε­δειγ­μέ­νη τα­κτι­κή κι­νή­σεων. Αρχι­κά ε­φαρ­μό­ζει πα­ρελ­κυ­στι­κές και διε­ρευ­νη­τι­κές κι­νή­σεις, για να κα­τα­λή­ξει σε α­πο­φα­σι­στι­κά και τολ­μη­ρά δια­βή­μα­τα. Αι­σθη­σια­κές οι πε­ρι­γρα­φές των πε­ρι­πτύ­ξεων, με τη γυ­ναί­κα να αν­θί­στα­ται και ε­κεί­νον να ε­πι­μέ­νει. Πα­ρό­τι ποιη­τής και πα­ρό­λο που αρ­χι­κά υ­πο­στη­ρί­ζει πως το ζη­τού­με­νο δεν εί­ναι να “κοι­μη­θεί μα­ζί της”, εν τέ­λει, το ε­ρω­τι­κό παι­χνί­δι ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στε­ρεό­τυ­πο, χω­ρίς, ω­στό­σο, να χά­νει το εν­δια­φέ­ρον του.
Το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στην α­φή­γη­ση του Αλε­ξίου εί­ναι οι σύ­ντο­μες φρά­σεις. Αν δε­χτού­με πως η μο­νά­δα στην ποίη­ση εί­ναι η λέ­ξη και στην πρό­ζα η φρά­ση, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ε­λα­φρώς τη σε­φε­ρι­κή δια­τύ­πω­ση, τό­τε η φρά­ση του Αλε­ξίου α­ντα­να­κλά, τη θυ­μι­κή κα­τά­στα­ση του α­φη­γη­τή. Ιδιαί­τε­ρα σε αυ­τό το πρώ­το διή­γη­μα, ό­που το­νί­ζει το ρή­μα, προ­τάσ­σο­ντάς το, δεί­χνει τη νευ­ρι­κό­τη­τά του, κα­θώς κα­τα­στρώ­νει το σχέ­διο πο­λιορ­κίας, α­να­συ­ντάσ­σο­ντας τις δυ­νά­μεις του. Η διά­χυ­τη α­νυ­πο­μο­νη­σία του δί­νει έ­ναν τερ­πνό χα­ρα­κτή­ρα στην α­φή­γη­ση, κα­θώς, ου­σια­στι­κά, σκια­γρα­φεί μια αρ­χε­τυ­πι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά, ό­πως εί­ναι η αρ­σε­νι­κή α­δη­μο­νία για ό,τι μέλ­λε­ται να α­κο­λου­θή­σει.
Πλη­σιέ­στε­ρα στο ποιη­τι­κό σύ­μπαν του Αλε­ξίου βρί­σκε­ται το τέ­ταρ­το διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Κι αυ­τό χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ε­ρω­τι­κό, μό­νο που σε αυ­τό υ­πε­ρι­σχύει η στο­χα­στι­κή διά­θε­ση. Ο τίτ­λος εί­ναι «Έτος 2001 μ.Χ.», ό­που ο α­φη­γη­τής ο­ρί­ζει ως αρ­χή του 21ου αιώ­να την πρω­το­χρο­νιά του 2001 και ό­χι του 2000, ό­πως πα­γκο­σμίως ε­ορ­τά­στη­κε. Το διή­γη­μα ε­κτυ­λίσ­σε­ται στο Σού­νιο, τό­πο προ­σφι­λή του ποιη­τι­κού “ο­δοι­πό­ρου” αλ­λά και του α­φη­γη­τή, α­φού α­πο­φα­σί­ζει να υ­πο­δε­χτεί ε­κεί τον και­νού­ριο αιώ­να. Το λυ­καυ­γές τον βρί­σκει να πε­ρι­δια­βαί­νει στο ναό του Πο­σει­δώ­να, α­να­φω­νώ­ντας τα ο­νό­μα­τα των γυ­ναι­κών της ζωής του. Κα­τα­λο­γά­δην φθά­νει τα 329, χω­ρι­σμέ­να σε έ­ξι ο­μά­δες και χω­ρίς ε­πα­να­λή­ψεις. Και πά­λι αυ­το­συ­στή­νε­ται ποιη­τής, ε­τών πε­νή­ντα, ο­μο­λο­γώ­ντας πως ζει με την ελ­πί­δα να βρει κι αυ­τός, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι ποιη­τές, μια Λο­λί­τα. Εδώ εί­ναι διά­χυ­τος ο αυ­το­σαρ­κα­σμός. Από τό­ση προ­σπά­θεια που κα­τέ­βα­λε αυ­τός ο συ­στη­μα­τι­κός ε­ρα­στής για την κα­τά­κτη­ση του ω­ραίου φύ­λου, α­πέ­μει­ναν μό­νο ο­νό­μα­τα. Ακό­μη και μια νε­α­νι­κή α­γά­πη που εί­χε μεί­νει στις α­νεκ­πλή­ρω­τες ε­πι­θυ­μίες, δεν α­ντα­πο­κρί­θη­κε στο κά­λε­σμά του να υ­πο­δεχ­θούν συ­ντρο­φιά την και­νού­ρια χι­λιε­τία.
Υπάρ­χουν α­κό­μη δυο διη­γή­μα­τα. Στο έ­να, ο α­φη­γη­τής α­πο­πει­ρά­ται μια κα­τά­δυ­ση στην παι­δι­κή η­λι­κία, ε­νώ στο άλ­λο α­φη­γεί­ται έ­να ό­νει­ρο. Λυ­μέ­νοι οι λο­γι­κοί αρ­μοί, γνώ­ρι­μα στον ε­νυ­πνια­ζό­με­νο α­φη­γη­τή τα σκη­νι­κά, η α­φή­γη­ση, ό­μως, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κή α­πό ό­σο θα ε­πέ­τρε­πε η ο­νει­ρι­κή α­προσ­διο­ρι­στία. Πά­ντως, στο πρώ­το κομ­μά­τι, το ε­ρω­τι­κό, οι ελ­λει­πτι­κές προ­τά­σεις α­πο­δί­δουν την αί­σθη­ση που α­φή­νει έ­να ό­νει­ρο. Τε­λι­κά, υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι ποιη­τές, ι­διαί­τε­ρα κά­ποιοι της γε­νιάς του ’70, που, με τα λι­γο­στά πε­ζά τους, γεν­νούν το ε­ρώ­τη­μα, πό­σο κα­λοί πε­ζο­γρά­φοι θα γί­νο­νταν, αν εί­χαν ε­πι­δο­θεί συ­στη­μα­τι­κά, α­ντί της ποίη­σης, στην καλ­λιέρ­γεια της α­φή­γη­σης.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: