Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Μάκης Μωραΐτης «Ο Χρήστος Ευθυμίου από τα βάθη του ουρανού» Εκδόσεις Οδός Πανός Απρίλιος 2009

Με­τά “τον μέ­γι­στο των κω­μι­κώ­ν” Βα­σί­λη Λο­γο­θε­τί­δη, ο Μά­κης Μω­ραΐτης φέρ­νει “α­πό τα βά­θη του ου­ρα­νού” τον Χρή­στο Ευ­θυ­μίου. Σκη­νο­θέ­της και θεω­ρη­τι­κός του κι­νη­μα­το­γρά­φου ο Μω­ραΐτης, σε αυ­τές τις μο­νο­γρα­φίες λει­τουρ­γεί με την ευαι­σθη­σία του συγ­γρα­φέα. Για­τί μό­νο έ­νας μυ­θο­πλά­στης βιο­γρά­φος θα ξε­κι­νού­σε α­πό έ­να ό­νει­ρο, α­πό ε­κεί­να που βλέ­πει κα­νείς κο­ντά στα ξη­με­ρώ­μα­τα και με­τά, ό­λη την η­μέ­ρα τον κυ­νη­γά­νε. Ένας έ­ρη­μος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός, έ­να τρέ­νο που περ­νά­ει και α­νά­με­σα στους ε­πι­βά­τες έ­νας κο­ντό­χο­ντρος ά­ντρας, ο Χρή­στος Ευ­θυ­μίου. Ή, μάλ­λον, το φά­ντα­σμά του, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, α­φού κα­νέ­νας πια δεν τον θυ­μά­ται. Κι ό­μως, ή­ταν μέ­σα στην ε­κλε­κτή ε­πτά­δα των κω­μι­κώ­ν: Βα­σί­λης Λο­γο­θε­τί­δης, Βα­σί­λης Αυ­λω­νί­της, Ευ­θυ­μίου, Νί­κος Σταυ­ρί­δης, Κώ­στας Χατ­ζη­χρή­στος, Ντί­νος Ηλιό­που­λος και Θα­νά­σης Βέγ­γος. Η ιε­ράρ­χη­ση α­νή­κει στον συγ­γρα­φέα, την α­πο­δί­δει, ό­μως, στο φά­σμα του Ευ­θυ­μίου, που, σί­γου­ρα, θα την ε­πι­κρο­τού­σε.
Ο Μω­ραΐτης δεν πα­ρα­θέ­τει χρο­νο­λο­γίες. Δέ­νει α­να­με­τα­ξύ τους δια­φο­ρε­τι­κούς αν­θρώ­πους, για­τί έ­τυ­χε να γεν­νη­θούν ή να πε­θά­νουν τον ί­διο χρό­νο, κυ­ρίως, ό­μως, ε­πει­δή αυ­τός τους α­γά­πη­σε και τους συ­νέ­δε­σε στις συ­νειρ­μι­κές α­να­πο­λή­σεις του. Το 1900 γεν­νή­θη­κε ο Σε­φέ­ρης αλ­λά και ο Λο­γο­θε­τί­δης και ο Ευ­θυ­μίου. Το 1960 πέ­θα­νε ο Λο­γο­θε­τί­δης, στις 20 Φε­βρουα­ρίου, ε­νώ, στην αρ­χή της χρο­νιάς, στις 5 Ια­νουα­ρίου, μας θυ­μί­ζει πως εί­χε πε­θά­νει ο Αλ­μπέρ Κα­μύ. Τέσ­σε­ρις μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα προ­βαλ­λό­ταν στους α­θη­ναϊκούς κι­νη­μα­το­γρά­φους η με­γά­λη ε­πι­τυ­χία του Ευ­θυ­μίου, «Ένας βλά­κας και μι­σός». Ο Μω­ραΐτης ε­πι­λέ­γει να αρ­χί­σει τη βιο­γρα­φία α­πό μια φω­το­γρα­φία του 1960, τρα­βηγ­μέ­νη μή­να Ιού­νιο, στα γυ­ρί­σμα­τα της ται­νίας «Η Χιο­νά­τη και τα 7 γε­ρο­ντο­παλ­λή­κα­ρα». Εκεί­νη τη χρο­νιά, ο Ευ­θυ­μίου εί­χε γυ­ρί­σει δυο ε­πι­τυ­χη­μέ­νες κω­μω­δίες και ταυ­τό­χρο­να, εί­χε παί­ξει σε δυο θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις.
Με­τά α­πό αυ­τήν την μα­κριά ει­σα­γω­γή, ο συγ­γρα­φέ­ας σκια­γρα­φεί τη ζωή του Ευ­θυ­μίου. Αύ­γου­στο του 1900, γεν­νή­θη­κε στο Κω­στα­λέ­ξι Φθιώ­τι­δας. Γιος θε­α­τρί­νου, για τον ο­ποίο, α­πό ό,τι φαί­νε­ται, δεν υ­πάρ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία. Τέ­λειω­σε το γυ­μνά­σιο στη Λα­μία και η στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία συ­νέ­πε­σε με την Μι­κρα­σια­τι­κή εκ­στρα­τεία. Ο Ευ­θυ­μίου υ­πη­ρε­τού­σε στο εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα, που α­πο­βι­βά­στη­κε στη Σμύρ­νη τον Μάιο του 1919. Δυ­στυ­χώς, δεν υ­πάρ­χουν πλη­ρο­φο­ρίες α­πό ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο, πά­ντως, αρ­γό­τε­ρα, του α­πο­νε­μή­θη­κε με­τάλ­λιο αν­δρείας. Τε­λείω­σε τη Νο­μι­κή Σχο­λή, αλ­λά, το 1924, θέ­λη­σε να γρα­φτεί στην νε­οϊδρυ­θεί­σα Επαγ­γελ­μα­τι­κή Σχο­λή Θεά­τρου. Σύμ­φω­να με τον Θεό­δω­ρο Συ­να­δι­νό, τον έ­γρα­ψαν χω­ρίς ε­ξε­τά­σεις, για­τί τους έ­πει­σε και μό­νο με την εμ­φά­νι­σή του, τις γκρι­μά­τσες και τον τρό­πο που τό­νι­ζε τις λέ­ξεις. Απο­φοί­τη­σε με­τά τρία χρό­νια με ά­ρι­στα. Σε σχε­τι­κό λήμ­μα του Κώ­στα Γεωρ­γου­σό­που­λου, φοί­τη­σε στη σχο­λή α­πό το 1925 μέ­χρι το 1929, με δά­σκα­λους τον Φώ­το Πο­λί­τη, τον Σπύ­ρο Με­λά και τον Αι­μί­λιο Βεά­κη. Στη συ­νέ­χεια, α­πό το 1931 μέ­χρι το 1955, α­νή­κε στο δυ­να­μι­κό του Εθνι­κού Θεά­τρου.
Ο Μω­ραΐτης α­να­κα­λεί τις με­γα­λύ­τε­ρες α­πό τις ε­πι­τυ­χίες του τό­σο στο θέ­α­τρο ό­σο και στον κι­νη­μα­το­γρά­φο. Τη με­γά­λη α­πό­φα­ση να βγει στο ε­λεύ­θε­ρο θέ­α­τρο, ο Ευ­θυ­μίου την πή­ρε το 1955. Τε­λι­κά, γρά­φτη­κε στις δέλ­τους του θεά­μα­τος ως ο πιο α­ξια­γά­πη­τος α­φε­λής. Πέ­θα­νε, ό­πως και ο Λο­γο­θε­τί­δης, α­πό α­να­κο­πή καρ­διάς, στις 3 Μαΐου 1971. Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα πέ­θα­νε ο Σε­φέ­ρης. Το βι­βλίο του Μω­ραΐτη δεν εί­ναι μια στε­γνή κα­τα­γρα­φή. Ό,τι μπο­ρεί να χά­νει σε τεκ­μη­ρίω­ση και πλη­ρο­φο­ρίες, το κερ­δί­ζει με τους συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς τό­νους της α­φή­γη­σής του. Στα συν του βι­βλίου κα­τα­γρά­φε­ται και η ει­κο­νο­γρά­φη­ση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: