Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Ο στίχος έχει τη δική του ιστορία κάποιος τον έγραψε...

Ποιος στα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά χρό­νια μπο­ρεί να έ­μει­νε α­πα­θής και να μη ψέλ­λι­σε ή να μη χει­ρο­κρό­τη­σε σε συ­ναυ­λίες το τρα­γού­δι «Του ’παν θα βά­λεις το χα­κί/θα μπεις στην πρώ­τη τη γραμ­μή και ή­ρωας θα γί­νεις...»; Ή, πά­λι το ί­διο, αλ­λά αυ­τό πε­ρισ­σό­τε­ρο σε πο­λι­τι­κές συ­γκε­ντρώ­σεις και πο­ρείες δια­μαρ­τυ­ρίας, να πάλ­λε­ται συ­ναι­σθη­μα­τι­κά η α­τμό­σφαι­ρα, α­κού­γο­ντας στο δια­πα­σών α­π’ τα με­γά­φω­να το «Ο δρό­μος εί­χε τη δι­κή του ι­στο­ρία/κά­ποιος την έ­γρα­ψε στον τοί­χο με μπο­γιά./ Ήταν μια λέ­ξη μο­να­χά Ε­ΛΕΥ­ΘΕ­ΡΙΑ/κι έ­πει­τα εί­παν πως την έ­γρα­ψαν παι­διά...»;
Όσο α­φο­ρά τον συν­θέ­τη, εί­ναι μάλ­λον γνω­στός. Οι στί­χοι με­λο­ποιή­θη­καν α­πό τον πρόω­ρα χα­μέ­νο μου­σι­κο­συν­θέ­τη Μά­νο Λοΐζο και συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στον κύ­κλο τρα­γου­διών με τίτ­λο «Τα τρα­γού­δια του δρό­μου». Σε έ­ναν άλ­λο κύ­κλο τρα­γου­διών, «Η πό­λη μας», του Λου­κια­νού Κη­λα­η­δό­νη, συ­να­ντά­με έ­να ε­ξί­σου γνω­στό και πο­λυ­τρα­γου­δι­σμέ­νο, το «Άσπρη μαύ­ρη η φω­το­γρα­φία/εί­χε έ­να χα­μό­γε­λο μι­σό/Στο δε­ξί πλευ­ρό του η κυ­ρία/και στο στή­θος του έ­να φυ­λα­χτό./ Μ’ έ­να γα­ρύ­φαλ­λο α­νοι­χτό στο μέ­ρος της καρ­διάς/τα ση­μα­δεύουν τα παι­διά τής κά­θε γει­το­νιάς...»
Από μια η­λι­κία και ά­νω, αυ­τή κυ­ρίως που ταυ­τί­ζε­ται με την πο­λι­τι­κή έ­ξα­ψη της πρώ­της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής πε­ριό­δου, τα εν λό­γω τρα­γού­δια και, ως έ­να βαθ­μό, οι συν­θέ­τες που τα με­λο­ποίη­σαν α­να­κα­λού­νται εύ­κο­λα στη μνή­μη. Βρί­σκε­ται, ό­μως, τό­σο πρό­χει­ρα και α­να­κα­λεί­ται με την ί­δια ευ­κο­λία, ή έ­στω και με μι­κρό­τε­ρη, το ό­νο­μα του στι­χουρ­γού; Μάλ­λον ό­χι. Εί­τε δί­καιο εί­τε ά­δι­κο ο λό­γος εί­ναι α­πλός. Από τη μία η α­συ­να­γώ­νι­στη α­κτι­νο­βο­λία του ε­κά­στο­τε τρα­γου­δι­στή και α­πό την άλ­λη το με­ρί­διο δια­ση­μό­τη­τας, που μπο­ρεί να α­πο­λαμ­βά­νει ο συν­θέ­της, ε­πι­σκιά­ζουν το ό­νο­μα του τρί­του σκέ­λους, δη­λα­δή του στι­χουρ­γού. Έτσι, μέ­σα α­πό την τρια­δι­κό­τη­τα του κά­θε τρα­γου­διού ο στι­χουρ­γός βγαί­νει πά­ντα ο πιο α­δι­κη­μέ­νος. Υπάρ­χουν, βε­βαίως, ε­ξαι­ρέ­σεις στι­χουρ­γών με α­ντο­χή και σχε­τι­κή α­να­γνώ­ρι­ση α­πό έ­να ευ­ρύ κοι­νό, ό­πως, π.χ. Λευ­τέ­ρης Πα­πα­δό­που­λος, Μά­νος Ελευ­θε­ρίου και έ­νας-δύο α­κό­μη. Μό­νο που οι ε­ξαι­ρέ­σεις δεν τα­ρά­ζουν ού­τε α­να­τρέ­πουν την κα­θιε­ρω­μέ­νη ει­κό­να για τους υ­πό­λοι­πους στι­χουρ­γούς, που δεν εί­ναι λί­γοι. Εάν, μά­λι­στα, στους ζώ­ντες προ­σθέ­σου­με και τους τε­θνεώ­τες, τό­τε φτά­νουν να με­τρούν δε­κά­δες. Ανά­με­σα σ’ αυ­τούς συ­να­ντά­με αρ­κε­τές πε­ρι­πτώ­σεις, των ο­ποίων τους στί­χους ψελ­λί­σα­με κά­πο­τε εν­θου­σια­σμέ­νοι και ί­σως με νο­σταλ­γία να τους ψελ­λί­ζου­με μέ­χρι σή­με­ρα. Μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση εί­ναι η Κω­στού­λα Μη­τρο­πού­λου (Πει­ραιάς 1935 - Αθή­να 2004), στην ο­ποία α­νή­κουν οι τό­σο γνω­στοί στί­χοι, που μνη­μο­νεύ­σα­με πιο πά­νω.
Έτσι, ό­μως, στα ξαφ­νι­κά τη θυ­μη­θή­κα­με; Κα­θό­λου. Η α­δελ­φή της, Κά­τια Μη­τρο­πού­λου, συ­γκέ­ντρω­σε τους κα­τά και­ρούς με­λο­ποιη­μέ­νους στί­χους της και τους ε­ξέ­δω­σε σε έ­ναν τό­μο 360 σε­λί­δων με τίτ­λο «Τα τρα­γού­δια μου» (εκ­δό­σεις Μο­ντέρ­νοι Και­ροί, 2009). Εδώ, λοι­πόν, κα­τα­χω­ρεί­ται το σύ­νο­λο των στί­χων που έ­χουν με­λο­ποιη­θεί α­πό γνω­στούς συν­θέ­τες. Χρο­νο­λο­γι­κά, πρώ­τη στη σει­ρά το­πο­θε­τεί­ται η συμ­με­το­χή της Μη­τρο­πού­λου με ο­ρι­σμέ­νους στί­χους στον κύ­κλο τρα­γου­διών του Μά­νου Λοΐζου «Τα τρα­γού­δια του δρό­μου», το 1963. Το ε­πό­με­νο έ­τος έ­γρα­ψε το λι­μπρέ­το «Οδυσ­σέ­ας και Ναυ­σι­κά» σε μου­σι­κή Δη­μή­τρη Δρα­γα­τά­κη. Ακο­λου­θούν με­τά οι Χρή­στος Λε­ο­ντής, Γιάν­νης Μαρ­κό­που­λος, Λου­κια­νός Κη­λα­η­δό­νης, Χρή­στος Νι­κο­λό­που­λος και Σπύ­ρος Πα­πα­βα­σι­λείου. Στη χο­ρεία των λι­γό­τε­ρο γνω­στών συν­θε­τών, με τους ο­ποίους συ­νερ­γά­στη­κε, μπαί­νουν οι Ανα­κρέων Πα­πα­γεωρ­γίου, Γιώρ­γος Αλου­πο­γιάν­νης, Νί­κος Δα­νί­κας, Κώ­στας Μυ­λω­νάς, Άγγε­λος Σέ­μπος και Πά­νος Τρια­ντα­φυλ­λί­δης. Σ’ αυ­τήν την ο­μά­δα συν­θε­τών ε­ντάσ­σε­ται και έ­νας α­ριθ­μός με­λο­ποιη­μέ­νων στί­χων που α­κού­στη­καν μό­νο σε συ­ναυ­λίες. Με άλ­λα λό­για, δεν ευ­τύ­χη­σαν να κυ­κλο­φο­ρή­σουν σε δί­σκο. Πά­ντως, έ­να με­γά­λο πο­σο­στό, πά­νω α­πό το έ­να τρί­το του συ­νό­λου των στί­χων, εί­ναι με­λο­ποιή­σεις α­πό θε­α­τρι­κά έρ­γα. Πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για έ­να στοι­χείο που δεν πρέ­πει να μας ξε­νί­ζει, α­φού συ­νυ­φαί­νε­ται και α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο μέ­ρος της υ­πό­λοι­πης συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας της Μη­τρο­πού­λου.
Ευ­και­ρία, λοι­πόν, να υ­πεν­θυ­μί­σου­με ό­τι η Κω­στού­λα Μη­τρο­πού­λου μπο­ρεί, φαι­νο­με­νι­κά του­λά­χι­στον, να α­δι­κεί­ται ως στι­χουρ­γός, ω­στό­σο, αυ­τή η «α­δι­κία» α­ντι­σταθ­μί­ζε­ται. Πα­ρα­μέ­νει γνω­στή κυ­ρίως ως πε­ζο­γρά­φος και συγ­γρα­φέ­ας θε­α­τρι­κών έρ­γων. Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται με α­φη­γη­μα­τι­κά κεί­με­να στη φι­λο­λο­γι­κή σε­λί­δα της «Βρα­δυ­νής» το 1955 (= ε­πο­χή που την ε­πι­με­λεί­ται ο Μπά­μπης Κλά­ρας, μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός του Θα­νά­ση) και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, το 1958, εκ­δί­δει το πρώ­το της βι­βλίο, τη νου­βέ­λα «Η Χώ­ρα με τους ή­λιους». Την ί­δια πε­ρίο­δο, κά­που, δη­λα­δή, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ’60, έ­κα­νε ντε­μπού­το και ως θε­α­τρι­κή συγ­γρα­φέ­ας. Έκτο­τε και μέ­χρι το 2004, α­κο­λού­θη­σε μια πυ­κνή σει­ρά πε­ζών (μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, διη­γή­μα­τα, νου­βέ­λες) και θε­α­τρι­κών έρ­γων. Για την α­κρί­βεια, έ­χει εκ­δώ­σει συ­νο­λι­κά 47 τίτ­λους, ε­νώ με­τά θά­να­τον προ­στέ­θη­καν μα­ζί με «Τα τρα­γού­δια μου» άλ­λοι δύο. Αθροι­σμέ­νοι, δη­λα­δή τε­λι­κό σύ­νο­λο, με­τρά­με 49 τίτ­λους, α­ριθ­μός κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τος.
Ολο­κλη­ρώ­νο­ντας, να ση­μειώ­σου­με ό­τι στις μι­κρές ελ­λεί­ψεις του τό­μου πρέ­πει να κα­τα­χω­ρη­θεί η α­που­σία ε­νη­με­ρω­τι­κού προ­λο­γι­κού κει­μέ­νου. Επί­σης, σε ό,τι α­φο­ρά τα ε­πι­μέ­ρους, α­που­σιά­ζουν οι χρο­νο­λο­γίες με­λο­ποίη­σης των στί­χων και οι πρε­μιέ­ρες, ό­ταν πρό­κει­ται για θε­α­τρι­κά τρα­γού­δια. Πό­τε, για πα­ρά­δειγ­μα, πού και πό­σες α­κρι­βώς πα­ρα­στά­σεις μπο­ρεί να έ­δω­σε το χο­ρό­δρα­μα «Οδυσ­σέ­ας και Αφρο­δί­τη» σε μου­σι­κή Δη­μή­τρη Δρα­γα­τά­κη και μου­σι­κή διεύ­θυν­ση Αργύ­ρη Κου­νά­δη; Ού­τε, βέ­βαια, εί­ναι α­νά­ξια υ­πό­μνη­σης η πλη­ρο­φο­ρία το πό­σους δί­σκους μπο­ρεί να έ­χει α­ριθ­μη­τι­κά φτά­σει «Ο Δρό­μος» του Μά­νου Λοΐζου ή «Η πό­λη μας», του Λου­κια­νού Κη­λα­η­δό­νη ως τη στιγ­μή της έκ­δο­σης του τό­μου. Μπο­ρεί ως πλη­ρο­φο­ρίες να θεω­ρού­νται δευ­τε­ρεύου­σας ση­μα­σίας και α­βα­σά­νι­στα να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται πε­ριτ­τός φι­λο­λο­γι­σμός, έ­χουν, ό­μως, κά­ποια α­ξία, του­λά­χι­στον για αυ­τούς που με­λε­τούν με­θο­δι­κά τον το­μέα του ελ­λη­νι­κού τρα­γου­διού. Ενδέ­χε­ται, βε­βαίως, αυ­τές οι ε­πι­ση­μάν­σεις να ε­κλη­φθούν ως σχο­λα­στι­κι­σμός σε ε­που­σιώ­δεις α­δυ­να­μίες του τό­μου. Δεν α­πο­κλείε­ται, δη­λα­δή, να έ­χου­με πέ­σει σε μεμ­ψι­μοι­ρία, πα­ρα­βλέ­πο­ντας άλ­λα, πιο ου­σιώ­δη. Εάν τυ­χόν ι­σχύει, δι­κό μας λά­θος,
Πέ­τρος Κα­λα­βρός

Δεν υπάρχουν σχόλια: