Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

«Το Δέντρο» Τεύχος 169-170 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2009

Αφιέ­ρω­μα στον Γιάν­νη Ρί­τσο και με α­φορ­μή το φε­τι­νό ε­πε­τεια­κό έ­τος Ρί­τσου. Το τεύ­χος συ­νο­δεύε­ται α­πό CD, στο ο­ποίο το βα­ρύ πυ­ρο­βο­λι­κό της γε­νιάς του ’70, δε­κα­τέσ­σε­ρις τον α­ριθ­μό, και τρεις α­πό τις άλ­λες γε­νιές, Τί­τος Πα­τρί­κιος, Μά­νος Ελευ­θε­ρίου και Πα­ντε­λής Μπου­κά­λας, δια­βά­ζουν ποιή­μα­τά του. Στο κυ­ρίως σώ­μα του τεύ­χους, σα­ρά­ντα συγ­γρα­φείς γρά­φουν γι’ αυ­τόν. Ανά­με­σά τους, ο Τά­κης Σι­νό­που­λος και ο Αλέ­ξαν­δρος Αργυ­ρίου. Το κεί­με­νο του Σι­νό­που­λου εί­ναι α­πό­σπα­σμα κρι­τι­κής του για δύο ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του Ρί­τσου, «Μαρ­τυ­ρίες» και «12 ποιή­μα­τα για τον Κα­βά­φη», δη­μο­σιευ­μέ­νης στο πε­ριο­δι­κό «Επο­χές», Μάιο 1964: «... Εί­ναι λοι­πόν “χαλ­κέ­ντε­ρος” ο Ρί­τσος. Γρά­φει μι­κρά, αλ­λά και με­γά­λα ποιή­μα­τα. Και πολ­λά. Πρό­κει­ται για μια διη­νε­κή, α­στα­μά­τη­τη ποιη­τι­κή ε­νέρ­γεια...».
Το κεί­με­νο του Αργυ­ρίου, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ένας συ­νο­πτι­κός -α­πο­δει­κτι­κός; -λό­γος για τον Ρί­τσο», θέ­τει ως εκ­κί­νη­ση το ε­ρώ­τη­μα, για­τί έ­νας ποιη­τής σαν τον Ρί­τσο, που σή­με­ρα ό­λοι κα­τα­τάσ­σουν στους με­γά­λους της ποίη­σης, πριν ε­ξή­ντα χρό­νια, στον κύ­κλο του πε­ριο­δι­κού «Νέα Γράμ­μα­τα», α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν με συ­γκα­τά­βα­ση. Πα­ρα­θέ­τει, μά­λι­στα, και μια α­νά­μνη­σή του α­πό τον και­ρό της Κα­το­χής. Τό­τε, εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει η συλ­λο­γή ποιη­μά­των του Ρί­τσου «Δο­κι­μα­σία». “Ο Ελύ­της έ­λε­γε ό­τι την πρώ­τη φο­ρά που τη διά­βα­σε εν­θου­σιά­στη­κε, ό­μως, ό­ταν την ξα­να­διά­βα­σε α­πο­γο­η­τεύ­θη­κε.” Ο Αργυ­ρίου κά­νει την υ­πό­θε­ση πως αυ­τή η α­ντί­δρα­ση του Ελύ­τη ο­φει­λό­ταν “στα φθαρ­τά υ­λι­κά”, με τα ο­ποία εί­ναι κα­ταρ­τι­σμέ­νη η ποίη­ση του Ρί­τσου, ό­πως, άλ­λω­στε, και ε­κεί­νη του Κα­βά­φη. Γι’ αυ­τό, ο Ελύ­της αλ­λά και ο Σε­φέ­ρης δεν τα πή­γαι­ναν κα­λά με την ποίη­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού. Μια ποίη­ση με “φθαρ­τά υ­λι­κά” έ­δει­χνε “φθαρ­τή”. Στη συ­νέ­χεια ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του σε έ­να ποίη­μα ε­κεί­νης της συλ­λο­γής του Ρί­τσου, το «Άνε­μοι στα δει­λι­νά προά­στια». Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος προ­χω­ρά στην α­νά­λυ­ση του ποιή­μα­τος, κα­τα­με­τρώ­ντας τα ου­σια­στι­κά και τα ρή­μα­τα, που συ­νι­στούν “τους φο­ρείς ση­μα­σίας” του ποιή­μα­τος. Το πό­ρι­σμά του εί­ναι το υ­ψη­λό πο­σο­στό “φο­ρέων ση­μα­σίας” έ­να­ντι της γυ­μνό­τη­τας α­πό ε­πί­θε­τα του ποιή­μα­τος. Και κα­τα­λή­γει πως ο ποιη­τι­κός λό­γος του Ρί­τσου εί­ναι λι­τός και α­πέ­ριτ­τος. Πα­ρο­τρύ­νει να ε­ξε­τα­στεί η ποίη­ση του Ρί­τσου α­πό αυ­τήν την σκο­πιά. Δια­βλέ­πο­ντας μια ποίη­ση ο­ρα­μα­τι­κή, υ­ψη­λής στάθ­μης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: