Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

ιντιάνος ποιητής και το κτήμα στα Αππαλάχια Όρη

Γιώργης Παυλόπουλος "Γράμματα από την Αμερική" Πρόλογος-επιμέλεια Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος Εκδόσεις Γαβριηλίδης Μάρτιος 2008

Από τότε που διαβάσαμε τα γράμματα του Νίκου Καχτίτση στον Γιώργη Παυλόπουλο, μας είχε γεννηθεί η απορία τι σόι επιστολογράφος να είναι ο Παυλόπουλος. Γιατί μια αλληλογραφία δεν είναι παρά ένας διάλογος, όπου το ένα σκέλος προκαλεί ή και παρασύρει το άλλο σε εκμυστηρεύσεις. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι προφανές πως ο Παυλόπουλος δεν αναθέρμαινε απλώς τις κοινές αναμνήσεις τους αλλά ερέθιζε τις φαντασιώσεις του Καχτίτση, εισχωρώντας στον φανταστικό του κόσμο ή ίσως ορθότερα, πλάθοντάς τον από κοινού μαζί του. 1/4πως κι αν έχει, ο αφηγηματικός λόγος του Παυλόπουλου παρέμενε ανοιχτός σε υποθέσεις, όπως συμβαίνει πάντοτε με τους ποιητές, εκτός κι αν κρατούν ημερολόγιο ή αλληλογραφούν μετά μανίας, όπως ο Σεφέρης. 1/4μως, παρόλο που ο Παυλόπουλος θαύμαζε τον Σεφέρη και ως ένα βαθμό, επηρεάστηκε από το παράδειγμά του, "Μέρες" δεν φαίνεται να έχει γράψει, αν και με ορισμένους ανθρώπους, που αποφεύγουν την προβολή, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντως, το έχουμε πάρει απόφαση, πως επιστολές Παυλόπουλου προς Καχτίτση δεν θα διαβάσουμε. Ακόμη κι αν έχουν διασωθεί, θα πρέπει να βρίσκονται στα χέρια κληρονόμων, όπως και τα γράμματα του Καχτίτση προς Γονατά και λοιπούς παραλήπτες. Και ως γνωστόν, οι κληρονόμοι φυλάσσουν ως κέρβεροι τα κατάλοιπα των αποθανόντων. Κάτι σαν το χρυσό αυγό της ταλαίπωρης κότας που της έλαχε να συγγενέψει μαζί τους.
Στον "Οδυσσέα", εκείνο το περιοδικό, που μια παρέα από παιδιά φανατικά για γράμματα τύπωνε μέσα στην Κατοχή, όσο πρόλαβε πριν μπούνε τα Τάγματα Ασφαλείας στον Πύργο, δημοσιεύτηκαν τα πρώτα ποιήματα του Παυλόπουλου. Συνολικά τέσσερα, που μόνο εν μέρει διασώθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση, με τη σοδειά της τεσσαρακονταπενταετίας, 1943-1997. Από το π
, "Ο νεκρός Γ.Π.", στο τέταρτο τεύχος, Δεκέμβριο 1943, ο ε
στίχος και το δεύτερο μισό, στο ποίημα "Μετάσταση". Σε παραλλαγή το "Ερημόνησο" του διπλού τεύχους, άνοιξη 1944, μ

σημείωση, Φθινόπωρο 1943. Κ
από τα δυο ποιήματα του τελευταίου τεύχους, το πρώτο, "Στροφή θανάτου", κόπηκε, ενώ το δεύτερο, "Αποκαθήλωση" περισώθηκε, κι αυτό με ξεσκαρτάρισμα στίχων αλλά κρατώντας τον τίτλο του.

Στο περιοδικό, όμως, ο Παυλόπουλος δημοσίευσε και ένα διήγημα, "Το πουλάρι", με χρονολογία 1943. Ή
μάλιστα, η δεύτερη συνεργασία του, στο διπλό τεύχος, χειμώνα 1944. Έ
παράξενο ερωτικό παραμύθι, γραμμένο από ένα νέο, που τελικά προτίμησε να γίνει ποιητής. Ίσως, συνέτειναν όσα συνέβησαν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στα ποιήματα επανέρχεται το πουλάρι, άλογο πια, ενώ στα πεζόμορφα, ο αφηγητής μόλις που διακρίνεται. Κι έτσι έμενε ζητούμενο, πόσο παραμυθάς θα ήταν ο Παυλόπουλος, αν έρχονταν αλλιώς τα πράγματα και γινόταν πεζογράφος. Απρόσμενη η απάντηση, μας την προσφέρει έτερος ηλείος αλληλογράφος του, ο Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, με την έκδοση επιστολών του προς αυτόν. Ένα βιβλιάριο, που ανοίγει με προλογικό σημείωμα, τιτλοφορούμενο "στον αναγνώστη", κατά τη συνήθεια παλαιότερων καιρών, από όπου πληροφορούμεθα πως ο Παυλόπουλος, στον προφορικό του λόγο, είναι ένας συναρπαστικός και ακούραστος αφηγητής, πως διαθέτει την μαγική ικανότητα να καταλύει κάθε έννοια χρόνου και χώρου, προσδίδοντας και στα πιο απτά και απλά συμβάντα διαστάσεις μύθου. Επιπροσθέτως, μάλιστα, πως πρόκειται για έναν συστηματικό και ακαταπόνητο αλληλογράφο, ανεξάρτητα αν, μέχρι σήμερα, από όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, δεν έχει εκδοθεί κανένα επιστολικό του ίχνος.

Για του λόγου το ασφαλές, ο Παπαδημητρακόπουλος μας σερβίρει τρεις επιστολές του Παυλόπουλου εξ Αμερικής, σταλμένες προ είκοσι δύο ετών. Ακριβέστερα, φέρουν ημερομηνίες, 14.8.'85, 9.9.'85 και 7.10.'85, ενώ ως τ
γραφής τους, προσδιορίζεται, το Waynesboro, λατι
στο άνοιγμα των επιστολών, με διευκρινιστική σημείωση του επιμελητή πως πρόκειται για μικρή πόλη στη Βιρτζίνια των Ηνωμένων Πολιτειών, ακριβώς νότια της Ουάσινγκτον. 1/4πως φαίνεται, ο Παυλόπουλος, μετά της συζύγου του, με αφορμή μεταπτυχιακές σπουδές του γιου τους στο Πανεπιστήμιο του Μαίρυλαντ, έμεινε κοντά διόμιση μήνες στην Αμερική, όχι δίπλα στο Πανεπιστήμιο, ούτε στην Ουάσινγκτον αλλά στο "ήσυχο" Γουέϊνσμπορο, φιλοξενούμενοι του ψυχιάτρου Ντίνου Ηλιόπουλου. Φίλος τους, αλλά, για τον αναγνώστη, γνωστότερος ως καχτίτσειος ήρωας. Οι επιστολές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κάτι σαν ταξιδιωτικό στις ανατολικές πολιτείες. 1/4σο για τα του ταξιδιού στη Φλόριδα, που έκανε στη συνέχεια ο Παυλόπουλος, θα πρέπει να του τα αφηγήθηκε προφορικά, άμα τη επιστροφή του. Ένα συναρπαστικό, τω όντι, ταξιδιωτικό κι ας πρόκειται για μέρη, που δεν θα τα έλεγες και εξωτικά. 1/4μως, ως γνωστόν, το ταξιδιωτικό δεν το φτιάχνει ο τόπος αλλά η αφήγηση. Και ο Παυλόπουλος, δίνει στα μέρη από όπου περνά ή επισκέπτεται, από "τα πεύκα της Ρέας" μέχρι το κτήμα στα Αππαλάχια όρη, μυθικές διαστάσεις.

Στο πρώτο γράμμα, η ανιστόρηση της αναχώρησης και της άφιξης, όπου ανακατεύονται μνήμες από τον Καχτίτση του '50,
από το Σεσίλ της Κηφισιάς, παραμονεύοντας μια αινιγματική κυρία, με τις πρώτες εντυπώσεις από τον ιντιάνο ποιητή Ρόμπερτ Χεντ. Από μια άποψη, αυτός αποβαίνει ο κεντρικός ήρωας του ταξιδιωτικού ή τουλάχιστον, είναι αυτός που δίνει στις επίπεδες αμερικανικές πολιτείες, την τρίτη τους διάσταση, του χρόνου, τουτέστιν της ινδιάνικης παράδοσης. "Κοιλάδα των άπειρων άστρων" αποκαλείται στα ινδιάνικα η κοιλάδα, όπου βρίσκεται η πόλη του Γουέϊνσμπορο. Και ο Χεντ έχει γράψει ένα ποίημα για 1/4το Τρελό Άλογο, τον μεγάλο στρατηγό των Ιντιάνων1/2, που ξεκινά με το στίχο, "Από τότε που η Αμερική σκότωσε το Τρελό Άλογο / έκανε για πάντα το φάντασμά του αθάνατο".

Στο δεύτερο γράμμα, κατ' αρχήν εντυπώσεις από το σπίτι όπου φιλοξενείται ο Παυλόπουλος. Η οικία ενός συλλέκτη των πλέον ανόμοιων πραγμάτων, τόσο παράταιρων που λες, μήπως και τα επενόησε ο επιστολογράφος, επιζητώντας να εντυπωσιάσει τον παραλήπτη με έναν μπορχεσιανού τύπου κατάλογο. Άποψη που ενισχύεται από όσα ακολουθούν για το ξενοδοχειακό μεγαθήριο της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, όπου οι περιγραφές θυμίζουν αφήγημα επιστημονικής φαντασίας, καθώς, μάλιστα, "εν ενυπνίω", συνομιλεί μετά του Πόε. Απότομη προσγείωση, με τη θλιβερή είδηση του θανάτου του μικρότερου εξαδέλφου του, Σάκη Καράγιωργα, στις 17 Αυγούστου εκείνου του έτους, συγκάτοικού του στο υπόγειο της Ιωάννου Θεολόγου, στις αρχές του '50,
που φιλοξενούσε και τον Καχτίτση. Και ο Παυλόπουλος συνεχίζει με τα χειρόγραφα περιοδικά, τον "Ρίψασπι" και τον "Λωτό", που του είχε στείλει ο Καχτίτσης, χειμώνα του 1952, α
το Μόντρεαλ. Ή, ίσως και να του τα είχε δώσει πριν την αναχώρησή του, πάντως ήταν "επίτηδες γραμμένα" για τον φίλο του, τον Γιώργη, τα οποία όμως, ατύχησαν στα χέρια "βαθειά νυχτωμένων" φιλολόγων, όπως άλλωστε τόσο συχνά συμβαίνει.

Στο τρίτο γράμμα πρωταγωνιστεί ο Χεντ, Ιντιάνος από τη φυλή των Σόνυ, όπως διευκρινίζει ο Παυλόπουλος. Η πρώτη επαφή τους είχε γίνει με ένα γράμμα του στον Έλληνα ποιητή, που έγραψε "Το Κατώγι". Στην πρώτη τους συνάντηση, στο σπίτι του Ηλιόπουλου, ήπιαν Μπουτάρη και μίλησαν για ποίηση και για τους Ιντιάνους, κυρίαρχους μιας ολόκληρης ηπείρου που τους ξέκαναν. Ο Χεντ και η σύντροφός του είχαν έρθει από το Λούισμπουργκ της Δυτικής Βιρτζίνιας με ένα σαραβαλάκι, όπου ανέμιζε σημαία της Ελληνικής Επανάστασης. Η συνέχεια ήταν μια εκδρομή στο χτήμα του Χεντ. Εδώ, ο Παυλόπουλος προσθέτει ένα ακόμη χτήμα στη σειρά με τα μυθοποιημένα χτήματα. Αν και μακράν της ελληνικής επικράτειας, χαμένο στα Αππαλάχια, συγγενεύει, έστω και μόνο αφηγηματικά, με τα πελοποννήσια του Διονυσίου Κόκκινου και του Παπαδημητρακόπουλου ή και το ρουμελιώτικο του Χάρη Μαυρομάτη (ένας από τους ταλαντούχους εφετεινούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς).

Πλέον μυστηριώδες και επίφοβο προβάλλει το χτήμα του Χεντ, δίπλα σε αδιάβατο δάσος, με ένα "σπίτι αερικό", όπου τα αγρίμια μπαινοβγαίνουν και στο δοκάρι του καθιστικού σταφυλιάζει μια σφηκοφωλιά, σύμβολο ειρήνης στη φυλή του Χεντ. Ο οικοδεσπότης τούς επιδεικνύει αρχαία βέλη από οψιδιανή πέτρα και τους σερβίρει ένα γνήσια ινδιάνικο γεύμα. Ο φιλοξενούμενος ποιητής ανταποδίδει το φίλεμα, διαβάζοντας το ποίημα "Έρωτας", που αρχίζει με τους στίχους: "Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος / ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς..." Μετά, οι δυο ποιητές και ο συλλέκτης ψυχίατρος πήγαν δίπλα στο ποτάμι, εκεί που κάποτε άρχιζε το μονοπάτι των ξυλοκόπων. Θα πρέπει να νόμιζαν πως είχαν μπει μέσα στο ποίημα. Τι να απόγινε ο ιντιάνος ποιητής; Κατά τα άλλα, δεν αποκλείεται το βιβλιάριο να σηματοδοτεί την αρχή έκδοσης της επιστολογραφίας του Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλου, έτερου μυστήριου αλληλογράφου.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Πρός Ζόφον

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από

το δάσος

ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του

το λησμονάς

εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι

όνειρο το τσεκούρι μου

γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ' τον κορμό του χώθηκε

στα φύλλα

τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ' άνθη του ο ίσκιος του δροσιά

γυναίκας που μ' αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή

πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της

βάθαινα

μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα

του ονείρου ήταν

καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι

με το φίδι για σκοινί

εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς

η πελώρια πλώρη

έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.



Μ. Θεοδοσοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: