Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Ο κατά Γιατρομανωλάκη παπανδρεϊσμός

Γιώρ­γης Για­τρο­μα­νω­λά­κης «Το χρο­νι­κό
του Δα­ρείου»
Εκδό­σεις Ελλη­νι­κά Γράμ­μα­τα
Οκτώ­βριος 2008

Η πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος, συ­νο­λι­κά μια δε­κα­ε­τία και κά­τι μή­νες, χω­ρι­σμέ­νη σε δυο πε­ριό­δους, την θριαμ­βευ­τι­κή πρώ­τη, την α­πο­κα­λού­με­νη και ο­κτα­ε­τία της Αλλα­γής, και την ο­λι­γό­χρο­νη δεύ­τε­ρη, της ε­πα­νό­δου στην ε­ξου­σία, μα­ζί με την εν­διά­με­ση τε­τρα­ε­τία, ό­που και η δε­κά­μη­νη α­κρο­α­μα­τι­κή δια­δι­κα­σία, προ­σφέ­ρε­ται για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­με­τάλ­λευ­ση, κα­θώς θα μπο­ρού­σε να τρο­φο­δο­τή­σει ποι­κί­λα λο­γο­τε­χνι­κά και πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κά εί­δη, α­πό το πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα μέ­χρι την ε­ρω­τι­κή μυ­θι­στο­ρία ή και το δι­κα­στι­κό θρί­λερ. Κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, δε­δο­μέ­νης και της θε­α­τρι­κό­τη­τας, που χα­ρα­κτή­ρι­ζε τους πο­λι­τι­κούς ε­κεί­νων των χρό­νων, με πρώ­το και σε α­πό­στα­ση καλ­λί­τε­ρο τον Ανδρέα Πα­παν­δρέ­ου, εν­δεί­κνυ­ται και για φάρ­σα, που θα α­νέ­πτυσ­σε πε­ραι­τέ­ρω τα ουκ ο­λί­γα ε­πι­θεω­ρη­σια­κά νού­με­ρα, που εί­χε εμ­πνεύ­σει κα­τά τη διάρ­κειά της. Προ­πα­ντός, εί­ναι μια πε­ρίο­δος κα­τάλ­λη­λη, ό­πως, άλ­λω­στε, και ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες του πρό­σφα­του πο­λι­τι­κού βίου μας, για την καλ­λιέρ­γεια της σά­τι­ρας, εί­δους που δυ­στυ­χώς, δεν αν­θεί στα κα­θ’ η­μάς, πα­ρά μό­νο σε χον­δρο­ει­δείς εκ­φάν­σεις, πα­ρό­λο που θα μπο­ρού­σε να συ­νι­στά το ε­θνι­κό λο­γο­τε­χνι­κό μας προϊόν.
Από μια, ό­μως, δια­φο­ρε­τι­κή ο­πτι­κή, η, εν λό­γω, πα­παν­δρεϊκή πε­ρίο­δος α­ντεν­δεί­κνυ­ται για δια­κω­μώ­δη­ση, μια και οι πρω­τα­γω­νι­στές της, πλην των τεσ­σά­ρων α­πο­θα­νό­ντων και με­ρι­κών α­πό­μα­χων, ε­ξα­κο­λου­θούν να βρί­σκο­νται στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο και μά­λι­στα, ε­τοι­μά­ζο­νται για νέο γύ­ρο πρω­τα­γω­νι­στι­κών ρό­λων. Ύστε­ρα, ό­πως και κα­τά τη δη­μο­σίευ­ση αλ­λη­λο­γρα­φιών και λοι­πών προ­σω­πι­κών ντο­κου­μέ­ντων ε­νός α­πο­θα­νό­ντος, α­πο­τρε­πτι­κή δια­γρά­φε­ται και η ύ­παρ­ξη συγ­γε­νών και δη, πρώ­του βαθ­μού, που τυγ­χά­νουν και κρα­ταιοί. Με άλ­λα λό­για, ο ε­πί­δο­ξος σα­τι­ρι­στής θα πρέ­πει να έ­χει πε­ρίσ­σευ­μα τόλ­μης, για­τί, ό­πως λέει και ο λαός, δεν γί­νε­ται ο­με­λέ­τα, αν δεν σπά­σεις αυ­γά. Οπό­τε ο Γιώρ­γης Για­τρο­μα­νω­λά­κης, πα­ρό­λο που δια­θέ­τει την α­παι­τού­με­νη αιχ­μη­ρή γρα­φί­δα, α­πεκ­δύε­ται το ρό­λο του νέ­ου Ροΐδη, δι­στά­ζο­ντας να στή­σει έ­να γνή­σιο σα­τι­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πό αυ­τά που προ­σφέ­ρουν α­πό­λαυ­ση σε α­ρι­στο­κρά­τες και πλη­βείους της α­νά­γνω­σης. Αντ’ αυ­τού, προ­κρί­νει την πο­λι­τι­κή πα­ρω­δία, ε­στιά­ζο­ντας στην ι­δε­ο­λο­γία και το ύ­φος της πα­παν­δρεϊκής ε­πο­χής και συ­να­κό­λου­θα, της, ει­σέ­τι εν ε­νερ­γεία, πο­λι­τι­κής σχο­λής που δη­μιούρ­γη­σε. Επι­προ­σθέ­τως, α­πέ­χει μιας κα­θα­ρό­αι­μης μυ­θο­πλα­σίας, συν­θέ­το­ντας την πα­ρω­δία ό­χι ε­νός μυ­θι­στο­ρή­μα­τος αλ­λά ε­νός πο­λι­τι­κής υ­φής συγ­γράμ­μα­τος. Όπου, υ­πο­τι­θέ­με­νος συγ­γρα­φέ­ας του εί­ναι έ­νας υ­ψη­λό­βαθ­μος του κόμ­μα­τος, που, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, δεν κα­ζά­ντι­σε αλ­λά έ­μει­νε δια βίου α­φο­σιω­μέ­νος στον Αρχη­γό. Ένας α­γνός ι­δε­ο­λό­γος, με­τα­ξύ των πολ­λών, που το ΠΑ­ΣΟ­Κ, ό­πως λέ­γε­ται, προ­σπο­ρί­στη­κε α­πό τη λε­βε­ντο­μάν­να Αρι­στε­ρά. Ταυ­τό­χρο­να, ό­μως, και για τις α­νά­γκες της πα­ρω­δίας, α­φε­λής και α­πο­νή­ρευ­τος α­φη­γη­τής.
Εκ πρώ­της ό­ψεως, δε­δο­μέ­νου αυ­τού του θε­μα­τι­κού πλαι­σίου, εκ­πλήσ­σει έ­να ε­ξώ­φυλ­λο, με πί­να­κα της Σού­ζαν Χέρ­μπερ­τ, μο­να­δι­κής με­λε­τή­τριας και ζω­γρά­φου με ει­δί­κευ­ση στις γά­τες, στον ο­ποίο ει­κο­νί­ζο­νται έ­νας ιπ­πό­της γά­τος και τρεις πρι­γκι­πι­κές γα­τού­λες. Ήδη, ό­μως, στην πρώ­τη σε­λί­δα, ε­ξη­γεί­ται η ε­πι­λο­γή, η ο­ποία και δια­σα­φη­νί­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω στο πέ­μπτο κε­φά­λαιο. Σε­βό­με­νος ο συγ­γρα­φέ­ας την μα­κρά ευ­ρω­παϊκή πα­ρά­δο­ση, που θέ­λει το μυ­θι­στό­ρη­μα να ξε­κι­νά με την εύ­ρε­ση πα­λαιού χει­ρο­γρά­φου, ε­πι­νο­εί έ­να φυλ­λά­διο αι­γυ­πτιώ­τη ι­στο­ρι­κού, στο ο­ποίο α­πο­κα­λύ­πτε­ται πως στην Πε­λο­πόν­νη­σο, κα­τά την πρω­το­ελ­λα­δι­κή πε­ρίο­δο, υ­πήρ­χε αυ­τόχ­θων φυ­λή με το­τέμ τον Άνδρα-Γά­το, ά­κρως ε­ρω­τι­κό ό­πως η α­ντί­στοι­χη γα­τό­μορ­φη αι­γυ­πτια­κή θεό­τη­τα. Ευ­φυέ­στα­τη ι­δέα, κα­θώς δια­κω­μω­δεί την προ­σή­λω­ση των Ελλή­νων στις αρ­χαίες ρί­ζες τους, α­νυ­ψώ­νο­ντας, ταυ­τό­χρο­να, τον γε­νέ­θλιο τό­πο των Πα­παν­δρέ­ου και πλεί­στων άλ­λων ε­πι­φα­νών σε πρώ­τη πο­λι­τι­στι­κή κοι­τί­δα. Μό­νο που ε­μάς πε­ρισ­σό­τε­ρο μας προ­βλη­μά­τι­σαν οι ρί­ζες αυ­τής κα­θε­αυ­τής της έ­μπνευ­σης. Στις ε­πό­με­νες, ό­μως, σε­λί­δες, που ο Αρχη­γός δω­ρί­ζει γρα­βά­τες στους συ­ντρό­φους του προς συ­μπλή­ρω­ση του βε­στια­ρίου τους, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ή­ταν λαϊκά παι­διά, λύ­θη­κε η α­πο­ρία μας, κα­θώς μας ήρ­θε στο νου το δη­μο­φι­λές ά­σμα της ε­πο­χής, “εί­ναι γά­τα εί­ναι γά­τα / ο ψη­λός με τη γρα­βά­τα.” Όπως και να έ­χει, ο Αρχη­γός α­να­κα­λύ­πτει στο πα­λαιό φυλ­λά­διο μια φι­λο­σο­φι­κή θεώ­ρη­ση που τον εκ­φρά­ζει, τον προϊστο­ρι­κό “γα­τα­νι­σμό”, και την υιο­θε­τεί αυ­θω­ρεί και πα­ρα­χρή­μα, κα­θι­στώ­ντας ταυ­τό­χρο­να θεό­πε­μπτο το κί­νη­μά του. Από την πλευ­ρά του, δό­λιος ο συγ­γρα­φέ­ας, α­φε­νός μεν ε­πι­τυγ­χά­νει μια ά­κρως ε­πι­θυ­μη­τή συ­νή­χη­ση με τον σα­τα­νι­σμό, α­φε­τέ­ρου α­πο­φεύ­γει να σπι­λώ­σει τον πά­ντο­τε ιε­ρό σο­σια­λι­σμό και τα πα­ρά­γω­γά του, δια της α­να­φο­ράς τους σε πα­ρω­δία. Πά­ντως, ο ί­διος ι­σχυ­ρί­στη­κε σε συ­νέ­ντευ­ξή του, πως ξε­κί­νη­σε να γρά­φει μια ι­στο­ρία με γά­τες, ως πο­λι­τι­κή αλ­λη­γο­ρία α­λά Τζώρτζ Όργουε­λ, στην πο­ρεία ό­μως άλ­λα­ξε γνώ­μη ή και μπο­ρεί να μη του βγή­κε.
Όπως και να έ­χει, στο α­πυ­ρό­βλη­το μέ­νει, ε­κτός του σο­σια­λι­σμού, και η οι­κο­γέ­νεια Πα­παν­δρέ­ου, α­φού α­φαι­ρεί­ται α­πό το βίο και την πο­λι­τεία του Αρχη­γού ο­τι­δή­πο­τε, ε­κεί­να τα χρό­νια, σκαν­δά­λι­σε το πα­νελ­λή­νιο και κα­τ΄ ε­πέ­κτα­ση, θα προ­σφε­ρό­ταν για δια­κω­μώ­δη­ση. Ο ή­ρωας του βι­βλίου εί­ναι α­νύ­πα­ντρος και ά­κλη­ρος, με πολ­λές, κα­τά και­ρούς, ε­ρω­μέ­νες, ό­πως άλ­λω­στε ο κά­θε γο­η­τευ­τι­κός και ε­πι­φα­νής άν­δρας, αλ­λά με μία και μο­να­δι­κή α­γα­πη­μέ­νη. Αυ­τή η ε­κλε­κτή της καρ­διάς του, πλα­σμέ­νη κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση της τρί­της συ­ζύ­γου που ευ­τύ­χη­σε να α­πο­κτή­σει ο Ανδρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου, δε­δο­μέ­νης της πα­ραλ­λαγ­μέ­νης μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά οι­κο­γε­νεια­κής κα­τά­στα­σης του Αρχη­γού, κα­τα­λή­γει α­πο­κα­θαρ­μέ­νη του ψό­γου, πως ξε­μυά­λι­σε πα­ντρε­μέ­νο και δη, οι­κο­γε­νειάρ­χη, προ­βάλ­λο­ντας ως η ι­δα­νι­κή σύ­ντρο­φος στον Αγώ­να αλ­λά και στην κλί­νη. Μά­λι­στα, το μυ­θι­στό­ρη­μα α­νοί­γει με το πάρ­τυ των γε­νε­θλίων της, ό­που ο συγ­γρα­φέ­ας εν­δί­δει στον πει­ρα­σμό και δια­σώ­ζει έ­να μο­να­δι­κό πραγ­μα­τι­κό εν­στα­ντα­νέ: Η η­ρωί­δα ταΐζει τον Αρχη­γό, με α­ση­μέ­νιο κου­τα­λά­κι, το πρώ­το κομ­μά­τι α­πό την τούρ­τα. Των γε­νε­θλίων στο μυ­θι­στό­ρη­μα, τη γα­μή­λια, τον Ιού­λιο του 1989. Ασή­μα­ντη η δια­φο­ρά, α­φού με­ταγ­γί­ζε­ται το με­γα­λείο και η συ­γκί­νη­ση μιας στιγ­μής, που χα­ρά­χτη­κε στο συλ­λο­γι­κό υ­πο­συ­νεί­δη­το. Ακό­μη και το ό­νο­μα της η­ρωί­δας ε­ξυ­ψώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας, κα­θώς φαί­νε­ται πως α­κρο­βά­τη­σε συ­νειρ­μι­κά α­πό το Δή­μη­τρα στον Δη­μή­τρη Ρο­δό­που­λο, λό­γω και του ε­πε­τεια­κού έ­τους Κα­ρα­γά­τση, για να κα­τα­λή­ξει στο Μί­τια.
Κα­τά τα άλ­λα, ό­λοι οι ή­ρωες α­να­φέ­ρο­νται με τα συ­νω­μο­τι­κά πα­ρω­νύ­μια, που εί­χαν τον και­ρό της πα­ρα­νο­μίας, μια και το κί­νη­μα, τό­σο το φα­ντα­στι­κό ό­σο άλ­λω­στε και το πραγ­μα­τι­κό, εκ­κο­λά­φθη­κε στα χρό­νια της ε­πτα­ε­τούς Δι­κτα­το­ρίας. Έτσι προέ­κυ­ψε και το Δα­ρείος για τον Αρχη­γό. Αναμ­φι­βό­λως, εύ­στο­χο, α­φού και οι δυο, ο Ανδρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου και ο Δα­ρείος ο Μέ­γας, και για την α­να­συ­γκρό­τη­ση της χώ­ρας μόχ­θη­σαν και Αυ­λή ευ­νοου­μέ­νων δη­μιούρ­γη­σαν πέ­ριξ αυ­τών, πέ­ραν του γε­γο­νό­τος, πως και οι δυο ευ­τύ­χη­σαν να α­πο­κτή­σουν γιους και με­τα­ξύ αυ­τών, τον προ­νο­μιού­χο διά­δο­χο. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, ό­πως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, το συ­γκε­κρι­μέ­νο κοι­νό ση­μείο α­πα­λεί­φε­ται στην μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή εκ­δο­χή. Ενώ, για να το­νι­στεί η ο­μοιό­τη­τα του ή­ρωα με τον Δα­ρείο, έ­να ό­νει­ρο προ­α­ναγ­γέλ­λει και τη δι­κή του ά­νο­δο στην ε­ξου­σία. Ωστό­σο, τε­λι­κά, πι­στεύου­με πως το πα­ρω­νύ­μιο α­πο­βαί­νει α­τυ­χές. Και θα συμ­φω­νή­σει μα­ζί μας ο συγ­γρα­φέ­ας, α­φού, στο ει­σα­γω­γι­κό ση­μείω­μά του, το­νί­ζει πως έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πρέ­πει να εί­ναι συ­νε­πές προς την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που το ί­διο δη­μιουρ­γεί. Όμως ο ή­ρωας, α­γω­νί­ζε­ται για ό,τι α­πο­κα­λεί “ελ­λη­νο­ποίη­ση” του Έθνους ή, κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή δια­τύ­πω­ση, “την ε­πι­στρο­φή των Ελλή­νων στην Ελλά­δα”, ει­ση­γού­με­νος, ού­τε λί­γο ού­τε πο­λύ, την α­να­γρα­φή, δί­πλα στο ό­νο­μα κά­θε χω­ριού και πό­λης της λέ­ξης Ελλάς. Πώς, λοι­πόν, θα ή­ταν πο­τέ δυ­να­τόν έ­νας τέ­τοιος ελ­λη­νό­φρων η­γέ­της –Ελλη­να­ράς κα­τά την τρέ­χου­σα λα­λου­μέ­νη– να ε­πι­λέ­ξει ως πα­ρω­νύ­μιο το Δα­ρείος; Αδό­κι­μο δεί­χνει α­κό­μη και στο πλαί­σιο της πα­ρω­δίας, ό­που θα ταί­ρια­ζε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τι σαν το Μέ­γας Αλέ­ξαν­δρος ή, α­κό­μη καλ­λί­τε­ρα, το Κο­λο­κο­τρώ­νης, που δια­σώ­ζει και την πελο­ποννήσια ε­ντο­πιό­τη­τα του Αρχη­γού.
Όπως και να ο­νο­μά­ζε­ται ο ή­ρωας, Δα­ρείος ή Κο­λο­κο­τρώ­νης, το “χρο­νι­κό” του α­παρ­τί­ζε­ται α­πό εί­κο­σι ε­πτά σχε­τι­κά σύ­ντο­μα κε­φά­λαια πρω­το­πρό­σω­πης α­νι­στό­ρη­σης, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται α­κό­μη τρία, πα­ρέμ­βλη­τα ως ι­ντερ­μέ­δια, σε τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, που πα­ρα­κο­λου­θούν τη δι­κή του ο­πτι­κή γω­νία. Αυ­τά δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση πα­ρω­δίας ε­σω­τε­ρι­κού μο­νό­λο­γου, με στό­χο, να σκια­γρα­φη­θεί η οίη­ση αλ­λά και η μο­να­ξιά που βιώ­νει έ­νας η­γέ­της, τα μά­λα τρι­φυ­λός και ο­λί­γον φι­λό­μου­σος. Όσο για το κυ­ρίως σώ­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, πα­ρό­λο που ε­πι­γρά­φε­ται χρο­νι­κό, ού­τε τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά των συμ­βά­ντων κρα­τεί ού­τε στις αι­τιώ­δεις σχέ­σεις τους δί­νει την πα­ρα­μι­κρή προ­σο­χή, κα­θώς ο γρά­φων φαί­νε­ται να κα­τέ­χε­ται α­πό έ­ναν λα­τρευ­τι­κό οί­στρο. Γι’ αυ­τό και διη­γεί­ται με συ­νε­χή πι­σω­γυ­ρί­σμα­τα την ά­νο­δο του Δα­ρείου στην Εξου­σία, φθά­νο­ντας μέ­χρι το θά­να­τό του σε πο­λύ βα­θιά γε­ρά­μα­τα, ε­νώ μό­λις που μνη­μο­νεύει την πτώ­ση του κι­νή­μα­τος, πι­θα­νώς και μη θέ­λο­ντας να μαυ­ρί­σει τις ψυ­χές των χι­λιά­δων ο­πα­δών του.
Ο Για­τρο­μα­νω­λά­κης, με τη γνω­στή παι­γνιώ­δη διά­θε­ση, πλά­θει κά­τι σαν η­ρωι­κό πα­ρα­μύ­θι, με κα­κές μά­γισ­σες, το Πα­λά­τι και τη Χού­ντα, και δρά­κους, την Δε­ξιά και την Αρι­στε­ρά, ό­που τα σλό­γκαν του ΠΑ­ΣΟΚ και η φρα­σε­ο­λο­γία του φαί­νε­ται σαν να πυ­ρο­δο­τούν τα κω­μι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα του Αρχη­γού και των συ­ντρό­φων του. Όσο για το κρι­τι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του συγ­γρα­φέα, αυ­τό φαί­νε­ται να βρί­σκει διέ­ξο­δο στα α­κρω­νύ­μια, τα ο­ποία πλη­θαί­νουν α­πό κε­φά­λαιο σε κε­φά­λαιο, γι’ αυ­τό και στο τέ­λος του βι­βλίου α­να­γκά­ζε­ται να πα­ρα­θέ­σει σχε­τι­κό κα­τά­λο­γο, μην και χά­σει ο α­να­γνώ­στης τον μπού­σου­λα. Ένα παι­χνί­δι, που, πι­θα­νώς, και να μην βρει α­πή­χη­ση στις η­μέ­ρες μας, που η μνή­μη έ­χει ε­πι­κίν­δυ­να βρα­χυν­θεί. Για πα­ρά­δειγ­μα, το κί­νη­μα α­πό το ο­ποίο προήλ­θε το κόμ­μα του “γα­τα­νι­σμού”, δεν α­πο­κα­λεί­ται ΠΑΚ ή έ­στω, κά­τι πα­ρα­πλή­σιο, αλ­λά ΠΑΑ­Μ, μάλ­λον ως ε­πί­τα­ση του άλ­λο­τε πο­τέ ΠΑΜ. Επί­σης, ε­κεί­νο το πα­λαιό προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το, πα­νελ­λή­νιος, που συ­νη­θι­ζό­ταν και προ­σώ­ρας συ­νε­χί­ζει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται στα πά­σης φύ­σεως αρ­κτι­κό­λε­ξα, στο μυ­θι­στό­ρη­μα έ­χει α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό το πα­νε­θνι­κός. Το δί­χως άλ­λο, η­θε­λη­μέ­νος α­να­χρο­νι­σμός, α­φού, ως γνω­στόν, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα προέ­κυ­ψε η πρε­μού­ρα των ε­θνι­κι­σμών. Με άλ­λα λό­για, ο Για­τρο­μα­νω­λά­κης, έ­νας δια­νοού­με­νος συγ­γρα­φέ­ας, φι­λο­τε­χνεί μια πα­ρω­δία για πε­ριο­ρι­σμέ­νο α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Πα­ρα­δό­ξως, και πα­ρά την υ­περ­βο­λή, που ε­πι­βάλ­λει η πα­ρω­δία, ο Αρχη­γός μέ­νει μα­κράν της κα­ρι­κα­τού­ρας. Ένας υ­πέ­ρο­χος ε­ρα­στής και Μεσ­σίας, ό­πως και το πρό­τυ­πό του για με­γά­λη με­ρί­δα γη­γε­νών. Αντι­θέ­τως, τα βέ­λη της συγ­γρα­φι­κής χλεύης στρέ­φο­νται ε­να­ντίον του ελ­λη­νι­κού λα­ού, για­τί πο­θεί χα­ρι­σμα­τι­κούς η­γέ­τες. Λες και αυ­τός ο έρ­μος δεν δι­καιού­ται μιας ε­λά­χι­στης α­ντα­μοι­βής για την, έ­τσι και αλ­λιώς, δε­δο­μέ­νη ε­ξα­πά­τη­σή του.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

2 σχόλια:

EKT είπε...

Χθές μεσημέρι, περίπου την ώρα που αναρτήσατε την πολύ ενδιαφέρουσα κριτική σας, έπεσε στα χέρια μου το "Χρονικό του Δαρείου". Διάβασα αποσπασματικά κάποια κεφάλαια και ομολογώ πως απήλαυσα το παιχνίδισμα της γλώσσας, που θύμιζε αρκετά με τον υπολανθάναντα σαρκασμό του Ροϊδη. Βρήκα όμως κουραστική τη συνεχή χρήση των ακρωνυμίων,ειδικά για τους μη μυημένους, τους μη διαθέτοντας "ειδικές ιστορικές γνώσεις"
ΕΚΤ Ελένη

VITA MI BAROUAK είπε...

Όσοι πίστευαν στην Αλλαγή,
Και ήταν πραγματικοί σοσιαλιστές
Όταν είδαν το ΠΑΣΟΚ να Αλλάζει,
Άλλαξαν κόμμα...