Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Παρεκκλίνουσες και εκκεντρικές συμπεριφορές

Μι­σέλ Φου­κώ «Οι μη κα­νο­νι­κοί.
Πα­ρα­δό­σεις στο Κο­λέ­γιο
της Γαλ­λίας, 1974-1975»
Με­τά­φρα­ση:
Σω­τή­ρης Σια­μαν­δού­ρας

Εκδό­σεις Εστίας Ιού­λιος 2010

Με­γά­λη, α­προσ­διό­ρι­στη και συ­γκε­χυ­μέ­νη χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Μι­σέλ Φου­κώ την οι­κο­γέ­νεια των “anormaux” - στα ελ­λη­νι­κά α­νώ­μα­λων - στο βι­βλίο του, που πρό­σφα­τα με­τα­φρά­στη­κε και το ο­ποίο προέ­κυ­ψε α­πό την με­τα­γρα­φή των σχε­τι­κών πα­ρα­δό­σεών του στο Κολ­λέ­γιο της Γαλ­λίας. Ο Φου­κώ ε­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής στο Κολ­λέ­γιο στις 12 Απρι­λίου 1970, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την έ­δρα του Ζαν Υππο­λί­τ, που εί­χε πε­θά­νει το προ­η­γού­με­νο έ­τος, σε η­λι­κία 59 ε­τών. Το 1970, ο Φου­κώ ή­ταν 44 ε­τών και κρά­τη­σε την έ­δρα μέ­χρι το θά­να­τό του, στις 25 Ιου­νίου 1984, ό­ταν συ­μπλή­ρω­νε τα 58. Πρό­κει­ται για την έ­δρα της Ιστο­ρίας της φι­λο­σο­φι­κής σκέ­ψης, που, τό­τε, με­το­νο­μά­στη­κε σε Ιστο­ρία των συ­στη­μά­των σκέ­ψης. Ο Φου­κώ άρ­χι­σε να δι­δά­σκει στην με­το­νο­μα­σθεί­σα έ­δρα α­πό τον Ια­νουά­ριο του 1971. Οι πα­ρα­δό­σεις εί­χαν τη μορ­φή δη­μό­σιων δια­λέ­ξεων. Γί­νο­νταν κά­θε Τε­τάρ­τη και διαρ­κού­σαν τρεις μή­νες, δη­λα­δή έως τα τέ­λη Μαρ­τίου. Μέ­χρι το θά­να­τό του, ο Φου­κώ συ­μπλή­ρω­σε δε­κα­τρία χρό­νια πα­ρα­δό­σεων, κα­θώς υ­πήρ­ξε έ­να εν­διά­με­σο κε­νό, το 1977, που α­που­σία­σε με εκ­παι­δευ­τι­κή ά­δεια. Τα κεί­με­να των πα­ρα­δό­σεων α­πο­μα­γνη­το­φω­νή­θη­καν και το 1997 άρ­χι­σε η α­νά α­κα­δη­μαϊκό έ­τος αυ­το­τε­λής έκ­δο­σή τους.
Κά­θε Ιού­νιο ο Φου­κώ δη­μο­σίευε μια σύ­νο­ψη των πα­ρα­δό­σεων της χρο­νιάς στην ε­πε­τη­ρί­δα του Κολ­λε­γίου της Γαλ­λίας. Αυ­τή η α­να­δρο­μι­κή, κα­τά κά­ποιο τρό­πο, πα­ρου­σία­ση του θέ­μα­τος, που τον εί­χε α­πα­σχο­λή­σει στη διάρ­κεια του α­κα­δη­μαϊκού έ­τους, δη­μο­σιεύε­ται, σε κά­θε τό­μο, με­τά τα κεί­με­να των πα­ρα­δό­σεων, τα ο­ποία συ­νο­δεύο­νται α­πό ση­μειώ­σεις, βα­σι­σμέ­νες στις σω­ζό­με­νες ση­μειώ­σεις του ί­διου. Επί­σης, στο τέ­λος κά­θε τό­μου, οι γάλ­λοι ε­πι­με­λη­τές πα­ρα­θέ­τουν έ­να κεί­με­νο, το ο­ποίο το­πο­θε­τεί τις πα­ρα­δό­σεις στο πλαί­σιο του συ­νο­λι­κού έρ­γου του Φου­κώ, δί­νο­ντας, ταυ­τό­χρο­να, τα κρι­τή­ρια και τις λύ­σεις, που ε­κεί­νοι υιο­θέ­τη­σαν κα­τά τη με­τα­γρα­φή τους.
Στα ελ­λη­νι­κά έ­χουν με­τα­φρα­στεί, πριν α­πό χρό­νια το ε­ναρ­κτή­ριο μά­θη­μα του 1970 «Η τά­ξη του λό­γου» και το 2002 οι πα­ρα­δό­σεις του α­κα­δη­μαϊκού έ­τους 1975-76, με τίτ­λο, «Για την υ­πε­ρά­σπι­ση της κοι­νω­νίας». Εφέ­τος, ο πρό­σφα­τος τό­μος α­φο­ρά το προ­η­γού­με­νο α­κα­δη­μαϊκό έ­τος, 1974-75. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο τό­μος των πα­ρα­δό­σεων του 1973-74, τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Ψυ­χια­τρι­κή δύ­να­μη». Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι του­λά­χι­στον οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι τρεις τό­μοι α­πο­τε­λούν θε­μα­τι­κά μια ε­νό­τη­τα και θα έ­πρε­πε, προς διευ­κό­λυν­ση του Έλλη­να α­να­γνώ­στη, να εί­χαν εκ­δο­θεί σύμ­φω­να με τη χρο­νο­λο­γι­κή διά­τα­ξη των πα­ρα­δό­σεων. Στον πρό­σφα­το τό­μο δεν προ­βλέ­πε­ται κά­ποια ει­σα­γω­γή ή ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα ει­δι­κά για την ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση. Ανά­με­σα στο κυ­ρίως έρ­γο του Φου­κώ και τις πα­ρα­δό­σεις υ­πάρ­χει ά­με­ση σχέ­ση. Ει­δι­κά ο πρό­σφα­τος τό­μος συγ­γε­νεύει με την «Ιστο­ρία της τρέ­λας στην κλα­σι­κή ε­πο­χή». Ο γαλ­λι­κός τίτ­λος του α­πο­δό­θη­κε ως «Οι μη κα­νο­νι­κοί», ό­σοι δη­λα­δή πα­ρα­βαί­νουν τον κα­νό­να, που δεν εί­ναι α­κρι­βές συ­νώ­νυ­μο ε­κεί­νων που πα­ρεκ­κλί­νουν α­πό ό,τι θεω­ρεί­ται ο­μα­λό, φυ­σιο­λο­γι­κό. Ωστό­σο, οι α­πα­ξιω­τι­κές συν­δη­λώ­σεις της λέ­ξης α­νώ­μα­λος, την κα­θι­στά, προ­φα­νώς, α­κα­τάλ­λη­λη για τίτ­λο βι­βλίου.
Για να στη­ρί­ξει ο Φου­κώ τις στο­χα­στι­κές του διε­ρευ­νή­σεις πά­νω σε έ­να θέ­μα, χρη­σι­μο­ποιεί την με­θο­δο­λο­γία της αρ­χαιο­λο­γίας, δη­λα­δή προ­χω­ρά συ­γκρί­νο­ντας τους τρό­πους σκέ­ψης δια­φο­ρε­τι­κών πε­ριό­δων. Γι' αυ­τό και το κομ­βι­κό σύγ­γραμ­μά του, που εκ­δί­δει το 1969, το τιτ­λο­φο­ρεί, «Η αρ­χαιο­λο­γία της γνώ­σης». Στο πρό­σφα­το βι­βλίο, δη­μο­σιεύο­νται έ­ντε­κα πα­ρα­δό­σεις. Στο τέ­λος της πρώ­της, προσ­διο­ρί­ζει ως α­ντι­κεί­με­νό τους την αρ­χαιο­λο­γία των τρό­πων και τε­χνι­κών κα­νο­νι­κο­ποίη­σης, κα­θώς και των ε­ξου­σιών, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό αυ­τήν. Ωστό­σο, η πρώ­τη πα­ρά­δο­ση δεν α­φο­ρά τους “μη κα­νο­νι­κούς” αλ­λά τις ια­τρο­δι­κα­στι­κές πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νες. Όπως πα­ρα­τη­ρούν οι γάλ­λοι ε­πι­με­λη­τές, το με­γά­λο τα­λέ­ντο του Φου­κώ ή­ταν να συν­δέει δια­γω­νίως, δη­λα­δή πλα­γίως, την ι­στο­ρία με την ε­πι­και­ρό­τη­τα. Και πράγ­μα­τι, ξε­κι­νά τις πα­ρα­δό­σεις δια­βά­ζο­ντας δυο ψυ­χια­τρι­κές γνω­μα­τεύ­σεις: Η πρώ­τη του 1955, α­φο­ρά μια γυ­ναί­κα, που σκό­τω­σε την κό­ρη της, και διε­ρευ­νά­ται η η­θι­κή συ­νε­νο­χή του ε­ρα­στή της. Η δεύ­τε­ρη του 1973 α­φο­ρά τρεις ο­μο­φυ­λό­φι­λους, που κα­τη­γο­ρού­νται για κλο­πή και εκ­βια­σμό. Ο Φου­κώ ε­πι­διώ­κει να δεί­ξει ό­τι αυ­τές οι γνω­μα­τεύ­σεις, που συ­νι­στούν ε­ξου­σια­στι­κό λό­γο, α­φού ε­πη­ρεά­ζουν τις δι­κα­στι­κές α­πο­φά­σεις, εί­ναι κα­τά κα­νό­να, α­στείες στις α­πο­φάν­σεις τους, ό­πως α­πο­δει­κνύουν και τα γέ­λια του α­κρο­α­τη­ρίου του. Με­τά θυ­μί­ζει τον να­πο­λεό­ντειο νό­μο του 1810, που ει­σά­γει τον ψυ­χία­τρο για να διευ­κρι­νι­σθεί κα­τά πό­σο έ­να ά­το­μο που τε­λεί ε­γκλη­μα­τι­κή ε­νέρ­γεια εί­ναι ή ό­χι σε κα­τά­στα­ση πα­ρα­φρο­σύ­νης. Μια θε­τι­κή γνω­μά­τευ­ση σή­μαι­νε ό­τι δεν μπο­ρού­σε να θεω­ρη­θεί ως υ­πεύ­θυ­νο της πρά­ξης. Συν τω χρό­νω, ό­μως, η ψυ­χια­τρι­κή πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη πέ­ρα­σε α­πό την πρά­ξη στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του α­τό­μου και α­πό το ί­διο το α­δί­κη­μα στον τρό­πο ύ­παρ­ξης, φτά­νο­ντας να πα­ρου­σιά­ζει αυ­τόν τον τρό­πο ύ­παρ­ξης ως ταυ­τό­ση­μο με το α­δί­κη­μα σε μια γε­νι­κευ­μέ­νη μορ­φή, που α­ντα­να­κλά­ται στη συ­μπε­ρι­φο­ρά του α­τό­μου. Έτσι δη­μιουρ­γή­θη­κε έ­να ψυ­χο­λο­γι­κο­η­θι­κό α­νά­λο­γο του α­δι­κή­μα­τος και η πα­ρά­βα­ση σχη­μα­το­ποιή­θη­κε στο α­ντι­κα­νο­νι­κό στοι­χείο σε σχέ­ση με μια σει­ρά κα­νό­νων, που α­φο­ρούν τη σω­μα­τι­κή διά­πλα­ση, την ψυ­χο­λο­γία, την η­θι­κή κ.ά. Κα­τά μια εύ­στο­χη δια­τύ­πω­ση, ο ψυ­χία­τρος α­πο­φαί­νε­ται στο κα­τά πό­σο έ­να ά­το­μο “έ­μοια­ζε με το έ­γκλη­μά του πριν α­κό­μη το δια­πρά­ξει”. Το αρ­χι­κό ε­ρώ­τη­μα που α­πηύ­θυ­ναν οι δι­κα­στι­κές αρ­χές στον ψυ­χία­τρο, κα­τά πό­σο το ά­το­μο βρι­σκό­ταν σε κα­τά­στα­ση πα­ρα­φρο­σύ­νης, με­τα­το­πί­στη­κε στο ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για έ­να ε­πι­κίν­δυ­νο ά­το­μο.
Η δεύ­τε­ρη πα­ρά­δο­ση ξε­κι­νά με τη δια­πί­στω­ση ό­τι η σύγ­χρο­νη πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη α­ντι­κα­τέ­στη­σε τον α­μοι­βαίο α­πο­κλει­σμό ια­τρι­κού και δι­κα­στι­κού λό­γου με έ­να “παι­χνί­δι” δι­πλού ια­τρι­κο­δι­κα­στι­κού κα­θο­ρι­σμού. Ένας ψυ­χία­τρος, στο πλαί­σιο της κλι­νι­κής πρα­κτι­κής, δη­λα­δή στο πλαί­σιο μιας διά­γνω­σης α­μι­γώς ε­πι­στη­μο­νι­κής, δεν θα υ­πέ­γρα­φε πο­τέ έ­να κεί­με­νο με την φρα­σε­ο­λο­γία της γνω­μά­τευ­σης στο δι­κα­στή­ριο. Μέ­σα, ό­μως, σε αυ­τό το “παι­χνί­δι”, το υ­πο­γρά­φει, ει­σά­γο­ντας την πε­ρί­φη­μη έν­νοια της δια­στρο­φής, που εμ­φα­νί­στη­κε στο δεύ­τε­ρο μι­σό του 19ου αιώ­να και κα­τα­κυ­ρίευ­σε το λε­ξι­λό­γιό μας. Κα­τά τον Φου­κώ, ο θεω­ρη­τι­κός πυ­ρή­νας της ια­τρο­δι­κα­στι­κής πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης εί­ναι το δί­πο­λο, δια­στρο­φή - ε­πι­κίν­δυ­νο ά­το­μο, που ε­πέ­τρε­ψε την α­νά­πτυ­ξη μιας ο­λό­κλη­ρης α­λυ­σί­δας ια­τρο­δι­κα­στι­κών πρα­κτι­κών. Τε­λι­κά, η ψυ­χια­τρι­κή πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νη ε­πί ποι­νι­κών ζη­τη­μά­των και τον νό­μο πα­ρα­βιά­ζει και την ψυ­χια­τρι­κή γνώ­ση γε­λοιο­ποιεί. Ου­σια­στι­κά, δεν α­σχο­λεί­ται με κα­τη­γο­ρού­με­νους και α­σθε­νείς, αλ­λά με τους “μη κα­νο­νι­κούς” και τη δια­βάθ­μι­σή τους α­πό τους νορ­μάλ στους α­νώ­μα­λους. Όσο για την ε­ξου­σία της, δεν εί­ναι ού­τε δι­κα­στι­κή ού­τε ια­τρι­κή. Εί­ναι αυ­τή α­κρι­βώς, που ο Φου­κώ α­πο­κα­λεί ε­ξου­σία κα­νο­νι­κο­ποίη­σης. Όπως εξ αρ­χής δη­λώ­νει, το θέ­μα του εί­ναι να δεί­ξει την αρ­χαιο­λο­γία αυ­τής της κα­νο­νι­κο­ποίη­σης. Γι’ αυ­τό και ξε­κι­νά­ει, ό­πως εκ­κι­νεί και την «Ιστο­ρία της τρέ­λας», α­πό το α­γα­πη­μέ­νο του πα­ρά­δειγ­μα, τον α­πο­κλει­σμό των λε­πρών. Συ­γκρί­νει το μο­ντέ­λο της α­πο­βο­λής α­πό την πό­λη των λε­πρών με ε­κεί­νο του ε­γκλει­σμού των προ­σβλη­θέ­ντων α­πό πα­νώ­λη σε πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νες πε­ριο­χές, για να δεί­ξει ό­τι το πρώ­το συ­νι­στά μια πρά­ξη α­πόρ­ρι­ψης, ε­νώ το δεύ­τε­ρο μια πρά­ξη εν­σω­μά­τω­σης μέ­σω της ε­πι­νό­η­σης τε­χνο­λο­γιών ε­γκλει­σμού. Αυ­τές, ό­μως, για να στη­ρι­χτούν έ­χουν α­νά­γκη αυ­τό που α­πο­κα­λεί κα­νο­νι­κο­ποίη­ση.
Στην τέ­ταρ­τη πα­ρά­δο­ση φτά­νει, ε­πι­τέ­λους, στο ψα­χνό του θέ­μα­τος. Ορί­ζει τις τρεις μορ­φές, που συ­γκρο­τούν το πε­δίο της α­νω­μα­λίας. Η πρώ­τη εί­ναι ό,τι α­πο­κα­λεί “αν­θρώ­πι­νο τέ­ρας” και έ­χει ως πλαί­σιο α­να­φο­ράς την πα­ρα­βία­ση του νό­μου. Τη δεύ­τε­ρη μορ­φή την ο­νο­μά­ζει “ά­το­μο προς συμ­μόρ­φω­ση” και θεω­ρεί ό­τι εμ­φα­νί­ζε­ται ή­δη α­πό τον 17ο και 18ο αιώ­να, τους ο­ποίους συ­νη­θί­ζει να α­πο­κα­λεί “κλα­σι­κή ε­πο­χή”. Εδώ, το πλαί­σιο α­να­φο­ράς στε­νεύει, του­λά­χι­στον κα­τά την θεώ­ρη­ση του Φου­κώ, που δεν δί­νει στο “ά­το­μο προς συμ­μόρ­φω­ση” πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Ενώ, το τέ­ρας ο­ρί­ζε­ται ως προς τη φύ­ση και την κοι­νω­νία, το προς συμ­μόρ­φω­ση ά­το­μο γί­νε­ται α­ντι­λη­πτό στο πλαί­σιο της οι­κο­γέ­νειας και στη συ­νέ­χεια, ε­νός λί­γο ευ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου, δη­λα­δή του σχο­λείου, της γει­το­νιάς κ.λπ. Η δεύ­τε­ρη μορ­φή εί­ναι συ­νη­θέ­στε­ρη και ταυ­τό­χρο­να, δεν εί­ναι ο­ρι­στι­κή αλ­λά ε­πι­δέ­χε­ται διόρ­θω­ση. Γι' αυ­τό και α­πο­τε­λεί το κυ­ρίως α­ντι­κεί­με­νο των σω­φρο­νι­στι­κών μη­χα­νι­σμών. Η τρί­τη μορ­φή και α­πό μια ά­πο­ψη η πλέ­ον εν­δια­φέ­ρου­σα, εί­ναι αυ­τή του “αυ­να­νι­ζό­με­νου”. Νεό­κο­πη μορ­φή για τον 19ο αιώ­να το αυ­να­νι­ζό­με­νο παι­δί, με πλαί­σιο α­να­φο­ράς α­κό­μη στε­νό­τε­ρο, την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, ά­ντε και τον για­τρό, ως το­πο­τη­ρη­τές του ι­διω­τι­κού χώ­ρου. Ο Φου­κώ κα­τα­λή­γει το πρώ­το στά­διο της αρ­χαιο­λο­γίας της α­νω­μα­λίας, που ε­πι­χει­ρεί, συ­νο­ψί­ζο­ντας ό­τι ο α­νώ­μα­λος του 19ου αιώ­να εί­ναι ο α­πό­γο­νος αυ­τών των τριών μορ­φώ­ν: του τέ­ρα­τος, του α­συμ­μόρ­φω­του και του αυ­να­νι­ζό­με­νου. Πα­ρα­τη­ρεί, ε­πι­προ­σθέ­τως, ό­τι τα ι­δρύ­μα­τα σω­φρο­νι­σμού, πε­ρί τα τέ­λη του 18ου αιώ­να, ε­πι­κε­ντρώ­νουν τη δια­παι­δα­γώ­γη­ση στα θέ­μα­τα της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας και του αυ­να­νι­σμού.
Ένα με­γά­λο μέ­ρος των πα­ρα­δό­σεων α­φιε­ρώ­νε­ται στο “αν­θρώ­πι­νο τέ­ρας”, το φυ­σι­κό και το η­θι­κό, κα­τα­λή­γο­ντας στο λαϊκό τέ­ρας, που εί­ναι αν­θρω­πο­φά­γο, και το βα­σι­λι­κό, που εί­ναι αι­μο­μι­κτι­κό. Με­τά α­πο­πει­ρά­ται το πέ­ρα­σμα α­πό το τέ­ρας στις δύο άλ­λες πα­ρεκ­κλί­νου­σες μορ­φές. Κι αυ­τό το πέ­ρα­σμα γί­νε­ται μέ­σω της ψυ­χια­τρι­κής, η ο­ποία α­πο­κτά την πα­ρεμ­βα­τι­κή κοι­νω­νι­κή της ε­ξου­σία και έρ­χε­ται ως πα­νά­κεια σε κά­θε έ­γκλη­μα, που εμ­φα­νί­ζε­ται ως α­ναί­τιο. Ο Φου­κώ θυ­μί­ζει τον νό­μο του 1874, που θε­σπί­ζει τον αυ­τε­πάγ­γελ­το, δη­λα­δή κα­τό­πιν α­στυ­νο­μι­κής δια­τα­γής, ε­γκλει­σμό. Αυ­τός συ­νί­στα­ται για ά­το­μα ι­κα­νά να δια­σα­λεύ­σουν την τά­ξη ή και να α­πει­λή­σουν τη δη­μό­σια α­σφά­λεια.
Τις ε­πό­με­νες πα­ρα­δό­σεις, ο Φου­κώ τις α­φιε­ρώ­νει στον “αυ­να­νι­ζό­με­νο”. Το αυ­να­νι­ζό­με­νο παι­δί α­ντι­με­τω­πί­στη­κε, αρ­χι­κά, με τις α­ντιαυ­να­νι­στι­κές εκ­στρα­τείες με­τά, με το μυ­στή­ριο της ε­ξο­μο­λό­γη­σης και τις με­θό­δους του, το ο­ποίο δια­δέ­χτη­κε ο έ­λεγ­χος της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας α­πό την οι­κο­γέ­νεια. Ο αυ­να­νι­σμός θεω­ρή­θη­κε α­σθέ­νεια, η ο­ποία, μά­λι­στα, συ­γκέ­ντρω­νε τα συ­μπτώ­μα­τα πλεί­στων ό­σων α­σθε­νειών. Χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως μια, τρό­πον τι­νά, ο­λο­κλη­ρω­τι­κή α­σθέ­νεια. Μέ­χρι που εμ­φα­νί­στη­καν οι ορ­δές των ψυ­χα­να­λυ­τών, ψυ­χο­λό­γων, ψυ­χο­πα­θο­λό­γων και λοι­πών σχε­τι­κών ει­δη­μό­νων, α­να­κρά­ζο­ντας: «Σε μας! Σε μας το σώ­μα η­δο­νής των παι­διών.» Όσο για την ψυ­χια­τρι­κή, βρή­κε στις α­πο­κλί­σεις του σε­ξουα­λι­κού εν­στί­κτου το κα­τ' ε­ξο­χήν α­ντι­κεί­με­νό της. Πέ­ραν της α­να­πα­ρα­γω­γής προς ε­ξα­σφά­λι­ση της διαιώ­νι­σης του εί­δους, το πλή­θος των άλ­λων πρά­ξεων, που προ­σφέ­ρουν η­δο­νή, τις α­πο­κά­λε­σαν α­νω­μα­λίες, που ο­δη­γούν στον εκ­φυ­λι­σμό.
Στην τε­λευ­ταία του πα­ρά­δο­ση, ο Φου­κώ φέρ­νει ως πα­ρά­δειγ­μα μια υ­πό­θε­ση του 1867, που συ­νέ­βη σε χω­ριό της Γαλ­λίας, κα­τά την ο­ποία ο “τρε­λός” του χω­ριού κα­τη­γο­ρή­θη­κε για βια­σμό ε­νός κο­ρι­τσιού. Με αυ­τήν την α­να­φο­ρά θέ­λει να υ­πο­γραμ­μί­σει τις συ­νέ­πειες που έ­χει η ποι­νι­κο­ποίη­ση της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας των παι­διών. Πε­ρι­στα­τι­κά που πα­λαιό­τε­ρα α­πο­τε­λού­σαν μέ­ρος της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και τα ο­ποία α­πο­σιω­πού­σαν, με την κα­νο­νι­κο­ποίη­ση του σε­ξουα­λι­κού εν­στί­κτου ο­δη­γού­σαν στον ε­γκλει­σμό του παι­διού στο σω­φρο­νι­στι­κό ί­δρυ­μα και του ε­νή­λι­κα στο ψυ­χια­τρι­κό ά­συ­λο.
Η νέα λει­τουρ­γία της ψυ­χια­τρι­κής φαί­νε­ται να ξε­κι­νά­ει α­πό την α­να­κά­λυ­ψη της παι­δι­κής η­λι­κίας. Σε αυ­τήν βρί­σκει το γό­νι­μο υ­πέ­δα­φος, α­πό το ο­ποίο αν­τλεί την κα­το­πι­νή κα­θο­λι­κή της ι­σχύ. Πα­ρα­με­ρί­ζε­ται η φρε­νο­βλά­βεια και μα­ζί η α­να­φο­ρά σε α­σθέ­νειες. Οι πα­ρά­δο­ξες και α­πο­κλί­νου­σες συ­μπε­ρι­φο­ρές ορ­γα­νώ­νο­νται και πε­ρι­γρά­φο­νται ως σύν­δρο­μα α­νω­μα­λιών. Δη­λα­δή, σαν κά­τι ε­λα­φρώς μυ­στη­ριώ­δες ή του­λά­χι­στον, δυ­σκό­λως ο­ρι­ζό­με­νο, το ο­ποίο υ­πο­κα­θι­στά τα συ­μπτώ­μα­τα μιας α­σθέ­νειας. Τώ­ρα πλέ­ον, το πε­δίο της ψυ­χια­τρι­κής διευ­ρύ­νε­ται σε ό­λους ό­σους δεν πα­ρου­σιά­ζουν συ­μπτώ­μα­τα νό­σου αλ­λά “εκ­κε­ντρι­κές” συ­μπε­ρι­φο­ρές. Ο Φου­κώ δια­τεί­νε­ται ό­τι το πρώ­το σύν­δρο­μο που α­να­κα­λύ­φθη­κε ή­ταν αυ­τό της α­γο­ρα­φο­βίας και α­κο­λού­θη­σε το σύν­δρο­μο της κλει­στο­φο­βίας. Στη συ­νέ­χεια, προέ­κυ­ψαν οι πυ­ρο­μα­νείς, οι κλε­πτο­μα­νείς, οι ε­πι­δει­ξίες. Το 1870 κά­νει την πρώ­τη της εμ­φά­νι­ση ως σύν­δρο­μο στο ψυ­χια­τρι­κό πε­δίο η ο­μο­φυ­λο­φι­λία. Με­τά ήρ­θαν οι μα­ζο­χι­στές και ό­λος αυ­τός ο μι­κρός πλη­θυ­σμός των α­νώ­μα­λων με τη μα­κριά ι­στο­ρία των συν­δρό­μων τους.
Τε­λι­κά, ό­πως ο ί­διος ο Φου­κώ ο­μο­λο­γεί, για τον α­πεί­θαρ­χο ή και α­συμ­μόρ­φω­το δεν μπό­ρε­σε να μι­λή­σει. Εδώ, θα α­να­με­νό­ταν μια υ­πο­ση­μείω­ση που να πλη­ρο­φο­ρεί, αν μί­λη­σε γι’ αυ­τόν σε μια α­πό τις πα­ρα­δό­σεις των κα­το­πι­νών χρό­νων. Άλλω­στε, έ­να α­να­γκαίο συ­μπλή­ρω­μα θα ή­ταν ο κα­τά­λο­γος με τους τίτ­λους α­πό αυ­τούς τους δια­δο­χι­κούς κύ­κλους πα­νε­πι­στη­μια­κών δια­λέ­ξεων.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα: Γκόγια, «Ο Κρόνος καταβροχθίζει ένα από τα παιδιά του», 1821-23 (ελαιογραφία, 146Χ83εκ।, Μαδρίτη, Μουσείο Πράδο).

1 σχόλιο:

ναυτίλος είπε...

Μήπως θα έπρεπε αντί "Ψυχιατρική δύναμη" να μεταφραστεί ως "Ψυχιατρική εξουσία";