Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Αθήνα και πάλι Αθήνα



















Η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας, άλλοτε Κηφισίας, στη συμβολή της με την οδό Κουμπάρη, σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1920. Δεξιά, στον αριθμό 17 της Βασ. Σοφίας, η οικία Χαροκόπου-Εμμανουήλ Μπενάκη (σήμερα Μουσείο Μπενάκη), έργο του αρχιτέκτονα Αναστάση Μεταξά. Δίπλα, στον αριθμό 15, η οικία Ράλλη-Σκαραμαγκά (πιθανόν έργο του Αριστοτέλη Ζάχου), είναι από τα τελευταία μέγαρα που κτίστηκαν στην οδό Βασ. Σοφίας. Κατεδαφίσθηκε το 1955 και στη θέση του κτίστηκε πολυώροφο κτήριο, που στεγάζει σήμερα το Υπουργείο Εσωτερικών.

Θα­νά­σης Γιο­χά­λας -
Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη 
«Αθή­να 
Ιχνη­λα­τώ­ντας την πό­λη  
με ο­δη­γό την ι­στο­ρία
και τη λο­γο­τε­χνία» 
Εκδό­σεις Βι­βλιο­πω­λείον
της Εστίας 
Δε­κέμ­βριος 2012

Εί­ναι δύ­σκο­λος ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός ε­νός βι­βλίου, ό­πως αυ­τό που συ­νέ­θε­σαν ο Θα­νά­σης Γιο­χά­λας και η Τό­νια Κα­φετ­ζά­κη για την πό­λη της Αθή­νας, α­ξιο­ποιώ­ντας έ­να ποι­κι­λό­μορ­φο και πλού­σιο σε πλη­ρο­φο­ρίες υ­λι­κό. Δεν θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ο­δη­γός της πό­λης, πα­ρό­λο που η δο­μή του κα­τά πε­ριο­χή το ε­ντάσ­σει, εκ πρώ­της ό­ψεως, στους ο­δη­γούς. Στο τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ό­μως, υ­πε­ρι­σχύει η α­νά­πτυ­ξη των ε­πί μέ­ρους ε­νο­τή­των υ­πό τη μορ­φή λημ­μά­των, που  το φέρ­νει πλη­σιέ­στε­ρα σε έ­ναν τύ­πο ε­γκυ­κλο­παι­δι­κού λε­ξι­κού της πό­λης. Άλλω­στε, τη χρή­ση του βι­βλίου ως ο­δη­γού τη δυ­σχε­ραί­νει το με­γά­λο σχή­μα του και η α­που­σία χαρ­το­γρα­φι­κής ει­κό­νας των συ­νοι­κιών, που δεν υ­πο­κα­θί­στα­ται α­πό την α­να­φο­ρά των ο­δών που τις πε­ρι­κλείουν. Ιδιαί­τε­ρα ό­ταν πρό­κει­ται για τους σκο­λιούς δρο­μί­σκους των πα­λαιών, ε­ξα­φα­νι­σμέ­νων σή­με­ρα, του­λά­χι­στον κα­τ’ ό­νο­μα, συ­νοι­κιών.  
    Αλλά ού­τε για με­λέ­τη πρό­κει­ται, κα­θώς, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, α­παι­τεί­ται, πέ­ραν της συ­γκέ­ντρω­σης του υ­λι­κού, πρω­το­γε­νής έ­ρευ­να και έ­λεγ­χος της α­ξιο­πι­στίας των πη­γών, ι­δίως των πιο πρό­σφα­των. Εί­ναι γνω­στή η τά­ση των νεό­τε­ρων α­θη­ναιο­γρά­φων να ε­πι­λέ­γουν το πα­ρά­δο­ξο πε­ρι­στα­τι­κό και να κα­τα­φεύ­γουν στην κα­θ’ υ­περ­βο­λήν πε­ρι­γρα­φή του, ε­πι­διώ­κο­ντας μάλ­λον τον ε­ντυ­πω­σια­σμό. Από την άλ­λη, ο πλού­τος των α­φη­γή­σεων για το κλει­νόν ά­στυ εί­ναι τό­σο με­γά­λος, που αυ­τή η α­φθο­νία α­πο­τε­λεί μάλ­λον δυ­σχε­ρα­ντι­κό πα­ρά βο­η­θη­τι­κό στοι­χείο. Γι’ αυ­τό και χρειά­ζε­ται προ­σε­κτι­κό ξε­διά­λεγ­μα ε­κεί­νων των ψη­φί­δων, που με την συ­νέ­νω­σή τους θα δώ­σουν γνή­σια ει­κό­να των πα­λαιό­τε­ρων ό­ψεων της πό­λης και ό­χι μια με­τα­γε­νέ­στε­ρη α­ντα­νά­κλα­ση. Εκεί­νο α­πό το ο­ποίο κιν­δυ­νεύει έ­να πα­ρό­μοιο εγ­χεί­ρη­μα εί­ναι ο α­να­γνώ­στης να το α­ντι­με­τω­πί­σει σαν έ­να παι­χνί­δι ε­ρω­τα­πα­ντή­σεων, ό­πως το “trivial pursuit”, που ήρ­θε προ­σφά­τως α­πό την α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο και πο­λύ α­γα­πή­θη­κε. Προς τα ε­κεί, μά­λι­στα, έ­γει­ρε η δη­μο­σιο­γρα­φι­κή υ­πο­δο­χή του βι­βλίου.  
Εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο των δυο συγ­γρα­φέων για την Αθή­να. Κερ­κυ­ραίος ο Γιο­χά­λας, γνώ­ρι­σε την πό­λη ως φοι­τη­τής στα πρώ­τα χρό­νια της Με­τα­πο­λί­τευ­σης. Από την ί­δια ε­πο­χή εί­ναι και οι πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις της Κα­φετ­ζά­κη, αυ­τή Αθη­ναία αλ­λά αρ­κε­τά νεό­τε­ρη. Όπως α­να­φέ­ρουν στον πρό­λο­γο, χω­ρίς μνή­μες α­πό την Αθή­να πα­λαιό­τε­ρων δε­κα­ε­τιών, συν­θέ­τουν τις δια­δο­χι­κές ει­κό­νες της α­πό τις προ­σι­τές σε αυ­τούς ψη­φί­δες. Αυ­τό προσ­δί­δει μια κα­θο­ρι­στι­κή χροιά στο πό­νη­μά τους. Για πα­ρά­δειγ­μα, η Ομορ­φο­κ­κλη­σιά της συλ­λο­γι­κής μνή­μης α­να­φέ­ρε­ται ως η Όμορ­φη Εκκλη­σιά των σχε­τι­κών με­λε­τών. Ή, α­κό­μη, για να δο­θεί η α­τμό­σφαι­ρα στη γει­το­νιά του Κυ­πριά­δη, ε­πι­λέ­γε­ται α­πό­σπα­σμα α­πό το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ιωάν­νας Κα­ρυ­στιά­νη, «Τα σακ­κιά», που δεν προϊδεά­ζει για την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα αυ­τής της μο­να­δι­κής κά­πο­τε κη­πού­πο­λης και θα μπο­ρού­σε να α­να­φέ­ρε­ται σε μια ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη συ­νοι­κία με ο­δω­νύ­μια ο­νό­μα­τα ποιη­τών. Κα­τά τα άλ­λα, οι νεό­τε­ρες πη­γές συ­χνά συμ­φύ­ρουν λά­θη, ό­πως, λ.χ., το ό­τι αυ­τή η πρώ­τη κη­πού­πο­λη δη­μιουρ­γή­θη­κε στο Με­σο­πό­λε­μο α­πό τον ε­πι­χει­ρη­μα­τία Μί­νωα Κυ­πριά­δη. Εκεί­νος, ό­μως, την εί­χε α­γο­ρά­σει στα τέ­λη του 19ου και αρ­χές του Με­σο­πο­λέ­μου, εί­χε πε­θά­νει. Στο Με­σο­πό­λε­μο, την δη­μιούρ­γη­σε ο αρ­χι­τέ­κτο­νας γιος του, Επα­μει­νών­δας Κυ­πριά­δης. 
Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας και ε­ρα­σι­τέ­χνης ι­στο­ριο­δί­φης της Αθή­νας εί­ναι ο Γιο­χά­λας, σύμ­φω­να με το βιο­γρα­φι­κό του. Ενώ, για την Κα­φετ­ζά­κη εί­ναι το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, με­τά την προ δε­κα­ε­τίας με­λέ­τη της «Προ­σφυ­γιά και λο­γο­τε­χνία. Ει­κό­νες του Μι­κρα­σιά­τη πρό­σφυ­γα στη με­σο­πο­λε­μι­κή πε­ζο­γρα­φία». Ίσως, αν έ­φτια­χνε μό­νη της το βι­βλίο της Αθή­νας, να α­κο­λου­θού­σε την ί­δια με­θο­δο­λο­γία. Δη­λα­δή, να α­να­ζη­τού­σε τις ει­κό­νες της πό­λης στη λο­γο­τε­χνία και να συ­νέ­θε­τε μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση, ό­πως ε­κεί­νη που πρό­τει­νε προ τριε­τίας η συ­νο­μή­λι­κή της Δώ­ρα Μέ­ντη, «Η Αθή­να α­πό τον 19ο στον 20ο αιώ­να. Μια λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση α­πό την πα­λιά ως τη ση­με­ρι­νή ει­κό­να της πό­λης». Αντ’ αυ­τής, στο βι­βλίο, που συ­νυ­πο­γρά­φει, προ­τάσ­σε­ται η πε­ριή­γη­ση στην πό­λη και σαν προ­σθή­κη –στα ε­κτε­νή λήμ­μα­τα και ό­ταν η ε­πο­πτεία των συγ­γρα­φέων το ε­πι­τρέ­πει– έρ­χε­ται ο “λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πα­τος”.  
Αυ­τός ο “πα­ράλ­λη­λος” πε­ρί­πα­τος δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νον της Μέ­ντη. Κα­τ’ αρ­χάς, δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, αλ­λά α­πλώ­νε­ται και σε α­να­γνώ­σμα­τα, ό­πως τα α­στυ­νο­μι­κά του Γιάν­νη Μα­ρή, τα βι­βλία του Δη­μή­τρη Ψα­θά, τα πα­λαιό­τε­ρα μπε­στ σέ­λερ του Φρέ­ντυ Γερ­μα­νού και της Λι­λής Ζω­γρά­φου, ή και κά­ποια πρό­σφα­τα, κα­θώς το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ελέ­νης Πριο­βό­λου, που δια­κρί­θη­κε με το Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών. Όσο για το λο­γο­τε­χνι­κό­τε­ρο τμή­μα του “πε­ρι­πά­του”, αυ­τό, σε σύ­γκρι­ση με το αν­θο­λό­γη­μα της Μέ­ντη, εί­ναι μι­κρό­τε­ρης έ­κτα­σης, κα­θώς οι μνη­μο­νευό­με­νοι συγ­γρα­φείς εί­ναι πε­ρί­που κα­τά δυο τρί­τα λι­γό­τε­ροι. Τα πα­ρα­θέ­μα­τα εί­ναι κυ­ρίως α­πό τα πε­ζά των πα­λαιό­τε­ρων, στα ο­ποία προ­στί­θε­νται και λι­γο­στές α­φη­γή­σεις των ε­πι­φα­νέ­στε­ρων της γε­νιάς του Με­σο­πο­λέ­μου, με προ­ε­ξάρ­χο­ντες τον Θε­ο­το­κά και τον Μυ­ρι­βή­λη. Ου­σια­στι­κά α­που­σιά­ζουν, ε­κτός α­πό δυο τρεις ε­ξαι­ρέ­σεις, ό­πως ο Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας ή ο Κ. Τα­χτσής, οι με­τα­πο­λε­μι­κοί πε­ζο­γρά­φοι, που οι α­φη­γή­σεις τους θα μπο­ρού­σαν να πλου­τί­σουν τις πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες της πό­λης. Η ου­σια­στι­κή, ό­μως, δια­φο­ρο­ποίη­ση ε­ντο­πί­ζε­ται στην κυ­ριαρ­χία της α­φή­γη­σης. Λι­γό­τε­ροι οι ποιη­τές αλ­λά και α­πό αυ­τούς, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι αν­θο­λο­γού­νται με α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα πε­ζά τους κεί­με­να.  
Με μια μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση, τον Γεώρ­γιο Σου­ρή. Οι στί­χοι του, με τον Φα­σου­λή, τον Πε­ρι­κλέ­το και τον Ρω­μηό, έρ­χο­νται ως διάν­θι­σμα και ε­πω­δός πολ­λών λημ­μά­των, προ­σθέ­το­ντας φαι­δρούς τό­νους, κά­πο­τε ι­διαί­τε­ρα ται­ρια­στούς με τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση της πό­λης. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, προ 130 ε­τών, δη­μο­σιεύο­νται οι στί­χοι: «Χαί­ρε, λοι­πόν, Αθή­να μου, με ό­λη σου τη βρώ­μα, // Χαί­ρε, ω γη των ψο­φι­μιών και των ου­ρο­δο­χείων, // Χαί­ρε, ω πό­λις βρω­με­ρών και λυσ­σα­σμέ­νω σκύ­λων, // Χαί­ρε, ω πό­λις τε­μπε­λιάς, βλα­κείας και μα­λά­κας...». Δυ­στυ­χώς, ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου πα­ρεμ­βαί­νει στη μνη­μό­νευ­ση της προ­το­μής του στον κα­τά­λο­γο των γλυ­πτών του Ζαπ­πείου, ό­που α­να­φέ­ρε­ται ό­τι αυ­τή το­πο­θε­τή­θη­κε το 1934. Συ­γκε­κρι­μέ­να, δε­κα­τρία χρό­νια με­τά θά­να­τον, στις 12 Μαΐου 1932, έ­γι­ναν τα α­πο­κα­λυ­πτή­ρια, με τους ε­πι­σή­μους σε α­παρ­τία και τη Φι­λαρ­μο­νι­κή του Δή­μου να α­να­κρούει τον Εθνι­κό Ύμνο. Αλλά και στο λήμ­μα του Πρώ­του Νε­κρο­τα­φείου, τον λη­σμο­νούν, πα­ρό­λο που η προ­το­μή του, α­πό τα κα­λύ­τε­ρα έρ­γα του Νι­κο­λά­ου Γεωρ­γα­ντή, συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στα α­ξιό­λο­γα τα­φι­κά μνη­μεία του Νε­κρο­τα­φείου.  
Κα­τά τα άλ­λα, και αυ­τό το “α­φή­γη­μα” της Αθή­νας, α­πό την Αθή­να ως πρω­τεύου­σα του νε­ο­σύ­στα­του ελ­λη­νι­κού κρά­τους ξε­κι­νά­ει και φθά­νει μέ­χρι σή­με­ρα. Για την πλη­ρό­τη­τα ε­νός ο­δη­γού, προ­στί­θε­ται έ­να πρώ­το κε­φά­λαιο σύ­ντο­μης α­να­δρο­μής στην ι­στο­ρία της πό­λης και πα­ράρ­τη­μα για μια πλη­ρέ­στε­ρη πα­ρου­σία­ση του Δή­μου Αθη­ναίων. Στο ει­σα­γω­γι­κό κε­φά­λαιο, η “λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρι­διά­βα­ση” πρω­το­τυ­πεί, αν­θο­λο­γώ­ντας για την πε­ρίο­δο των Τριά­κο­ντα Τυ­ράν­νων α­πό­σπα­σμα α­πό «Το μυ­θι­στό­ρη­μα του Ξε­νο­φώ­ντος» του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, ε­νώ, για την Αθή­να με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, στί­χους του Σου­ρή. Ο κυ­ρίως κορ­μός του βι­βλίου α­φιε­ρώ­νε­ται σε δέ­κα πε­ριο­χές της πό­λης, ό­που η σει­ρά πα­ρά­τα­ξης ο­ρί­ζε­ται α­πό τη χρο­νι­κή πα­ρά­με­τρο. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, α­κο­λου­θεί τις με­τα­το­πί­σεις “της καρ­διάς της πό­λης”, α­πό την πα­λαιά πό­λη και τις συ­νοι­κίες γύ­ρω α­πό την Ακρό­πο­λη στο πρώ­το ε­μπο­ρι­κό κέ­ντρο και τη Νεά­πο­λη. Έπο­νται το ά­νοιγ­μα της πό­λης προς τον Πει­ραιά και α­ντί­στοι­χα, προς τα Φά­λη­ρα, τον Υμητ­τό και τα Πα­τή­σια. Όσο πα­λαιό­τε­ρη η πε­ριο­χή, τό­σο υ­πε­ρι­σχύει η α­φή­γη­ση και πε­ριο­ρί­ζε­ται ο λε­ξι­κο­γρα­φι­κός χα­ρα­κτή­ρας. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει ο μα­κρύ­τε­ρος και πιο ε­πί­λε­κτος λο­γο­τε­χνι­κός πε­ρί­πλους. Μπο­ρεί στην κα­το­πι­νή Αθή­να να μνη­μο­νεύο­νται τό­ποι συ­νά­ντη­σης, ό­πως κα­φε­νεία και τα πρώ­τα α­στι­κά ή και λο­γο­τε­χνι­κά σα­λό­νια, αλ­λά η α­να­φο­ρά ό­σων με­τεί­χαν σε αυ­τά με την πα­ρά­θε­ση ο­νο­μα­στι­κών κα­τα­λό­γων, χω­ρίς α­ντί­στοι­χη α­ξιο­ποίη­ση των λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων, α­πο­δυ­να­μώ­νει αυ­τό το κομ­μά­τι.  
Στη μνη­μό­νευ­ση βιο­γρα­φι­κών στοι­χείων συγ­γρα­φέων και καλ­λι­τε­χνών, θα α­να­με­νό­ταν, πα­ρά τον α­να­γκα­στι­κά ε­πι­λε­κτι­κό της χα­ρα­κτή­ρα, να υ­πάρ­χει μέ­ρι­μνα για μια πιο συ­στη­μα­τι­κή α­να­φο­ρά. Για πα­ρά­δειγ­μα, ε­νώ α­να­φέ­ρο­νται οι δυο δια­δο­χι­κές κα­τοι­κίες Κα­ρα­γά­τση, δεν κα­τα­γρά­φο­νται οι α­ντί­στοι­χες του Τερ­ζά­κη, πα­ρό­λο που βρί­σκο­νται στις ί­διες συ­νοι­κίες. Τον δεύ­τε­ρο τον α­δί­κη­σε και ο δαί­μων του τυ­πο­γρα­φείου, αλ­λά­ζο­ντας το έ­τος του θα­νά­του του. Επί­σης, μια κά­πως α­ξιο­λο­γι­κή κα­τα­γρα­φή θα χρεια­ζό­ταν στα ερ­γα­στή­ρια καλ­λι­τε­χνών και τους διά­φο­ρους ε­παγ­γελ­μα­τι­κούς χώ­ρους. Τό­σα γλυ­πτά του Θω­μά Θω­μό­που­λου α­να­φέ­ρο­νται, θα μπο­ρού­σε να μνη­μο­νεύε­ται και το ερ­γα­στή­ριό του, ό­πως και κά­ποιων νεό­τε­ρων.  
Ση­μα­ντι­κό­τε­ρα τα υ­πάρ­χο­ντα ερ­γα­στή­ρια, ό­πως της Να­τα­λίας Με­λά στην πά­ρο­δο της ο­δού Ηρώ­δου Αττι­κού, την ο­δό Μου­ρού­ζη. Σε αυ­τήν, ο Οδη­γός α­να­φέ­ρει την Πυ­ρο­σβε­στι­κή Υπη­ρε­σία και το Μου­σείο-Αρχείο της Ε.Ρ.Τ., αλ­λά λη­σμο­νεί το Σπου­δα­στή­ριο Νέ­ου Ελλη­νι­σμού, ό­που στε­γά­ζο­νται τα Αρχεία Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη, και, στην α­πέ­να­ντι πλευ­ρά του δρό­μου, το ερ­γα­στή­ριο της Με­λά α­πό τη δε­κα­ε­τία του ’40. Η κα­η­μέ­νη η Με­λά κα­τα­χω­ρεί­ται στο Ευ­ρε­τή­ριο μα­ζί με τη συ­νο­νό­μα­τη για­γιά της, την Να­τα­λία Δρα­γού­μη-Με­λά. Από την Βι­βλιο­νέτ μέ­χρι τα Ευ­ρε­τή­ρια, οι συ­νο­νό­μα­τοι φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι να συ­στε­γά­ζο­νται. Ύστε­ρα, δεν υ­πήρ­ξαν μό­νο δυο φω­το­γρα­φεία στην Αθή­να. Μπο­ρεί του Φί­λιπ­που Μαρ­γα­ρί­τη να στά­θη­κε το πρώ­το της πό­λης και ε­κεί­νο του Γεωρ­γίου Μπού­κα, έ­να α­πό τα γνω­στά του Με­σο­πο­λέ­μου, αλ­λά υ­πήρ­χαν και άλ­λα ε­ξί­σου διά­ση­μων φω­το­γρά­φων. Για πα­ρά­δειγ­μα, κα­τά τον 19ο αιώ­να, στην ο­δό Ερμού βρί­σκο­νταν τα φω­το­γρα­φεία του Πέ­τρου Μω­ραΐτη, των Αδελ­φών Ρω­μαΐδη και στο Με­σο­πό­λε­μο, ε­κεί­νο της Nelly’s. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως,  η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου εί­ναι του Μω­ραΐτη, αλ­λά, στο βι­βλίο, α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ο συ­νο­νό­μα­τός του γλύ­πτης, δη­μιουρ­γώ­ντας σύγ­χυ­ση.  
Εδώ, ό­μως, θα πρέ­πει να στα­μα­τή­σου­με τις ε­πι­μέ­ρους πα­ρα­τη­ρή­σεις. Όταν το βι­βλίο εί­ναι έ­τοι­μο, εύ­κο­λα α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Το δύ­σκο­λο εί­ναι να στή­σεις έ­να πα­ρό­μοιο βι­βλίο. Υπήρ­χαν του­ρι­στι­κοί ο­δη­γοί, “λο­γο­τε­χνι­κές πε­ρι­δια­βά­σεις”, βι­βλία για ε­πι­μέ­ρους συ­νοι­κίες, α­κό­μη και βι­βλία με πε­ρι­πά­τους σε ο­λό­κλη­ρη την πε­ριο­χή του κέ­ντρου της Αθή­νας, ό­πως του Διο­νύ­ση Ηλιό­που­λου, «Εν Αθή­ναις, Κά­πο­τε... Η Πό­λις και οι Δρό­μοι της διη­γού­νται την Ιστο­ρία τους», που έ­χει πα­ρα­πλή­σια με το πρό­σφα­το δο­μή, ω­στό­σο έ­λει­πε ο με­θο­δι­κός και ε­παυ­ξη­μέ­νος συν­δυα­σμός, που να προ­σφέ­ρει πλού­το πλη­ρο­φο­ριών και να δια­θέ­τει α­φη­γη­μα­τι­κή γλα­φυ­ρό­τη­τα. Κι αυ­τό το κα­τόρ­θω­σαν οι δυο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι ι­στο­ριο­δί­φες της Αθή­νας.  

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/2/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: