Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι



Δεν εί­ναι κα­λή ι­δέα, ού­τε και συ­νη­θί­ζε­ται, έ­νας κρι­τι­κός να σχο­λιά­ζει τα δη­μο­σιεύ­μα­τα άλ­λων κρι­τι­κών, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής δεν θα μπο­ρού­σε να α­πο­βεί ω­φέ­λι­μη και για τις δυο πλευ­ρές. Εμείς, πά­ντως, δεν θα α­πο­τολ­μή­σου­με κά­τι πα­ρό­μοιο, για­τί γνω­ρί­ζου­με εξ ι­δίων πό­σο δυ­σα­ρε­στούν α­κό­μη και οι πιο κα­λο­προ­αί­ρε­τες με ε­παρ­κή ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία κρί­σεις. Θα α­να­φερ­θού­με σε δυο συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­πι­σκο­πή­σεις της λο­γο­τε­χνίας του 2012. Εί­ναι της Ελι­σά­βετ Κοτ­ζιά και του Δη­μο­σθέ­νη Κούρ­το­βικ. Και αυ­τό ό­χι για να κρί­νου­με τις ε­πι­λο­γές τους, αλ­λά για­τί μας βο­η­θούν να ε­πι­ση­μά­νου­με ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και να δια­τυ­πώ­σου­με κά­ποιες α­πο­ρίες.

Πα­ρή­γο­ρες δια­πι­στώ­σεις

Η Κοτ­ζιά, στην ε­πι­σκό­πη­ση του πε­ρα­σμέ­νου έ­τους, με τον τίτ­λο, «Η λο­γο­τε­χνία ά­ντε­ξε και το 2012», ξε­κι­νώ­ντας α­πό την τεκ­μη­ρίω­ση, ό­τι οι ελ­λη­νι­κοί τίτ­λοι μυ­θι­στο­ρη­μά­των, συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­νων εκ­δό­σεων, ε­πα­νεκ­δό­σεων και η­λεκ­τρο­νι­κών εκ­δό­σεων, έ­φθα­σαν στο 2012 τους 519, έ­να­ντι 508 του προ­η­γού­με­νου έ­τους και 401 του 2009, συ­μπε­ραί­νει ό­τι η “λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Για να συ­νε­χί­σει με την δια­πί­στω­ση, ό­τι “η ε­ξω­τε­ρι­κή ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής ζωής μοιά­ζει να μην έ­χει αγ­γι­χτεί α­πό την κρί­ση”, α­φού, ε­κτός α­πό “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, υ­πάρ­χουν “βρα­βεία, πε­ριο­δι­κά, βι­βλιο­κρι­σίες και βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις”. Απο­ρού­με με αυ­τές τις αι­σιό­δο­ξες δια­πι­στώ­σεις. Εμείς, α­ντι­θέ­τως, έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, σε ό­λους τους το­μείς, τα λί­γα γί­νο­νται α­κό­μη λι­γό­τε­ρα. 
Τα πέ­ντε λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία ευ­ρύ­τε­ρης α­να­γνώ­ρι­σης, τα ο­ποία α­πο­νέ­μο­νται σε ε­τή­σια βά­ση (Κρα­τι­κά, Ακα­δη­μίας Αθη­νών, του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», το «Athens Literature Prize» του πε­ριο­δι­κού «(δέ)κα­τα», το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών» του Ε.ΚΕ.ΒΙ.),  φαί­νε­ται ό­τι θα μεί­νουν τρία, α­φού το πε­ριο­δι­κό «Δια­βά­ζω» στα­μά­τη­σε την κυ­κλο­φο­ρία του και το Ε.ΚΕ.ΒΙ. κα­ταρ­γή­θη­κε. Του­λά­χι­στον τρία μα­κρό­βια λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά («Δια­βά­ζω», «Η Λέ­ξη», «Το Πλα­νό­διον») διέ­κο­ψαν την κυ­κλο­φο­ρία τους και δυο («Νέα Εστία», «Νέα Ευ­θύ­νη») μείω­σαν τη συ­χνό­τη­τα κυ­κλο­φο­ρίας τους. Όσο για τις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις, έ­τσι ό­πως γί­νο­νται, κα­θί­στα­ται ό­λο και δυ­σχε­ρέ­στε­ρος ο δια­χω­ρι­σμός τους α­πό τις δια­φη­μι­στι­κές κα­τα­χω­ρή­σεις. Απο­μέ­νουν οι βι­βλιο­κρι­σίες, ό­που θα πρέ­πει, πριν α­να­φερ­θού­με στην πυ­κνή ή ό­χι πα­ρου­σία τους, να συμ­φω­νή­σου­με για την αμ­φι­λε­γό­με­νη διά­κρι­ση α­νά­με­σα στην κρι­τι­κή και την πα­ρου­σία­ση. Αν, πά­ντως, πά­ρου­με ως έ­να πρώ­το κρι­τή­ριο τον συ­στη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τους, συ­νή­θως σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κή βά­ση, τό­τε πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε στις μό­νι­μες στή­λες ε­φη­με­ρί­δων και πε­ριο­δι­κών. Αυ­τές, ό­μως, ό­χι μό­νο δεν πλη­θαί­νουν, αλ­λά τεί­νουν να ε­κλεί­ψουν, ύ­στε­ρα α­πό την κα­τάρ­γη­ση ή και συρ­ρί­κνω­ση των βι­βλια­κών έν­θε­των στις ε­φη­με­ρί­δες, ό­πως και τη δια­κο­πή έκ­δο­σης λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών, που έ­δι­ναν βά­ρος στην πα­ρου­σία­ση βι­βλίων. Ανά­με­σα στις α­πώ­λειες εί­ναι και ε­κεί­νη της ε­βδο­μα­διαίας στή­λης της ί­διας της Κοτ­ζιά στην ε­φη­με­ρί­δα «Η Κα­θη­με­ρι­νή», κα­θώς και η α­ραιό­τε­ρη δη­μο­σίευ­ση της σε­λί­δας βι­βλιο­κρι­τι­κής του Κούρ­το­βικ στο «Βι­βλιο­δρό­μιο», το βι­βλια­κό έν­θε­το της ε­φη­με­ρί­δας «Τα Νέ­α».

Στο ό­νο­μα της κρί­σης

Η συρ­ρί­κνω­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου έν­θε­του, που ή­ταν το πρώ­το που ξε­κί­νη­σε και α­κο­λού­θη­σαν τα «Βι­βλία» του «Βή­μα­τος» και η «Βι­βλιο­θή­κη» της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας», γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο αι­σθη­τή, έ­τσι ό­πως έ­μει­νε νε­κρο­ζώ­ντα­νο να φθί­νει. Δεν μειώ­θη­καν μό­νο οι σε­λί­δες του. Έχα­σε τη φυ­σιο­γνω­μία του και σε αυ­τό συ­νέ­τει­νε η α­πο­μά­κρυν­ση δυο βα­σι­κών συ­ντα­κτών. Κα­τ’ αρ­χάς, α­πο­χώ­ρη­σε η Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, που εί­χε α­πό την αρ­χή την ευ­θύ­νη για την κα­τάρ­τι­σή του, κρα­τώ­ντας η ί­δια την τε­λευ­ταία σε­λί­δα, ό­που πα­ρου­σία­ζε γεν­ναιό­δω­ρα και σχε­δόν κα­τά α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα τα και­νού­ρια βι­βλία ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Ταυ­τό­χρο­να, στα­μά­τη­σε να δη­μο­σιεύει ο Κώ­στας Γεωρ­γου­σό­που­λος. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, η α­που­σία του συ­νο­λι­κά α­πό την ε­φη­με­ρί­δα α­πο­τε­λεί με­γά­λη α­πώ­λεια για τις πο­λι­τι­στι­κές σε­λί­δες εν γέ­νει του Τύ­που. Με την ε­βδο­μα­διαία σε­λί­δα θε­α­τρι­κής κρι­τι­κής, τη σε­λί­δα στο «Βι­βλιο­δρό­μιο» και τα μο­νό­στη­λα, ή­ταν η πιο δυ­να­μι­κή και ω­φέ­λι­μη, ι­δίως για νεό­τε­ρους α­να­γνώ­στες, πα­ρέμ­βα­ση στον κα­θη­με­ρι­νό Τύ­πο. Ο συν­δυα­σμός κρι­τι­κής ο­ξυ­δέρ­κειας και ευ­ρύ­τε­ρης γνώ­σης λο­γο­τε­χνι­κού και θε­α­τρι­κού λό­γου, έ­τσι ό­πως εν­δυ­να­μώ­νο­νταν α­πό την ε­πί τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τίες πα­ρα­κο­λού­θη­ση του γη­γε­νούς θεά­τρου αλ­λά και συ­νο­λι­κά του πνευ­μα­τι­κού βίου, κα­τέ­λη­γε σε έ­να στέ­ρεο φράγ­μα για τις με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κες και γε­νι­κό­τε­ρες υ­περ­βο­λές. Εμείς, α­πό τη θέ­ση του α­να­γνώ­στη, α­δυ­να­τού­με να α­ντι­λη­φθού­με τη στρα­τη­γι­κή των αν­θρώ­πων που δια­χει­ρί­ζο­νται τις τύ­χες των ε­φη­με­ρί­δων. Πολ­λά γί­νο­νται εν ο­νό­μα­τι της κρί­σης, αλ­λά, προ­φα­νώς, ό­χι λό­γω αυ­τής, α­φού δεν εί­ναι λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις, που η α­πο­μά­κρυν­ση συ­ντα­κτών και η α­πί­σχναν­ση έν­θε­των δεν συ­ντε­λεί­ται με οι­κο­νο­μι­κά κρι­τή­ρια.

519 τίτ­λοι

Και ε­πα­νερ­χό­μα­στε στην ε­πι­σκό­πη­ση της Κοτ­ζιά. Κα­λή εί­ναι η αι­σιο­δο­ξία, αλ­λά για να α­πο­βεί ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κή, θα πρέ­πει να ξε­κι­νά­ει α­πό την πα­ρα­τή­ρη­ση του τι πραγ­μα­τι­κά συμ­βαί­νει. Μέ­νει, λοι­πόν, η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν”, ι­διαί­τε­ρα μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που την  ο­δή­γη­σε στην “εύ­λο­γη”, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει, “υ­πό­θε­ση πως η λο­γο­τε­χνία δια­θέ­τει πα­ρη­γο­ρη­τι­κή δρά­ση”. Σε τι, ό­μως, ο­φεί­λε­ται αυ­τή η “πλού­σια συ­γκο­μι­δή τίτ­λω­ν” μυ­θι­στο­ρη­μά­των, που α­ντι­στοι­χεί σε αύ­ξη­ση της τά­ξης του 29.5% μέ­σα σε μια τριε­τία; Μή­πως αυ­ξή­θη­καν, και λό­γω κρί­σης, οι ε­πα­νεκ­δό­σεις πα­λαιό­τε­ρων ή και νεό­τε­ρων, κα­θώς αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι αλ­λά­ζουν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα εκ­δο­τι­κό οί­κο, α­παι­τώ­ντας τη με­τα­κό­μι­ση και των βι­βλίων τους; Μή­πως πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν οι πλη­ρω­μέ­νες α­πό τους συγ­γρα­φείς εκ­δό­σεις, κα­θώς ο­ρι­σμέ­νοι εκ­δό­τες ει­δι­κεύο­νται πλέ­ον σε αυ­τές, φρο­ντί­ζο­ντας για την ό­σο το δυ­να­τόν κα­λύ­τε­ρη προώ­θη­σή τους; Αυ­τοί, πά­ντως, οι 118 ε­πι­πλέ­ον τίτ­λοι, ό­ποια αλ­λα­γή και να τους έ­φε­ρε, δεν αρ­κούν για να κα­τα­λή­ξου­με στην πα­ρη­γο­ρη­τι­κή ή ό­ποια άλ­λη δρά­ση της λο­γο­τε­χνίας. Για έ­να πα­ρό­μοιο συ­μπέ­ρα­σμα α­παι­τού­νται δια­φο­ρε­τι­κά α­ριθ­μη­τι­κά δε­δο­μέ­να. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, πό­σα α­πό τα 519 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ξάν­τλη­σαν την πρώ­τη έκ­δο­ση, πό­σα έ­φθα­σαν στην τρί­τη και πό­σα κα­τόρ­θω­σαν να ει­σέλ­θουν στα δέ­κα κο­ρυ­φαία του 2012. Σε δι­σέ­λι­δο του «Βι­βλιο­δρο­μίου» δί­νε­ται ως ε­πι­κε­φα­λί­δα «Το top ten του 2012» και στο συ­νο­δευ­τι­κό άρ­θρο του Μα­νώ­λη Πι­μπλή α­να­φέ­ρο­νται ό­σα βι­βλία υ­πε­ρέ­βη­σαν σε πω­λή­σεις τα 5000 α­ντί­τυ­πα. Με βά­ση αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, η πιο εύ­λο­γη υ­πό­θε­ση εί­ναι πως σε και­ρό κρί­σης και α­νερ­γίας, που κα­τα­τρύ­χει ι­διαί­τε­ρα τις γυ­ναί­κες, ι­σχύει πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά πο­τέ το πα­λαιό σλό­γκαν, “Με έ­να βι­βλίο ξε­χνιέ­μαι”.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, στην κο­ρυ­φαία δε­κά­δα, εμ­φα­νί­ζο­νται έ­ξι ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πέ­ντε ε­ρω­τι­κά α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός και το α­στυ­νο­μι­κό της ντε­τέ­κτιβ - δη­μο­σιο­γρά­φου Αγγε­λι­κής Νι­κο­λού­λη. Ο Πι­μπλής α­να­φέ­ρει, κα­τά φθί­νου­σα σει­ρά πω­λή­σεων, α­κό­μη έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα α­πό τις εκ­δό­σεις Ψυ­χο­γιός –στο βαθ­μό που μπο­ρού­με να κρί­νου­με α­πό τους τίτ­λους, κι αυ­τά ε­ρω­τι­κά– στα ο­ποία προ­σθέ­τει έ­να α­κό­μη ε­ρω­τι­κό α­πό άλ­λο εκ­δο­τι­κό οί­κο. Με­τά πα­ρα­θέ­τει με­τα­φρά­σεις ξέ­νων μυ­θι­στο­ρη­μά­των και στη συ­νέ­χεια, ει­σέρ­χε­ται “στην ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία”. Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία, κα­τα­γρά­φει 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα συν έ­να του Γιάν­νη Μα­ρή. Αυ­τό το δι­σέ­λι­δο των μπε­στ σέ­λερ δη­μο­σιεύε­ται δί­πλα στη δι­σέ­λι­δη ε­πι­σκό­πη­ση της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής του Κούρ­το­βικ. Αν α­να­ζη­τή­σου­με στις ε­πι­σκο­πή­σεις των δυο κρι­τι­κών τα 17 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που πέ­ρα­σαν το φράγ­μα των 5000 α­ντι­τύ­πων, στης Κοτ­ζιά βρί­σκου­με μό­νο έ­να, το μυ­θι­στό­ρη­μα της Σο­φίας Νι­κο­λαΐδου, που άγ­γι­ξε τα 5000 α­ντί­τυ­πα (ό­πως φαί­νε­ται οι δια­δο­χι­κές εκ­δό­σεις εί­ναι πλέ­ον των 500 α­ντι­τύ­πων έ­να­ντι των 1000 ή 2000 πα­λαιό­τε­ρα)  και στου Κούρ­το­βι­κ, τρία, του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου, που έ­φθα­σε τα 11.500 α­ντί­τυ­πα, του Ανδρέα Μή­τσου στα 6000 και της Νι­κο­λαΐδου. 

Δύο κα­τη­γο­ρίες

Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, αυ­τά τα δε­δο­μέ­να μας ο­δη­γούν σε έ­να και μο­να­δι­κό συ­μπέ­ρα­σμα. Ότι εί­ναι και­ρός να στα­μα­τή­σου­με την κα­τά­τα­ξη στην ί­δια ο­μά­δα α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου. Για­τί α­δι­κού­με και τα δυο, ό­πως, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει πά­ντο­τε στις ο­μα­δο­ποιή­σεις α­νό­μοιων πραγ­μά­των. Αυ­τές οι δυο κα­τη­γο­ρίες εί­ναι γνω­στό ό­τι έ­χουν δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα ο­ποία κα­λό εί­ναι να λαμ­βά­νο­νται υ­π’ ό­ψη στις βι­βλιο­κρι­τι­κές και τις βρα­βεύ­σεις, πό­σω μάλ­λον ό­ταν οι α­ρε­τές των μεν προ­σμε­τρώ­νται στα ε­λατ­τώ­μα­τα των δε και α­ντι­στρό­φως. Ει­δάλ­λως, ε­πέρ­χε­ται σύγ­χυ­ση, κι αυ­τή φά­νη­κε σε ό­λη της την έ­κτα­ση, ό­ταν προέ­κυ­ψε το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», το ο­ποίο θεώ­ρη­σαν οι θε­σμο­θέ­τες του, ό­τι για να έ­χει κύ­ρος, θα πρέ­πει να α­πο­νέ­με­ται σε βι­βλίο της λο­γο­τε­χνίας, αν ό­χι της υ­ψη­λής, του­λά­χι­στον της ε­λα­φράς. Οπό­τε ο νεό­κο­πος θε­σμός κα­τα­στρα­τη­γή­θη­κε ποι­κι­λο­τρό­πως. Κά­θε χρό­νο δο­κι­μά­στη­κε και έ­νας δια­φο­ρε­τι­κός τρό­πος χει­ρα­γώ­γη­σης, εκ­θέ­το­ντας θε­σμο­θέ­τες και βρα­βευ­μέ­νους, αλ­λά και α­φή­νο­ντας πα­ρα­πο­νε­μέ­νους τους α­γα­πη­μέ­νους των α­να­γνω­στών συγ­γρα­φείς. 
Βε­βαίως, το πρό­βλη­μα πα­ρα­μέ­νει, α­φού δεν δια­θέ­του­με κά­ποια λυ­δία λί­θο της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας ε­νός βι­βλίου. Για πα­ρά­δειγ­μα, οι δυο ε­πι­σκο­πή­σεις συ­μπί­πτουν μό­νο σε ε­πτά βι­βλία ε­πί συ­νό­λου 22 της Κοτ­ζιά και 23 του Κούρ­το­βι­κ, αλ­λά και σε αυ­τά α­πέ­χουν στην α­ξιο­λό­γη­σή τους. Εν τέ­λει, συμ­φω­νούν μό­νο σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, το πρό­σφα­το του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Το μυ­στι­κό της Έλλης». Εκεί­νο, που βρί­σκου­με εν­δια­φέ­ρον σε αυ­τήν τη μό­νη σύ­μπτω­ση εί­ναι ό­τι ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο θέ­μα του εν λό­γω βι­βλίου. Το­νί­ζε­ται πό­σο κα­λά “α­φο­μοιώ­θη­κε το θέ­μα της κρί­σης στον ορ­γα­νι­σμό της ι­στο­ρίας”, πό­σο κα­λά πα­ρου­σιά­ζε­ται “ο α­συ­νή­θι­στα αρ­μο­νι­κός έ­ρω­τας μιας πε­νη­ντά­χρο­νης με έ­ναν κα­τά πο­λύ νεό­τε­ρο ά­ντρα στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες α­θη­ναϊκές συ­νοι­κίες” ή τέ­λος, ό­τι εί­ναι έ­να “συ­γκι­νη­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα”. Πρό­κει­ται για ε­πι­ση­μάν­σεις χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, που μπο­ρεί να κα­τα­στή­σουν έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ευ­πώ­λη­το, ω­στό­σο δεν ε­δραιώ­νουν το λο­γο­τε­χνι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Μή­πως, ό­ταν δί­νου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βά­ρος στο θέ­μα, ο­λι­σθαί­νου­με στην ε­ξο­μοίω­ση α­να­γνώ­σμα­τος και λο­γο­τε­χνι­κού βι­βλίου;

Δύ­σκο­λη διά­κρι­ση

Πριν προ­χω­ρή­σου­με, να ση­μειώ­σου­με μια βα­σι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στις δυο ε­πι­σκο­πή­σεις. Η Κοτ­ζιά θεω­ρεί το σύ­νο­λο της πε­ζο­γρα­φι­κής πα­ρα­γω­γής, δη­λα­δή μυ­θι­στό­ρη­μα και διή­γη­μα, με α­πο­τέ­λε­σμα, στον ε­πί μέ­ρους σχο­λια­σμό, να υ­πει­σέρ­χε­ται, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, και η μορ­φή, ε­νώ α­πο­δί­δε­ται φό­ρος τι­μής σε έ­να δυο μά­στο­ρες και “στυ­λί­στες”. Αντι­θέ­τως, ο Κούρ­το­βικ πε­ριο­ρί­ζε­ται στο μυ­θι­στό­ρη­μα, το ο­ποίο, ό­πως έ­χει κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δη­λώ­σει, θεω­ρεί το κυ­ρίαρ­χο εί­δος. Στην ε­πι­σκό­πη­σή του, μό­νο σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις, α­να­φέ­ρε­ται στη μορ­φή, με τις αό­ρι­στες δια­τυ­πώ­σεις, “κα­λο­γραμ­μέ­νο” και “πε­ρί­τε­χνο”. Κα­τά τα άλ­λα, ο σχο­λια­σμός και των δυο κα­τευ­θύ­νε­ται α­πό το θέ­μα, α­φού, ό­μως, προ­η­γου­μέ­νως, έ­χουν προσ­διο­ρί­σει ποια θέ­μα­τα θεω­ρούν α­ξιό­λο­γα. 
Αυ­τή η θε­μα­τι­κή ο­ριο­θέ­τη­ση δεί­χνει α­ντί­στοι­χη με τον πε­ριο­ρι­σμό στα βι­βλία, που μπο­ρούν να εί­ναι υ­πο­ψή­φια για το «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών». Εκεί, κά­ποιος (ε­πι­τρο­πή κρι­τι­κών, Λέ­σχες  Ανά­γνω­σης) α­να­λαμ­βά­νει ρό­λο κη­δε­μό­να του α­να­γνώ­στη, ο­ρί­ζο­ντας το υ­πο­σύ­νο­λο των βι­βλίων α­πό το  ο­ποίο ε­κεί­νος κα­λεί­ται να ε­πι­λέ­ξει. Αντ’ αυ­τού, οι κρι­τι­κοί ο­ρί­ζουν τα ά­ξια μνη­μό­νευ­σης θέ­μα­τα, ό­πως η κρί­ση, οι ι­στο­ρι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, η προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση ή, ως κο­ρω­νί­δα, τα θέ­μα­τα οι­κου­με­νι­κής εμ­βέ­λειας. Έτσι, πα­ρα­με­ρί­ζο­νται τα συ­νή­θη θέ­μα­τα των μπε­στ σέ­λε­ρ, ό­πως ε­ρω­τι­κά,  πε­ρι­πε­τειώ­δη, α­στυ­νο­μι­κά, με σα­σπέ­νς, ε­κτός κι αν ο συγ­γρα­φέ­ας τους φρό­ντι­σε να δέ­σει την ι­στο­ρία του με κά­ποιο μεί­ζον ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός. Με­τά έρ­χε­ται η α­ξιο­λό­γη­ση των προ­κρι­νό­με­νων βά­σει του θέ­μα­τος μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση, πως ε­κτι­μά­ται το ευα­νά­γνω­στο βι­βλίο, που πλη­ροί ο­ρι­σμέ­νες ι­δε­ο­λο­γι­κές προ­δια­γρα­φές, ε­νώ, ως προς τη μορ­φή, δια­θέ­τει τις α­ρε­τές των ευ­πώ­λη­των. Ανε­ξάρ­τη­τα αν, λό­γω θέ­μα­τος, δεν ε­μπί­πτει σε ε­κεί­να με τη με­γά­λη α­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Για­τί μπο­ρεί έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα για τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους να εί­ναι ευ­κο­λο­α­νά­γνω­στο αλ­λά θε­μα­τι­κά α­διά­φο­ρο για το με­γά­λο  κοι­νό, που θέ­λει να ξε­χα­στεί με “πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις” πρά­ξεως σπου­δαίας και “τρεις” ή και δε­κα­τρείς “υ­πο­σχέ­σεις”, ι­δίως σε πε­ρίο­δο ι­σχνών α­γε­λά­δων σε ό­λους τους το­μείς, του ε­ρω­τι­κού συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, το σχε­τι­κό με τους Βαλ­κα­νι­κούς μυ­θι­στό­ρη­μα του Γιαν­νιώ­τη Σπύ­ρου Γό­γο­λου εί­ναι σο­δειά 2011, ό­πως και το σχε­τι­κό με την κρί­ση μυ­θι­στό­ρη­μα του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου. 
Πε­ρί Κρι­τη­ρίων

Επα­να­λαμ­βά­νου­με, μα­κριά α­πό ε­μάς η κρι­τι­κή της κρι­τι­κής, αλ­λά μέ­νει το ε­ρώ­τη­μα: Ο τίτ­λος, που ε­πι­λέ­γει ο Κούρ­το­βι­κ, «Το γά­λα των ι­σχνών α­γε­λά­δων», δεν υ­πό­σχε­ται προ­βο­λή του λο­γο­τε­χνι­κού α­πο­στάγ­μα­τος της χρο­νιάς; Κι ό­μως, ε­κεί­νος το α­πορ­ρί­πτει, ό­που κι αν το βρει. Στο έ­να λό­γω πα­ρω­χη­μέ­νου θέ­μα­τος, στο άλ­λο λό­γω θε­μα­τι­κής ε­πα­νά­λη­ψης, σε έ­να τρί­το για­τί ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ξάν­τλη­σε τις πη­γές έ­μπνευ­σής του, που υ­πο­θέ­του­με ό­τι ση­μαί­νει πως κι αυ­τός θε­μα­τι­κά ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, ε­νώ σε έ­να τέ­ταρ­το βρί­σκει προ­βλη­μα­τι­κή την τε­χνι­κή α­πό­στα­ξης. Τε­λι­κά, κά­νει την έκ­πλη­ξη, προ­τεί­νο­ντας α­ντί για γά­λα κά­τι πιο τερ­ψι­λα­ρύγ­γιο για δια­νοού­με­νους, ε­θι­σμέ­νους στην α­νά­γνω­ση δο­κι­μίων. Κά­τι σαν το φρα­που­τσί­νο, ού­τε γά­λα ού­τε κα­φές, αλ­λά γαρ­γα­λι­στι­κό μίγ­μα. Προ­τεί­νει το μυ­θι­στό­ρη­μα, που κα­ταρ­γεί τα ει­δο­λο­γι­κά στε­γα­νά: “Μυ­θο­πλα­σία, αυ­το­βιο­γρα­φία, δο­κί­μιο, πο­λι­τι­σμι­κή γεω­γρα­φία ή αν­θρω­πο­λο­γία, πο­λι­τι­σμι­κή κρι­τι­κή”, ό­λα σε έ­να. Αυ­τό θεω­ρεί “συ­ναρ­πα­στι­κή προο­πτι­κή για την πε­ζο­γρα­φία μας”. Προο­πτι­κή, ό­χι και τό­σο και­νού­ρια. 
Μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να ο­ρί­ζει κρι­τή­ρια και να κά­νει τις ε­πι­λο­γές του, ω­στό­σο ό­λοι και ό­λα ο­ρί­ζο­νται α­πό τη γλώσ­σα. Πριν κο­ντά ε­νά­μι­σι αιώ­να, οι φι­λό­λο­γοι, α­ντί να με­τα­γλωτ­τί­σουν τον λα­τι­νι­κό ό­ρο literatura με τη λέ­ξη γράμ­μα­τα, προ­τί­μη­σαν να πλά­σουν στο πρό­τυ­πο της λέ­ξης καλ­λι­τε­χνία, τον και­νο­φα­νή τό­τε ό­ρο λο­γο­τε­χνία. Εί­ναι, ί­σως, η μό­νη γλώσ­σα που θέ­τει αυ­τόν τον πε­ριο­ρι­σμό, τον ο­ποίο βιά­ζου­με, ό­ταν χρη­σι­μο­ποιού­με τη λέ­ξη λο­γο­τε­χνία α­δια­κρί­τως για ο­ποιο­δή­πο­τε πε­ζό δη­μο­σιεύε­ται. Από την άλ­λη, ας φρο­ντί­σουν βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές και κρι­τι­κοί για την προώ­θη­ση του εν­δε­δειγ­μέ­νου ευα­νά­γνω­στου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μπο­ρούν, μά­λι­στα, να ξε­κι­νή­σουν α­πό τις λί­στες των ευ­πώ­λη­των, κα­ταρ­γώ­ντας τον προσ­διο­ρι­σμό λο­γο­τε­χνία, τό­σο για τα ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ό­σο και για τα με­τα­φρα­σμέ­να. Ας α­πο­τολ­μή­σουν να α­πο­φαν­θούν ό­τι η τρι­λο­γία της Λον­δρέ­ζας Ερρί­κας Μή­τσε­λ, γνω­στής με το ψευ­δώ­νυ­μο Ε. Λ. Τζέϊμς, «Πε­νή­ντα α­πο­χρώ­σεις», δεν εί­ναι λο­γο­τε­χνία. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η ί­δια, εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές φα­ντα­σιώ­σεις μιας γυ­ναί­κας, που κλεί­νει ε­φέ­τος τα πε­νή­ντα και έ­χει έ­ναν δε­κα­πε­ντα­ε­τή έγ­γα­μο βίο που συ­νε­χί­ζε­ται και δυο κό­ρες. Εμείς, πά­ντως, προ­τι­μού­με τα α­ντί­στοι­χα βι­κτω­ρια­νά πορ­νο­γρα­φι­κά και στο εί­δος του ε­ρω­τι­κού, δεν θα αλ­λά­ζα­με την Αμε­ρι­κα­νί­δα Μάρ­γκα­ρετ Μή­τσελ και το «Οσα παίρ­νει ο ά­νε­μος» με έ­να Λέ­νας Μα­ντά. Αλλά πε­ρί ο­ρέ­ξεως ου­δείς λό­γος. Ωστό­σο, αν υ­πάρ­ξει και ε­φέ­τος «Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών», ας α­φή­σουν οι νέ­οι θε­σμο­θέ­τες ε­λεύ­θε­ρους και ό­χι δια­κρι­τι­κά χει­ρα­γω­γού­με­νους τους α­να­γνώ­στες να δια­λέ­ξουν α­πό ό­λη τη σο­δειά. Ας πα­ρα­δειγ­μα­τι­στούν α­πό τους Βρε­τα­νούς, που α­πέ­νει­μαν το «National Book Award» του 2012 στην Ε. Λ.Τζέϊμς. 

 Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/2/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: