Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Ψυχής παραμυθία

Γιώρ­γος Σκα­μπαρ­δώ­νης
«Νοέμ­βριος»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Απρί­λιος 2014

«Μπαί­νω την νύ­χτα μέ­σα εις την εκ­κλη­σιά του Αι­γιάν­νη και κλειώ την πόρ­τα κι αρ­χι­νώ τα κλά­μα­τα με με­γά­λες φω­νές και με­τά­νοιες: “τ’ εί­ναι αυ­τό ο­πού ’γι­νε σ’ ε­μέ­ναν, γο­μά­ρι εί­μαι να με δέρ­νουν;” Και τον πε­ρι­κα­λώ να μου δώ­ση άρ­μα­τα κα­λά κι α­ση­μέ­νια και δε­κα­πέ­ντε πουγ­γιά χρή­μα­τα και ε­γώ θα του φκιά­σω έ­να με­γά­λο κα­ντή­λι α­ση­μέ­νιον. Με τις πολ­λές φω­νές κά­μα­μεν τις συμ­φω­νίες με τον ά­γιον...» Αυ­τά γρά­φει ο Μα­κρυ­γιάν­νης εν­θυ­μού­με­νος τη ντρο­πή και το πα­ρά­πο­νό του στα δε­κα­τέσ­σε­ρα για το ξυ­λο­φόρ­τω­μα α­πό το πρώ­το α­φε­ντι­κό του “ο­μπρός σε ό­λον τον κό­σμο­ν”. Κο­ντεύει να τε­λειώ­σει το 2014, που κά­ποιοι πα­λαιό­τε­ροι – κα­λή ώ­ρα ο Σε­φέ­ρης – θα πρό­τει­ναν να α­να­κη­ρυ­χτεί Έτος Μα­κρυ­γιάν­νη, χω­ρίς να τον μνη­μο­νεύ­σου­με. Η φε­τι­νή ε­πέ­τειος των 150 χρό­νων α­πό τον θά­να­τό του ε­ορ­τά­στη­κε μό­νο το­πι­κά, σε Κρο­κύ­λειο και Λι­δω­ρί­κι, χω­ρίς να υ­περ­βεί τα ό­ρια της ο­ρει­νής Δω­ρί­δος, ά­ντε και της Φω­κί­δας. Υπήρ­ξαν, βε­βαίως, οι θε­α­τρο­ποιή­σεις των «Απο­μνη­μο­νευ­μά­των» του. Αυ­τή η μό­δα, που σα­ρώ­νει κυ­ριο­λε­κτι­κά τη νε­ο­ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία, α­πέ­δει­ξε, για α­κό­μη μία φο­ρά, ό­τι προ ου­δε­νός ορ­ρω­δεί.  
Η μνη­μό­νευ­ση του Μα­κρυ­γιάν­νη δεν έ­χει ε­δώ ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Μας τον θύ­μι­σε ο Γιώρ­γος Συ­μεω­νί­δης, που, α­νή­με­ρα στη γιορ­τή του α­να­τρέ­χει στους Αι­γιώρ­γη­δες, τον Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα και τον Νε­ο­μάρ­τυ­ρα των Ιωαν­νί­νων. Με τον δεύ­τε­ρο, τον φου­στα­νε­λο­φό­ρο, ο­κτώ χρό­νια μι­κρό­τε­ρο του Μα­κρυ­γιάν­νη, “εί­χε προ­σω­πι­κή σχέ­ση ο παπ­πούς του”. Όταν το κτή­μα του έ­πια­σε φω­τιά, μια μέ­ρα που ε­κεί­νος έ­λει­πε, μό­λις γύ­ρι­σε, έ­τρε­ξε κα­τευ­θείαν “στην ει­κό­να του, κρε­μα­σμέ­νη στο χα­γιά­τι”. Όρθιος μπρο­στά του, “με υ­ψω­μέ­νο το δά­χτυ­λο, έ­ξαλ­λος του λέει”: «...Εσύ, κοτ­ζάμ ά­γιος, για­τί δεν έ­τρε­ξες να βο­η­θή­σεις να σβή­σου­νε τη φω­τιά πριν προ­χω­ρή­σει και κά­ψει το κτή­μα; Για­τί, ρε, δεν έ­τρε­ξες να ρί­ξεις ού­τε έ­να κου­βά νε­ρό, ε; Αφο­ρε­σμέ­νε! Τρεις μή­νες θα κά­νω να σ’ α­νά­ψω το κα­ντή­λι. Που να χέ­σω τη φου­στα­νέ­λα σου...» Πώς του ’ρθε του εγ­γο­νού και αρ­χί­ζει να ψά­χνει τη δι­κή του φου­στα­νέ­λα α­πό τον Φοι­τη­τι­κό Χο­ρευ­τι­κό Σύλ­λο­γο Ηπει­ρω­τών «Η Σα­μα­ρί­να». Την α­να­σύ­ρει, την φο­ρά­ει και θυ­μά­ται φευ­γα­λέα μια πα­νέ­μορ­φη Ιωάν­να α­πό το χο­ρευ­τι­κό. 
Οσοι ά­κου­σαν τον Γιώρ­γο Σκα­μπαρ­δώ­νη να δια­βά­ζει το διή­γη­μα, «Ού­τε έ­ναν κου­βά νε­ρό», τον Μάιο, στο Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο Πο­λι­τι­σμού, θα πρέ­πει να ε­ξε­πλά­γη­σαν ευ­χά­ρι­στα με την ε­νη­μέ­ρω­σή του γύ­ρω α­πό τους με­τα­βυ­ζα­ντι­νούς α­γιο­γρά­φους. Ταυ­τό­χρο­να, θα με­λαγ­χό­λη­σαν, κα­θώς το διή­γη­μα δέ­νει “το λυ­κό­φως του Βυ­ζα­ντίου” με ε­κεί­νο της ζωής. Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, δια­σκε­δά­ζει τις ε­ντυ­πώ­σεις, κλεί­νο­ντας το διή­γη­μα με έ­να τρα­γού­δι, ό­χι το «Παι­διά της Σα­μα­ρί­νας» που θα α­να­με­νό­ταν, αλ­λά έ­να δι­κό του, πα­ρα­φρά­ζο­ντας το «Κού­ρο Σί­βο» του Καβ­βα­δία: «Η Σα­μα­ρί­να, η Σα­μα­ρί­να ό­λα τα σβή­νει...». Σε ε­κεί­νη την εκ­δή­λω­ση, εί­χε ξε­κι­νή­σει δια­βά­ζο­ντας έ­να άλ­λο διή­γη­μα για ει­κό­νες και α­γιο­γρά­φους, α­κρι­βέ­στε­ρα, για έ­ναν α­γιο­γρά­φο, πα­λαιό­τε­ρο και πε­ριώ­νυ­μο, τον υ­στε­ρο­βυ­ζα­ντι­νό Μα­νουήλ Παν­σέ­λη­νο. Το «Ο κυρ Μα­νουήλ Παν­σέ­λη­νος δε­σπό­ζει» εί­ναι το τέ­ταρ­το διή­γη­μα του Σκα­μπαρ­δώ­νη, που ε­μπνέε­ται α­πό τον μυ­στη­ρια­κό χώ­ρο του Αγίου Όρους. 
Εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δέ­κα χρό­νια να θυ­μη­θεί το Όρος. Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ο α­φη­γη­τής στο τε­λευ­ταίο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, το «Πά­ρε το τραν­ζί­στορ στη βάρ­κα», ό­που ψα­ρεύει με τον πα­πα-Θεό­φι­λο στη σκιά του Άθω­να, έ­χει δέ­κα πέ­ντε χρό­νια να μπει στο Όρος. Πά­ντως, η πρώ­τη συλ­λο­γή του α­νοί­γει με το α­γιο­ρεί­τι­κο διή­γη­μα, «Το α­σπι­δό­νε­ρο». Εκεί­νο το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο της πρό­σφα­της έ­χουν το ί­διο θέ­μα, την α­ντα­πό­κρι­ση των ζώων στο μου­σι­κό ε­ρέ­θι­σμα. Εκεί εί­ναι το πιο φαρ­μα­κε­ρό φί­δι, η α­σπί­δα, ε­δώ τα δελ­φί­νια, που, για α­κό­μη μία φο­ρά, συ­ντε­λού­ν  στην ευ­φρα­ντι­κή α­τμό­σφαι­ρα των θα­λασ­σι­νών του διη­γη­μά­των. Αντι­θέ­τως, υ­πο­βλη­τι­κή εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα στα δυο α­γιο­ρεί­τι­κα, ε­νώ στα εν­διά­με­σα δυο που δια­δρα­μα­τί­ζο­νται στο Όρος («Ιχθύος κα­τά­λυ­σις», «Πρωι­νό ρό­φη­μα»), πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρι­στα­τι­κά με εύ­θυ­μη διά­θε­ση. Πά­ντως, στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο, δεν ο­νο­μα­τί­ζει τους Γέ­ρο­ντες ού­τε τις Μο­νές που α­σκη­τεύουν, πι­θα­νώς θέ­λο­ντας να προϊδεά­σει για την δια­φυ­γή προς το φα­ντα­στι­κό. Πράγ­μα­τι, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο, δε­σπό­ζει ο Παν­σέ­λη­νος. Όχι, ό­μως, μό­νο στο Πρω­τά­το, ό­που οι γνω­στές τοι­χο­γρα­φίες του, αλ­λά και σε μια υ­πό­γεια εκ­κλη­σία, κρυμ­μέ­νη κά­τω α­πό το κε­λά­κι ε­νός πα­ρά­ξε­νου Γέ­ρο­ντα, α­πο­κύη­μα συγ­γρα­φι­κής φα­ντα­σίας ε­ρε­θι­σμέ­νης α­πό τη μα­κρό­χρο­νη κα­τά Διο­νυ­σίου του εκ Φουρ­νά α­νά­γνω­ση. 
Γε­νι­κό­τε­ρα, σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, η φα­ντα­σία του Σκα­μπαρ­δώ­νη α­να­δει­κνύε­ται πλέ­ον ο­ξυμ­μέ­νη στο να συν­θέ­τει ι­στο­ρίες, κα­θώς ε­πι­νο­εί δαι­μο­νι­κές συ­μπτώ­σεις και α­κραίες συ­γκυ­ρίες. Ανα­φέ­ρα­με τρία α­πό τα 33 διη­γή­μα­τα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής. Για ό­σους κα­τα­γρά­φουν και α­ριθ­μη­τι­κά την πα­ρου­σία ε­νός συγ­γρα­φέα, εί­ναι η ε­νά­τη συλ­λο­γή, φτά­νο­ντας το σύ­νο­λο των στε­γα­σμέ­νων σε αυ­τές διη­γη­μά­των στα 187 μέ­σα σε μία ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Αυ­τά, ό­μως, μπο­ρεί να μην ταυ­τί­ζο­νται με την συ­νο­λι­κή πα­ρα­γω­γή του. Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης κά­νει δύ­σκο­λη τη ζωή μελ­λο­ντι­κών γραμ­μα­το­λό­γων, μη α­να­φέ­ρο­ντας α­πό το 2003 και ύ­στε­ρα, ό­πως εί­ναι φι­λο­λο­γι­κά ε­πι­βε­βλη­μέ­νο, πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις διη­γη­μά­των. Οπό­τε δεν εί­ναι γνω­στά τα ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να, ού­τε αν υ­πάρ­χουν δη­μο­σιευ­μέ­να που δεν έ­χουν συ­μπε­ρι­λη­φθεί. Όσο για τη συγ­γρα­φι­κή πα­ρου­σία, αυ­τή δεν με­τριέ­ται α­πό την έκ­δο­ση βι­βλίου, αλ­λά δη­μο­σίευ­σης διη­γή­μα­τος. Και ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, αν δεν σφάλ­λου­με, συ­μπλη­ρώ­νει του χρό­νου τρια­κο­ντα­ε­τία. Κα­τά τα άλ­λα, η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή έ­χει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα διη­γή­μα­τα ό­λων, αλ­λά λι­γό­τε­ρες σε­λί­δες σε σχέ­ση με τις τρεις προ­η­γού­με­νες. Αρχι­κά, οι πέ­ντε πρώ­τες συλ­λο­γές ή­ταν ο­λι­γο­σέ­λι­δες, 130 σε­λί­δες η ε­κτε­νέ­στε­ρη. Με το ξε­κί­νη­μα, με­τά το 2000, της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, αυ­ξή­θη­καν σε σε­λί­δες και οι συλ­λο­γές. 
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, ο α­ριθ­μός του πλή­θους των διη­γη­μά­των α­να­γρά­φε­ται και στο ε­ξώ­φυλ­λο, δί­κην υ­πό­τιτ­λου. Το 33 θεω­ρεί­ται μα­γι­κός α­ριθ­μός, ο με­γα­λύ­τε­ρος σε δύ­να­μη σα­γή­νης, ό­πως και ο Νοέμ­βριος, που ε­κλαμ­βά­νε­ται ως ο πλέ­ον μυ­στη­ριώ­δης μή­νας, αλ­λά και ο μή­νας ει­σό­δου στον χει­μώ­να. Χά­ρις σε αυ­τό το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό και το συμ­βο­λι­κό του φορ­τίο ε­πι­λέ­γε­ται ως τίτ­λος. Δη­λώ­νε­ται, άλ­λω­στε, στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, που εκ­πέ­μπει με­λαγ­χο­λία, αλ­λά και προϊδεά­ζει για το θε­μα­τι­κό φά­σμα των νέων διη­γη­μά­των. Πλα­γίως ο Σκα­μπαρ­δώ­νης μνη­μο­νεύει την α­πο­χώ­ρη­σή του α­πό τη μά­χι­μη δη­μο­σιο­γρα­φία: “Τώ­ρα που πέ­ρα­σαν οι πα­λιές Πα­ρα­σκευές”. Προ­σθέ­το­ντας: “ντα­για­ντώ μ’ αυ­τά”, που ση­μαί­νει υ­πο­φέ­ρω αλ­λά βα­στώ με την α­νά­κλη­ση πα­λαιών ι­στο­ριών. Ακρι­βέ­στε­ρα, δί­νει μια ποιη­τι­κή ει­κό­να για τη σχέ­ση α­φη­γη­τή και μνή­μης, που προ­βάλ­λει την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πία μίας μυ­θο­πλα­σίας με αυ­το­βιο­γρα­φι­κή διά­στα­ση. Ο συγ­γρα­φέ­ας φαί­νε­ται να δια­θέ­τει πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο στο λε­κτι­κό ρα­φι­νά­ρι­σμα, κα­θώς αυ­ξά­νει ο πλού­τος των ε­πί μέ­ρους στο­λι­διών, ε­νώ πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται οι πλά­γιες νύ­ξεις και οι πο­λύ­ση­μες α­να­φο­ρές. Συ­χνά γί­νε­ται κρυ­πτι­κός, κλεί­νο­ντας έ­να διή­γη­μα με στί­χο του Θέ­μη Τζού­λη, ή γρά­φο­ντας έ­να άλ­λο τύ­που μπον­ζάϊ, ό­πως το «Σχε­δόν που­θε­νά», με ποιη­τι­κή σκο­τει­νό­τη­τα και ι­σό­πο­ση ει­ρω­νεία. Μας δί­νει, ε­πί­σης, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι στο βά­θος των πε­ρισ­σό­τε­ρων διη­γη­μά­των α­να­σαί­νει έ­νας ι­διό­τυ­πος ρο­μα­ντι­σμός. 
Τε­λι­κά, ο Σκα­μπαρ­δώ­νης έ­χει κα­τορ­θώ­σει να χει­ρί­ζε­ται τρεις δια­φο­ρε­τι­κού τύ­που λό­γους, χω­ρίς να νο­θεύει τον έ­να με τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του έ­τε­ρου, ό­που με­ρι­κά α­πό αυ­τά εν­δέ­χε­ται να λει­τουρ­γούν ως α­δυ­να­μίες. Πα­ρά­δειγ­μα, ως κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στο διή­γη­μά του επισημαίνεται η πύ­κνω­ση, ε­νώ το πε­ζο­γρα­φι­κό του έρ­γο δεν έ­χει πο­τέ χα­ρα­κτη­ρι­στεί χρο­νο­γρα­φι­κό. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύει α­πό­πει­ρα και στον ποιη­τι­κό λό­γο. Στο διή­γη­μα «Στο 
Α­ΤΜ που δί­νει ποιή­μα­τα» ε­γκι­βω­τί­ζει πο­λύ­στι­χο ποίη­μα ως ύ­μνο οι­στρή­λα­της έ­μπνευ­σης προς την Ία, τη γυ­ναί­κα των α­φιε­ρω­μα­τι­κών μό­το των βι­βλίων του. Στις συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, εμ­φα­νί­ζε­ται ά­παξ μό­νη της, τριά­κις με­τά άλ­λων προ­σώ­πων και σκύ­λων, ε­νώ στην πρό­σφα­τη α­πο­μέ­νει μό­νη με­τά ε­πτά­δας σκύ­λων συν τα μο­νί­μως ε­πα­νερ­χό­με­να α­δέ­σπο­τα. Ακό­μη και ο Πε­ρι­κλής Σφυ­ρί­δης, που στα 12 ζωο­φι­λι­κά του τα ο­κτώ εί­ναι για σκύ­λους, διή­γη­μα δεν τους έ­χει α­φιε­ρώ­σει. Και σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή του Σκα­μπαρ­δώ­νη υ­πάρ­χει διή­γη­μα για σκύ­λο, «Το λου­ρί που πά­ει βόλ­τα», σε υ­ψη­λούς τό­νους συ­γκι­νη­σια­κής φόρ­τι­σης. Κα­τά τα άλ­λα, προ­τι­μά το ε­ξαι­ρε­τι­κό στην ε­πι­λο­γή των ζω­ντα­νών. Αυ­τό διακρίνεται ε­ξαρ­χής με το «Μία χε­λώ­να α­νά­σκε­λα», το πρώ­το δη­μο­σιευ­μέ­νο διή­γη­μά του στο πρώ­το τεύ­χος του θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κου πε­ριο­δι­κού, «Πα­ρα­φυά­δα».
Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, σε δέ­κα διη­γή­μα­τα πρω­τα­γω­νι­στούν ή έ­στω δευ­τε­ρα­γω­νι­στούν ζω­ντα­νά. Σε έ­να α­πό αυ­τά, «Ώσπερ πε­λε­κάν», ξε­προ­βάλ­λει στον αν­δρο­κρα­τού­με­νο κό­σμο του συγ­γρα­φέα μια μο­να­δι­κή γυ­ναί­κα α­φη­γη­τής. Ίσως, την υ­πο­βάλ­λει το θέ­μα, η στορ­γή του πε­λε­κά­νου για τα νιο­γέν­νη­τα. Αυ­τή τη φο­ρά, πά­ντως, υ­πε­ρι­σχύουν τα ζώα της ξη­ράς, έ­να­ντι ε­κεί­νων του αέ­ρος, κυ­ρίως της θα­λάσ­σης, που έρ­χο­νταν για έ­να διά­στη­μα πρώ­τα στις προ­τι­μή­σεις του. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δια­φο­ρά στα πρό­σφα­τα εί­ναι ο έ­ντο­νος αν­θρω­πο­μορ­φι­σμός. Πα­ρά­δειγ­μα τα τρία που τα ζω­ντα­νά έ­χουν τον πρώ­το ρό­λο: Το «Θα­μπό φα­νά­ρι», γύ­ρω α­πό τη σφα­γή των χοί­ρων και τον πα­ζο­λι­νι­κής πνοής ορ­γα­σμό που προ­η­γεί­ται. Θε­μα­τι­κά συγ­γε­νεύει με το «Μα­ρία» του Γιάν­νη Πα­λα­βού, το υ­περ­βαί­νει, ό­μως, στις προ­θέ­σεις κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας για το ζευ­γά­ρω­μα των ζώων το ρή­μα γα­μώ, α­να­φε­ρό­με­νο κα­τά τα λε­ξι­κά μό­νο στη συ­νεύ­ρε­ση αν­δρός, αλ­λά και υ­παι­νισ­σό­με­νος ό­τι ο κό­σμος των χοί­ρων έ­να­ντι ε­κεί­νου των αν­θρώ­πων εί­ναι ευ­γε­νι­κός. Ηπιό­τε­ρος ο αν­θρω­πο­μορ­φι­σμός στο «Ο κύ­ριος Cri­­-cket ί­πτα­ται», ό­που την πα­ρά­στα­ση την κλέ­βει το γνω­στι­κό εύ­ρος του συγ­γρα­φέα σχε­τι­κά με τις μου­σι­κές προ­τι­μή­σεις και ε­πι­δό­σεις του κρί­κε­τ, ελ­λη­νι­στί γρύ­λος, στην κοι­νή τρι­ζό­νι.
Πά­ντως, στα ζωο­φι­λι­κά του Σκα­μπαρ­δώ­νη δεν υ­πάρ­χει ο έρ­πων με­τα­μο­ντέρ­νος δι­δα­κτι­σμός. Υπε­ρέ­χει ό­λων το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό δέ­σι­μο. Ενδει­κτι­κό το πιο ευ­φά­ντα­στο «Ταΐζο­ντας τα μυρ­μή­γκια». Θε­α­τρι­κό ή­θε­λε να γρά­ψει ο α­φη­γη­τής για τον Άρη Βε­λου­χιώ­τη, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα «Φω­το­γρα­φία με τον Άρη». Προ­σώ­ρας, έ­γρα­ψε έ­να δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, προ­βι­βά­ζο­ντας την ο­μά­δα των 50-60 αν­δρών του Άρη σε τάγ­μα και ε­ξι­σώ­νο­ντάς το  α­ριθ­μη­τι­κά με ε­κεί­νο που τους κα­τα­δίω­κε. Πα­ρεν­θε­τι­κά να ση­μειώ­σου­με, ό­τι η ό­λη δύ­να­μη που ρί­χτη­κε ε­να­ντίον τους, έ­φτα­νε τους 1500. Όταν κι­νεί­ται κα­νείς με­τα­ξύ ντο­κου­μέ­ντου και μυ­θο­πλα­σίας, κα­τά κα­νό­να η ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια θυ­σιά­ζε­ται στο βω­μό της λο­γο­τε­χνι­κής. Μέ­νου­με, ω­στό­σο, με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι αυ­τή η ε­ξο­μοίω­ση εί­ναι μία πρώ­τη α­δι­κία του α­φη­γη­τή σε βά­ρος του μυ­θο­πλα­στι­κού Βε­λου­χιώ­τη. Η δεύ­τε­ρη  εί­ναι η κε­ντρι­κή ι­δέα του διη­γή­μα­τος, που θέ­λει έ­ναν Μαυ­ρο­σκού­φη ε­κεί­νης της ο­μά­δας να ζει 68 χρό­νια ταΐζο­ντας μυρ­μή­γκια, για­τί τον έ­σω­σαν τό­τε, ξυ­πνώ­ντας τον ε­γκαί­ρως, α­πό την ε­νέ­δρα των Εθνο­φυ­λά­κων. Μάλ­λον  δεν δεί­χνει και με­γά­λη ε­κτί­μη­ση α­πέ­να­ντι στο α­νά­στη­μα ε­κεί­νων των α­γρίως κα­τα­διω­κό­με­νων αν­δρών.
Από άλ­λους χρό­νους και τον βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κο τό­πο έρ­χο­νται τα ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα που τον πα­θιά­ζουν. Για­τί, ε­κτός α­πό διη­γή­μα­τα για γυ­ναί­κες, σκύ­λους και λοι­πά ζω­ντα­νά, ο κορ­μός της συλ­λο­γής α­φο­ρά πρό­σω­πα. Ήρωες, σαν αλ­λο­παρ­μέ­νοι, που ζού­νε στον κό­σμο τους. Σε αυ­τήν τη συλ­λο­γή, “τρε­λά­ρες”, έμ­μο­νοι και θερ­μό­αι­μοι του πα­ρό­ντος χρό­νου υ­πο­λεί­πο­νται α­ριθ­μη­τι­κά σε σχέ­ση με τα πρό­σω­πα του πα­ρελ­θό­ντος. Ο Σκα­μπαρ­δώ­νης, αλ­λά­ζο­ντας α­νά­λο­γα με το πρό­σω­πο α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο, ποι­κίλ­λο­ντας τους τό­νους και την ο­πτι­κή γω­νία, δί­νει μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή χροιά στο α­πεί­κα­σμα μυ­θι­κών μορ­φών της πό­λης του και  των χώ­ρων με τους ο­ποίους ταυ­τί­στη­καν (Ν. Γ. Πε­ντζί­κης, Τ. Κα­νελ­λό­που­λος, Σο­λο­μών Μόλ­χο). Δί­πλα σε αυ­τούς, πλά­θει δυο εκ­κε­ντρι­κούς ή­ρωες, που πα­ρου­σιά­ζο­νται ως υ­ψη­λό­βαθ­μοι στρα­τιω­τι­κοί, θείος ο έ­νας και νου­νός ο άλ­λος του α­φη­γη­τή. Τό­σο ε­ξω­ραϊστι­κή η μνή­μη του βα­φτι­σι­μιού, που θέ­λει τον νου­νό του, ως λο­χα­γό στον Εμφύ­λιο, να κυ­νη­γά­ει α­ντάρ­τες σε Νά­ου­σα, Κερ­δύλ­λια, Ρε­ντί­να, με ά­δειο πι­στό­λι.
Η μνή­μη ω­ραιο­ποιεί αλ­λά και υ­πο­νο­μεύει. Την πε­ρι­γρα­φή του Μα­κε­δο­νο­μά­χου Στέρ­γιου-Τσιού­μα, πρω­το­πα­λί­κα­ρου του Κα­πε­τάν Κώτ­τα, μπο­ρεί να την ζή­λευε α­κό­μη και ο Γεώρ­γιος Μό­δης, ω­στό­σο οι υ­ψη­λοί τό­νοι, κά­ποια  ε­πί­θε­τα, μια φρα­σού­λα προ­σθέ­τουν ει­ρω­νι­κές α­νταύ­γειες. Κι αν υ­περ­βάλ­λου­με ως προς την ει­ρω­νεία, μέ­νει σί­γου­ρα αί­σθη­ση μα­ταιό­τη­τας, ευ­κρι­νέ­στε­ρη στην σχε­δόν ε­πι­κή μνεία της «Απολ­λω­νίας Ίλης», ό­που ο Μέ­γας Αλέ­ξαν­δρος βυ­θί­ζε­ται στο η­μί­φως μέ­σα σε σκη­νι­κό τύ­που Ταρ­κόφ­σκι. Έτσι κι αλ­λιώς, αυ­τή η αί­σθη­ση υ­φέρ­πει σε ο­λό­κλη­ρη τη συλ­λο­γή. Από το πρώ­το διή­γη­μα, με τον α­πο­κα­λυ­πτι­κό τίτ­λο, «Ο αυ­τό­λυ­κος». Σαν μο­να­χι­κός λύ­κος νιώ­θει ε­δώ ο α­φη­γη­τής – μά­ταιος αυ­τό­λυ­κος. Ψυ­χής παραμυθία, λοι­πόν, οι διη­γή­σεις του Σκα­μπαρ­δώ­νη.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/9/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: