Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ


Μιχαήλ Γ. Βαρβούνης
«Νεοελληνικά λαϊκά
επιτύμβια επιγράμματα»
Εκδόσεις Παπαζήση
Αθήνα, 2007

Τα νεοελληνικά λαϊκά επιτύμβια επιγράμματα συνιστούν έναν ακόμη τρόπο έκφρασης της οδύνης για το θάνατο προσφιλών προσώπων. Δεν χαράσσονται στην πλάκα του τάφου, δίπλα στο όνομα και τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου, ούτε στην τυχόν υπάρχουσα επιτύμβια στήλη, όπου σκαλίζονται αλληγορικές ή θρησκευτικές παραστάσεις και στα παλαιότερα χρόνια, ακόμη και βιβλικά χωρία. Τα λαϊκά επιτύμβια επιγράμματα της σήμερον γράφονται σε μικρές πλάκες από μάρμαρο, μπορεί και από γύψο ή πορσελάνη, οι οποίες τοποθετούνται όρθιες, είτε σε αυτόνομες βάσεις είτε προσκολλημένες στον τάφο, δίπλα στην πλάκα ή στη βάση του σταυρού και της καντιλιέρας. Γενικώς, σε περίοπτη θέση του ταφικού μνημείου, κι αν πρόκειται για οικογενειακό τάφο ή οστεοθήκη, χαράσσονται σε πλάκες, εντοιχισμένες στην πρόσοψή τους. Με τον τρόπο του, συμβάλλει και το επιτύμβιο, στη διαιώνιση της μνήμης του νεκρού, καθώς προβάλλει τη θέση που κατείχε στη ζωή, μια και ολόκληρο το ταφικό μνημείο συνιστά ύστατη επίδειξη, ασφαλώς, της αγάπης που απολάμβανε αλλά και του πλούτου, εν γένει της κοινωνικής θέσης, που έχαιρε.
Τα νεοελληνικά λαϊκά επιτύμβια επιγράμματα θεωρούνται νέο είδος του ελληνικού έντεχνου λόγου και ως εξέλιξη των επιτύμβιων επιγραμμάτων, γραμματειακό είδος που ανθεί από τους προχριστιανικούς αιώνες. Πάντως, η ευρύτερη χρήση των νεοελληνικών επιγραμμάτων φαίνεται πως σημειώθηκε στη δεκαετία του 1980, εξαπλούμενη από τα μεγάλα αστικά κέντρα στην επαρχία. Μάλιστα, κατά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα και τις απαρχές του 21ου, έχουν κι αυτά, τρόπον τινά, βιομηχανοποιηθεί, καθώς προσφέρονται από τους κατασκευαστές τάφων σε τυποποιημένες μορφές, ανάλογα με την ιδιότητα και τα χαρακτηριστικά του νεκρού. Κατά συνέπεια, έλειψε ο αυθορμητισμός και ο προσωπικός χαρακτήρας των αρχικών επιγραμμάτων, που τα καθιστούσε άξια συλλογής και μελέτης.
Ένα γραπτό θρήνο συνιστούν τα νεοελληνικά λαϊκά επιτύμβια, ως συνέχεια του προφορικού, που είναι το μοιρολόϊ, αναμιγνύοντας δημοτικά άσματα και στίχους γνωστών ποιητών με την προσωπική έμπνευση του πενθούντος. Κατά τους μελετητές, αποκαλύπτουν θλίψη αλλά και επίδειξη, πόνο αλλά και κοινωνική σκοπιμότητα. Όπως κι αν έχει, προσωρινού χαρακτήρα, αφού ακόμη κι αυτή η τελευταία κατοικία, με το αδιαχώρητο που επικρατεί στα νεκροταφεία της χώρας, καταστρέφεται, συχνά ανά τριετία, κατά την ανακομιδή των οστών, που καταχωνιάζονται σε συρτάρια και συρταράκια κατά μήκος και πλάτος αιθουσών, όπου, μετά βίας, περισσεύει χώρος για το όνομα, καταλήγοντας σε έναν αύξοντα αριθμό και μια ετήσια καταβολή δίκην μισθώματος. Όπως ακριβώς περιγράφει ο Μάριος Μιχαηλίδης στην εξαίρετη νουβέλα του, «Ο Οστεοφύλαξ».
Ωστόσο, ο καθηγητής Λαογραφίας στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Μ. Γ. Βαρβούνης και οι φοιτητές του διέσωσαν ένα εκτεταμένο όσο και αντιπροσωπευτικό δείγμα παρόμοιων επιτύμβιων επιγραφών της τελευταίας εικοσαετίας. Στη μελέτη του Βαρβούνη, δημοσιεύεται κατάλογος με τις καταγραφές των φοιτητών από νεκροταφεία διαφορετικών ελληνικών πόλεων αλλά και επιμέρους καταγραφές από τα τρία βασικά νεκροταφεία Αθηνών και ακόμη, Χαλανδρίου, Ζωγράφου και Παλαιού Φαλήρου, φθάνοντας σε 173 τις συλλογές επιτύμβιων επιγραφών. Ενώ, στο παράρτημα, πέρα από κάποιες φωτογραφίες, δίνεται ένα πρώτο ανθολόγιο λαϊκών επιτύμβιων επιγραφών.
Η μελέτη εντάσσεται στην ελληνική λαογραφία, σκιαγραφώντας το θεωρητικό πλαίσιο των επιτύμβιων επιγραφών, με καλή εποπτεία της ελληνικής και ξένης βιβλιογραφίας. Εν εκτάσει, παρουσιάζονται τα νεκρικά έθιμα και η εξέλιξή τους κατά το πέρασμά τους στο αστικό περιβάλλον, ιδιαίτερα της Αθήνας. Τα έθιμα της κηδείας και των μνημοσύνων αλλάζουν, καθώς ο αστός περιορίζει τις Όσπαρακτικές του εκρήξεις½. Αλίμονο, τι αστός θα ήταν! Αντί, λέει, της οδύνης του αγρότη, στην οποία ο μελετητής διακρίνει την τυποποίηση θεατρικού δρώμενου, ο αστός, τουτέστιν και ο Αθηναίος, συμπυκνώνει τη μνήμη στα αντικείμενα, καθώς η επαφή με τον νεκρό περιορίζεται.
Στη συνέχεια, ταξινομούνται τα νεοελληνικά επιτύμβια σύμφωνα με το θέμα τους σε είκοσι εννέα κατηγορίες μετά παραδειγμάτων, επισημαίνοντας τις συν το χρόνω διαφοροποιήσεις. Ακόμη, εξετάζονται από ιδεολογικής και κοινωνιολογικής πλευράς, μια και αποτυπώνουν αντιλήψεις και στάσεις απέναντι στο θάνατο και το Επέκεινα. Τέλος, σχολιάζονται οι μορφικές τους παραλλαγές, έμμετρο ή πεζό, δίστιχο-τρίστιχο ή και πολύστιχο και γενικότερα, το ύφος και η λογιοσύνη που προδίδουν.
Μια ενδιαφέρουσα μελέτη και έρευνα, αν και το θέμα κάπως μακάβριο.

Μ. Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: