Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

"Η Λέξη" Τεύχος 196 Ιούνιος 2008

Αφιέρωμα στο "ελληνικό διήγημα", όπου ανθολογούνται είκοσι οκτώ πεζά ισάριθμων συγγραφέων, συνοδευόμενο από CD, στο οποίο η Λήδα Πρωτοψάλτη διαβάζει "οκτώ μεγάλους έλληνες διηγηματογράφους" της παλαιότερης πεζογραφίας μας, πλην Παπαδιαμάντη. Πρώτη καινοτομία. Δεύτερη καινοτομία, η ανθολόγηση πεζών δέκα τριών καθαρόαιμων μυθιστοριογράφων και η πρόταξη των γνωστότερων εξ αυτών στο εξώφυλλο. Να σημειώσουμε πως τόσο στο εξώφυλλο όσο και στη σελίδα περιεχομένων έχει παραληφθεί ο Γιώργος Μανιώτης. Τρίτη καινοτομία, που θα την χαρακτηρίζαμε αθέμιτη, κι ας μας συμπαθούν οι επιμελητές, η μη πρόταξη του μόνου τεθνεώτος εν μέσω είκοσι επτά μάχιμων. 1/4ταν, μάλιστα, πρόκειται για σημαντικό διηγηματογράφο, ανάμεσα στους λιγοστούς, κατά την πρόσφατη τριακονταετία, της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Τον Τελέμαχο Αλαβέρα. Και επιπροσθέτως, όταν ο λόγος γίνεται για το τελευταίο κείμενό του, γραμμένο ειδικά για το αφιέρωμα, με ημερομηνία 8.5.2007, που φέρει και την υπογραφή του. Πέθανε σε σχετικά μεγάλη ηλικία ο Αλαβέρας και κάποιοι μπορεί να σκεφτούν πως τα οψιμάδια, όπως τα πρωτόλεια, είναι, κατά κανόνα, δευτεροκλασάτα. Ωστόσο, όπως είχαμε την ευκαιρία να σημειώσουμε με αφορμή τις δυο τελευταίες συλλογές διηγημάτων του, ο Αλαβέρας έγραφε όλο και καλύτερα διηγήματα. Παρεμπιπτόντως, το στερνό του, το "Σε Λα Βι", αναφέρεται σε ένα "ανθρωπάκι", όπως και το μυθιστόρημα του Τζαμιώτη. Του Εμφυλίου αυτό του Αλαβέρα, της Δικτατορίας του Τζαμιώτη, και τα δυο "με τη μέθοδο του γλείφειν" όχι μόνο επεβίωσαν αλλά και καζάντισαν. Κατά Αλαβέρα, "τσανακογλείφτες" (ο Μπαμπινιώτης το θέλει με δυο ν από το σαννάκιον).
Και επανερχόμαστε στους ζώντες της ανθολόγησης. Την σήμερον, απαξάπαντες οι συγγραφείς γράφουν και σύντομες ιστορίες, ακόμη και αυτοί που οι κριτικοί τοποθετούν σε ό,τι αποκαλούν παραλογοτεχνία, συνήθως κατόπιν παραγγελίας κάποιου εντύπου, όπου οι αρνήσεις θα υποθέταμε πως σπανίζουν, και τις οποίες, σε τακτά διαστήματα, συγκεντρώνουν σε βιβλίο, όπως πράττουν όλοι οι γραφιάδες, επιφυλλιδογράφοι, βιβλιοπαρουσιαστές, κριτικοί και λοιποί. Εκμεταλλευόμενοι την ευρυχωρία της ελληνικής, θα μπορούσαμε να θέσουμε κι ένα ρητορικό ερώτημα: Είναι όλες οι ιστορίες διηγήματα; Οπότε και θα απαντούσαμε κατηγορηματικά όχι, επιχειρηματολογώντας επί μακρόν. Το διήγημα συνιστά ένα μοναδικό είδος που ευδοκιμούσε ανέκαθεν στα καθ' ημάς και το οποίο, παρά τις αντίξοες ή μάλλον ορθότερα μολυσματικές συνθήκες που επικρατούν, εξακολουθεί να καλλιεργείται και από τους νεώτερους.
Μεταπολεμικά, το ελληνικό διήγημα οφείλει την πρώτη του ανθοφορία στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ζώντες τε και τεθνεώτες. Αυτό το βαρύ πυροβολικό θα περιμέναμε να αναδεικνύεται στο αφιέρωμα, μια και το περιοδικό εξασφάλισε τις συνεργασίες δυο από τους επιφανέστερους. Παπαδημητρακόπουλος, Μηλιώνης ή και Μηλιώνης Παπαδημητρακόπουλος. Ας μην τσακωθούμε σε ποιον θα δώσουμε τα σκήπτρα. Ως καθαρόαιμος διηγηματογράφος κερδίζει πόντους ο Παπαδημητρακόπουλος, καθώς, μάλιστα, μετέχει με ένα διήγημα-μινιατούρα, που συγκεντρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους? λιτότητα, πύκνωση, έως και την καταληκτική έκπληξη με την ανατροπή των αναγνωστικών προσδοκιών. Στην ίδια γενιά ανήκουν, τουλάχιστον ληξιαρχικά, και οι Περικλής Σφυρίδης και Νίκος Τριανταφυλλόπουλος, που προτιμούν να αφηγηθούν ιστορίες. Τα άπλυτα των κρατικών βραβείων είναι το θέμα του Σφυρίδη και το αφηγείται με τη γνωστή του άνεση, στολίζοντας δεόντως τις διάφορες περιπτώσεις, χωρίς αναφορά ονομάτων, ανεξάρτητα αν τα προσωπεία αποβαίνουν διάφανα, τουλάχιστον για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Θλιβερή η ιστορία των κρατικών βραβείων και εν γένει, οι βραβεύσεις στα καθ' ημάς, οπότε δεν είναι κακή ιδέα να αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστή, έστω και διαμέσου της μυθοπλασίας. Ωστόσο, η ιστορία του Σφυρίδη μας στενοχώρησε, καθώς διακρίναμε πίσω από το κεντρικό πρόσωπο έναν προσφιλή συγγραφέα, που δικαιούται το σεβασμό μας, πρώτον, για το έργο του και δευτερευόντως, γιατί δεν είναι πια ανάμεσά μας. 1/4σο για τον Τριανταφυλλόπουλο, στον κόσμο του, με την "φεγγερή Ελβίρα" και τον Παπαδιαμάντη. Έστω και από το παράθυρο, φανερώθηκε και ο Σκιαθίτης στη μάζωξη, γιατί τι αφιέρωμα στο ελληνικό διήγημα θα ήταν χωρίς αυτόν.
Πέραν, όμως, της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, η σημερινή άνθηση του διηγήματος ήρθε από τους νεότερους, τους εμφανισθέντες μετά το '80. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν πέντε από τους σημαντικούς της ομάδας, οι οποίοι και θα αναμενόταν να καταλαμβάνουν, αν όχι ιδιαίτερη θέση, τουλάχιστον διακριτή. Λογαριάζουμε τον καθαρόαιμο διηγηματογράφο Τάσο Καλούτσα, τον Δημήτρη Πετσετίδη, τον Τάσο Γουδέλη, τον Χρήστο Χαρτοματσίδη, όπου η σειρά ακολουθεί την πρώτη τους εμφάνιση και όχι αναγκαστικά και το προσωπικό μας γούστο. Και ακόμη ένας, ο Βασίλης Γκουρογιάννης, που λογαριάζεται ως μυθιστοριογράφος, έδωσε, όμως, πρόσφατα, μερικά πολύ ενδιαφέροντα διηγήματα.
Το αφιέρωμα εικονογραφείται από τον Ράλλη Κοψίδη και θα ήταν ευκαιρία για ένα κείμενο γύρω από το έργο του. Τέλος, στην "κλεψύδρα", μια νεκρολογία από τον Παναγιώτη Τέτση για τον Δημήτρη Παπαστάμο, τρίτον στη σειρά μεταπολεμικά διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης προτού αυτή παραδοθεί στα θήλεα. Δυστυχώς, δεν αναφέρεται η ημερομηνία θανάτου του.

Μ. Θ.

1 σχόλιο:

Ιουστίνη Φραγκούλη είπε...

Κυρία Θεοδοσοπούλου,
Διάβασα προσεκτικά το κείμενό σαςκαι θα πρέπει να παρατηρήσω το εξής: Τα κατα παραγγελίαν διηγήματα δεν είναι σημερινή συνήθεια, κατα παραγγελίαν μυθιστορήματα και διηγήματα έγραφαν τόσο ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όσο και ο Ντοστογιέφσκι.
Επομένως το κατα παραγγελία δεν είναι το αξιόμεμπτο, αλλά το άνευ ουσίας.
Με συναδελφική εκτίμηση