Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Κατάστιχα μνήμης ζώντων και τεθνεώτων

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» Επιμέλεια-σχόλια-επίμετρο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης Εκδόσεις Άγρα Δεκέμβριος 2008 Τη συγγραφή του βιβλίου την ξεκίνησε ο αφηγητής σε μια κρίση απελπισίας, όπως εκείνες που τον βασάνιζαν πριν το γάμο του. Κάτι τέτοιες ώρες ένοιωθε να χάνεται στο χάος, οπότε το γράψιμο γινόταν επιτακτική ανάγκη. Γι’ αυτό και το αποκαλούσε εργασία, κι ας μην του απέφερε ούτε χρήματα ούτε φήμη. Απαιτούσε μεγάλη καταπόνηση, ήταν, όμως, μια μοναδική πηγή αισιοδοξίας, στοιχείο απαραίτητο για τη συνέχιση της ζωής, όπως τονίζει στην πρώτη φράση της πρώτης σελίδας. Ειδάλλως, τα πάντα σαρώνονται από μια αίσθηση ματαιότητας, που κάποτε φθάνει να απειλεί και τη γραφή, όταν αυτή δεν κομίζει αποδείξεις της ωφελιμότητάς της. Κι αυτές οι αποδείξεις, κατά τον αφηγητή, δεν μπορεί παρά να στηρίζονται σε ιδέες. Όχι, όμως, οποιεσδήποτε ιδέες, αλλά ιδέες, με σώμα και υπόσταση, ικανές να πείσουν τις αισθήσεις, καθώς είναι οι πλατωνικές. Άρα, φύσει σκοτεινές, αφού κρύβουν ένα μυστήριο, όπως τα έμβια όντα, το μυστήριο της γέννησής τους. Οπότε ο αφηγητής καταλήγει πως η ιδέα μπορεί να είναι το άνθος της ψυχής, που το κάθε υποκείμενο καλλιεργεί εντός του, καθώς δέχεται και με τις πέντε αισθήσεις του ερεθίσματα από τον έξω κόσμο. «Μια αγάπη ή φύση είναι και ο κόσμος των ιδεών που προβάλλει ο Πλάτων.» (Αναγκαίο το διαζευκτικό, που αλλοίωσε ο δαίμων του τυπογραφείου, ώστε να δηλωθεί η ταυτότητα γενεσιουργού αγάπης και φύσης.) Κι αν, όμως, γεμίσει ο αφηγητής τη σκέψη του με τις πλατωνικές ιδέες, ποιο το όφελος, αναρωτιέται έντρομος, αφού θα μαραθούν κι αυτές όπως τα κομμένα λουλούδια. Σε αυτό το σημείο, μόνο η επίκληση του Θεού, ο οποίος, στη νεκρή γη, επέτρεψε να “επανθήσει το φως”, μπορεί να φέρει αισιοδοξία.
Αυτά γράφει ο Πεντζίκης στο πρώτο κεφάλαιο, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο 7ο τεύχος, για το τρίμηνο Φεβρουάριος-Μάρτιος-Απρίλιος 1955, του περιοδικού «Σημερινά Γράμματα», που εξέδιδε ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος από το προηγούμενο έτος, όταν συνταξιοδοτήθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών, επωφελούμενος από το εφάπαξ του. Εκεί το διάβασε ο Τάκης Σινόπουλος, που, εκτός από κριτικός του περιοδικού, έκανε και τις τυπογραφικές διορθώσεις, όπως αποκαλύπτει επιστολή του προς τον Πεντζίκη της Μεγάλης Παρασκευής του 1955, όπου εκμυστηρεύεται τη γοητεία, που ασκούν ορισμένες φράσεις του κειμένου στην αποδεσμευμένη από το λογικό ενδοχώρα του. Κι όμως, όλες αυτές οι παρομοιώσεις, που δεν στέκονται στις εξωτερικές συσχετίσεις αλλά ζητούν βαθύτερους δεσμούς, με τις οποίες και προχωρά ο αφηγητής, θα λέγαμε πως δεν στερούνται λογικής συνέπειας. Όπως, λ.χ., η σύγκριση λουλουδιών και θαλάσσας στο δεύτερο κεφάλαιο, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Καινούρια Εποχή», το καλοκαίρι του 1959. Μνημονεύοντας ο αφηγητής τον Όμηρο, καταλήγει πως ο ρυθμός είναι το ουσιώδες, κοινό γνώρισμα ανθέων, κυμάτων και ομηρικών στίχων. Αν στα έμβια όντα αυτός ο ρυθμός είναι υπόγειος, στη θάλασσα και το έπος αποβαίνει πρωταρχικός για τις αισθήσεις μας. “Αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα πού δεν ησυχάζει ποτέ”, εξομολογείται ο Ιερομόναχος Διονύσιος δια γραφίδος Διονυσίου Σολωμού. Η φράση απαντάται και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», στο Σχεδίασμα Β και όχι το Γ, όπως εκ παραδρομής σημειώνεται.
Αισθηματίας ο αφηγητής, έχει τη συνήθεια να φυλάει κάθε λογής αναμνηστικά και πολλές φωτογραφίες διαφορετικών εποχών σε ένα μεγάλο χαρτοκούτι. Με αυτό το υλικό προτίθεται να συνθέσει μια πεζή διήγηση. Ενώ, όμως, όλα αυτά τα πρόσωπα των φωτογραφιών και τα μικροπράγματα, όταν συνόδευαν την καθημερινότητα της ζωής του, είχαν μια θαυμαστή τάξη, τώρα τού φαίνονται σαν λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα. Είναι ράκη του παρελθόντος και όπως τα ανασκαλεύει, έχει την αίσθηση πως περιπλανιέται σε κοιμητήριο. Μόνο που μια αφήγηση, πόσω μάλλον ένα ερωτικό μυθιστόρημα, όπως αυτό που έχει κατά νου να γράψει, διαβάζοντας και τη μυθιστορία του Αχιλλέως Τατίου «Τα κατά Κλειτοφώντα και Λευκίππην», απαιτεί χρονολογική σειρά και συνέχεια, που τα ενθύμια τού κουτιού δεν έχουν συγκρατήσει.
Στην προσπάθειά του να βάλει σε τάξη το χάος του κουτιού, καταγράφει το περιεχόμενό του σε τετράδια, καταρτίζοντας μακρείς πίνακες, χωρισμένους σε στήλες ομοειδών προσώπων και πραγμάτων, τα οποία και απαριθμεί. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται πως καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να απομονωθεί από τους περισπασμούς των γύρω του, για να αφοσιωθεί στη σκέψη των απόντων. Επιδίωξή του είναι η ολοκληρωτική βύθιση στη μνήμη, την οποία εκλαμβάνει σαν κάθοδο στον Κάτω Κόσμο. Ενδιαμέσως, παρασύρεται στη δίνη των συνειρμών του, ανασύροντας διάσπαρτα συμβάντα, που τού εντυπώθηκαν, άγνωστο γιατί, καθώς δεν συγκαταλέγονται ανάμεσα στα σημαντικά του βίου του. Αυτό το παιχνίδι μεταξύ μνήμης και λήθης του αφηγητή απλώνεται σε τριάντα δυο κεφάλαια. Ασύνδετα μεταξύ τους τα πρόσωπα, που εμφανίζονται σε αυτά, κολοβές οι ιστορίες, σαν σπαράγματα μιας ζωής, μένουν μακράν της αρχιτεκτονικής μιας κλασικότροπης μυθιστορίας. Τελικά, το μόνο, που φαίνεται να επιτυγχάνει ο αφηγητής με τα υπολείμματα της σκόρπιας ζωής του, είναι η προεργασία για μια μυθοπλασία. Παρόλα αυτά, ο Πεντζίκης κατέληξε σε ένα ρηξικέλευθο, για την εποχή του, μυθιστόρημα, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα νεωτερικά μυθιστορήματα, με θέμα, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, την περιδιάβαση του αφηγητή σε παρόν, παρελθόν και μέλλον.
Στο μυθιστόρημα, οι γυναίκες και οι φίλοι του αφηγητή, όπως αναδύονται μέσα από τις αναμνήσεις του, περιβάλλονται από μια αλλόκοτη αύρα σαν να πρόκειται για μυθικά όντα, που έρχονται από ένα βαθύ παρελθόν. Ως αντίστιξη στη γήινη παρουσία της συζύγου του αφηγητή, στης οποίας την αγκαλιά έχει εναποθέσει ολόκληρη τη ζωή του, προβάλλουν οι ερωτικές γυναίκες άλλων καιρών, καθεμία με τον αύξοντα αριθμό που της αντιστοιχεί στη στήλη των γυναικών. Όπου, ο αριθμός ένα δίνεται σε δεσποινίδα με το ψευδώνυμο Αλεπού, που ο επιμελητής της παρούσας έκδοσης αδυνατεί ή και δεν θέλει να ταυτίσει με κάποιο υπαρκτό πρόσωπο, όπως κάνει με άλλες γυναίκες, που κι αυτές αναφέρονται κρυπτογραφικά στη στήλη των γυναικών. Όλες τους νέα πλάσματα, όπως η μακαρίτισσα κυρία Αναστασία, που πέθανε στα σαράντα πέντε της, αλλά ο αφηγητής την θυμάται, όπως την είχε δει μικρό παιδί στη θάλασσα, όταν ξεθηλυκώθηκε το μαγιό της και έλαμψε γυμνό το άσπρο της βυζί. Μια παρόμοια ανάμνηση σώζει και ο Χριστόφορος Μηλιώνης στο διήγημά του «Το λιθάρι», όπου και οι δυο συγγραφείς αναφέρουν το δημοτικό τραγούδι για την κλεφτοπούλα που περπατούσε και έπαιζε με αρματωλούς και κλέφτες. Σε δυο παραλλαγές σώζεται το δημοτικό άσμα, τις οποίες και μοιράζονται· ο ένας παίρνει τη μια και ο άλλος την άλλη.
Σε αυτές τις απαριθμήσεις, προβλέπονται άλλες στήλες για κορίτσια και άλλες για παντρεμένες, επίσης, άλλες για εφήβους και άλλες για άνδρες. Δέκατο τέταρτο στη στήλη των εφήβων κατατάσσει, παραδόξως, ο αφηγητής τον φίλο του Νίκο Καχτίτση, κι ας είναι ήδη τότε εικοσιπενταετής. Κι αυτό, όπως σπεύδει να εξηγήσει, γιατί εξακολουθεί να βιώνει “τις δραματικές ψυχολογικές συγκρούσεις ενός εφήβου”. Αν και ο αφηγητής απορεί, κατά πόσο αυτό οφείλεται στην καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία ή μήπως, ακριβώς αυτή δεν είναι παρά συνέπεια της παρατεταμένης εφηβείας του. Αυτός ο φίλος είχε ένα μοναδικό τρόπο να δημιουργεί γύρω του ατμόσφαιρα μυστηρίου, έτσι όπως αντιλαμβανόταν τα πράγματα, αρνούμενος τη λογοτεχνική τους διύλιση, προς την οποία στρεφόταν πάντοτε ο αφηγητής. Ωστόσο, ούτε μια σελίδα από όσες γράφει ο Πεντζίκης, δεν δημιουργεί, τουλάχιστον σήμερα, την εντύπωση κατασκευής. Τόσους έλληνες συγγραφείς αναφέρει ο αφηγητής στο μυθιστόρημα, με τόσους επιφανείς της ξένης λογοτεχνίας συνομιλεί, από τόσους, γηγενείς και παγκόσμιους, μύθους πορίζεται, ούτε, ίχνος, όμως, διακειμενικών ή άλλων συναφών μετανεωτερικής πνοής προθέσεων γίνεται αντιληπτό. Κι αυτό, γιατί κατορθώνει το πόνημά του να βλασταίνει σαν σαπρόφυτο πάνω στα πεσμένα φύλλα δένδρων και θάμνων που σώριασαν τα έτη.
Ο Πεντζίκης αντλεί υλικό από τα βιογραφικά του και κυρίως, από την καθημερινή ζωή του κατά το εξάμηνο της συγγραφής, που εικάζεται πως αρχίζει Σεπτέμβριο 1952, ίσως και λίγο νωρίτερα, και ολοκληρώνεται Μάρτιο 1953, όπου, ενδιαμέσως, στις 20 Νοεμβρίου 1952, αποκτά τον μονογενή υιό του. Δισυπόστατος εισέρχεται ο ίδιος στο μυθιστόρημά του, ως αφηγητής και ως Κωνσταντίνος, alter ego, το οποίο και φεύγει από τη ζωή εξαθλιωμένο, το 1948, που συμπίπτει με το σωτήριον έτος, κατά το οποίο ο συγγραφέας ήλθε εις γάμου κοινωνίαν. Ατόφια πραγματιστική η φαντασία του αφηγητή, αδυνατεί να εξατμίσει την ύλη των αναμνήσεών του, γι’ αυτό και επιμένει σε δευτερεύοντα χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες, διασκεδάζοντας τις πνευματικές ανησυχίες του με παραμυθικές διηγήσεις. Όπως εκείνη με τον ιταλό γιατρό, ο οποίος εγχειρίζει ένα νέο, αντικαθιστώντας την κακή ψυχή, που είχε εμφωλεύσει εντός του, με την παρελθούσα αγαθή, η οποία κατόπιν ατυχήματος περιίπτατο ως πεταλούδα. Μια ιστορία, που παραλλαγές της, λιγότερο ή περισσότερο ευφάνταστες, βρίσκουμε σε αρκετά μυθιστορήματα.
Αλληλέγγυος με τον έμβιο κόσμο ο συγγραφέας, στο προηγούμενο βιβλίο του, που μόλις είχε τελειώσει το 1952, «Το μυθιστόρημα της κύριας Έρσης», φαντασιώνει εαυτόν μεταμορφωμένο από τη μέση και κάτω σε φιδόχορτο. Σε αυτό το βιβλίο, νοιώθει το σκωληκόμορφο ζώο της θάλασσας, το ολοθούριο ή γαλλιστί, beche-de-mer, που φέρει την κοινή ονομασία ψώλος, σαν υποκατάστατο του γενετικού του οργάνου. Τελικά, μόνο ένας “παίζων” συγγραφέας μπορεί να πλησιάσει τη μυστικιστική εμπειρία και με τις πέντε αισθήσεις του. Σε καινούργια έκδοση το μυθιστόρημα, εκατό έτη από γεννήσεως Πεντζίκη και σαράντα πέντε από την πρώτη έκδοσή του, είναι φροντισμένο από το γιο του, που, όπως φαίνεται, αποφάσισε τελικά να μοιράσει τα σχολιασμένα Άπαντα Πεντζίκη σε δυο εκδοτικούς οίκους. Να θυμίσουμε πως από τις εκδόσεις «Ίνδικτος» κυκλοφόρησε, τον Οκτώβριο του 2007, ως πρώτος τόμος των Απάντων, σχολιασμένο το «Προς Εκκλησιασμό».

Μ. Θεοδοσοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: