Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Μια βραχύβια εφημερίδα



 Ο ένας εκ των εκδοτών της βραχύβιας εφημερίδας «Αθήναι»,
ο Παύλος Νιρβάνας, σε γελοιογραφικό σκίτσο. 

«Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά»
Τεύ­χος 33
Άνοι­ξη 2013
Λευ­κω­σία, Κύ­προς
Την προη­γού­με­νη Κυ­ρια­κή πα­ρου­σιά­σα­με, εν συ­ντο­μία, τα πε­ριε­χό­με­να του τε­λευ­ταί­ου τεύ­χους του κυ­πρια­κού πε­ριο­δι­κού «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά». Όπως εί­χα­με υπο­σχε­θεί, επα­νερ­χό­μα­στε σε ένα «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό», με τί­τλο, «Η εφη­με­ρί­δα Αθή­ναι(1884) του Ξε­νό­που­λου και του Νιρ­βά­να». Επα­νερ­χό­μα­στε, όχι τό­σο για το κυ­ρί­ως θέ­μα του, τη βρα­χύ­βια αθη­ναϊ­κή εφη­με­ρί­δα «Αθή­ναι», αλ­λά για­τί δί­νει την ευ­και­ρία να σταθ­μί­σου­με την αξιο­πι­στία των αυ­το­βιο­γρα­φι­κών κει­μέ­νων των δυο λο­γο­τε­χνών, τα οποία συ­χνά χρη­σι­μο­ποιού­νται προς τεκ­μη­ρί­ω­ση γε­γο­νό­των. “Η εφη­με­ρί­δα πράγ­μα­τι κυ­κλο­φό­ρη­σε, με κύ­ριους πρω­τερ­γά­τες τα δυο αυ­τά πρό­σω­πα, αλ­λά ού­τε η χρο­νο­λό­γη­σή της εί­ναι σα­φής ού­τε το εί­δος των συ­νερ­γα­σιών και οι συ­νερ­γά­τες”, πα­ρα­τη­ρεί ο συ­ντά­κτης του εν λό­γω «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κού», Λά­μπρος Βα­ρε­λάς. Εμείς θα προ­σθέ­τα­με ότι η χρο­νο­λό­γη­ση, όχι μό­νο δεν εί­ναι σα­φής, αλ­λά, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, εί­ναι λαν­θα­σμέ­νη, όπως και τα ονό­μα­τα ορι­σμέ­νων του­λά­χι­στον συ­νερ­γα­τών.
Ο Βα­ρε­λάς προ­σθέ­τει προς υπε­ρά­σπι­σή τους: “Και τού­το, για­τί και οι δυο τους γρά­φουν για την εφη­με­ρί­δα και την έκ­δο­σή της πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με απο­τέ­λε­σμα να λη­σμο­νούν πρό­σω­πα και να συγ­χέ­ουν πε­ρι­στα­τι­κά.” Αναμ­φι­βό­λως, αυ­τό ισχύ­ει, αφού η πρώ­τη ανα­φο­ρά γί­νε­ται σε αυ­το­βιο­γρα­φι­κό κεί­με­νο του 1919, δη­λα­δή κο­ντά σα­ρά­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Πά­ντως, αμ­φό­τε­ροι εί­χαν κύ­ριο μέ­λη­μα τη γλα­φυ­ρό­τη­τα των απο­μνη­μο­νευ­μά­των τους, κα­θώς αυ­τά δη­μο­σιεύ­ο­νταν, σε συ­νέ­χειες, σε εφη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά ευ­ρεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Ιδιαί­τε­ρα, ο Ξε­νό­που­λος, όταν το θέ­μα διέ­θε­τε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κά­πως πρω­τό­τυ­πα, που θα μπο­ρού­σαν να κι­νή­σουν την πε­ριέρ­γεια του ανα­γνω­στι­κού κοι­νού, εν­δί­δει και σε κά­ποια μυ­θο­πλα­στι­κή διάν­θι­ση. Με απο­τέ­λε­σμα, οι μέ­χρι σή­με­ρα ανα­φο­ρές στην εφη­με­ρί­δα να εί­ναι εσφαλ­μέ­νες, ακρι­βώς για­τί βα­σί­ζο­νταν στα φι­λο­λο­γι­κά απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα των εκ­δο­τών της. Αυ­τές  δια­σα­φη­νί­ζει η αυ­το­ψία της εφη­με­ρί­δας από τον Βα­ρε­λά, που την ανα­ζή­τη­σε στη Βι­βλιο­θή­κη της Βου­λής, όπου σώ­ζο­νται τρία φύλ­λα.
Μια πρώ­τη πε­ρι­γρα­φή της εφη­με­ρί­δας έχει δώ­σει ο Γιώρ­γος Βα­λέ­τας στα πε­ντά­το­μα Άπα­ντα Νιρ­βά­να, που εξέ­δω­σε το 1967. Κι αυ­τός εξ αυ­το­ψί­ας, με βά­ση τα φύλ­λα της εφη­με­ρί­δας, που σώ­ζο­νταν στο Αρ­χείο Νιρ­βά­να. Συ­γκε­κρι­μέ­να, πε­ρι­γρά­φει το δεύ­τε­ρο, τρί­το και τέ­ταρ­το φύλ­λο, ενώ ο Βα­ρε­λάς το πρώ­το, δεύ­τε­ρο και τέ­ταρ­το. Σύμ­φω­να με την προ­με­τω­πί­δα της εφη­με­ρί­δας, πρό­κει­ται για “φύλ­λον εβδο­μα­διαί­ον”, οκτα­σέ­λι­δο, με τι­μή εκά­στου φύλ­λου 10 λε­πτά, όσο δη­λα­δή ήταν η συ­νή­θης τι­μή των οκτα­σέ­λι­δων εφη­με­ρί­δων. Τα τέσ­σε­ρα σω­ζό­με­να φύλ­λα φέ­ρουν ημε­ρο­μη­νί­ες: 23.11.1884, 29.11.1884, 7.12.1884 και 14.12.1884. Μη έχο­ντας το πρώ­το φύλ­λο ο Βα­λέ­τας, το το­πο­θε­τεί και δι­καί­ως, στις 22 του μη­νός, ημέ­ρα Σάβ­βα­το. Ωστό­σο, η εφη­με­ρί­δα ήταν κυ­ρια­κά­τι­κη, όπως σω­στά, εν προ­κει­μέ­νω, μνη­μο­νεύ­ει ο Νιρ­βά­νας. Άγνω­στο για­τί, το δεύ­τε­ρο φύλ­λο βγή­κε με την ημε­ρο­μη­νία του Σαβ­βά­του. Και οι δυο με­λε­τη­τές υπο­στη­ρί­ζουν ότι η εφη­με­ρί­δα κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­νο αυ­τά τα τέσ­σε­ρα φύλ­λα. Επί­σης, ο Βα­ρε­λάς πι­στεύ­ει πως το τρί­το τεύ­χος του Αρ­χεί­ου Νιρ­βά­να ήταν το μο­να­δι­κό σω­ζό­με­νο. Πλη­ρο­φο­ρεί, επί­σης, ότι, με­τά το 1968, τα ίχνη του Αρ­χεί­ου χά­νο­νται. Μπο­ρεί, όμως, να κυ­κλο­φό­ρη­σαν και πε­ρισ­σό­τε­ρα φύλ­λα, όπως μπο­ρεί να σώ­ζο­νται και άλ­λα σώ­μα­τα της εφη­με­ρί­δας, αφού ελά­χι­στα πράγ­μα­τα γνω­ρί­ζου­με για τα υπό­λοι­πα μέ­λη της φοι­τη­τι­κής πα­ρέ­ας, που την έβγα­ζε και η οποία φαί­νε­ται ότι ήταν πο­λυ­με­λής. Ας επα­νέλ­θου­με, όμως, στα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα των Ξε­νό­που­λου και Νιρ­βά­να, κα­θώς φαί­νε­ται πως ού­τε αυ­τά εί­ναι γνω­στά στο σύ­νο­λό τους στους με­λε­τη­τές.
Κα­τ’ αρ­χάς, τα φι­λο­λο­γι­κά τους απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα έχουν πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας εκ­δο­χές. Ο Ξε­νό­που­λος έγρα­φε και ξα­νά­γρα­φε τις ανα­μνή­σεις του. Τις ξε­κι­νού­σε για μια εφη­με­ρί­δα αλ­λά κά­τι συ­νέ­βαι­νε, διέ­κο­πτε και ξα­νάρ­χι­ζε για άλ­λη. Συ­νο­λι­κά δη­μο­σί­ευ­σε τρεις αυ­το­βιο­γρα­φί­ες σε συ­νέ­χειες: Στην «Κα­θη­με­ρι­νή» του Γε­ωρ­γί­ου Βλά­χου (15.9.1919-9.4.1920), όπου έφθα­σε την αφή­γη­ση της ζω­ής του μέ­χρι το 1895, πα­ρά τον τί­τλο, που εί­χε επι­λέ­ξει, «Τριά­ντα χρό­νια φι­λο­λο­γι­κής ζω­ής». Στην «Εσπέ­ρα» του Δη­μή­τρη Πουρ­νά­ρα (7.11.1925-7.3.1926), με τον ίδιο τί­τλο, ξε­κι­νώ­ντας και πά­λι από την αρ­χή, αλ­λά, αυ­τήν τη φο­ρά, συ­μπλη­ρώ­νο­ντας την τρια­κο­ντα­ε­τία που υπο­σχό­ταν με τον τί­τλο. Και στα «Αθη­ναϊ­κά Νέα» (22.9.1938-18.2.1939), όπου δί­νει μια ολο­κλη­ρω­μέ­νη εκ­δο­χή για τα πε­νή­ντα πλέ­ον χρό­νια της φι­λο­λο­γι­κής ζω­ής του, με τί­τλο, «Η ζωή μου σαν μυ­θι­στό­ρη­μα». Με­τά θά­να­το, αυ­τή η μορ­φή εκ­δό­θη­κε στον πρώ­το τό­μο των πρώ­των του Απά­ντων, εκεί­νων από τις εκ­δό­σεις Μπί­ρη και αυ­το­τε­λώς, στον 38ο τό­μο των δεύ­τε­ρων Απά­ντων του στις εκ­δό­σεις Βλάσ­ση. Σε αυ­τήν την εκ­δο­χή, στη­ρί­ζο­νται, κα­τά κα­νό­να, οι με­λε­τη­τές.
Από όσο γνω­ρί­ζου­με, δυο φο­ρές, σε από­στα­ση κο­ντά μιας δε­κα­ε­τί­ας, δη­μο­σί­ευ­σε σει­ρά ανα­μνή­σε­ων ο Νιρ­βά­νας. Στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να και των δυο δεν ανα­φέ­ρο­νται οι χρο­νο­λο­γί­ες όσων μνη­μο­νεύ­ο­νται. Στον Ξε­νό­που­λο συ­νά­γο­νται από το ξε­δί­πλω­μα της αφή­γη­σης, που ακο­λου­θεί χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, χω­ρίς να λεί­πουν οι ανα­δρο­μές, οι οποί­ες απο­σκο­πούν στη συ­μπλή­ρω­ση επι­μέ­ρους ιστο­ριών. Στον Νιρ­βά­να, τα απο­μνη­μο­νεύ­μα­τα εί­ναι απο­σπα­σμα­τι­κά, κα­θώς επι­κε­ντρώ­νο­νται σε πρό­σω­πα, κά­πο­τε και σε θέ­μα­τα. Η χρο­νο­λό­γη­ση θα ανα­με­νό­ταν κα­τά την κα­τάρ­τι­ση των Απά­ντων του. Το κύ­ριο, όμως, μέ­λη­μα του Βα­λέ­τα ήταν η συ­γκέ­ντρω­ση των διά­σπαρ­των κει­μέ­νων. Κρί­νο­ντας εκ του απο­τε­λέ­σμα­τος, μάλ­λον αδια­φό­ρη­σε για επι­κα­λύ­ψεις και ακρι­βείς χρο­νο­λο­γι­κές ανα­φο­ρές.
Και ερ­χό­μα­στε στα στοι­χεία που δί­νουν για την εφη­με­ρί­δα «Αθή­ναι». Ο Ξε­νό­που­λος, στην τε­λι­κή εκ­δο­χή της αυ­το­βιο­γρα­φί­ας του, το­πο­θε­τεί την έκ­δο­ση της εφη­με­ρί­δας στο πρώ­το από τα τρία τε­λευ­ταία φοι­τη­τι­κά του χρό­νια, με­τά τη μα­κρά πα­ρα­μο­νή του στη Ζά­κυν­θο από Ιούν. 1885 μέ­χρι Σεπ. 1886, λό­γω της επι­στρά­τευ­σης του Δε­λι­γιάν­νη και της μη λει­τουρ­γί­ας του Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Δη­λα­δή, κα­τά το ακα­δη­μαϊ­κό έτος 1886-1887. Επί­σης, στην πρώ­τη εκ­δο­χή, ανα­φέ­ρει ότι η εφη­με­ρί­δα του Γε­ωρ­γί­ου Πωπ, που “τους... έκλε­ψε τον τί­τλο”, εμ­φα­νί­στη­κε με­τά δε­κα­πέ­ντε έτη. Ως γνω­στόν, το πρώ­το φύλ­λο της μα­κρό­βιας ομό­τι­τλης εφη­με­ρί­δας κυ­κλο­φό­ρη­σε 19 Οκτ. 1902. Με βά­ση αυ­τά, στις μέ­χρι σή­με­ρα ανα­φο­ρές, με γνω­στό­τε­ρη εκεί­νη στο Λεύ­κω­μα Ξε­νό­που­λου, που εξέ­δω­σε ο Διο­νύ­σης Ν. Μου­σμού­της το επε­τεια­κό 2001, η έκ­δο­ση της εφη­με­ρί­δας το­πο­θε­τεί­ται το 1886.
Ο Νιρ­βά­νας ανα­φέ­ρει ότι την επο­χή που έβγα­λαν την εφη­με­ρί­δα τους ήταν δε­κα­ε­φτά χρό­νων και φοι­τη­τής. Θυ­μί­ζου­με ότι εί­ναι γεν­νη­μέ­νος στις 14.5.1866 και ο Ξε­νό­που­λος, στις 8.12.1867. Ανε­ξάρ­τη­τα από τη δια­φο­ρε­τι­κή χρο­νο­λό­γη­ση, και για τους δυο η εφη­με­ρί­δα απο­τε­λεί συ­νέ­χεια του «Συλ­λό­γου των Φοι­τη­τών», του πρώ­του φοι­τη­τι­κού συλ­λό­γου, που ιδρύ­θη­κε φθι­νό­πω­ρο 1883. Τό­τε, ο Νιρ­βά­νας ήταν δευ­τε­ρο­ε­τής Ια­τρι­κής και ο Ξε­νό­που­λος πρω­το­ε­τής Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κής. Όπως απο­δει­κνύ­ε­ται τε­λι­κά, η εφη­με­ρί­δα ξε­κί­νη­σε το επό­με­νο ακα­δη­μαϊ­κό έτος, 1884. Δεν μπο­ρεί, όμως, να απο­κλει­σθεί η κυ­κλο­φο­ρία ομό­τι­τλου πε­ριο­δι­κού, ένα ή δυο τεύ­χη, αρ­γό­τε­ρα, με­τά το κε­νό της επι­στρά­τευ­σης, φθι­νό­πω­ρο 1886. Άλ­λω­στε, ο Νιρ­βά­νας, άλ­λο­τε ανα­φέ­ρε­ται σε “εβδο­μα­διαία φι­λο­λο­γι­κή και ευ­θυ­μο­γρα­φι­κή εφη­με­ρί­δα” και άλ­λο­τε σε πε­ριο­δι­κό. Έτσι, η Μα­ριάν­να Δή­τσα στο λήμ­μα Νιρ­βά­να της Γραμ­μα­το­λο­γί­ας Σο­κό­λη κά­νει λό­γο για έκ­δο­ση “φι­λο­λο­γι­κού σα­τι­ρι­κού πε­ριο­δι­κού”.
Ο Ξε­νό­που­λος, στην τε­λι­κή εκ­δο­χή, ανα­φέ­ρει ως συ­νερ­γά­τες τους Πε­ρι­κλή Ρα­φτό­που­λο, Πέ­τρο Απο­στο­λί­δη, Αντώ­νη Μά­τε­σι, Αγη­σί­λαο Αρ­τέ­μη, Θε­ό­δω­ρο Βελ­λια­νί­τη (σύμ­φω­να με τη δι­κή του σει­ρά και ορ­θο­γρα­φία). Να θυ­μί­σου­με, ότι ο Νιρ­βά­νας, τό­τε ακό­μη, υπέ­γρα­φε ως Πέ­τρος Απο­στο­λί­δης. Το ψευ­δώ­νυ­μο, με το οποίο κα­τα­γρά­φτη­κε στη λο­γο­τε­χνία, προ­έ­κυ­ψε δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Στην πρώ­τη εκ­δο­χή του 1919, ανα­φέ­ρει και πά­λι πέ­ντε, αλ­λά­ζο­ντας σει­ρά, ορ­θο­γρά­φη­ση και έναν συ­νερ­γά­τη. Συ­γκε­κρι­μέ­να, μνη­μο­νεύ­ει τους Πέ­τρο Απο­στο­λί­δη, Θε­ό­δω­ρο Βελ­λια­νί­τη, Νι­κό­λαο Στα­μα­τέ­λο, Αντώ­νιο Μά­τε­σι, Πε­ρι­κλή Ραυ­τό­που­λο. Ενώ, ο Νιρ­βά­νας, εκτός του Ξε­νό­πο­λου, ανα­φέ­ρει τους Θε­ό­δω­ρο Βελ­λια­νί­τη, Ιω­άν­νη Δ. Στα­μα­τέ­λο (αντί Νι­κό­λαο Στα­μα­τέ­λο), Γε­ώρ­γιο Βα­λα­βά­νη, Αγη­σί­λαο Αρ­τέ­μη και Πε­ρι­κλή Ραυ­τό­που­λο.
Και οι δυο αφη­γού­νται τον βίο και την πο­λι­τεία του τε­λευ­ταί­ου, σε πα­ραλ­λα­γές ως προς την κλε­πτο­μα­νία του και την κα­τά­λη­ξή του, με­τά την κλο­πή από το Νο­μι­σμα­τι­κό Μου­σείο Αθη­νών, στις 30 Οκτ. 1887. Δη­λα­δή, την ανα­χώ­ρη­σή του για το Πα­ρί­σι, την εκεί κλο­πή, σύλ­λη­ψη και φυ­λά­κι­ση. Κυ­ρί­ως, δια­φο­ρο­ποιού­νται όσο αφο­ρά το τέ­λος της ζω­ής του.  Ο Ξε­νό­που­λος τον πα­ρου­σιά­ζει να πε­θαί­νει στη φυ­λα­κή, ενώ ο Νιρ­βά­νας, ανα­φέ­ρει ότι, με τη γοη­τεία που ασκού­σε στους γύ­ρω του, επέ­τυ­χε να του δο­θεί χά­ρη. Στη συ­νέ­χεια, κα­τέ­φυ­γε στην Αμε­ρι­κή και εκεί πέ­θα­νε.
Ο Ξε­νό­που­λος απο­δί­δει σε αυ­τόν, κα­θώς ήταν ο υπεύ­θυ­νος για την οι­κο­νο­μι­κή δια­χεί­ρι­ση της εφη­με­ρί­δας, το κλεί­σι­μό της. Ανα­φέ­ρει “ότι το τέ­ταρ­τον ή πέμ­πτον φύλ­λον δεν εί­χαν χρή­μα­τα να το τυ­πώ­σουν”, πα­ρό­λο που η εφη­με­ρί­δα εί­χε “τό­σο κα­λήν κυ­κλο­φο­ρί­αν”. Αντι­θέ­τως, ο Νιρ­βά­νας διε­κτρα­γω­δεί “την κα­τά ανά­πο­δη γε­ω­με­τρι­κή πρό­ο­δο” αγο­ρα­στι­κή κί­νη­ση της εφη­με­ρί­δας, από 2 000 φύλ­λα στο πρώ­το σε 200 στο δεύ­τε­ρο και μό­λις 20 στο τρί­το. Ο Νιρ­βά­νας προσ­διο­ρί­ζει και το Τυ­πο­γρα­φείο στο οποίο τυ­πω­νό­ταν. Ήταν το ιδιό­κτη­το του Ευάγ­γε­λου Κο­φι­νιώ­τη, ο οποί­ος δί­δα­σκε για ένα διά­στη­μα στο Γυ­μνά­σιο Πει­ραιώς. Με­σο­λα­βη­τής μπο­ρεί να στά­θη­κε κά­ποιος από τους Πει­ραιώ­τες της πα­ρέ­ας. Ίσως ο ίδιο ο Νιρ­βά­νας ή ο με­γα­λύ­τε­ρος της συ­ντρο­φιάς, ο Βελ­λια­νί­της, που μπο­ρεί και να τον εί­χε κα­θη­γη­τή. Ωστό­σο, στη μό­νι­μη στή­λη «Χρο­νι­κά» του δεύ­τε­ρου φύλ­λου της εφη­με­ρί­δας, σκω­πτι­κά και εμ­μέ­σως, ανα­φέ­ρε­ται άλ­λο αθη­ναϊ­κό τυ­πο­γρα­φείο.
Ο Βα­ρε­λάς πα­ρα­θέ­τει αλ­φα­βη­τι­κό κα­τά­λο­γο των συ­νερ­γα­τών των τριών φύλ­λων (1,2,4). Συ­νο­λι­κά, 17 συ­ντά­κτες. Τρεις υπο­γρά­φουν με τα ονο­μα­τε­πώ­νυ­μά τους. Αυ­τοί εί­ναι οι τρεις πρε­σβύ­τες, που συμ­με­τέ­χουν προς υπο­στή­ρι­ξη της ομά­δας των νέ­ων: Ει­ρη­ναί­ος Ασώ­πιος, Αν­δρέ­ας Λα­σκα­ρά­τος, Αχιλ­λέ­ας Πα­ρά­σχος. Τέσ­σε­ρις, με τα μι­κρά τους ονό­μα­τα, κα­θώς τα μέ­λη της πα­ρέ­ας “εί­χαν απο­φα­σί­σει να λά­βουν όλοι ως ψευ­δώ­νυ­μα τα μι­κρά τους ονό­μα­τα”, όπως γρά­φει ο Ξε­νό­που­λος στην πρώ­τη εκ­δο­χή των Απο­μνη­μο­νευ­μά­των του: Γρη­γό­ριος, Θε­ό­δω­ρος, Πε­ρι­κλέ­τος (όπως, σύμ­φω­να με τον Νιρ­βά­να, “απο­κα­λού­σαν χαϊ­δευ­τι­κά τον Ραυ­τό­που­λο”), Πέ­τρος. Και δέ­κα ψευ­δώ­νυ­μα, για τα οποία ο Βα­ρε­λάς προ­τεί­νει κά­ποιες ταυ­τί­σεις.
Πα­ρό­λο που οι συ­ντά­κτες της εφη­με­ρί­δας χρη­σι­μο­ποιού­σαν κά­ποια από τα ψευ­δώ­νυ­μα και σε άλ­λα έντυ­πα, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα έχουν δια­λά­θει της συ­στη­μα­τι­κής κα­τα­γρα­φής. Αξί­ζει, λοι­πόν, να ανα­φέ­ρου­με κά­ποια βοη­θη­τι­κά στοι­χεία: Το Γλαυξ απα­ντά­ται σε ένα κεί­με­νο του τέ­ταρ­του τεύ­χους, με τί­τλο, «Πα­νε­πι­στη­μια­κά», που αφο­ρά τρι­το­ε­τείς φοι­τη­τές της Νο­μι­κής. Αυ­τήν τη στή­λη την γρά­φουν εκ πε­ρι­τρο­πής, ανά­λο­γα με το θέ­μα, κά­ποιος με αντί­στοι­χες σπου­δές. Κα­τά τον Ξε­νό­που­λο, τα μέ­λη της πα­ρέ­ας ήταν ως επί το πλεί­στον της Νο­μι­κής. Θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο Μά­τε­σις, αν και αυ­τός εί­ναι τό­τε πρω­το­ε­τής. Το Ια­τρός, σε κεί­με­νο του δεύ­τε­ρου τεύ­χους με τον ίδιο γε­νι­κό τί­τλο, αλ­λά ια­τρι­κού θέ­μα­τος, την μη ύπαρ­ξη Αστυ­κλι­νι­κής συ­φι­λι­δι­κών αντρών. Ο Βα­ρε­λάς προ­τεί­νει τον Νιρ­βά­να ή τον πρό­ε­δρο του «Συλ­λό­γου των Φοι­τη­τών» Ευ­στά­θιο Βερ­ροιώ­τη. Ίσως να πρό­κει­ται για τον δεύ­τε­ρο, που ήταν ευαι­σθη­το­ποι­η­μέ­νος σε κοι­νω­νι­κά θέ­μα­τα. Μό­λις εί­χε εκ­δώ­σει το πό­νη­μα, «Σε­λί­δες του κοι­νω­νι­κού βί­ου ή κα­τα­στρο­φή ενός σπου­δα­στού». Όσο για το πα­ρά­ξε­νο Λε­πλε­πι­τζής, να θυ­μί­σου­με ότι το 1883 εί­χε ανέ­βει αρ­με­νι­κή οπε­ρέ­τα στο Φά­λη­ρο με αυ­τόν τον τί­τλο. Άρα, πρό­κει­ται για κά­ποιον θε­α­τρό­φι­λο και ποι­η­τή, κα­θώς απα­ντά­ται ως υπο­γρα­φή σε ποί­η­μα. Και πά­λι, ένας υπο­ψή­φιος εί­ναι ο Μά­τε­σις. Όπως και για το Μαχ­μουρ­λής, με το οποίο υπο­γρά­φο­νται οι ει­δή­σεις από τις ερ­γα­σί­ες της Βου­λής, οπό­τε θα ταί­ρια­ζε ένας νο­μι­κός. Αλ­λά και το Matto, με το οποίο υπο­γρά­φε­ται θε­α­τρι­κή κρι­τι­κή και ποί­η­μα, θα μπο­ρού­σε να εί­ναι πα­ραλ­λα­γή του ονό­μα­τός του. Για το Πει­ραιώ­της, υπο­ψή­φιοι εί­ναι οι Νιρ­βά­νας και Βελ­λια­νί­της. Ο Γιώρ­γος Στρα­τή­γης που προ­τεί­νει ο Βα­ρε­λάς εί­ναι μεν Πει­ραιώ­της, αλ­λά με­γα­λύ­τε­ρος και δεν εί­ναι μέ­λος της πα­ρέ­ας. Τα Πραφ και Πραφ-Θαβ θα μπο­ρού­σαν να απο­τε­λούν συ­ντό­μευ­ση των Πέ­τρου Απο­στο­λί­δη και Θό­δω­ρου Βελ­λια­νί­τη. Το Ρά­πτης, για­τί να μην εί­ναι του Ραυ­τό­που­λου. Τέ­λος, το Χα­χό­λος ανή­κει στον Βελ­λια­νί­τη, κα­θώς απα­ντά­ται και σε άλ­λα έντυ­πα, με τα οποία εκεί­νος συ­νερ­γα­ζό­ταν.
Επα­νερ­χό­μα­στε στους τρεις πρε­σβύ­τες, τους οποί­ους οι δυο απο­μνη­μο­νευ­μα­το­γρά­φοι δεν ανα­φέ­ρουν στους συ­νερ­γά­τες. Ανα­με­νό­με­νο, αφού ο σχο­λια­σμός τους πε­ριο­ρί­ζε­ται στα μέ­λη της πα­ρέ­ας. Άλ­λω­στε, οι δυο, Λα­σκα­ρά­τος και Πα­ρά­σχος, εμ­φα­νί­ζο­νται μό­νο στο πρώ­το φύλ­λο από τα τρία που γνω­ρί­ζου­με, με σύ­ντο­μο πε­ζό ο πρώ­τος (από τη σει­ρά «Χα­ρα­κτή­ρες», «Ο υπο­ψή­φιος βου­λευ­τής»), με ποί­η­μα ο δεύ­τε­ρος («Και νε­κρός ελε­ή­μων»). Ο Βα­ρε­λάς, ωστό­σο, απο­ρεί για­τί δεν μνη­μο­νεύ­ουν ως συ­νερ­γά­τη της εφη­με­ρί­δας ει­δι­κά τον Ασώ­πιο, που ήταν από τους στα­θε­ρούς. Ου­σια­στι­κά, τον ανα­φέ­ρουν και μά­λι­στα, τι­μη­τι­κά. Κα­τ’ αρ­χήν, αμ­φό­τε­ροι διεκ­δι­κούν τα πρω­τεία της γνω­ρι­μί­ας μα­ζί του. “Από μέ­να τον γνώ­ρι­σε όλη η φι­λο­λο­γι­κή πα­ρέα”, γρά­φει ο Ξε­νό­που­λος στην τε­λι­κή εκ­δο­χή της αυ­το­βιο­γρα­φί­ας του. Ενώ, στην πρώ­τη εκ­δο­χή, ανα­φέ­ρει ότι ο Ασώ­πιος ήταν ενά­ντιος του κα­θη­γη­τή κλα­σι­κής φι­λο­λο­γί­ας Κων­στα­ντί­νου Κό­ντου, προ­σθέ­το­ντας: “Εις την εφη­με­ρί­δα μας, τας Αθή­νας, οσά­κις έβλε­πε κα­νέν επί­γραμ­μα κα­τά του Κό­ντου, όσον άνο­στον και αν ήτο, το επε­κρό­τει ολο­ψύ­χως... ” Εκεί, πε­ρι­γρά­φει το “σα­λό­νι” του Ασώ­πιου, που “ήτο κυ­ρί­ως το γρα­φείο του” και στο οποίο τους δε­χό­ταν.
Από την πλευ­ρά του, ο Νιρ­βά­νας ισχυ­ρί­ζε­ται ότι του έστει­λε συ­νερ­γα­σία για το «Ατ­τι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον», που εκεί­νος εξέ­δι­δε από το 1867. Πε­ρί­με­νε να την δει πρώ­τα τυ­πω­μέ­νη και με­τά τον επι­σκέ­φτη­κε, παίρ­νο­ντας μα­ζί του “όλη την πα­ρέα των λο­γί­ων νέ­ων”. Μό­νο που μπερ­δεύ­ει αυ­τήν την πρώ­τη συ­νερ­γα­σία στο «Ατ­τι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον» του 1885, με ε­κείνη του επό­με­νου έτους. Σα­ρά­ντα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ο Ασώ­πιος, γνώ­ρι­σε και τους δυο το φθι­νό­πω­ρο του 1884. Μό­λις εί­χαν γνω­ρι­στεί και ανα­με­τα­ξύ τους, αφού το προη­γού­με­νο κα­λο­καί­ρι εί­χαν ανταλ­λά­ξει τα­χυ­δρο­μι­κώς τα πρώ­τα τους βι­βλία. Στο «Ατ­τι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον» του Ασώ­πιου και οι δυο εμ­φα­νί­ζο­νται στον τό­μο του 1885.
Γλα­φυ­ρά δι­η­γεί­ται ο Νιρ­βά­νας, ότι ήταν αυ­τός που πρό­τει­νε να γρά­ψει ο Ξε­νό­που­λος το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο για το πρώ­το φύλ­λο της εφη­με­ρί­δας τους και εκεί­νος τους πα­ρου­σί­α­σε ένα άρ­θρο επη­ρε­α­σμέ­νο από τις “επι­νο­μί­δες” του Ασώ­πιου, όπως ο ίδιος απο­κα­λού­σε τις επι­φυλ­λί­δες του. Σε αυ­τό το ει­σα­γω­γι­κό κεί­με­νο, με τί­τλο, «Αι Αθή­ναι», ο Ξε­νό­που­λος τον απο­κα­λεί “ο πο­λύ­τι­μος ημών συ­νερ­γά­της κ. Ειρ. Ασώ­πιος”. Ο Βα­λέ­τας, στην ει­σα­γω­γή των Απά­ντων Νιρ­βά­να, δί­νει μια ει­κό­να της εξέ­χου­σας θέ­σης που κα­τεί­χε ο Ασώ­πιος στην ομά­δα των “λο­γί­ων νέ­ων”. Ο Ασώ­πιος συμ­με­τέ­χει μό­νο με δυο κεί­με­να στα τρία φύλ­λα της εφη­με­ρί­δας που γνω­ρί­ζου­με. Στο πρώ­το και το τέ­ταρ­το, πα­ρό­λο που στο τέ­λος του πρώ­του φύλ­λου αναγ­γέλ­λε­ται ότι θα υπάρ­χει συ­νερ­γα­σία του και στο δεύ­τε­ρο. Το πρώ­το κεί­με­νο με τί­τλο «Αθη­ναϊ­κά Πα­ρο­ρά­μα­τα» απο­τε­λεί συ­νέ­χεια κει­μέ­νου του στο «Ατ­τι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον» του 1884, με τί­τλο, «Πα­ρο­ρά­μα­τα εν τω βι­βλίω του Θε­ού». Εξ ου και ο τί­τλος του αναγ­γελ­θέ­ντος κει­μέ­νου για το δεύ­τε­ρο φύλ­λο, «Πα­ρο­ρά­μα­τα Πα­ρο­ρα­μά­των».
Σύμ­φω­να με τον Βα­λέ­τα, στο τρί­το φύλ­λο, δεν υπάρ­χει κεί­με­νό του. Φαί­νε­ται, πά­ντως, να έχει με­ταγ­γί­σει τον σκω­πτι­κό του τό­νο στα δη­μο­σιεύ­μα­τα όλης της πα­ρέ­ας. Να ση­μειώ­σου­με ότι το δεύ­τε­ρο φύλ­λο, αντί της “επι­νο­μί­δας” του Ασώ­πιου, ξε­κι­νά με “ανέκ­δο­τον ποί­η­μα Δ. Σο­λο­μού”, όπως τι­τλο­φο­ρεί­ται. Πρό­κει­ται για το ιτα­λό­γλωσ­σο «Sulla morte di Pio VII», που πρω­το­δη­μο­σιεύ­θη­κε στα δεύ­τε­ρα Άπα­ντα Σο­λω­μού, του 1880. Ο Βα­ρε­λάς απο­ρεί πως δεν το γνώ­ρι­ζαν οι “λό­γιοι νέ­οι”, του­λά­χι­στον οι δυο Ζα­κύν­θιοι, Ξε­νό­που­λος και Μά­τε­σις, που, σύμ­φω­να με την πρώ­τη εκ­δο­χή της αυ­το­βιο­γρα­φί­ας του Ξε­νό­που­λου, λά­τρευαν τον Σο­λω­μό. Πα­ρα­τη­ρού­με ότι, στο ιτα­λι­κό πρω­τό­τυ­πο, υπάρ­χουν αρ­κε­τά λά­θη. Μπο­ρεί ο Ξε­νό­που­λος να γνώ­ρι­ζε παι­διό­θεν το Τυ­πο­γρα­φείο του Ρα­φτά­νη, όπου τυ­πώ­θη­κε αυ­τή η έκ­δο­ση των Απά­ντων, κα­θώς και τον Σπύ­ρο Δε Βιά­ζη, που γρά­φει τον πρό­λο­γο, όχι όμως και τα ιτα­λό­γλωσ­σα ποι­ή­μα­τα που πε­ριέ­χο­νται. Όταν, μά­λι­στα, “ο φί­λος των Αθη­νών”, που του το έδω­σε “προς δη­μο­σί­ευ­σιν με­τ’ επι­τυ­χούς με­τα­φρά­σε­ως”, το τι­τλο­φό­ρη­σε “SONETTO”. Μη ζη­τά­με, λοι­πόν, πολ­λά από τον δε­κα­ε­πτα­ε­τή Ξε­νό­που­λο και την πα­ρέα του.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην εφη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 23/6/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: