Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Άλλη μια μορφική πρωτοτυπία

Δη­μο­σιεύε­ται στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού
«Οδός Πα­νός» (τχ. 160, Σεπ.-Δεκ 2013)

Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011»
Δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Ι. Δ. Κολ­λά­ρου & Σίας
Ια­νουά­ριος 2013

Ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, με τη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση του δέ­κα­του στη σει­ρά βι­βλίου του, συ­γκε­ντρώ­νει για πρώ­τη φο­ρά σε έ­ναν εκ­δό­τη ά­πα­ντα τα βι­βλία του, του­τέ­στιν τα δέ­κα πέ­ντε μιας 40ε­τούς εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας. Έχου­με, λοι­πόν, τα Άπα­ντα Βαλ­τι­νού, που έ­ξι εκ­δό­τες ε­ρω­το­τρο­πού­σαν κα­τά και­ρούς να α­πο­κτή­σουν και προς τού­το, κα­τά την σκυ­τα­λο­δρο­μία της δια­δο­χής, κυ­κλο­φο­ρού­σαν, πα­ράλ­λη­λα με τα πρω­τό­τυ­πα που κά­θε φο­ρά προέ­κυ­πταν, και ε­πα­νεκ­δό­σεις ό­σων α­πό τα προ­η­γού­με­να προ­λά­βαι­ναν. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία ε­πι­λέ­γο­νταν κα­τά σει­ρά α­ξιο­λό­γη­σης μάλ­λον του εκ­δό­τη, με α­πο­τέ­λε­σμα το δεύ­τε­ρο εκ­δο­θέν και γνω­στό­τε­ρο βι­βλίο του, «Η κά­θο­δος των εν­νιά», να υ­πάρ­χει στους κα­τα­λό­γους πέ­ντε εκ­δο­τι­κών οί­κων. Αντι­θέ­τως, το προ­σφά­τως ε­πα­νεκ­δο­θέν, δέ­κα­το βι­βλίο, πρω­το­κυ­κλο­φό­ρη­σε Απρ. 2001 α­πό τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά εκ­δό­τη, αλ­λά πα­ρα­κάμ­φθη­κε α­πό τον βρα­χύ­βιο πέ­μπτο, που προ­τί­μη­σε ως ε­μπο­ρι­κός εκ­δο­τι­κός οί­κος, με­τά το δεύ­τε­ρο, το έ­τε­ρο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο του Βαλ­τι­νού, το «Ορθο­κω­στά».
Κι ό­μως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο έ­χει πολ­λα­πλό εν­δια­φέ­ρον. Ο Βαλ­τι­νός, σε αυ­τό, δεί­χνει να κά­νει έ­να πρώ­το ά­νοιγ­μα προς την αυ­το­βιο­γρά­φη­ση, την ο­ποία προ­χω­ρά­ει με τα ε­πό­με­να βι­βλία του, συ­νε­χώς ε­πε­κτεί­νο­ντάς την, πά­ντο­τε υ­πό μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή κά­λυ­ψη, μέ­χρι το πιο πρό­σφα­το, το «Ανά­πλους». Ταυ­τό­χρο­να, πρό­κει­ται για το πλέ­ον ι­διό­τυ­πο βι­βλίο του, κα­θώς λύ­νει ό­λους τους αρ­μούς: νο­η­μα­τι­κούς, χρο­νι­κούς, χω­ρι­κούς. Το μό­νο στα­θε­ρό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι η μορ­φή, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τήν την έ­χει εκ προοι­μίου προσ­διο­ρί­σει μέ­σω του τίτ­λου. Ενός τίτ­λου μάλ­λον αό­ρι­στου, κα­θώς δη­λώ­νει μεν ό­τι πρό­κει­ται για η­με­ρο­λό­γιο, αλ­λά δεν προσ­διο­ρί­ζει ποιας ο­ντό­τη­τας ή κα­τά­στα­σης εί­ναι ο η­με­ρο­δεί­κτης, α­φού το χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα των 176 ε­τών α­πο­κλείει την πε­ρί­πτω­ση να πρό­κει­ται πε­ρί ε­νός προ­σώ­που. Πα­ρά έ­ξι έ­τη θα μπο­ρού­σε να α­φο­ρά το α­νε­ξάρ­τη­το νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος. Το 1836, ό­μως, εί­χε ή­δη προ τε­τρα­ε­τίας ε­κλε­γεί ο Όθων βα­σι­λιάς των Ελλή­νων, ο­πό­τε μία προ­φα­νής ι­στο­ρι­κή α­φε­τη­ρία του Ημε­ρο­λο­γίου α­πο­κλείε­ται. Ανά­με­σα, ω­στό­σο, στα λι­γο­στά ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που φαί­νε­ται να έ­λα­βαν χώ­ρα ε­κεί­νο το σω­τή­ριον έ­τος στην τό­τε ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια, ε­κτός α­πό την ί­δρυ­ση α­νώ­τα­των εκ­παι­δευ­τι­κών ι­δρυ­μά­των, εί­ναι η αλ­λα­γή της πρω­τεύου­σας της ε­παρ­χίας Κυ­νου­ρίας, α­πό τον ο­ρει­νό Άγιο Πέ­τρο στο πα­ρα­θα­λάσ­σιο Άστρος. Μα­κράν, ό­μως, του Βαλ­τι­νού πα­ρό­μοιες το­πι­κι­στι­κές εμ­μο­νές, καί­τοι γεν­νη­θείς στο Κα­στρί, άλ­λο­τε πο­τέ Άγιο Νι­κό­λαο, που βρί­σκε­ται πλη­σίον της πρώ­της έ­δρας της πρω­τεύου­σας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο αυ­τά­κι της πρώ­της έκ­δο­σης του Ημε­ρο­λο­γίου, έ­να ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό προσ­διο­ρί­ζει ως τό­πο γεν­νή­σεως το πα­ρα­κεί­με­νο χω­ριό Κα­ρά­του­λα.
Δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα, πιο συ­γκλο­νι­στι­κά, τον εν­δια­φέ­ρουν σε αυ­τό το βι­βλίο. Όπως ο ε­ρω­τι­κός βίος του Αλε­ξά­ντερ Πού­σκιν και τα ‘‘θα­να­τη­φό­ρα αι­δοία’’. Θα­να­τη­φό­ρα, κα­θώς συ­χνά ω­θού­σαν σε μο­νο­μα­χίες, έ­χο­ντας ως μό­νη α­φορ­μή τις ζη­λο­τυ­πίες, που δη­μιουρ­γούν οι τρια­δι­κές σχέ­σεις. Κυ­ριο­λε­κτι­κώς θα­να­τη­φό­ρα την ε­πο­χή του ρώσ­σου ποιη­τή, που σκο­τώ­θη­κε σε μια πα­ρό­μοια μο­νο­μα­χία, με­τα­φο­ρι­κά στον αιώ­να του συγ­γρα­φέα, που οι μο­νο­μα­χίες εί­χαν δια νό­μου κα­ταρ­γη­θεί, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ι­ψε­νι­κές σχέ­σεις ε­ξα­κο­λου­θού­σαν, και ε­ξα­κο­λου­θούν βε­βαίως, να θάλ­λουν. Ο ί­διος ή, ορ­θό­τε­ρα, α­φού πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, ο α­φη­γη­τής του φαί­νε­ται συ­χνά να πρω­το­στά­τη­σε σε τέ­τοιου εί­δους σχέ­σεις, αλ­λά στο ρό­λο του ε­ρα­στή και ό­χι του α­πα­τη­μέ­νου συ­ζύ­γου ό­πως ο Πού­σκιν. Πά­ντως, κα­θώς ού­τε αυ­τός διέ­λα­θε κά­ποιων ε­λα­φρύ­τε­ρων συ­νε­πειών, ό­πως οι κρί­σεις α­πελ­πι­σίας, τα βιώ­νει μάλ­λον σαν αι­μο­βό­ρα.
Από τον Πού­σκιν στον Βαλ­τι­νό, τη γέ­φυ­ρα την α­πο­κα­θι­στούν το ε­ρω­τι­κό στοι­χείο, ό­πως αυ­τό ο­ρί­ζε­ται α­πό το ε­πι­θε­τι­κό αρ­σε­νι­κό, και η ποιη­τι­κό­τη­τα. Όταν το α­φη­γη­μα­τι­κό alter ego του Βαλ­τι­νού α­να­κα­λύ­πτει το 1986 στο Δυ­τι­κό Βε­ρο­λί­νο το η­με­ρο­λό­γιο του Πού­σκιν, ει­κά­ζει ό­τι εί­ναι πλα­στό, ‘‘τα γε­γο­νό­τα ω­στό­σο α­ναμ­φι­σβή­τη­τα’’, ό­πως σπεύ­δει να προ­σθέ­σει. Πα­ρο­μοίως, το η­με­ρο­λό­γιο που ε­κεί­νος στή­νει, δεί­χνει πλα­στό, αυ­τά, ό­μως, που κα­τα­γρά­φο­νται, πα­ρα­πέ­μπουν ‘‘α­ναμ­φι­σβή­τη­τα’’ στον αι­σθη­τί­στα συλ­λέ­κτη γλωσ­σι­κής ύ­λης και συμ­βά­ντων, που εί­ναι ο Βαλ­τι­νός. Όσα α­πό τα α­να­φε­ρό­με­να βρί­σκο­νται ε­κτός της βιω­μέ­νης α­πό τον συγ­γρα­φέα χρο­νο­λο­γι­κής πε­ριό­δου, θα μπο­ρού­σαν να αν­τλού­νται α­πό το η­με­ρο­λό­γιο του συγ­γρα­φέα, ό­ταν ε­κεί­νος λει­τουρ­γεί ως συλ­λέ­κτης ι­στο­ριών.
Με το συλ­λέ­κτη να προ­η­γεί­ται του μυ­θο­πλά­στη ξε­κί­νη­σε ο Βαλ­τι­νός και έ­τσι συ­νέ­χι­σε. Σε αυ­τήν την πο­ρεία, ω­στό­σο, δια­κρί­νο­νται δυο πε­ρίο­δοι. Στην πρώ­τη τρια­κο­ντα­ε­τία (1963-1992), ε­πι­λέ­γο­νται ως θέ­μα­τα ε­ξαι­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις ι­στο­ριών, ε­νώ στην δεύ­τε­ρη, που αρ­χί­ζει το 1994, ό­ταν εκ­δί­δε­ται το πρώ­το βι­βλίο με μυ­θο­ποιη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες, το «Ορθο­κω­στά», ο συλ­λέ­κτης- μυ­θο­πλά­στης ε­πι­ζη­τά, ταυ­τό­χρο­να, ρό­λο ‘‘ι­στο­ρι­κού’’ και δη ‘‘α­να­θεω­ρη­τι­κού’’. Το 1994 μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί κομ­βι­κό έ­τος για τη σχέ­ση του Βαλ­τι­νού με την Ιστο­ρία, κα­θώς η ο­πτι­κή του δια­φο­ρο­ποιεί­ται, α­κο­λου­θώ­ντας στο ε­ξής α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Δεί­χνει, δη­λα­δή, να α­παλ­λάσ­σε­ται α­πό κά­ποιες προ­γε­νέ­στε­ρες δε­σμεύ­σεις και να κι­νεί­ται πλέ­ον α­νε­μπό­δι­στα. Πε­ριέρ­γως, στις η­με­ρο­λο­για­κές εγ­γρα­φές ε­κεί­νου του ο­ρια­κού έ­τους, που φτά­νουν κα­τ' ε­ξαί­ρε­ση τις εν­νέα, μά­λι­στα τρεις στην ί­δια η­μέ­ρα, την 29η Απρ., Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή, δεν υ­πάρ­χουν ού­τε καν νύ­ξεις ι­στο­ρι­κής υ­φής. Μια, πά­ντως, εγ­γρα­φή, με η­με­ρο­μη­νία 23 Ιουν. 1994, α­να­φέ­ρε­ται στην υ­πο­γρα­φή α­ντι­τύ­πων νέ­ου βι­βλίου. Πρό­κει­ται μάλ­λον για την μό­λις εκ­δο­θεί­σα «Ορθο­κω­στά». Υπερ­βαί­νο­ντας τις συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις, η η­με­ρο­μη­νία εν­δε­χο­μέ­νως να πα­ρα­πέ­μπει α­κρι­βώς στα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό την η­μέ­ρα που άρ­χι­σε η τρί­τη με­γά­λη εκ­κα­θα­ρι­στι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση Γερ­μα­νών και ‘‘συ­νο­δοι­πό­ρω­ν’’ στον Πάρ­νω­να, το κα­τ’ ε­ξο­χήν εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό σκη­νι­κό του συγ­γρα­φέα.
Γε­νι­κό­τε­ρα, στις συ­νο­λι­κά 153 εγ­γρα­φές, ο α­φη­γη­τής, χω­ρίς να ξε­φεύ­γει α­πό τον θε­μα­το­γρα­φι­κό κύ­κλο του Βαλ­τι­νού, φαί­νε­ται να κι­νεί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σε προ­σω­πι­κές πε­ριο­χές. Ας διευ­κρι­νί­σου­με ό­τι, ε­πί του συ­νό­λου, μό­λις έ­ξι εγ­γρα­φές α­φο­ρούν τον 19ο αιώ­να και 14 την πρώ­τη τρια­κο­ντα­ε­τία του 20ου, δη­λα­δή την πε­ρίο­δο προ της γεν­νή­σεως του συγ­γρα­φέα. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές εί­ναι γρι­φώ­δεις και συ­γκρι­τι­κά προς ε­κεί­νες που α­κο­λου­θούν σύ­ντο­μες, με­ρι­κές α­κό­μη και της μιας φρά­σης. Πα­ρά την πύ­κνω­ση της α­φή­γη­σης, προ­κα­λούν μια, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο φευ­γα­λέα, συ­γκί­νη­ση.
Οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές λό­γων και γε­γο­νό­των συ­νο­δεύο­νται α­πό την η­με­ρο­μη­νία, που μπο­ρεί μεν να τις ση­μα­το­δο­τεί, αλ­λά δεν λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη στην πα­ρά­τα­ξή τους. Η κει­με­νι­κή αλ­λη­λου­χία των γε­γο­νό­των εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­τη του πό­τε συ­νέ­βη­σαν. Εδώ, γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, αν πρό­κει­ται για μορ­φι­κή εκ­ζή­τη­ση ή για αι­σθη­τι­κό αί­τη­μα. Ένα πα­ρά­πλευ­ρο ε­ρώ­τη­μα θα ή­ταν το ποια ει­κό­να θα α­να­δει­κνυό­ταν, αλ­λά κι αν θα α­να­δει­κνυό­ταν κά­ποια, στην πε­ρί­πτω­ση που α­πο­κα­θί­στα­το η χρο­νο­λο­γι­κή αλ­λη­λου­χία. Τι θα προέ­κυ­πτε μέ­σα α­πό τα βιω­μα­τι­κά σπα­ράγ­μα­τα και τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία; Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, η α­φή­γη­ση της ε­ρω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης της 9ης Σεπ. 1996, σε στά­ση, για το θή­λυ, αν ό­χι πά­ντο­τε ε­πώ­δυ­νη, σί­γου­ρα πά­ντως υ­πο­τι­μη­τι­κή, αλ­λά για το άρ­ρεν ε­σα­εί α­πο­λαυ­στι­κή, για­τί να κό­πτε­ται στα δυο με την πα­ρεμ­βο­λή δυο εγ­γρα­φών που α­να­φέ­ρο­νται στα γη­ρα­τειά και την α­πει­λή του θα­νά­του; Ο Εμπει­ρί­κος, λ.χ., πο­τέ δεν θα α­να­χαί­τι­ζε τό­σο βίαια την α­να­γνω­στι­κή η­δο­νή. Ωστό­σο, και στους δυο συγ­γρα­φείς, η γυ­ναί­κα προ­βάλ­λει σαν πρό­σω­πο λα­τρείας, με τις πε­ρι­γρα­φές να ε­στιά­ζουν στο γυ­ναι­κείο σώ­μα και την ε­ρω­τι­κή τε­λε­τουρ­γία. Αυ­τό συ­νι­στά έ­να ση­μείο συ­νά­ντη­σης αμ­φο­τέ­ρων με τον Πού­σκιν. Μό­νο οι Λο­λί­τες του «Με­γά­λου Ανα­το­λι­κού» α­που­σιά­ζουν α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο Βαλ­τι­νού, που, κα­τά τα άλ­λα, συ­να­γω­νί­ζε­ται τον Εμπει­ρί­κο στις ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες πε­ρι­γρα­φές. Υπάρ­χει, πά­ντως, μια και μο­νά­κρι­βη α­να­φο­ρά, με η­με­ρο­μη­νία 13.5.1966, κά­τι σαν δί­στι­χο: ‘‘Αυ­τή η ά­γου­ρη α­κό­μη μι­κρού­λα./ Αυ­τή η προ­νύμ­φη.’’ Ο Βαλ­τι­νός, με την ε­πί­γνω­ση ό­τι εί­ναι μο­νά­χα πε­ζο­γρά­φος, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί σε χρο­νι­κά με­τα­γε­νέ­στε­ρη εγ­γρα­φή, κοι­τά­ζο­ντας φω­το­γρα­φία α­πό το γκρέ­μι­σμα του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, κα­τα­χω­ρεί τους μο­να­δι­κούς στί­χους του Ημε­ρο­λο­γίου. Εί­χαν γρα­φτεί τό­τε και συ­νο­μι­λούν ό­χι με τον Εμπει­ρί­κο, αλ­λά με τον Νι­κή­τα Ρά­ντο. Αν και ο τε­λευ­ταίος στί­χος α­κού­γε­ται μάλ­λον ως πα­ρή­χη­ση της κα­τα­κλεί­δας του εγ­γο­νο­πο­λι­κού «Μπο­λι­βάρ». Άρα­γε, αν ο Βαλ­τι­νός έ­γρα­φε ποίη­ση, θα α­κο­λου­θού­σε τους υ­περ­ρε­α­λι­στές του Με­σο­πο­λέ­μου; Πά­ντως, προ­βάλ­λει το ί­διο με ε­κεί­νους ιε­ρό­συ­λος, ό­ταν αλ­λοιώ­νει φρά­σεις συ­να­ξα­ρι­στών, ‘‘...και την α­γκά­λια­σε και έ­λα­βε με­γά­λη θε­ρα­πείαν.’’ Ή, α­κό­μη, ό­ταν μνη­μο­νεύει ε­ρω­τι­κές διε­γέρ­σεις σε εκ­κλη­σια­στι­κούς χώ­ρους υ­πό το βλέμ­μα τρουλ­λαίου Πα­ντο­κρά­το­ρος.
Δί­κην και πά­λι πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε αυ­τό το μα­στο­ρι­κά ‘‘α­να­κα­τω­μέ­νο’’ Ημε­ρο­λό­γιο, στα δυο δεν κό­βο­νται μό­νο οι ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις αλ­λά και οι θά­να­τοι και οι τε­λε­τουρ­γίες που α­κο­λου­θούν μέ­χρι και την α­να­κο­μι­δή των ο­στών. Οι τε­λευ­ταίες δύ­σκο­λες ώ­ρες της μη­τέ­ρας του α­φη­γη­τή, μα­ζί με τις ε­πώ­δυ­νες για τον ί­διο μνή­μες α­πό την τα­φή της, αλ­λά και α­πό έ­να πα­ρά­πο­νό της, α­φορ­μώ­με­νο α­πό τον μποέ­μι­κο βίο του, φαί­νε­ται να δί­νουν το υ­λι­κό για δυο εγ­γρα­φές, που κα­τα­χω­ρού­νται α­σύν­δε­τες. Έτσι, ό­μως, αμ­βλύ­νε­ται το δρα­μα­τι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης. Από το πρό­σφα­το 15ο βι­βλίο του Βαλ­τι­νού, φαί­νε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη μη­τέ­ρα του συγ­γρα­φέα. Ενδει­κτι­κό­τε­ρο το πα­ρά­δειγ­μα δυο η­με­ρο­λο­για­κών κα­τα­χω­ρή­σεων με την ί­δια η­με­ρο­μη­νία, 28.10.1994, αλ­λά σε κει­με­νι­κή α­πό­στα­ση, ώ­στε να λει­τουρ­γούν αυ­το­τε­λώς. Εδώ, η α­πώ­λεια εί­ναι έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό διή­γη­μα για τον συ­ζυ­γι­κό έ­ρω­τα, που κρα­τού­σε άλ­λο­τε πο­τέ μι­σό αιώ­να και συ­νε­χι­ζό­ταν για α­κό­μη έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, κα­τά το ο­ποίο ο έ­νας α­πό τους δυο τύ­χαι­νε να ε­πι­βιώ­σει του θα­νά­του του ε­τέ­ρου η­μί­σεως. Ένα διή­γη­μα, που, αν αυ­το­νο­μεί­το, θα μπο­ρού­σε να τιτ­λο­φο­ρεί­ται ‘‘α­να­κο­μι­δή ο­στών’’ ή ‘‘το τα­ξεί­δι στο σκό­τος’’. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, έ­ναν πα­ρό­μοιο ι­σό­βιο έ­ρω­τα ε­πι­λέ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας ως τε­λευ­ταία χρο­νι­κά εγ­γρα­φή του Ημε­ρο­λο­γίου, στις 3 Ιαν. 2011. Εί­ναι τα λό­για ε­νός γέ­ρο­ντα, στον έ­βδο­μο χρό­νο α­πό τον θά­να­το της γυ­ναί­κας του, που για­τρο­πό­ρε­ψε μέ­χρι τε­λευ­τής της. Ενώ, κα­θό­λου τυ­χαία, ως χρο­νι­κά πρώ­τη εγ­γρα­φή, προ­κρί­νε­ται η 18η Ιουν. 1836, με την πε­ρι­γρα­φή της ε­ρω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης του Αλέ­ξαν­δρου και της Να­τα­λίας Πού­σκιν σε μια στά­ση αγ­γλι­στί doggystyle, γερ­μα­νι­στί hundchenstellung, ή, προς ε­ξω­ραϊσμό των ε­ντυ­πώ­σεων, a tergo.
Με άλ­λα λό­για, έ­να Ημε­ρο­λό­γιο για τον έ­ρω­τα αλ­λά και τον θά­να­το, ό­που ο θά­να­τος θα α­να­με­νό­ταν να κυ­ριαρ­χεί στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Οπό­τε και ε­πα­νέρ­χε­ται το ε­ρώ­τη­μα: Σε μια χρο­νο­λο­γι­κά εύ­τα­κτη πα­ρά­τα­ξη, ποια α­πό αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να συ­ναρ­μο­λο­γη­θούν και σε ποια μορ­φή μυ­θο­πλα­στι­κής εκ­δο­χής θα α­να­δει­κνύο­ντα­ν; Αρκε­τές εγ­γρα­φές δεί­χνουν σαν ε­ρά­νι­σμα α­πό τα ε­να­πο­μεί­να­ντα άλ­λων βι­βλίων. Λ.χ., α­πό το «Συ­να­ξά­ρι Αντρέα Κορ­δο­πά­τη. Βι­βλίο δεύ­τε­ρο: Βαλ­κα­νι­κοί - ’22» έλ­κουν την κα­τα­γω­γή τους οι λι­γο­στές εγ­γρα­φές της Μι­κρα­σια­τι­κής πε­ρι­πέ­τειας. Μό­νο που η έμ­φα­ση δί­νε­ται στο έν­στι­κτο της ζωής πα­ρά στο αι­μα­το­κύ­λι­σμα. Κυ­ρίαρ­χο προ­βάλ­λει το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο, εί­τε αυ­τό εκ­δη­λώ­νε­ται ως βια­σμός εί­τε σαν ο­νεί­ρω­ξη. Δεν λεί­πουν και κά­ποιες νό­τες αι­σθη­μα­τι­σμού. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­ταν το Μι­κρα­σια­τι­κό Μέ­τω­πο βρί­σκε­ται υ­πό κα­τάρ­ρευ­ση και έ­να δυο δι­κοί μας, λου­φαγ­μέ­νοι στο δά­σος για να γλι­τώ­σουν, κοι­τά­ζουν τα α­στέ­ρια. Εί­ναι τα ί­δια α­στέ­ρια που έ­βλε­παν και α­πό τον τό­πο τους. Ακό­μη κι αυ­τή η α­να­φο­ρά έ­χει το ε­ρω­τι­κό της συν­δη­λού­με­νο, κα­θώς ξε­χω­ρί­ζουν τον Ωρίω­να, για τους νη­σιώ­τες α­λε­τρο­πό­δι, που, κα­τά τη μυ­θο­λο­γι­κή εκ­δο­χή, κυ­νη­γά μο­νί­μως α­πό πί­σω την Πού­λια.
Από τα υ­πό­λοι­πα των δυο μπε­στ σέ­λερ του συγ­γρα­φέα, που α­να­φέ­ρο­νται στην τα­ρα­χώ­δη δε­κα­ε­τία του ’40, μό­λις τρεις εί­ναι οι εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κές εγ­γρα­φές που σχε­τί­ζο­νται με τα κοι­νά: Απρ. 1947, ‘‘Θα με­θύ­σουν τα βου­νά α­πό το αί­μα τους’’, δη­λω­τι­κή της έ­παρ­σης της μιας πλευ­ράς, κα­θώς αρ­χί­ζουν οι εκ­κα­θα­ρι­στι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Ιούν. 1948, ‘‘Μέ­θυ­σαν τα βου­νά α­πό το αί­μα’’, σαν ου­δέ­τε­ρη δια­πί­στω­ση. Εξάλ­λου, α­πό το πρώ­το κιό­λας διή­γη­μα του Βαλ­τι­νού («Αύ­γου­στος 1948»), τα βου­νά πί­νουν αί­μα. Αργό­τε­ρα, αρ­κε­τά αρ­γό­τε­ρα, εμ­φα­νί­ζε­ται ο έ­ρω­τας, ο έ­τε­ρος ι­σχυ­ρός πό­λος στο έρ­γο του. Η τρί­τη εγ­γρα­φή αυ­τής της δε­κα­ε­τίας, 16 Ιουλ. 1948, ‘‘Και τα ό­ρη αυ­τών με­θυ­σθή­σε­ται εν τω αί­μα­τι αυ­τών’’, εί­ναι α­πό την Βί­βλο. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­πό τα της Ιου­δή­θ, χω­ρίς ό­μως να γί­νε­ται κα­μία μνεία στον θρίαμ­βο των α­δυ­νά­των με­τά τον μα­κά­βριο α­πο­κε­φα­λι­σμό του Ολο­φέρ­νη α­πό ε­κεί­νη. Με τη θεία βοή­θεια δρα η Ιου­δή­θ, σε α­ντί­θε­ση με τη δο­λιό­τη­τα της Δα­λι­δά, που εκ­μη­δέ­νι­σε α­ναί­μα­κτα τον Σαμ­ψών. Εδώ, οι εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κές εμ­μο­νές του Βαλ­τι­νού σαν να α­να­μι­γνύο­νται με ε­κεί­νες που δη­μιουρ­γούν στον α­φη­γη­τή του οι γυ­ναί­κες δή­μιοι, ό­πως η Δω­ρο­θέα, που δια­τη­ρού­σε σύ­ζυ­γο και δεύ­τε­ρο ε­ρα­στή ή η Ελ., που ό­ταν τον πα­ρά­τη­σε, ε­κεί­νος πή­γε να τρε­λα­θεί, ό­πως θυ­μά­ται 23 χρό­νια με­τά. Ως ε­ναρ­κτή­ρια εγ­γρα­φή του τρέ­χο­ντος αιώ­να, 27 Ιουν. 2000, ε­πι­λέ­γε­ται το ε­ορ­το­λό­γιο της η­μέ­ρας, που φέ­ρει ε­πι­κε­φα­λής τον Σαμ­ψών τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο ξε­νο­δό­χο. Δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα ο Σαμ­ψών του Βι­βλίου των Κρι­τών και ε­κεί­νος της Πα­λαιάς Δια­θή­κης. Αυ­τό, ό­μως, δεν α­πο­κλείει ο α­φη­γη­τής να φα­ντα­σιώ­νε­ται ε­αυ­τόν άλ­λο­τε σαν Σαμ­ψών κι άλ­λο­τε σαν Αϊ Γιώρ­γη. Έτσι, άλ­λω­στε, φαί­νε­ται να τον έ­χουν οι γυ­ναί­κες που α­νέ­κα­θεν τον πε­ρι­στοι­χί­ζουν. Δεν εί­ναι τυ­χαίο, ό­τι στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο α­πό­σπα­σμα, κα­τά σει­ρά κει­με­νι­κής πα­ρά­τα­ξης, αυ­τές πρω­τα­γω­νι­στούν, και ό­χι το ’22 ή ο Εμφύ­λιος.
Ορι­σμέ­νες μνή­μες βιω­μα­τι­κές ή α­να­γνω­στι­κές αυ­το­νο­μού­νται με την η­με­ρο­μη­νία τους, ε­νώ άλ­λες κα­τα­χω­ρού­νται με την η­με­ρο­μη­νία της δη­μιουρ­γίας τους, δη­λα­δή της πρόσ­λη­ψής τους α­πό τον η­με­ρο­λο­γιο­γρά­φο. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις κα­τα­χω­ρή­σεις του 19ου αιώ­να, οι ε­ρω­τι­κές εγ­γρα­φές του Πού­σκιν έ­χουν ως α­ντί­στι­ξη ε­κεί­νες α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της γερ­μα­νί­δας ζω­γρά­φου Πά­ου­λα Μπέ­κε­ρ, που εί­χε α­πο­κλεί­σει τον έ­ρω­τα α­πό τη ζωή της για τον έ­ρω­τα της Τέ­χνης. Βα­σα­νι­ζό­ταν με τη μορ­φή, α­νοί­γο­ντας και­νού­ριους εκ­φρα­στι­κούς δρό­μους. Σή­με­ρα, τα έρ­γα της ε­ντάσ­σο­νται στον πρώι­μο εξ­πρε­σιο­νι­σμό. Αρκε­τές εγ­γρα­φές εί­ναι α­πό κου­βέ­ντες, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις ή προ­φη­τι­κές φρά­σεις γυ­ναι­κών, που φαί­νε­ται να τις α­πευ­θύ­νουν στον α­φη­γη­τή. Εκεί­νος τις ε­ναλ­λάσ­σει με ε­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βά­ντα α­πό την ο­ρει­νή εν­δο­χώ­ρα πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Εκεί οι γυ­ναί­κες υ­πο­τάσ­σο­νταν στους ά­ντρες και ξε­θύ­μαι­ναν βιαιο­πρα­γώ­ντας στα ζω­ντα­νά. Ορι­σμέ­νες α­φη­γή­σεις έ­χουν τη μορ­φή μί­νι διη­γη­μά­των. Με­ρι­κές ε­ντυ­πώ­νο­νται με το κρυ­πτι­κό τους φορ­τίο, άλ­λο­τε λε­κτι­κό κι άλ­λο­τε νο­η­μα­τι­κό. Υπάρ­χουν, ό­μως, και κά­ποιες που χά­νουν μέ­ρος α­πό το ει­δι­κό βά­ρος τους, κα­θώς λεί­πει η συ­γκε­κρι­μέ­νη α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα. Άλλη η α­να­γνω­στι­κή αί­σθη­ση α­πό την κη­δεία του μπάρ­μπα-Γιάν­νη Μ. ή το μνη­μό­συ­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κ. και άλ­λη α­πό την κη­δεία του Μα­νού­σα­κα και το μνη­μό­συ­νο του Κο­τζιά.
Τε­λι­κά, αν υ­πε­ρι­σχύει μια αί­σθη­ση, αυ­τή εί­ναι η αί­σθη­ση της νο­σταλ­γίας. Και ό­ταν πρό­κει­ται για τα κοι­νά, ε­κεί­νη της μα­ταίω­σης. Κα­τά τα άλ­λα, ε­μείς κρα­τά­με τις ε­πι­φυ­λά­ξεις μας για το συγ­γρα­φι­κό πεί­σμα του Βαλ­τι­νού να δο­κι­μά­ζει και να δο­κι­μά­ζε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κές μυ­θο­πλα­στι­κές μορ­φές. Πι­θα­νώς, ο χρό­νος να τον δι­καιώ­σει, ό­πως συ­νέ­βη με την Πά­ου­λα Μπέ­κερ. Μέ­χρι στιγ­μής, πά­ντως, στα Άπα­ντα Βαλ­τι­νού υ­πάρ­χουν μό­νο δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Με το υ­λι­κό του Ημε­ρο­λο­γίου έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση – μην πού­με βε­βαιό­τη­τα – ό­τι θα προέ­κυ­πταν και μια και δυο πρό­σθε­τες, κα­θώς α­κό­μη και εγ­γρα­φές δια­φο­ρε­τι­κών η­με­ρο­μη­νιών συ­νο­μι­λούν με­τα­ξύ τους, εάν συ­ναρ­μο­στούν. Επι­βε­βαίω­ση αυ­τού του ι­σχυ­ρι­σμού α­πο­τε­λεί το διή­γη­μα με τίτ­λο «Τρί­πτυ­χο», που δη­μο­σιεύ­θη­κε πρό­σφα­τα στο πε­ριο­δι­κό «Εντευ­κτή­ριο». Τα τρία μέ­ρη α­πό τα ο­ποία α­παρ­τί­ζε­ται, με τον αυ­το­τε­λή χα­ρα­κτή­ρα που έ­χουν, θα μπο­ρού­σαν να συ­μπε­ρι­λη­φθούν διά­σπαρ­τα στο Ημε­ρο­λό­γιο. Πό­σους, άλ­λω­στε, διη­γη­μα­το­γρά­φους πα­ρό­μοιας και α­ντα­γω­νί­σι­μης ως προς αλ­λο­δα­πούς ο­μό­τε­χνους στάθ­μης έ­χου­με σή­με­ρα; Δύο το πο­λύ τρείς, ό­χι, πά­ντως, πα­ρα­πά­νω, α­σχέ­τως αν το διή­γη­μα φέ­ρε­ται σή­με­ρα ως λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος εν ακ­μή. Αυ­τό δεν εί­ναι πα­ρά πλα­σμα­τι­κή ει­κό­να της εκ­δο­τι­κής α­γο­ράς που θο­λώ­νει τα νε­ρά και α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζει τους α­να­γνώ­στες α­πό τις υ­ψη­λές ε­πι­δό­σεις της διη­γη­μα­το­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: