Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Σαν αυτοβιογραφικά

Κα­τε­ρί­να Σχι­νά
«Κα­λή και α­νά­πο­δη.
Ο πο­λι­τι­σμός του πλε­κτού»
Εκδ. Κί­χλη

Χά­ρης Βλα­βια­νός
«Το αί­μα νε­ρό.
Μυ­θι­στό­ρη­μα σε σα­ρά­ντα πέ­ντε
πρά­ξεις»
Εκδ. Πα­τά­κη

Eνα ζεύ­γος συγ­γρα­φέων αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται. Ακρι­βέ­στε­ρα, πρώην ζεύ­γος, με συμ­βίω­ση που, αν δεν σφάλ­λου­με, κρά­τη­σε γύ­ρω στα εί­κο­σι χρό­νια. Και πά­λι, ό­μως, δεν α­κρι­βο­λο­γού­με, α­φού ο κα­θέ­νας αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται - στο βαθ­μό που πρό­κει­ται για αυ­το­βιο­γρά­φη­ση - κα­τά μό­νας. Συ­νέ­βη, ό­μως, τα οιο­νεί αυ­το­βιο­γρα­φι­κά τους πο­νή­μα­τα να έρ­θουν ταυ­τό­χρο­να στο φως της δη­μο­σιό­τη­τας. Μάρτιος 2014. Και μά­λι­στα, στην κυ­ριο­λε­ξία ταυ­τό­χρο­να, την ί­δια η­μέ­ρα, την 21η Μαρτίου, η­μέ­ρα της ποίη­σης. Σύ­μπτω­ση; Μάλ­λον α­πί­θα­νο, κα­θώς, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, η η­με­ρο­μη­νία έκ­δο­σης του βι­βλίου ε­νός γνω­στού συγ­γρα­φέα έ­χει α­να­βαθ­μι­στεί σε πο­λι­τι­στι­κό γε­γο­νός, που δια­φη­μί­ζε­ται και­ρό νω­ρί­τε­ρα. Όπως και να έ­χει, τυ­χαίος ή σχε­δια­σμέ­νος ο συγ­χρο­νι­σμός, δεν α­πο­κλείε­ται να ξε­κι­νά­ει α­πό μία προ­η­γού­με­νη, γε­νε­σιουρ­γό σύ­μπτω­ση. Από ό­σο μπο­ρεί κα­νείς να ει­κά­σει, η κυο­φο­ρία των δυο βι­βλίων, ή του­λά­χι­στον η κυ­ρίως φά­ση της, ό­ταν το νε­φέ­λω­μα ι­δέ­ας και υ­λι­κού αρ­χί­ζει να μορ­φο­ποιεί­ται σε εμ­βρυα­κή εκ­δο­χή, θα πρέ­πει να ξε­κί­νη­σε πε­ρί­που την ί­δια ε­πο­χή. Οπό­τε, με βά­ση το μέ­σο ό­ρο διάρ­κειας της κυο­φο­ρίας ε­νός βι­βλίου –εν­νοού­με ε­νός σο­βα­ρού βι­βλίου, υ­ψη­λών α­παι­τή­σεων ό­πως τα εν λό­γω– που εί­ναι δυο με τρία χρό­νια, προ­κύ­πτει μία τρί­τη σύ­μπτω­ση. Οι δυο συγ­γρα­φείς πο­λύ πι­θα­νόν να ε­πι­δό­θη­καν στο συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρο γρά­ψι­μο των προ­σω­πι­κών τους βι­βλίων, ταυ­τό­χρο­να με τη διά­λυ­ση του κοι­νού τους νοι­κο­κυ­ριού. 
Με αυ­τές, ό­μως, τις πα­ρα­τη­ρή­σεις πα­ρα­πλα­νού­με τον α­να­γνώ­στη, που με τον ό­ρο “πρώη­ν” θα σχη­μα­τί­σει την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πρό­κει­ται για δυο ορ­γι­σμέ­νους που λύ­νουν δη­μο­σίως και ά­ρα, κα­τά τρό­πο με­λο­δρα­μα­τι­κό, τις δια­φο­ρές τους. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως οι σταρ. Από μία ά­πο­ψη, με τα γη­γε­νή μέ­τρα και σταθ­μά, έ­να εί­δος σταρ στο χώ­ρο του βι­βλίου εί­ναι οι δυο συγ­γρα­φείς. Δεν α­πο­κλείε­ται, μά­λι­στα, μελ­λο­ντι­κά να γί­νουν και ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στοί. Του­λά­χι­στον Εκεί­νος, που προ­βάλ­λε­ται α­πό τώ­ρα ως υ­πο­ψή­φιος για διε­θνείς δια­κρί­σεις. Ο χρό­νος, έ­τσι κι αλ­λιώς, εί­ναι με το μέ­ρος και των δυο. Μπο­ρεί ο Τζου­ζέ­πε Το­μά­ζι ντι Λα­μπε­ντού­ζα να θεω­ρού­σε την αυ­το­βιο­γρά­φη­ση γε­ρο­ντι­κή ε­να­σχό­λη­ση έως και υ­πο­χρέω­ση, το συ­γκε­κρι­μέ­νο ζεύ­γος, ό­μως, α­πο­φά­σι­σε να αρ­χί­σει την αυ­το­βιο­γρα­φι­κή α­πέκ­δυ­ση σε ώ­ρι­μη φά­ση. Πά­ντως, στα βι­βλία τους δεν υ­πάρ­χουν α­να­φο­ρές προς αλ­λή­λους, ού­τε μνείες σε συμ­βά­ντα του κοι­νού τους βίου. Αμφό­τε­ροι, την ε­ρω­τι­κή και έγ­γα­μη ζωή τους, την κοι­νή ή με άλ­λους συ­ντρό­φους, την κρα­τούν α­πόρ­ρη­τη, α­κό­μη και στις συ­νε­ντεύ­ξεις τους. Δεί­χνουν μό­νο την τραυ­μα­τι­κή πε­ριο­χή, κά­τι σαν το παι­δί που δεί­χνει το χτυ­πη­μέ­νο του γό­να­το. Αυ­τή η με­ρι­κή έκ­θε­ση της ι­διω­τι­κής πε­ριο­χής γί­νε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κή έ­κτα­ση και έ­ντα­ση, στα δυο βι­βλία, μά­λι­στα σε Εκεί­νης, σχε­δόν λαν­θά­νει.
Ένας φροϋδι­στής, ω­στό­σο, α­κό­μη και έ­τσι, θα εύ­ρι­σκε “ψα­χνό” σε αυ­τήν την συγ­χρο­νι­κή έκ­θε­ση παι­δι­κών τραυ­μά­των ή, έ­στω, ε­μπει­ριών. Οι σχέ­σεις με τα γο­νι­κά πρό­τυ­πα και τα, κα­τά και­ρούς, υ­πο­κα­τά­στα­τά τους ε­πα­νέρ­χο­νται και στα δυο βι­βλία. Με ό­σα α­να­κα­λούν, με τον τρό­πο που τα α­να­κα­λούν, αλ­λά και με ό­σα δεν μνη­μο­νεύουν, ως α­σή­μα­ντα ή και α­πό­κρυ­φα, α­πο­κα­λύ­πτο­νται δυο χα­ρα­κτή­ρες. Δεν πα­ρι­στά­νου­με τους ψυ­χο­λό­γους, κα­θώς δεν έ­χου­με ού­τε καν μια εκ του σύ­νεγ­γυς ει­κό­να των δυο συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, τα γρα­πτά εί­ναι έ­νας κα­θρέ­φτης. Άλλω­στε, ο­ρι­σμέ­νες συ­μπτώ­σεις και δια­φο­ρές δεν στε­ρού­νται εν­δια­φέ­ρο­ντος. Για πα­ρά­δειγ­μα, αμ­φό­τε­ροι ε­πι­λέ­γουν τίτ­λους, που α­να­κα­λούν λαϊκές ρή­σεις, πα­ρα­μέ­νο­ντας α­νοι­κτοί και σε άλ­λες ερ­μη­νείες. Εκεί­νου θυ­μί­ζει “το αί­μα νε­ρό δε γί­νε­ται”, πα­ρα­πέ­μπει, ό­μως, και στο “αί­μα νε­ρό” που α­νέ­βλυ­σε α­πό την “ζωο­ποιό” πλευ­ρά του Ιη­σού με­τά τον σταυ­ρι­κό του θά­να­το. Εκεί­νης, α­να­κα­λεί το “α­πό την κα­λή και α­πό την α­νά­πο­δη”. Αλλά «Η κα­λή και η α­νά­πο­δη» εί­ναι και ο τίτ­λος του πρώ­του βι­βλίου του Αλμπέρ Κα­μύ, για το ο­ποίο ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ό­τι πε­ριεί­χε τους πυ­ρή­νες ό­λων των κα­το­πι­νών του έρ­γων. Έρχε­ται, ό­μως, ο υ­πό­τιτ­λος και πε­ριο­ρί­ζει τον τίτ­λο στο “μία κα­λή μία α­νά­πο­δη” ε­νός πλε­κτού.  
Αμφό­τε­ροι οι υ­πό­τιτ­λοι δεί­χνουν να έ­χουν και τον χα­ρα­κτή­ρα προ­κα­λύμ­μα­τος. Εκεί­νος τιτ­λο­φο­ρεί αυ­τό το πρώ­το πε­ζό του “μυ­θι­στό­ρη­μα” αλ­λά ταυ­τό­χρο­να, κά­νει λό­γο για “πρά­ξεις” και ό­χι για κε­φά­λαια. Αν προ­σώ­ρας πα­ρα­με­ρί­σου­με τις πι­θα­νές δια­κει­με­νι­κές συ­νο­μι­λίες του ποιη­τή, δεί­χνει να το πα­ρου­σιά­ζει σαν μυ­θι­στό­ρη­μα αλ­λά και σαν θε­α­τρι­κό, το­πο­θε­τώ­ντας το δί­πλα σε ποιή­μα­τά του, εκ­πο­ρευό­με­να α­πό το ί­διο βιω­μα­τι­κό υ­λι­κό. Κά­τι σαν λο­γο­τε­χνι­κές με­ταμ­φιέ­σεις μιας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας πο­λύ κο­ντι­νής για να κα­θρε­φτι­στεί α­κά­λυ­πτη. Εκεί­νη, που δεν έρ­χε­ται α­πό την ποίη­ση, βρί­σκει προ­κά­λυμ­μα στον οι­κείο της χώ­ρο του δο­κι­μίου. Επι­βλη­τι­κός, ί­σως και κά­πως με­γα­λε­πή­βο­λος, ο υ­πό­τιτ­λος, “ο πο­λι­τι­σμός του πλε­κτού”, έρ­χε­ται σε α­ντί­θε­ση με τους χα­μη­λούς τό­νους της α­φή­γη­σης, στην ο­ποία θα ταί­ρια­ζε και έ­νας πιο με­τριο­πα­θής τίτ­λος, ό­πως, λ,χ., η πα­ρά­δο­ση του πλε­κτού. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και στο δι­κό της βι­βλίο έ­να «Πα­ράρ­τη­μα ποιη­τι­κόν», ό­που στα­χυο­λο­γού­νται πέ­ντε ποιή­μα­τα ι­σά­ριθ­μων ποιη­τών γύ­ρω α­πό το πλε­κτό. Ο ποιη­τής, του ο­ποίου το ποίη­μα προ­τάσ­σε­ται, ή­ταν λεμ­βού­χος στον Τά­με­σι. Ποιη­τής του 17ου αιώ­να, α­να­φέ­ρε­ται ως ποιη­τής του νε­ρού. Κα­τά τα άλ­λα, με­τα­φρά­στρια κυ­ρίως μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αυ­τές τις με­τα­φρα­στι­κές α­πό­πει­ρες ποίη­σης, τις κρύ­βει πί­σω α­πό το ψευ­δώ­νυ­μο Ει­ρή­νη Φω­κια­νού. Έτσι, μέ­νουν συν­δε­τι­κοί κρί­κοι των δυο βι­βλίων, το νε­ρό και μία Ει­ρή­νη, που εμ­φα­νί­ζε­ται στις α­φιε­ρώ­σεις αμ­φο­τέ­ρων.

Εκεί­νης

Και στα δυο βι­βλία, υ­πάρ­χει η μη­τέ­ρα. Στο βι­βλίο Εκεί­νης, λό­γω και του θέ­μα­τος, αυ­τό δεν εκ­πλήσ­σει. Άλλω­στε, ού­τε πα­τέ­ρας ού­τε παπ­πού­δες α­να­φέ­ρο­νται. Μό­νο μία τριών γε­νεών μη­τριαρ­χία ξε­δι­πλώ­νε­ται, ό­που οι ά­ντρες στη ζωή της α­φη­γή­τριας - ο α­δελ­φός και οι κα­λοί της για τους ο­ποίους πλέ­κει που­λό­βερ - έ­χουν φευ­γα­λέα μό­νο πα­ρου­σία. Ωστό­σο, στην πρώ­τη κιό­λας πα­ρά­γρα­φο συ­νο­ψί­ζε­ται η σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα ως ελ­λεί­που­σα, α­φού “πο­τέ δεν κα­τορ­θώ­θη­κε”. Η α­φη­γή­τρια συ­νε­χί­ζει: “Κα­τά­φε­ρα να της μοιά­σω ό­σο η ί­δια δεν εί­χε πο­τέ ελ­πί­σει.” Από­φαν­ση, που θα την προέ­βλε­πε ο θείος Φρόυ­ντ. Το κυ­ρίως σώ­μα, πά­ντως, εί­ναι έ­να ε­κλαϊκευ­τι­κού τύ­που α­φη­γη­μα­τι­κό δο­κί­μιο, α­πό αυ­τά που αν­θούν σή­με­ρα στον υ­πό­λοι­πό, ε­κτός Ελλά­δος, Δυ­τι­κό κό­σμο. Τα κε­φά­λαια εκ­κι­νούν α­πό πυ­ρή­νες προ­σω­πι­κής υ­φής για να α­πλω­θούν α­φη­γη­μα­τι­κά με α­πό­ψεις άλ­λων και πο­λυ­συλ­λε­κτι­κές ι­στο­ρίες, ε­νώ α­να­φέ­ρο­νται βι­βλία ε­πί του θέ­μα­τος, συγ­γρα­φείς, καλ­λι­τέ­χνες και ε­πι­στή­μο­νες. 
Για πα­ρά­δειγ­μα, οι ε­ντυ­πώ­σεις της α­φη­γή­τριας α­πό έ­ναν πε­ρί­πα­το στο Βρα­ζι­λιά­νι­κο δά­σος, α­ντί να ο­δη­γούν συ­νειρ­μι­κά στον σύ­ντρο­φο αυ­τού του πε­ρι­πά­του, που ή­ταν το πι­θα­νό­τε­ρο Εκεί­νος, κα­τα­λή­γουν σε μια πε­ρι­γρα­φή των προ­σπα­θειών να δο­θούν ο­πτι­κές α­πει­κο­νί­σεις της θεω­ρίας του χά­ους με πλε­κτά. Οι μα­θη­μα­τι­κοί έ­φτια­χναν ο­πτι­κο­ποιή­σεις με κομ­μά­τια χαρ­τιού, που συ­γκολ­λού­σαν κα­ταλ­λή­λως. Αυ­τά τα φθαρ­τά χάρ­τι­να μο­ντέ­λα α­ντέ­γρα­ψαν γυ­ναί­κες μα­θη­μα­τι­κοί με ε­πι­δό­σεις στην πλε­κτι­κή. Εκεί­νη, ως δό­κι­μη με­τα­φρά­στρια, κα­τα­βάλ­λει συ­νε­πή προ­σπά­θεια να κο­λυ­μπή­σει στους το­πο­λο­γι­κούς χώ­ρους και τη γε­νι­κή θεω­ρία της σχε­τι­κό­τη­τας. Μέ­νει, ό­μως, ζη­τού­με­νο αν η α­ντί­στοι­χη ο­ρο­λο­γία –“αρ­νη­τι­κές” και “θε­τι­κές κυρ­τό­τη­τες”, “υ­περ­βο­λο­ει­δή” και “πα­ρα­βο­λι­κά πα­ρα­βο­λο­ει­δή”– λέει κά­τι στον α­μύη­το. Πό­σω μάλ­λον, ό­ταν οι ό­ροι, που έχουν υιοθετηθεί στα ελ­λη­νι­κά, είναι, ως ε­πί το πλεί­στον, α­δό­κι­μοι, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην πα­ρά­γουν νό­η­μα ού­τε για τον ει­δι­κό. Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, τα “manifolds”, το­πο­λο­γι­κοί χώ­ροι, που προ­κύ­πτουν ως λύ­σεις συ­στη­μά­των μη γραμ­μι­κών δια­φο­ρι­κών ε­ξι­σώ­σεων, έ­χουν α­πο­δο­θεί ως πολ­λα­πλό­τη­τες, λέ­ξη που δη­λώ­νει μό­νο την ι­διό­τη­τα του πολ­λα­πλού. Αντι­θέ­τως, ο ό­ρος “πο­λύ­πτυ­χο μόρ­φω­μα”, ό­λο και κά­τι πιο σα­φές θα υ­πο­δή­λω­νε.
“Η αυ­το­βιο­γρα­φία μιας πλέκ­τριας”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζει το βι­βλίο της, α­πο­βαί­νει έν­θερ­μος λό­γος υ­πε­ρά­σπι­σης της πλε­κτι­κής. Το­νί­ζο­ντας κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη τις συμ­βο­λι­κές δια­στά­σεις της, α­πο­δί­δει στην εν λό­γω  ε­να­σχό­λη­ση πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία α­πό ε­κεί­νη της α­πλής χει­ρω­να­κτι­κής ερ­γα­σίας. Ως προς το δο­κι­μια­κό εύ­ρος, σί­γου­ρα, δεν υ­στε­ρεί σε πο­σό­τη­τα δε­δο­μέ­νων, μό­νο σε ο­ρι­σμέ­να κε­φά­λαια, ό­πως ή­δη το υ­παι­νι­χθή­κα­με, πι­θα­νώς αυ­τά να χρειά­ζο­νταν με­γα­λύ­τε­ρη ε­κλαΐκευ­ση. Στην α­νά­γκη, α­κό­μη και πα­ρά­λει­ψη κά­ποιων στοι­χείων, κα­θώς, με την παν­σπερ­μία τους, ε­ντυ­πω­σιά­ζουν μεν αλ­λά μπο­ρεί κά­που και να δυ­σχε­ραί­νουν τον ειρ­μό της α­νά­γνω­σης. Πά­ντως, κα­τά τη γνώ­μη μας, ως δο­κί­μιο πλε­κτι­κής, κερ­δί­ζει με τα κε­φά­λαια α­νά­λα­φρου τό­νου, ό­πως, λ.χ., ε­κεί­νο για “τη φα­νέ­λα του στρα­τιώ­τη”. Αυ­τά για την “συ­ναρ­μο­λό­γη­ση”, σύμ­φω­να και με τον τίτ­λο του τε­λευ­ταίου κε­φα­λαίου. Σε αυ­τό, Εκεί­νη ξε­κι­νά­ει, α­πο­κα­λώ­ντας υ­πο­τι­μη­τι­κά το πό­νη­μά της, που το “κοι­λο­πο­νού­σε χρό­νια ο­λό­κλη­ρα”, “αυ­τό το βι­βλια­ρά­κι”, πα­ρα­δε­χό­με­νη ταυ­τό­χρο­να, ό­τι εί­ναι η δι­κή της αυ­το­βιο­γρα­φία. Πράγ­μα­τι, ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο στο δο­κί­μιο πε­ρί πλε­κτι­κής υ­πάρ­χει έ­να “βι­βλια­ρά­κι” με ε­πτά ι­στο­ρίες μιας γυ­ναί­κας. Θα τις χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με λυ­πη­μέ­νες ι­στο­ρίες. Εί­ναι ο τρό­πος, ο πά­ντα πλά­γιος μέ­σω ε­νός πλε­κτού, που γί­νε­ται λό­γος για μα­ταιω­μέ­νες σχέ­σεις και α­νι­στο­ρού­νται κά­ποιες α­να­μνή­σεις. Το βι­βλίο συ­στή­νει την πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη δο­κι­μιο­γρά­φο, το “βι­βλια­ρά­κι” την δυ­νά­μει πε­ζο­γρά­φο. Στις στρο­φές της ζωής, γί­νο­νται οι ε­πι­λο­γές. Συ­νή­θως λαν­θα­σμέ­νες. Έτσι κι αλ­λιώς, ό­λα εί­ναι σχε­τι­κά ή και θέ­μα ο­πτι­κής.  

Εκεί­νου

Στο βι­βλίο Εκεί­νου, ο πρω­τα­γω­νι­στι­κός, ή έ­στω συ­μπρω­τα­γω­νι­στι­κός, ρό­λος της μη­τέ­ρας εκ­πλήσ­σει. Σε αυ­τό συμ­βάλ­λει η φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου, αλ­λά και οι συ­νε­ντεύ­ξεις του, που ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται στην προ­σω­πι­κό­τη­τα του πα­τέ­ρα. Ο συγ­γρα­φέ­ας, συ­νά­μα κε­ντρι­κός ή­ρωας, στή­νει συ­νο­μι­λία με τον ε­αυ­τό του, ε­νώ­πιος ε­νω­πίω. Υπε­ρε­γώ και Εγώ, θα έ­λε­γε ο θείος Φρόυ­ντ, για να φα­νεί η μο­να­ξιά και η στέ­ρη­ση τρυ­φε­ρό­τη­τας, αλ­λά χω­ρίς δρα­μα­τι­κή φόρ­τι­ση. Λό­γος ελ­λει­πτι­κός, δί­κην η­με­ρο­λο­για­κών κα­τα­γρα­φών. Θα μπο­ρού­σε να ε­πι­γρά­φε­ται Ημε­ρο­λό­γιο 1960 – 2010 (Εκεί­νος α­πό τριών μέ­χρι 53). Ή μή­πως να λη­φθούν υ­πό­ψιν οι α­κραίοι α­να­φε­ρό­με­νοι στο κεί­με­νο χρό­νοι, κα­τά το πρό­τυ­πο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού, «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011». Πά­ντως, τα κε­φά­λαια-“πρά­ξεις”, μι­σής σε­λί­δας ή μο­νο­σέ­λι­δα, κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση δυο σε­λί­δων, εί­ναι μό­νο 45. Ωστό­σο, κρα­τιέ­ται στην πα­ρά­τα­ξη η χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. 
Στην πρώ­τη και την τε­λευ­ταία “πρά­ξη”, Εκεί­νος εί­ναι μό­νος. Η πρώ­τη κλεί­νει με την εμ­φά­νι­ση της μη­τέ­ρας. Μια πο­λύ ό­μορ­φη γυ­ναί­κα, που πρω­τα­γω­νι­στεί στις ε­πό­με­νες έ­ντε­κα “πρά­ξεις”, ό­που ξε­δι­πλώ­νε­ται η τα­ρα­χώ­δης συμ­βίω­ση μα­ζί της α­πό το χω­ρι­σμό της με τον πα­τέ­ρα του, το 1961, μέ­χρι τα δώ­δε­κα, που ο πα­τέ­ρας τον βά­ζει ε­σω­τε­ρι­κό σε σχο­λείο. Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, ε­πί σκη­νής, πα­ρου­σιά­ζε­ται ο­λό­κλη­ρος ο θία­σος ε­ρω­τι­κών συ­ντρό­φων και συ­νο­λι­κά, τεσ­σά­ρων συ­ζύ­γων. Ενώ, σε τέσ­σε­ρις α­κό­μη “πρά­ξεις”, α­να­δει­κνύε­ται ο ά­στα­τος και σπά­τα­λος χα­ρα­κτή­ρας αυ­τής της ε­σα­εί α­κα­τα­στά­λα­κτης γυ­ναί­κας. Κο­μπάρ­σοι τα δυο παι­διά της α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς γά­μους, ο πα­τέ­ρας και η μη­τέ­ρα της. Οι α­νιό­ντες και των δυο πλευ­ρών, μα­ζί με ε­ρω­μέ­νες και ε­ρα­στές, ω­ραίες γυ­ναί­κες και ά­ντρες με πολ­λά πά­θη, πρω­τα­γω­νι­στούν σε αυ­το­τε­λείς ι­στο­ρίες. 
Βα­σι­κός ή­ρωας σε ό­σες “πρά­ξεις” ε­να­πο­μέ­νουν εί­ναι ο πα­τέ­ρας, κά­νο­ντας γρή­γο­ρα πε­ρά­σμα­τα ή πρω­τα­γω­νι­στώ­ντας δια της α­που­σίας του. Στα λί­γα κε­φά­λαια, που πα­ρα­μέ­νει ε­πί σκη­νής, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως α­μί­λη­τος σκα­κι­στής, ή ως σιω­πη­λός συν­δαι­τυ­μό­νας. Απο­κα­λύ­πτε­ται, ω­στό­σο, ο χα­ρα­κτή­ρας του, δυ­να­μι­κός και ε­πι­τυ­χη­μέ­νος. Σχε­τι­κά με το γιο του, πί­στευε ό­τι έ­πρατ­τε τα πρέ­πο­ντα. Όπως πι­στεύει και ο  κε­ντρι­κός ή­ρωας, ο γιος του, για τα παι­διά, που, με τη σει­ρά του, α­πό­κτη­σε α­πό δυο γά­μους. Επι­λο­γι­κά και εν συ­ντο­μία, αλ­λά με ό­λες τις κλι­νι­κής υ­φής λε­πτο­μέ­ρειες, πε­ρι­γρά­φο­νται οι θά­να­τοι μη­τέ­ρας-πα­τέ­ρα. Σε ό­λη τη διάρ­κεια αυ­τής της συ­νο­μι­λίας, το Εγώ δεί­χνει τα α­πω­θη­μέ­να ε­να­ντίον του πα­τρός, ε­νώ το Υπε­ρε­γώ δεν ε­πι­τρέ­πει ού­τε φαί­νε­ται να ε­πι­θυ­μεί την πα­τρο­κτο­νία. Το γο­νι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα κα­τα­λή­γει με τους στί­χους του Φί­λιπ Λάρ­κι­ν: “They fuck you up, your mum and dad. / They may not mean to, but they do.” Ο α­φη­γη­τής δεν συ­νε­χί­ζει με τους άλ­λους δυο του τε­τρά­στι­χου: “They fill you with the faults they had / And add some extra, just for you.” Ού­τε πα­ρα­θέ­τει τους κα­τα­λη­κτι­κούς: “Get out as early as you can, / And don’t have any kids yourself.” Πά­ντως, Εκεί­νος α­κο­λού­θη­σε τον πρώ­το, ε­νώ α­ψή­φη­σε τον δεύ­τε­ρο. 
Το βι­βλίο συ­στή­νει τον υ­πο­σχό­με­νο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο πε­ζο­γρά­φο, πέ­ρα α­πό τη βα­ριά σκιά του ποιη­τή. Τώ­ρα, το πρό­βλη­μα που τί­θε­ται, εί­ναι ο ει­δο­λο­γι­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός των δυο βι­βλίων, ώ­στε την ώ­ρα των βρα­βεύ­σεων να μην συ­μπέ­σουν στη βρα­χεία λί­στα για το Βρα­βείο Μαρ­τυ­ρίας-Βιο­γρα­φίας-Χρο­νι­κού και δια­τα­ρα­χθεί η σχέ­ση των συγ­γρα­φέων τους, πά­ντο­τε α­στα­θής ό­ταν πρό­κει­ται για “πρώη­ν”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/5/2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια: