Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Αδό­κη­τες συ­μπτώ­σεις

Στις πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λειες του θα­νά­του ε­νός συγ­γρα­φέα μπο­ρεί να ε­ντα­χθεί – προ­φα­νώς, στα ψι­λά – η έ­τοι­μη προς δη­μο­σίευ­ση πα­ρου­σία­ση πρό­σφα­του βι­βλίου του, α­φού, με­τά τον θά­να­τό του, κα­θί­στα­ται μη δη­μο­σιεύ­σι­μη. Ιδίως, ό­ταν το βι­βλίο εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λιώς α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται το πό­νη­μα ε­νός συγ­γρα­φέα που χαί­ρει ά­κρας υ­γείας, αλ­λιώς ε­νός με σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα υ­γείας και τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κά, του άρ­τι α­πο­θα­νό­ντος. Οπό­τε, σί­γου­ρα, πρό­κει­ται για μία δυ­σά­ρε­στη σύ­μπτω­ση. Τώ­ρα, αν τυ­χαί­νει μέ­σα σε έ­να μή­να να α­πο­βιώ­σουν δυο συγ­γρα­φείς, που να έ­χουν εκ­δώ­σει πρό­σφα­τα τα βι­βλία τους, για τα ο­ποία τα κεί­με­να των πα­ρου­σιά­σεων να έ­χουν ή­δη γρα­φτεί, τό­τε έ­χου­με μία σύ­μπτω­ση, α­πό ε­κεί­νες που δαι­μό­νι­ζαν τον Άρθουρ Καίσ­λερ  και κα­τέ­λη­ξε να ζη­τά­ει τη λύ­ση στην πα­ρα­ψυ­χο­λο­γία. Αν και στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, του Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέ­α και του Σε­ρα­φείμ Φυ­ντα­νί­δη, αμ­φό­τε­ροι βρί­σκο­νταν στη ζώ­νη υ­ψη­λού κιν­δύ­νου, καρ­κί­νος-καρ­διά. Φαι­νό­ταν, ω­στό­σο, πως ο “μαύ­ρος χά­ρος” θα αρ­γή­σει στα ρα­ντε­βού του, κα­θώς και οι δύο το χρό­νο της συ­νά­ντη­σης τον πά­λευαν. Από την άλ­λη, η πε­ρί­πτω­σή τους δεν πα­ρου­σιά­ζει μία, αλ­λά σει­ρά συ­μπτώ­σεων.
Οι δυο θά­να­τοι ε­πήλ­θαν σε διά­στη­μα μι­κρό­τε­ρο του μη­νός. Ενώ, τα τε­λευ­ταία τους βι­βλία εί­χαν εκ­δο­θεί σε α­πό­στα­ση μη­νός. Όπως συμ­βαί­νει ε­σχά­τως με τους γνω­στούς συγ­γρα­φείς, οι η­με­ρο­μη­νίες κυ­κλο­φο­ρίας των βι­βλίων εί­χαν α­να­κοι­νω­θεί εκ των προ­τέ­ρων. 3 Νο­εμ­βρίου η “νε­α­νι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία” του Κου­μα­ντα­ρέα με τον Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κό, έ­να μή­να νω­ρί­τε­ρα, η αυ­το­βιο­γρά­φη­ση του Φυ­ντα­νί­δη. 3 Δε­κεμ­βρίου, ώ­ρα 12.30 μ.μ., στο αμ­φι­θέ­α­τρο του Ιδρύ­μα­τος Θε­ο­χα­ρά­κη πα­ρου­σιά­στη­κε το πρώ­το, 12 Νο­εμ­βρίου, ώ­ρα 12.30 μ.μ., στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, το δεύ­τε­ρο. Τρεις ο­μι­λη­τές στο πρώ­το, τέσ­σε­ρις στο δεύ­τε­ρο. Ο έ­νας κοι­νός και στα δυο, κα­θό­σον ε­πι­με­λη­τής του πρώ­του βι­βλίου και βο­η­θός κα­τά τη συγ­γρα­φή του δεύ­τε­ρου. Ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας α­πο­χώ­ρη­σε βιαίως δυο μέ­ρες με­τά την πα­ρου­σία­ση, κο­ντά με­σά­νυ­χτα, πε­ρί την 11η μ.μ. της Πα­ρα­σκευής, 5 Δε­κεμ­βρίου. Ο Φυ­ντα­νί­δης α­πε­βίω­σε α­νή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να, στις 9 το βρά­δυ, 25 Δε­κεμ­βρίου. Και οι δυο κη­δείες στο Πρώ­το Νε­κρο­τα­φείο, στις 9 Δε­κεμ­βρίου, 2 το με­ση­μέ­ρι του Κου­μα­ντα­ρέα, στις 27 Δε­κεμ­βρίου, 1 το με­ση­μέ­ρι του Φυ­ντα­νί­δη.
Ως σύ­μπτω­ση μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί και ο τρό­πος που ο θά­να­τός τους σχο­λιά­στη­κε στον Τύ­πο. Το γε­γο­νός ό­τι και οι δυο θά­να­τοι κα­λύ­φθη­καν ε­κτε­νώς, ή­ταν προ­βλέ­ψι­μο. Συ­νέ­πε­σε, ό­μως, και η νοο­τρο­πία που ε­πι­κρά­τη­σε στα δη­μο­σιο­γρα­φι­κά κεί­με­να. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, η ε­στία­ση δεν ή­ταν α­πο­κλει­στι­κά στο πρό­σω­πο του ε­κλι­πό­ντος. Σχε­τι­κά με τον θά­να­το του Κου­μα­ντα­ρέα, το πο­λύ με­λά­νι χύ­θη­κε για τη δο­λο­φο­νία του και ό­χι για τον συγ­γρα­φέα. Αν αυ­τή η σκαν­δα­λο­θη­ρί­στι­κη ρο­πή του Τύ­που ή­ταν α­να­με­νό­με­νη στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η ε­κτε­τα­μέ­νη α­να­φο­ρά στην πε­ρί­πτω­ση του Φυ­ντα­νί­δη, ό­χι στον δι­κό του θά­να­το αλ­λά στους “θα­νά­τους της «Ελευ­θε­ρο­τυ­πίας»”, πρώ­τον, δεύ­τε­ρο μέ­χρι τον πι­θα­νο­λο­γού­με­νο τρί­το, ξάφ­νια­σε δυ­σά­ρε­στα.
Όσο για τα βι­βλία, α­πέ­μει­ναν στις ο­μι­λίες κα­τά τις συ­νε­ντεύ­ξεις Τύ­που, οι ο­ποίες α­να­πα­ρή­χθη­σαν, α­να­με­μιγ­μέ­νες με α­νεκ­δο­το­λο­γι­κά σχό­λια των συγ­γρα­φέων, που ή­ταν πα­ρό­ντες. Κι ό­μως, και τα δυο βι­βλία θα μπο­ρού­σαν να εν­δια­φέ­ρουν έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ε­πι­και­ρό­τη­τα, που καλ­λιέρ­γη­σε ο θά­να­τος των συγ­γρα­φέων τους. Το πρώ­το, για­τί α­φο­ρά δύο α­πό τους με­τρη­μέ­νους μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους της δεύ­τε­ρης με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς. Αν ό­χι τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους, σί­γου­ρα τους δη­μο­φι­λέ­στε­ρους, κα­θώς κα­τόρ­θω­σαν τα βι­βλία τους να συ­γκα­τα­λέ­γο­νται και στα λο­γο­τε­χνι­κά και στα ευ­πώ­λη­τα. Το δεύ­τε­ρο («31 α­ξέ­χα­στα χρό­νια», εκδ. Πα­τά­κης), για­τί συ­νι­στά έ­να μο­να­δι­κό χρο­νι­κό δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ζωής, έ­κτα­σης μιας α­κέ­ραιας με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής γε­νιάς, το ο­ποίο, ε­πι­προ­σθέ­τως, εί­ναι γραμ­μέ­νο με υ­ψη­λή αί­σθη­ση χιού­μορ. Για το πρώ­το, που α­φο­ρά το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο, πα­ρα­με­ρί­ζο­ντας την α­δη­μο­σίευ­τη πα­ρου­σία­ση, θα κά­νου­με σκια­γρά­φη­ση πε­ριε­χο­μέ­νων, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη στο βι­βλίο. Άλλω­στε, κα­τά μία α­πό­φαν­ση, “έ­ξω α­πό τα βι­βλία τους οι συγ­γρα­φείς δεν υ­πάρ­χου­ν”. Ανε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τή στα πρό­σφα­τα με­τα­νε­ο­τε­ρι­κά χρό­νια τεί­νει να α­ντι­στρα­φεί.

Β.Βα­σι­λι­κός-Μ.Κου­μα­ντα­ρέ­ας
«Νε­α­νι­κή αλ­λη­λο­γρα­φία 1954-1960»
Επι­μέ­λεια-Πρό­λο­γος: Θ. Θ. Νιάρ­χος
Εκδό­σεις Τό­πος

Κα­τ’ αρ­χήν, η έκ­δο­ση κά­θε αλ­λη­λο­γρα­φίας έ­χει α­νά­γκη υ­πο­σε­λί­διων ση­μειώ­σεων. Πό­σω μάλ­λον η συ­γκε­κρι­μέ­νη, που α­φο­ρά τα πρώ­τα βή­μα­τα των δυο συγ­γρα­φέων. Απο­ρία προ­κα­λεί η πα­ρά­λη­ψή τους, που, βε­βαίως, δεν χρεώ­νε­ται στον ε­πι­με­λη­τή. Εκτός, ί­σως, α­πό την μη πα­ρά­θε­ση α­πα­ραί­τη­των στοι­χείων για τα α­να­φε­ρό­με­να πρό­σω­πα, ι­δίως ό­σα μνη­μο­νεύο­νται μό­νο με το μι­κρό τους ό­νο­μα. Από την άλ­λη, αν οι αλ­λη­λο­γρά­φοι ε­πι­θυ­μού­σαν κά­ποιες πτυ­χές να μεί­νουν μυ­στι­κές, θα μπο­ρού­σαν να α­φαι­ρέ­σουν έ­να-δυο ε­πι­στο­λές, ό­πως ε­κεί­νη της 18ης Ια­νουα­ρίου 1957. Και πι­θα­νώς, σε με­ρι­κές α­κό­μη ε­πι­στο­λές να α­πα­λεί­ψουν ο­ρι­σμέ­νες κρυ­πτι­κές α­να­φο­ρές. Έτσι, δεν θα ι­κα­νο­ποιού­σαν μεν τον α­να­γνώ­στη, αλ­λά του­λά­χι­στον δεν θα κέ­ντρι­ζαν την πε­ριέρ­γειά του. Πα­ρό­τι υ­πάρ­χουν τα αυ­το­βιο­γρα­φι­κά κεί­με­να αμ­φο­τέ­ρων, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τά συ­νο­μι­λούν με μυ­θο­πλα­στι­κές εκ­δο­χές, οι βιο­γρα­φίες τους μέ­νουν να γρα­φούν. Κα­τά τη γνώ­μη μας, ση­μα­ντι­κές βιο­γρα­φή­σεις, ό­χι μό­νο λό­γω του συγ­γρα­φι­κού α­να­στή­μα­τος των ί­διων, αλ­λά και για­τί αμ­φό­τε­ροι δεν στά­θη­καν τύ­ποι μο­νή­ρεις. Αντι­θέ­τως οι βίοι τους συ­να­ντή­θη­καν με ε­πι­φα­νή πρό­σω­πα της γε­νιάς του ’30 και της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής. Όσο α­φο­ρά την Αλλη­λο­γρα­φία, σε μια δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση, που σί­γου­ρα θα υ­πάρ­ξει, με­τά το δυ­σά­ρε­στο τέ­λος του ε­νός αλ­λη­λο­γρά­φου, ο έ­τε­ρος θα μπο­ρού­σε να συ­μπλη­ρώ­σει τις ψη­φί­δες, αν­τλώ­ντας και α­πό τα υ­πό τα­κτο­ποίη­ση Αρχεία τους. Αν και υ­πάρ­χουν σκο­τει­νά ση­μεία, που μό­νο ο ε­κλι­πών αλ­λη­λο­γρά­φος θα μπο­ρού­σε να φω­τί­σει, ό­πως η  συ­ναι­σθη­μα­τι­κή κρί­ση που τον συ­ντά­ρα­ζε την Άνοι­ξη του 1955.
Ας προσ­διο­ρί­σου­με, ό­μως, το ε­πί­θε­το “νε­α­νι­κή” του τίτ­λου. 17 Μαΐου 1931 γεν­νή­θη­κε ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, 18 Νο­εμ­βρίου 1934 ο Βα­σι­λι­κός, που ση­μαί­νει ό­τι, ό­ταν γνω­ρί­ζο­νται, ο πρώ­τος εί­ναι στα 23 και κά­νει το στρα­τιω­τι­κό του στο Ναυ­τι­κό και ο δεύ­τε­ρος στα 20, δευ­τε­ρο­ε­τής της Σχο­λής Νο­μι­κής του Αρι­στο­τε­λείου. Συ­νο­λι­κά δη­μο­σιεύο­νται 48 ε­πι­στο­λές, 18 του Κου­μα­ντα­ρέα, 30 του Βα­σι­λι­κού. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η α­νά έ­τος κα­τα­νο­μή τους: 1954 ε­πι­στο­λές 10 (6 του Κου­μα­ντα­ρέα προς 4 του Βα­σι­λι­κού), 1955 ε­πι­στο­λές 18 (7 προς 10), 1956 ε­πι­στο­λές 10 (5 προς 5), 1957 πέ­ντε του Βα­σι­λι­κού, 1958 κα­μία, 1959 μία του Βα­σι­λι­κού, 1960 πέ­ντε του Βα­σι­λι­κού. Μέ­νει η ε­ντύ­πω­ση πως με­τά την ορ­γι­σμέ­νη ε­πι­στο­λή, που ο Βα­σι­λι­κός έ­γρα­ψε στις 18 Ια­νουα­ρίου 1957, ε­πι­στρέ­φο­ντας α­πό το τα­ξί­δι του στην Αθή­να για τις ε­ορ­τές, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας σιώ­πη­σε. Αυ­τό μπο­ρεί να ι­σχύει μό­νο για ε­κεί­νο το έ­τος, που ο Βα­σι­λι­κός κά­νει το στρα­τιω­τι­κό του, πι­θα­νώς και το ε­πό­με­νο. Πά­ντως, τον Οκτώ­βριο του 1959, που ο Βα­σι­λι­κός βρί­σκε­ται στη Νέα Υόρ­κη, άρ­τι α­φι­χθείς, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μα­θή­μα­τα στη Σχο­λή τη­λε­ο­ρά­σεως, μέ­χρι και τον ε­πό­με­νο Οκτώ­βριο, που ε­τοι­μά­ζε­ται να ε­πι­στρέ­ψει, φαί­νε­ται πως η αμ­φί­πλευ­ρη αλ­λη­λο­γρα­φία τους έ­χει α­πο­κα­τα­στα­θεί. Οι ε­πι­στο­λές του Κου­μα­ντα­ρέα θα πα­ρά­πε­σαν κα­τά “το με­γά­λο τα­ξί­δι πά­νω στην ή­πει­ρο της Αμε­ρι­κής” του Βα­σι­λι­κού. Απώ­λεια, για­τί, σύμ­φω­να με τις α­πα­ντη­τι­κές του Βα­σι­λι­κού, θα πρέ­πει να ή­ταν ε­κτε­νείς, ό­πως και οι πε­ρισ­σό­τε­ρες της πρώ­της τριε­τίας, ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές για τον ε­αυ­τό του, αλ­λά και διεισ­δυ­τι­κές για την προ­σω­πι­κό­τη­τα του φί­λου του.
Αδιευ­κρί­νι­στο πα­ρα­μέ­νει το πό­τε α­κρι­βώς μέ­σα στο πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1954, οι δυο αλ­λη­λο­γρά­φοι γνω­ρί­στη­καν. Αντι­θέ­τως για τον τό­πο, οι ί­διοι έ­δω­σαν κα­τά την πα­ρου­σία­ση του βι­βλίου δυο εκ­δο­χές. Στο πα­τά­ρι του Πι­κα­ντύλ­λι ι­σχυ­ρί­ζε­ται ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας, στο σπί­τι του Χατ­ζι­δά­κι ο Βα­σι­λι­κός. Θα μπο­ρού­σε να ι­σχύουν και τα δυο. Από το σπί­τι να πή­γαν στο με­ση­με­ρια­νό στέ­κι του Χατ­ζι­δά­κι και της πα­ρέ­ας του, ό­που ο μο­νι­μό­τε­ρος θα­μώ­νας ή­ταν ο Γκά­τσος. Ωστό­σο, μία λί­γο προ­σε­κτι­κό­τε­ρη α­νά­γνω­ση της πρώ­της ε­πι­στο­λής, στις 22 Ιου­λίου 1954, του Κου­μα­ντα­ρέα, δεί­χνει πως δεν θα πρέ­πει να πρω­το­συ­να­ντή­θη­καν στο ζα­χα­ρο­πλα­στείο, για­τί τό­τε αυ­τός θα ή­ταν πα­ρών στη γνω­ρι­μία Βα­σι­λι­κού - Γκά­τσου. Πά­ντως, α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα της Αλλη­λο­γρα­φίας γεν­νιέ­ται στον α­να­γνώ­στη η πε­ριέρ­γεια να μά­θει πε­ρισ­σό­τε­ρα για τη σχέ­ση και την αλ­λη­λο­γρα­φία αμ­φο­τέ­ρων με τον με­γα­λύ­τε­ρό τους, γεν­νη­μέ­νο το 1925, και ή­δη γνω­στό μου­σι­κο­συν­θέ­τη, Χατ­ζι­δά­κι.
Τα γε­γο­νό­τα του κα­θη­με­ρι­νού βίου που τους α­πα­σχο­λούν στην πρώ­τη τριε­τία, αυ­τήν της κυ­ρίως Αλλη­λο­γρα­φίας τους, εί­ναι: Τα σχέ­δια για κα­λο­και­ρι­νές δια­κο­πές στη Θά­σο, που ναυα­γούν. Με την ευ­και­ρία, ο Κα­βα­λιώ­της Βα­σι­λι­κός μας δί­νει ει­κό­να για το πό­σο στοί­χι­ζε τό­τε έ­να πα­ρό­μοιο τα­ξί­δι για έ­ναν Αθη­ναίο. Οι ε­ντυ­πώ­σεις α­πό το Πά­σχα στην Αθή­να του ’55 και γεύ­ση για το πώς δια­σκέ­δα­ζε η πα­ρέα του Χατ­ζι­δά­κι. Μία πε­ρι­πέ­τεια του Κου­μα­ντα­ρέα με την υ­γεία του. Οι δύ­σκο­λες σχέ­σεις τους με γο­νείς και ε­ρω­τι­κούς συ­ντρό­φους. Πα­ρα­τη­ρού­με πως, πα­ρό­λο που έ­χουν κά­νει ε­λά­χι­στη πα­ρέα οι δυο τους, Χρι­στού­γεν­να 1954 και Πά­σχα 1955, τα σχό­λια του ε­νός για τα προ­σω­πι­κά του άλ­λου εί­ναι ου­σια­στι­κά, δεί­χνο­ντας α­μοι­βαίο εν­δια­φέ­ρον αλ­λά και δια­κρι­τι­κό­τη­τα. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, έ­χει δί­κιο ο ε­πι­με­λη­τής της έκ­δο­σης, που βλέ­πει στη σχέ­ση τους μία σχε­δόν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή διά­στα­ση. Στη δε­κα­ε­τία του ’60, δυο κα­λο­φτιαγ­μέ­νοι νέ­οι ά­ντρες, με ε­ρω­τι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο, μη κα­τα­στα­λαγ­μέ­νοι, τολ­μούν. Δο­κι­μά­ζουν αμ­φι­τα­λα­ντευό­με­νοι, α­κρι­βώς ό­πως με­τεω­ρί­ζο­νται και στη γρα­φή τους με­τα­ξύ ποίη­σης, θεά­τρου και πε­ζο­γρα­φίας. Συ­γκρι­νό­με­νοι με ε­κεί­νους, οι ση­με­ρι­νοί νέ­οι, ε­ξή­ντα χρό­νια με­τά, δεί­χνουν α­δια­φο­ρία, α­κο­λου­θώ­ντας μη­χα­νι­στι­κά τους συρ­μούς. Κα­τά τα άλ­λα, πε­ρισ­σό­τε­ρες εί­ναι οι α­να­φο­ρές στη μου­σι­κή, χά­ρις στον δια βίου μου­σι­κό­φι­λο Αθη­ναίο, πα­ρά στην πε­ζο­γρα­φία. Όπου προ­τι­μούν τη γαλ­λι­κή, μάλ­λον α­δια­φο­ρώ­ντας για την ελ­λη­νι­κή. Κύ­ριο μέ­λη­μα τα δι­κά τους γρα­πτά, προέ­χουν των δια­σκε­δά­σεων.       
Εδώ, έ­γκει­ται το ι­διαί­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κό εν­δια­φέ­ρον της Αλλη­λο­γρα­φίας τους. Συ­ζη­τούν τα πρώ­τα τους βι­βλία, που ε­μείς δια­βά­ζου­με σή­με­ρα. Το 2011, εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα του Κου­μα­ντα­ρέα, «Οι α­λε­πού­δες του Γκό­σπερτ», και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το πρώ­το του Βα­σι­λι­κού, «Η διή­γη­ση του Ιά­σο­να». Αρχές του 2014, α­κο­λού­θη­σε το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Θύ­μα­τα ει­ρή­νης». Αμφό­τε­ρα, με ει­σα­γω­γή και φι­λο­λο­γι­κή φρο­ντί­δα του Θα­νά­ση Αγά­θου, που, με­τά την εν­δια­φέ­ρου­σα με­λέ­τη της γυ­ναί­κας στο έρ­γο του Κα­ζα­ντζά­κη, α­φο­σιώ­νε­ται στην έκ­δο­ση των σχο­λια­σμέ­νων Απά­ντων του δεύ­τε­ρου Έλλη­να συγ­γρα­φέα, που διεκ­δι­κεί με το πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νο έρ­γο του θέ­ση στην πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη λο­γο­τε­χνία.
Εκτός αυ­τών, στην Αλλη­λο­γρα­φία α­να­φέ­ρε­ται και το θε­α­τρι­κό του Βα­σι­λι­κού, «Στη φυ­λα­κή των Φι­λίπ­πων», που με­τα­δό­θη­κε α­πό το ρα­διό­φω­νο στις 31 Οκτω­βρίου 1954, σε σκη­νο­θε­σία Γκά­τσου, με τον Χατ­ζι­δά­κι “ε­νορ­χη­στρω­τή”, ό­πως ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­αυ­τόν σε ε­πι­στο­λή του προς τον Βα­σι­λι­κό. Εκεί, α­πο­κα­λεί το έρ­γο “ο Παύ­λος σου” και έ­τσι εκ­δό­θη­κε μία ει­κο­σα­ε­τία αρ­γό­τε­ρα, «Ο Από­στο­λος Παύ­λος στη Φυ­λα­κή των Φι­λίπ­πων». Ακό­μη, πε­ρι­γρά­φο­νται εν ε­κτά­σει σχέ­δια και δη προ­χω­ρη­μέ­να για δυο α­φη­γή­μα­τα, που δεν γνω­ρί­ζου­με α­πό άλ­λη πη­γή. Ο επιμελητής του Αρχείου Κουμανταρέα θα μπορούσε να συμπληρώσει το ιστορικό του πε­ζού, «Ο Μυγ­χά­ου­ζεν στο Λιό­πε­σι!» και να δώ­σει κά­ποια πλη­ρο­φο­ρία για τον «Τει­ρε­σία». Για τα «Εφτά α­πο­γεύ­μα­τα» του Βα­σι­λι­κού, που, τον Μάιο του 1955, ο ί­διος το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “το πιο δρα­μα­τι­κό του βι­βλίο”, α­πο­δί­δο­ντας την ε­πι­νό­η­ση του τίτ­λου στον Κου­μα­ντα­ρέα, δεν θυ­μό­μα­στε να έ­χου­με δια­βά­σει κά­ποιο με­τα­γε­νέ­στε­ρο σχε­τι­κό σχό­λιο.
Αφορ­μή της πρώ­της ε­πι­στο­λής της Αλλη­λο­γρα­φίας δεν εί­ναι η γνω­ρι­μία τους, αλ­λά το πρώ­το βι­βλίο του Βα­σι­λι­κού «Η διή­γη­ση του Ιά­σο­να». Ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας εκ­φρά­ζε­ται με την α­κρι­βο­λο­γία και την αυ­το­πε­ποί­θη­ση κρι­τι­κού. Από μια ά­πο­ψη, κά­τι τέ­τοιο εί­ναι εύ­κο­λο, α­φού πρό­κει­ται για ε­γκω­μια­στι­κή κρί­ση. Συ­νε­χί­ζει, ό­μως, με την αυ­στη­ρή κρι­τι­κή του θε­α­τρι­κού, «Στη φυ­λα­κή των Φι­λίπ­πων», με α­πο­κο­ρύ­φω­μα κρι­τι­κού οί­στρου την δε­κα­σέ­λι­δη ε­πι­στο­λή της 6ης Ιου­λίου 1956, στην ο­ποία ε­ξο­νυ­χί­ζει το «Θύ­μα­τα ει­ρή­νης». Κα­λός α­πο­δέ­κτης ο Βα­σι­λι­κός, στις 2 Αυ­γού­στου 1956, ευ­ρι­σκό­με­νος στο τύ­πω­μα του τρί­του τυ­πο­γρα­φι­κού, τον πλη­ρο­φο­ρεί για τις ε­κτε­τα­μέ­νες αλ­λα­γές που έ­κα­νε. Ως κρι­τι­κός ο Βα­σι­λι­κός δεί­χνει την ευ­θυ­κρι­σία του, στην κρι­τι­κή τού «Οι α­λε­πού­δες του Γκό­σπορτ». Πα­ράλ­λη­λα, φω­τί­ζει τις λο­γο­τε­χνι­κές ε­πι­δρά­σεις του Κου­μα­ντα­ρέα α­πό το στε­νό του πε­ρι­βάλ­λον ε­κεί­νης της ε­πο­χής, Χατ­ζι­δά­κι και Γκά­τσο, που έ­χουν πα­ρα­μεί­νει ά­γνω­στες. Συ­γκρα­τού­με την πα­ρό­τρυν­σή του να γρά­φει σαν τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που ση­μαί­νει ό­χι ψυ­χο­λο­γι­κές ερ­μη­νείες, αλ­λά για ε­κεί­να τα πράγ­μα­τα που χά­νο­νται, έ­χουν ό­μως μια δεύ­τε­ρη ζωή στα διη­γή­μα­τα.
Εκ των υ­στέ­ρων, ήρ­θε να προ­στε­θεί μία τε­λευ­ταία σύ­μπτω­ση. Αυ­τή δεν α­φο­ρά τους δυο α­πο­θα­νό­ντες, αλ­λά τον βίο του Κου­μα­ντα­ρέα. Δο­λο­φο­νή­θη­κε βρά­δυ της 5ης Δε­κεμ­βρίου, ε­νώ ο φε­ρό­με­νος ως δο­λο­φό­νος του συ­νε­λή­φθη βρά­δυ της 5ης Ια­νουα­ρίου. Ο ί­διος, “την η­με­ρο­μη­νία του θα­νά­του του”, για την ο­ποία ρω­τού­σε τό­σο ε­πί­μο­να τον “Πε­ρα­μα­τά­ρη” στο τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο θη­σαυ­ρός του χρό­νου», δεν την έ­μα­θε.
Τε­λι­κά, ο Κου­μα­ντα­ρέ­ας στά­θη­κε μια μάλ­λον σπά­νια πε­ρί­πτω­ση Αθη­ναίου α­στού στον συγ­γρα­φι­κό χώ­ρο των δυο-τριών τε­λευ­ταίων δε­κα­ε­τιών. Πα­ρα­μέ­νο­ντας στο πε­δίο των συ­μπτώ­σεων, του έ­τυ­χε μία σπά­νια μορ­φή καρ­κί­νου του λεμ­φι­κού συ­στή­μα­τος. Πρό­κει­ται για το λε­γό­με­νο Λέμ­φω­μα Μαν­δύας ή αγ­γλι­στί Mantle Lymphoma ή και γερ­μα­νι­στί Mantel Lymphoma. Στο τε­λευ­ταίο του μυ­θι­στό­ρη­μα, το α­να­φέ­ρει ως Λέμ­φω­μα Mandel, που ση­μαί­νει Λέμ­φω­μα Αμυ­γδα­λιάς. Και ένας ασυνήθης θάνατος.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 18/1/2015.

Φωτογραφία:  Ο Μένης Κουμανταρέας κατά την εποχή που αλληλογραφούσε με τον Βασίλη Βασιλικό. Από μιας αρχής, “παίζει πιάνο και γραφομηχανή”. Κατ’ εκείνον, το μυστικό “της νεότητας της ψυχής”.

Δεν υπάρχουν σχόλια: