Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Όταν γελάνε οι άδαρτοι

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Κο­ντά στην κοι­λιά»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Δε­κέμ­βριος 2014


Τε­λι­κά, η πρό­τα­ση που κά­να­με τον Σε­πτέμ­βριο του 2012, με α­φορ­μή το τρί­το “α­φή­γη­μα” του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, «Η σιω­πή του ξε­ρό­χορ­του», πως πρό­κει­ται για μία ά­τυ­πη α­φη­γη­μα­τι­κή τρι­λο­γία, στην ο­ποία και δί­να­με τον τίτ­λο, «Ύμνος στην α­με­ρι­μνη­σία», α­πο­δει­κνύε­ται λαν­θα­σμέ­νη. Τέ­λη Δε­κεμ­βρίου 2014, κυ­κλο­φό­ρη­σε τέ­ταρ­το “α­φή­γη­μα”. Η έκ­δο­ση εί­χε α­να­κοι­νω­θεί για τις 28 Νο­εμ­βρίου, αλ­λά ο συγ­γρα­φέ­ας, πα­ρά τη δυ­σα­να­σχέ­τη­ση του εκ­δό­τη, που α­ντι­με­τώ­πι­ζε με­γα­λύ­τε­ρη της, έ­τσι κι αλ­λιώς, με­γά­λης ζή­τη­σης των βι­βλίων του Δη­μη­τρίου, λό­γω και των α­ναγ­γελ­τι­κών δη­μο­σιευ­μά­των, την κα­θυ­στέ­ρη­σε κα­τά έ­να μή­να, ώ­στε να συ­μπλη­ρω­θεί α­κε­ραία η δε­κα­ε­τία α­πό την κυ­κλο­φο­ρία του πρώ­του “α­φη­γή­μα­τος”, του θρυ­λι­κού, σή­με­ρα πλέ­ον, με­τά και την κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή του με­τα­φο­ρά, «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα της Αθή­νας».
Με α­φορ­μή το πρό­σφα­το, τέ­ταρ­το “α­φή­γη­μα”, μάλ­λον θα πρέ­πει να τρο­πο­ποιή­σου­με και τον γε­νι­κό τίτ­λο της τε­τρα­λο­γίας. Αλλά ας μην προ­βαί­νου­με σε βε­βια­σμέ­νες κρί­σεις, τρω­κτι­κές του κρι­τι­κού κύ­ρους μας, δε­δο­μέ­νου ό­τι η συγ­γρα­φι­κή φα­ντα­σία δεί­χνει να α­να­πτε­ρού­ται, ο­πό­τε μπο­ρεί να α­κο­λου­θή­σει και έ­τε­ρο “α­φή­γη­μα”. Αν δεν προ­κύ­ψει, λό­γω και της εν­θου­σιώ­δους υ­πο­δο­χής α­πό τον Τύ­πο –μέ­χρι πρω­το­σέ­λι­δη κα­τα­χώ­ρη­ση με­τά φω­το­γρα­φίας του συγ­γρα­φέα, κι αυ­τό πα­ρα­μο­νές ε­κλο­γών–  σει­ρά “α­φη­γη­μά­τω­ν” σε ε­τή­σια βά­ση. Άλλω­στε, το 2015 εί­ναι κομ­βι­κό για τον Δη­μη­τρίου, κα­θό­σον έ­τος α­φυ­πη­ρέ­τη­σης α­πό το Δη­μό­σιο, αλ­λά και ό­πως φαί­νε­ται, εκ­κί­νη­σης μίας ω­ρι­μό­τε­ρης συγ­γρα­φι­κής δια­δρο­μής. Τώ­ρα, που το διή­γη­μα ως ε­κλε­κτό λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος κα­τα­πα­τή­θη­κε α­πό ποιη­τι­κώς α­νορ­γα­σμι­κούς με­σή­λι­κες και πριά­πειους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους, ε­κεί­νος το ε­γκα­τα­λεί­πει, στρε­φό­με­νος στο “με­τα-ρε­α­λι­στι­κό α­φή­γη­μα”. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός εί­ναι του Αρι­στο­τέ­λη Σαΐνη, που πρώ­τος διεί­δε, ό­τι, με αυ­τά τα “α­φη­γή­μα­τα”, ο συγ­γρα­φι­κός “ο­ρί­ζο­ντας α­νοί­γει προς α­παι­τη­τι­κό­τε­ρες συν­θέ­σεις”.
Η αλ­λα­γή ε­πί το σο­βα­ρό­τε­ρο του συγ­γρα­φι­κού προ­φίλ δια­φαί­νε­ται και στη λα­κω­νι­κό­τη­τα –μό­λις ο­κτώ λε­κτι­κές μο­νά­δες– του βιο­γρα­φι­κού στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου. Αυ­τή τη φο­ρά, ορ­φα­νού φω­το­γρα­φίας, προς α­πελ­πι­σμό των α­να­γνω­στριών, που έ­χουν συ­νη­θί­σει  τη γνω­στή φω­το­γρα­φία με το α­σκαρ­δα­μυ­κτί κοί­ταγ­μα του συγ­γρα­φέα τους.
Στο πρώ­το “α­φή­γη­μα”, ε­κεί­νο του 2005, που ή­ταν και το μό­νο φέ­ρον ει­δο­λο­γι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό, ο α­φη­γη­τής του Δη­μη­τρίου, έ­να μο­να­δι­κό σε ε­κλάμ­ψεις θυ­μο­σο­φίας alter ego, πε­ρι­πλα­νά­ται α­νά τας ο­δούς και τας ρύ­μας των Αθη­νών, α­πό Τζιτ­ζι­φιές μέ­χρι τη “μι­κρή βου­λή του Ζαπ­πείου”, ό­που σκα­ντα­λιά­ρη­δες γέ­ρο­ντες ε­πι­δί­δο­νται σε πο­νη­ρά πει­ράγ­μα­τα. Στο δεύ­τε­ρο, τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, «Σαν το λί­γο το νε­ρό», υ­πε­ρί­πτα­ται με­τα­θα­να­τίως της χώ­ρας, α­πό την πρω­τεύου­σα μέ­χρι την πα­ρα­με­θό­ρια γε­νέ­τει­ρα, ό­που α­πε­λεύ­θε­ρες γε­ρό­ντισ­σες σούρ­νουν α­να­δρο­μι­κά τα εξ α­μά­ξης στους α­ντάρ­τες, “βρω­μα­σκέ­ρι”, το χει­ρό­τε­ρο ό­λων. Στο τρί­το, με την πά­ρο­δο και πά­λι τριών ε­τών, ο α­φη­γη­τής φα­ντα­σιώ­νει τη με­τα­μόρ­φω­ση της Ελλά­δας σε μία ου­το­πι­κή χώ­ρα, την ο­ποία οι “σύ­νε­θνοί” του, λό­γω της κα­κής τους φύ­σης, α­πολ­λύουν, ως ο Αδάμ και η Εύα τον Πα­ρά­δει­σο. Τέ­λος, στο πρό­σφα­το, τέ­ταρ­το α­φή­γη­μα, με­τά την πά­ρο­δο μίας α­κό­μη τριε­τίας πε­ρι­συλ­λο­γής των ελ­λη­νι­κών πραγ­μά­των, ο συγ­γρα­φέ­ας α­νε­βά­ζει τον πή­χη των προσ­δο­κιών. Σε σύ­ντο­μο δη­μο­σίευ­μα πα­ρου­σία­σης του α­φη­γή­μα­τος, το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “κοι­νω­νι­κή σά­τι­ρα”, προ­σθέ­το­ντας πως πρό­κει­ται για “τη σά­τι­ρα του γρά­φο­ντος ως πο­λί­τη”. Αυ­τή η έμ­φα­ση στην ι­διό­τη­τα του πο­λί­τη, ό­που φαί­νε­ται να λαν­θά­νει το ε­νερ­γός πο­λί­της, α­φή­νει το πε­ρι­θώ­ριο α­νο­μο­λό­γη­τος στό­χος να εί­ναι το ξε­κού­νη­μα των “συ­νελ­λή­νω­ν” του α­πό την πα­θη­τι­κό­τη­τα, στην ο­ποία δεί­χνουν να έ­χουν βυ­θι­στεί.
Σε αυ­τό, ο α­φη­γη­τής του “υ­πε­ρί­στα­ται της πο­λι­τείας”, ξε­δια­κρί­νο­ντας το σύν­θη­μα “βα­σα­νί­ζο­μαι”. Οι ι­στο­ρι­κοί της “τέ­χνης του τοί­χου”, ι­τα­λι­στί γκρά­φι­τι, το­πο­θε­τούν την πρώ­τη εμ­φά­νι­σή του τον Απρί­λιο του 2010. Εκεί­νος στο­χά­ζε­ται τον ταυ­το­χρο­νι­σμό του συν­θή­μα­τος με το διάγ­γελ­μα Γεωρ­γίου Πα­παν­δρέ­ου, που α­να­κοί­νω­νε την προ­σφυ­γή της χώ­ρας στο μη­χα­νι­σμό στή­ρι­ξης. Κά­τι σαν τη μη­χα­νι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη της α­να­πνοής βα­ρέ­ος νο­σού­ντος, με την ελ­πί­δα καρ­διο­α­να­πνευ­στι­κής α­να­ζωο­γό­νη­σης, α­να­λο­γί­ζε­ται, ε­νώ σκέ­φτε­ται με συ­γκί­νη­ση ε­κεί­νον τον α­νώ­νυ­μο αλ­λά με­γά­λο “καλ­λι­τέ­χνη του δρό­μου”, που πρώ­τος το έ­γρα­ψε καλ­λι­γρα­φι­κά κά­που στο κέ­ντρο της Αθή­νας και στη συ­νέ­χεια, με τρό­πο που πα­ρα­μέ­νει ά­λυ­το μυ­στή­ριο, πολ­λα­πλα­σιά­στη­κε α­πα­ντα­χού της χώ­ρας.
Πράγ­μα­τι, ή­ταν μια μο­νο­λε­κτι­κή έκ­φρα­ση πό­νου, που κά­λυ­πτε ό­λο το φά­σμα α­πό το α­το­μι­κό στο συλ­λο­γι­κό. Τό­σο καί­ρια, που α­να­στά­τω­σε τα Μέ­σα Κοι­νω­νι­κής Δι­κτύω­σης, που ε­νέ­πνευ­σε συν­θέ­τες και συγ­γρα­φείς, ό­λοι τους ευαί­σθη­τοι κα­τα­γρα­φείς της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Με­τα­ξύ αυ­τών, τον Αντώ­νη Τσι­πια­νί­τη, που συ­νέ­γρα­ψε ο­μό­τιτ­λο θε­α­τρι­κό. Με κο­ρύ­φω­ση, το “με­τα-ρε­α­λι­στι­κό α­φή­γη­μα” του Δη­μη­τρίου, του πλέ­ον προ­βε­βλη­μέ­νου συγ­γρα­φέα της πε­ριώ­νυ­μης “γε­νιάς του ι­διω­τι­κού ο­ρά­μα­τος”. Το σύν­θη­μα “βα­σα­νί­ζο­μαι”, α­πό “το­πο­δεί­κτης” της πό­λης των Αθη­νών, κα­τέ­λη­ξε σή­μα κα­τα­τε­θέν της τρέ­χου­σας α­ντι­πα­ρα­γω­γι­κής πε­ριό­δου. Ο Δη­μη­τρίου διεί­δε πως θα κα­τα­γρα­φεί στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας ως το πρώ­το “κί­νη­μα” της νω­θρής ό­σο και χα­λα­ρής κοι­νω­νίας, που έ­φε­ρε  η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Γι’ αυ­τό και ο α­φη­γη­τής του ε­ντρυ­φεί “στις κω­μι­κές πλευ­ρές” αυ­τής της κοι­νω­νίας, βρί­σκο­ντας σε αυ­τές την πρό­κλη­ση για το σκώμ­μα του. Τις τρα­γι­κές, ως οι αυ­τό­χει­ρες, τις πα­ρα­κά­μπτει με μία “φρα­σού­λα” της μορ­φής, “οι πιο α­δύ­να­μοι, οι πιο α­θώοι έ­πε­φταν α­πό τις τα­ρά­τσες”. Όσο για το πλή­θος των ε­πι­ζώ­ντων έρ­πο­ντας, ως οι στε­γα­ζό­με­νοι σε πι­λο­τές και ει­σό­δους α­κα­τοί­κη­των, ο “πε­ρι­πα­τη­τής της Αθή­νας” δεν το μνη­μο­νεύει, κα­θώς το κά­λυ­ψε πρώ­τος ο Χρή­στος Χρυ­σό­που­λος, α­πό τους ε­πι­φα­νείς της ε­πό­με­νης πε­ζο­γρα­φι­κής γε­νιάς, με το βι­βλίο του, «Φα­κός στο στό­μα».
Ακρι­βέ­στε­ρα, ο Δη­μη­τρίου α­να­φέ­ρε­ται “στις κω­μι­κές πλευ­ρές της λε­γό­με­νης κρί­σης”. Ως προς το αμ­φι­σβη­τή­σι­μο της κρί­σης, που δη­λώ­νει κά­πως προ­κλη­τι­κά αυ­τό το “λε­γό­με­νη”, ο συγ­γρα­φέ­ας το ε­πε­ξη­γεί σε συ­νέ­ντευ­ξή του με την α­πο­στο­μω­τι­κή “φρα­σού­λα”, “κλαί­με ά­δαρ­τοι, δεν περ­νά­με αυ­τά που έ­ζη­σαν οι πα­λαιό­τε­ροι”. Εκ πρώ­της ό­ψεως, ε­μπαί­ζει τα πρό­σω­πα και πα­ρω­δεί τις κα­τα­στά­σεις. Εμβα­θύ­νο­ντας, ό­μως, μάλ­λον ε­πι­διώ­κει τη δι­δα­χή δια πα­ρα­βο­λών και αλ­λη­γο­ριών. Με ση­μείο εκ­κί­νη­σης, τη βα­ρυγ­γώ­μια του “βα­σα­νί­ζο­μαι”, ε­πι­λέ­γει ως δρο­μο­δεί­κτες για το ξε­δί­πλω­μα της α­φή­γη­σής του κά­ποια πρώ­τα συν­θή­μα­τα, που πή­ραν κα­τά και­ρούς μορ­φή “κι­νή­μα­τος”. Πα­ρα­κά­μπτει το “δεν πλη­ρώ­νω” και τη χο­ρεία των “α­γα­να­κτι­σμέ­νων”, δε­δο­μέ­νου ό­τι μυ­θο­πλα­στι­κώς α­πο­μυ­ζή­θη­κε α­πό τον νεό­τε­ρό του και πλέ­ον πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο Θα­νά­ση Χει­μω­νά, στο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Ζού­με τις τε­λευ­ταίες μας μέ­ρες».
Αντ’ αυ­τού,  πε­ρι­συλ­λέ­γει το “λά­θος” και το “ε­γώ φταίω”, για να στρα­φεί με το μεν πρώ­το, προς τους “βό­ρειους ε­ταί­ρους”, ή, κα­τά τον δι­κό του νε­ο­λο­γι­σμό, ε­τυ­μο­λο­γού­με­νο α­πό τη λέ­ξη ερ­πε­τό αγ­γλι­στί και ελ­λη­νι­στί, τις “σερ­πε­τές χώ­ρες”, με το δε δεύ­τε­ρο στα κα­θ’ η­μάς. Όπου ά­πα­ντες ε­ξο­μο­λο­γού­νται τις α­μαρ­τίες τους, δη­μό­σιοι και ι­διω­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι, ε­λεύ­θε­ροι ε­παγ­γελ­μα­τίες και καλ­λι­τέ­χνες, με τον ί­διο τον συγ­γρα­φέα να κλεί­νει το χο­ρό των με­τα­νο­η­μέ­νων του “μα­ζί τα φά­γα­με”. Στη συ­νέ­ντευ­ξή του, σχο­λιά­ζει ό­τι πρό­κει­ται για “σκλη­ρή κρι­τι­κή” των άλ­λων και “αυ­το­μα­στί­γω­ση” δι­κή του. Αν αυ­τή ή­ταν η συγ­γρα­φι­κή πρό­θε­ση, τό­τε η σά­τι­ρα θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν α­βα­θής, με κά­ποιες πα­ρά­πλευ­ρες ι­στο­ρίες, μάλ­λον πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νες. Ωστό­σο, κα­τά μία άλ­λη ερ­μη­νεία, σε αυ­τές τις α­φε­λείς εκ­μυ­στη­ρεύ­σεις, λαν­θά­νει –μπο­ρεί και α­σύ­νει­δα– η ει­ρω­νι­κή υ­πό­μνη­ση, ό­τι οι ε­ξο­μο­λο­γού­με­νες α­μαρ­τίες εί­ναι ε­κεί­νες, για τις ο­ποίες ό­χι μό­νο δεν θα υ­πάρ­ξει ψό­γος, αλ­λά θα προ­κα­λέ­σουν α­κό­μη και τον θαυ­μα­σμό, δε­δο­μέ­νου ό­τι, σή­με­ρα πλέ­ον, με­τά την πα­γίω­σή τους, ε­κλαμ­βά­νο­νται ως μα­γκιά. Υπέρ αυ­τής της ά­πο­ψης, μας ω­θούν και τα υ­πο­κο­ρι­στι­κά, που ε­πι­στρα­τεύει κα­θ’ υ­περ­βο­λήν ο συγ­γρα­φέ­ας για να α­να­φερ­θεί στους “συ­νέλ­λη­νές” του, την ώ­ρα που υ­πο­τί­θε­ται, πως τους τρα­βά­ει το αυ­τί.
Σε αυ­τό το “α­φή­γη­μα” του Δη­μη­τρίου, λι­γό­τε­ρες εί­ναι οι λε­κτι­κές νε­ο­πλα­σίες, με πε­ρισ­σό­τε­ρες τις νε­κρε­γερ­σίες λέ­ξεων α­πό πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές και δια­φο­ρε­τι­κά συμ­φρα­ζό­με­να. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν αμ­φι­βάλ­λου­με πως γνω­ρί­ζει τα συμ­φρα­ζό­με­να α­πό τα ο­ποία α­να­δύ­θη­καν οι λέ­ξεις. Μέ­νει, ό­μως, ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο κα­τορ­θώ­νει να τα υ­πο­βάλ­λει μέ­σω της α­φή­γη­σης. Αυ­τά κα­θί­στα­νται προ­φα­νή, ό­ταν πρό­κει­ται για λέ­ξεις, ό­πως “πο­λι­το­φυ­λα­κή” ή “α­γκι­τά­το­ρας”. Αλλά ε­κεί­νο το “κομ­μου­νι­στο­κα­πι­τα­λι­στές” δεί­χνει προς πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας κα­τεύ­θυν­σης. Σί­γου­ρα, πά­ντως, το “Σουλ­τά­ν-με­ρε­μέ­τ”, το βά­ζει για να “γε­λά­σει το χει­λά­κι” ό­σων δεν έ­τυ­χε πο­τέ να το γευ­τούν. Και σε αυ­τό το “α­φή­γη­μα”, πλη­θαί­νουν α­τά­κες και στι­χο­μυ­θίες σε φω­νο­λο­γι­κή με­τα­γρα­φή, με κέρ­δος το σφρί­γος της προ­φο­ρι­κό­τη­τας. Στή­ριγ­μα βα­σι­κό της σα­τι­ρι­κής γρα­φής του Δη­μη­τρίου η χρή­ση της υ­περ­βο­λής, μέ­χρι υ­περ­βο­λής. Όπως στην α­πό­δο­ση της κου­βέ­ντας με τον τα­ξίτ­ζη, που δεν χρεια­ζό­ταν να εί­ναι ρυ­πα­ρός ο ί­διος και βρώ­μι­κο το τα­ξί του, για να γί­νει πι­στευ­τή.
Σε βα­σι­κό στοι­χείο της δο­μής α­να­δει­κνύο­νται τα τε­τρά­στι­χα, που α­πο­τε­λούν χα­ρίεν πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό αν­θο­λό­γη­μα. Το πρώ­το, το παι­δι­κό για τη γιορ­τή της μη­τέ­ρας, το α­κο­λου­θεί τε­τρά­στι­χο α­πό το εμ­βα­τή­ριο προς τι­μή του Ναυάρ­χου Κου­ντου­ριώ­τη, «Ο ναύ­της του Αι­γαίου», και με­τά έρ­χο­νται στί­χοι α­πό μα­ντι­νά­δες, παι­δι­κά τρα­γου­δά­κια και λα­χνί­σμα­τα, μη­νιά­τι­κα πα­ροι­μια­κά, μέ­χρι και ο­λί­γος Νό­της Σφα­κια­νά­κης. Με αυ­τά τα τε­τρά­στι­χα, ε­νταγ­μέ­να σε μία α­φή­γη­ση συ­νε­χούς ροής, φτιά­χνο­νται τα δια­χω­ρι­στι­κά για τις ε­πι­μέ­ρους α­φη­γη­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες. Ένα α­πο­κριά­τι­κο, ε­λευ­θε­ριά­ζον δί­στι­χο, που μνη­μο­νεύει μεν την κοι­λιά, αλ­λά δεί­χνει τα κο­ντά στην κοι­λιά και τα υ­πό κά­τω αυ­τής ευ­ρι­σκό­με­να (“χτυ­πά­ει η μια κοι­λιά την άλ­λη,/ γί­νε­ται χα­ρά με­γά­λη”), α­νοί­γει το ε­ρω­τι­κό μέ­ρος. Κά­τι σαν σή­μα για το πέ­ρα­σμα α­πό τη σά­τι­ρα στο προ­σφι­λές θέ­μα του, την ου­το­πία της α­με­ρι­μνη­σίας. Αυ­τή τη φο­ρά, σε δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή, πλέ­ον συ­γκε­κρι­μέ­νη α­πό ε­κεί­νη του προ­η­γού­με­νου α­φη­γή­μα­τος. Ως α­παύ­γα­σμα α­πό­ψεων ευ­ζωίας, α­πό­λυ­τα στα­θε­ρών στη διάρ­κεια της τρια­κο­ντα­ε­τούς συγ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας του, που συ­μπλη­ρώ­νε­ται ε­φέ­τος.
Ακρι­βέ­στε­ρα, την εν­σω­μα­τώ­νει στο α­φή­γη­μα, υ­πό τη σκέ­πη της σά­τι­ρας, με την ε­πι­νό­η­ση μιας βε­ντά­λιας δή­θεν πο­λι­τι­κών κομ­μά­των, ό­χι πα­ρα­βο­λι­κών ή αλ­λη­γο­ρι­κών, αλ­λά ου­το­πι­κών. Αφού πο­λι­τι­κο­λο­γεί α­νά­λα­φρα, κά­τι σαν το με­τα­ξύ τυ­ρού και α­χλα­δίου, πε­ρί των “α­συ­μπό­νε­των α­ρι­στε­ρώ­ν”, του πλή­θους των δια­πρε­πών λό­γω “φυ­ρό­τη­τας” και των “ο­νει­ρι­στώ­ν”, πα­ρα­κά­μπτο­ντας τους ου­ρα­νι­στές, φτά­νει στο “κόμ­μα του αρ­χι­κού ε­φη­συ­χα­σμού” ή κόμ­μα “κο­ντά στην κοι­λιά”. Αν και α­κρι­βέ­στε­ρο θα ή­ταν το “μέ­σα στην κοι­λιά”, α­φού α­να­φέ­ρε­ται στην α­πό­λυ­τη ευ­δαι­μο­νία του εμ­βρύου στο α­μνια­κό υ­γρό. Έτσι, ό­μως, θα έ­χα­νε τον στό­χο του, που εί­ναι η με­τε­ξέ­λι­ξη του εν λό­γω κόμ­μα­τος σε “κόμ­μα της α­φό­δευ­σης” και εν τέ­λει, “της κω­λο­τρυ­πί­δας”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αυ­τές τις σε­λί­δες, α­πο­λαυ­στι­κές στην ελ­λει­πτι­κή τους κρυ­πτι­κό­τη­τα, τις ο­φεί­λου­με στην ά­γνοια εκ μέ­ρους του συγ­γρα­φέα των ε­πι­στη­μο­νι­κών ι­σχυ­ρι­σμών, που α­πο­φαί­νο­νται πως το έμ­βρυο υ­πο­φέ­ρει ε­ντός του στε­νό­χω­ρου α­μνια­κού υ­μέ­να. Πό­σω μάλ­λον, κα­τά “τα ά­τα­κτα γλυ­κο­πιε­στά αγ­γίγ­μα­τα στο σώ­μα της ε­γκύου”, που φα­ντα­σιώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας. Ο α­φη­γη­τής περ­νά­ει, φροϋδι­κή α­δεία, α­πό “το ά­λο­γο και το χά­ος” του α­μνια­κού υ­γρού, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως ο κα­τ’ ε­ξο­χήν χώ­ρος ευ­δαι­μο­νίας, στη θά­λασ­σα, ως ι­δεώ­δη τό­πο ε­ρω­τι­κών πρά­ξεων, με πρώ­τη την α­φό­δευ­ση. Με­γά­λη η ποι­κι­λία των υ­πο­νοού­με­νων ε­ρω­τι­κών συ­νευ­ρέ­σεω­ν: κα­τά μό­νας, με ζω­ντα­νό, για­τί ό­χι και με πε­θα­μέ­νο, ό­πως η δο­λο­φο­νη­μέ­νη “φο­βι­στι­κή γυ­ναί­κα” στο πα­λαιό­τε­ρο διή­γη­μα του Δη­μη­τρίου, με τον τρυ­φε­ρό τίτ­λο, «Κι ε­γώ φο­βά­μαι α­γά­πη μου».
Η ου­το­πία α­πο­γειώ­νε­ται με μία πα­ρω­δια­κή ου­ρά: α­πό ά­κρη σ’ ά­κρη, η χώ­ρα με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε “κό­φι ρε­που­μπλί­κ”. Το φαι­νό­με­νο της ε­ξά­πλω­σης των χώ­ρων ε­στία­σης προς α­να­πλή­ρω­ση των κε­νών κα­τα­στη­μά­των πά­σης φύ­σεως δεν έ­χει α­κό­μη κα­τα­γρα­φεί στα­τι­στι­κώς, ού­τε α­να­λυ­θεί α­πό κοι­νω­νιο­λο­γι­κής και ψυ­χο­λο­γι­κής πλευ­ράς, α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, η μυ­θο­πλα­στι­κή εκ­δο­χή “του α­φη­γή­μα­τος”,  πρω­θύ­στε­ρη, α­πο­κτά προ­φη­τι­κή διά­στα­ση. Η ε­γκα­θί­δρυ­ση της ου­το­πίας πε­ρι­γρά­φε­ται ε­κτε­νέ­στε­ρα στους δυο στα­θε­ρούς πό­λους του α­φη­γη­μα­τι­κού κό­σμου του Δη­μη­τρίου, Αθή­να-Ηγου­με­νί­τσα, α­κρι­βέ­στε­ρα την προ­νο­μιού­χο συ­νοι­κία του, τη Νέα Ελβε­τία Ηγου­με­νί­τσης. Η πα­ρω­δία, που στή­νε­ται, δεν έ­χει ού­τε ιε­ρό ού­τε ό­σιο. Μη φει­δό­με­νη ού­τε αυ­τής της Με­γά­λης του Γέ­νους Σχο­λής. Στο τέ­λος, και αυ­τή η ου­το­πι­κή νη­σί­δα θα κα­τα­στρα­φεί. Σαν θεϊκά ε­ξου­σιο­δο­τη­μέ­νος ο α­φη­γη­τής, προ­φη­τεύει τη συ­ντέ­λεια του κό­σμου. Βα­θιά στο­χα­στι­κός, κλεί­νει το α­φή­γη­μα, προ­σο­μοιά­ζο­ντας τις χι­λιε­τίες με τα “α­να­βο­σβη­σί­μα­τα κω­λο­φω­τιάς”.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" την 1/2/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: