Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Κρίση ταυτότητας

Χρί­στος Κυ­θρεώ­της
«Μια χα­ρά»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Μάρ­τιος 2014

Απα­ρά­βα­τος κα­νό­νας για να γρα­φεί πα­ρου­σία­ση ε­νός βι­βλίου, ε­κτός α­πό το να δια­βα­στεί αυ­τό κα­νο­νι­κά και ό­χι δια­γω­νίως, εί­ναι να μην δια­βα­στούν ού­τε καν δια­γω­νίως, σχε­τι­κές πα­ρου­σιά­σεις και κρι­τι­κές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­τα­κτι­κός α­πο­βαί­νει αυ­τός ο κα­νό­νας, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, που, με πρό­σχη­μα την κρί­ση, έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει στις α­ξιο­λο­γή­σεις το λε­γό­με­νο “positive thinking”. Στα ελ­λη­νι­κά, θα μπο­ρού­σε να α­πο­δο­θεί ως η αρ­χή της κα­τα­φα­τι­κής, του­τέ­στιν ευ­νοϊκής, α­ντι­με­τώ­πι­σης. Σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, κυ­ρίως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων, αυ­τή η στά­ση κα­τα­λή­γει σε θερ­μή και εν­θου­σιώ­δη υ­πο­δο­χή. Κά­τι σαν προ­πέ­τα­σμα λευ­κού κα­πνού, που προ­μη­νύει τη λα­μπρή πο­ρεία του συγ­γρα­φέα. Πα­ρό­λα αυ­τά, με­τά το πέ­ρας της α­νά­γνω­σης ε­νός βι­βλίου, ό­λο και εν­δί­δου­με στον πει­ρα­σμό να συμ­βου­λευ­τού­με το φά­κε­λο με τα α­πο­κόμ­μα­τα κρι­τι­κών. Σή­με­ρα, μά­λι­στα, που υ­πάρ­χει η εύ­κο­λη πρό­σβα­ση μέ­σω Δια­δι­κτύου σε έ­να με­γά­λο τμή­μα των κρι­τι­κών κει­μέ­νων, το ο­ποίο δί­νει μία ει­κό­να, έ­στω και ό­χι πλή­ρη, της κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής, ο πει­ρα­σμός κα­θί­στα­ται σχε­δόν α­κα­τα­νί­κη­τος. Συ­χνά, ό­μως, αυ­τή η κα­τα­τό­πι­ση, α­ντί να δια­φω­τί­ζει, φέρ­νει σύγ­χυ­ση, κα­θώς η προ­σω­πι­κή ά­πο­ψη νο­θεύε­ται α­πό την ρη­το­ρι­κή πει­στι­κό­τη­τα των ξέ­νων κει­μέ­νων.
Αυ­τά, με α­φορ­μή το πρώ­το βι­βλίο του Χρί­στου Κυ­θρεώ­τη, κα­θώς εν­δώ­σα­με στην α­νά­γνω­ση των  η­λεκ­τρο­νι­κά κα­τα­χω­ρη­μέ­νων κρι­τι­κών. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, η μό­νη δι­καιο­λο­γία που έ­χου­με για την κα­τα­στρα­τή­γη­ση του χρυ­σού κα­νό­να α­πο­χής α­πό πα­ρό­μοια ε­νη­μέ­ρω­ση, εί­ναι το συγ­γρα­φι­κό προ­φίλ. Ο Κυ­θρεώ­της, πο­λύ πριν την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του, μία συλ­λο­γή έ­ξι διη­γη­μά­των, δια­κρί­θη­κε με τις πρώ­τες του εμ­φα­νί­σεις, το 2007 και το 2008, σε δυο ε­τή­σιους δια­γω­νι­σμούς διη­γή­μα­τος (τον «HOTEL-Ένοι­κοι γρα­φής»  και ε­κεί­νον του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου), ό­που και στους δυο α­πέ­σπα­σε το πρώ­το βρα­βείο. Τα δυο βρα­βευ­μέ­να διη­γή­μα­τα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή. Ενώ, το ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής διή­γη­μα ε­πι­λέ­χθη­κε, μα­ζί με 14 άλ­λα ι­σά­ριθ­μων συγ­γρα­φέων, για τον τό­μο «15 βγαί­νουν με κόκ­κι­νο», που κα­ταρ­τί­στη­κε με τη φι­λο­δο­ξία να α­πο­τε­λέ­σει έ­να πρό­τυ­πο αν­θο­λό­γη­μα πε­ζών νεό­τε­ρων (κά­τω των 45 ε­τών) συγ­γρα­φέων.
Ακό­μη και αν κά­ποιος δια­τη­ρεί εν­δοια­σμούς για τον τρό­πο που γί­νο­νται συ­νή­θως οι βρα­βεύ­σεις, εί­ναι δύ­σκο­λο να πα­ρα­κάμ­ψει την ε­τυ­μη­γο­ρία δυο κρι­τι­κών ε­πι­τρο­πών, στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χουν ε­πι­φα­νείς συγ­γρα­φείς. Όπως και να έ­χει, το ε­λά­χι­στο που δεί­χνουν αυ­τές οι προ­κρί­σεις εί­ναι πως τα διη­γή­μα­τα του Κυ­θρεώ­τη ά­ρε­σαν σε συγ­γρα­φείς δια­φο­ρε­τι­κών αι­σθη­τι­κών προ­τι­μή­σεων, ό­πως ο Ηλίας Πα­πα­μό­σχος, η Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου, ο Χρή­στος Χω­με­νί­δης αλ­λά και ο πρε­σβύ­τε­ρος Βα­σί­λης Αλε­ξά­κης. Μέ­χρι ε­δώ, η ει­κό­να εί­ναι κα­θα­ρή. Ο Κυ­θρεώ­της, σή­με­ρα 36 ε­τών, δι­κη­γό­ρος το ε­πάγ­γελ­μα, με μα­θη­τεία στη Σχο­λή Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής του Ε.ΚΕ.ΒΙ., συ­νι­στά ξε­χω­ρι­στή πε­ρί­πτω­ση. Η ει­κό­να αρ­χί­ζει να θο­λώ­νει , δια­βά­ζο­ντας τα κεί­με­να κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής.
Υπέρ­με­τρα εν­θου­σιώ­δεις οι γρά­φο­ντες, συ­να­γω­νί­ζο­νται α­να­με­τα­ξύ τους σε ε­γκω­μια­στι­κά σχό­λια. Ο έ­νας ε­πι­ση­μαί­νει ο­μοιό­τη­τες  η­ρωί­δας του Κυ­θρεώ­τη με τον Χόλ­ντεν Κόλ­φι­ντ στον «Φύ­λα­κα στη σί­κα­λη» του Τζέ­ρομ Σάλ­λι­ντζε­ρ, έ­νας άλ­λος πα­ραλ­λη­λί­ζει έ­τε­ρη η­ρωί­δα του με την Ρέα Φρα­ντζή στο «Η γραμ­μή του ο­ρί­ζο­ντα» του Χρή­στου Βα­κα­λό­που­λου. Επί­σης, ε­ντο­πί­ζο­νται ί­χνη Φί­λιπ Ρο­θ, Μέ­νη Κου­μα­ντα­ρέα και άλ­λων ε­πι­φα­νών. Γε­νι­κώς, κυ­ριαρ­χεί το μο­τί­βο του έ­τοι­μου α­πό και­ρό συγ­γρα­φέα. Υπάρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νοι που δια­τυ­πώ­νουν α­πό­ψεις εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­τες. Λ.χ., ο έ­νας α­πο­φαί­νε­ται πως το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο της συλ­λο­γής, ε­νώ έ­νας άλ­λος το βρί­σκει το πιο α­δύ­να­το. Δεν λεί­πει και ε­κεί­νος που διαν­θί­ζει την πα­ρου­σία­σή του με στοι­χεία α­πό συ­νέ­ντευ­ξη του συγ­γρα­φέα. Έτσι μα­θαί­νου­με πως έ­να διή­γη­μα, «Το ρα­ντε­βού», σύμ­φω­να με ε­ξο­μο­λό­γη­ση του συγ­γρα­φέα, έ­χει αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία. Επί­σης, ό­τι το κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα, «Απλά ο χρό­νος που κυ­λά­ει», γρά­φτη­κε λί­γο πριν κυ­κλο­φο­ρή­σει το βι­βλίο. Πι­θα­νώς, αυ­τός να εί­ναι έ­νας ε­πι­πλέ­ον λό­γος, που ο κρι­τι­κός το χα­ρα­κτη­ρί­ζει “διή­γη­μα ω­ρι­μό­τη­τας”, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας πως δεί­χνει τις με­γά­λες δυ­να­τό­τη­τες του συγ­γρα­φέα για “κά­τι πο­λύ ου­σια­στι­κό και καί­ριο”.
Οπό­τε α­πο­ρεί κα­νείς, με­τά α­πό ό­λα αυ­τά, και αν πράγ­μα­τι, το βι­βλίο συ­νο­μι­λεί σε τέ­τοια έ­κτα­ση με ξέ­νη και ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία, τι να γρά­ψει, αν δεν έ­χει του­λά­χι­στον α­ντί­στοι­χου εύ­ρους ε­πο­πτεία. Αλλά μια και πα­ρα­βή­κα­με τον χρυ­σό κα­νό­να, που ση­μαί­νει ό­τι α­πω­λέ­σα­με την παρ­θε­νι­κή μα­τιά, το μό­νο μάλ­λον που μας α­πο­μέ­νει εί­ναι ο διά­λο­γος με ό­σα έ­χουν γρα­φεί. Θα μπο­ρού­σα­με να ξε­κι­νή­σου­με α­πό μία μο­να­δι­κή α­ντιρ­ρη­τι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση, που α­φο­ρά το κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα. Αυ­τό, που ο έ­νας θεω­ρεί ό­τι εί­ναι το πλέ­ον  ώ­ρι­μο διή­γη­μα της συλ­λο­γής, κα­τά έ­ναν άλ­λο χρειά­ζε­ται “γεν­ναία πύ­κνω­ση”. Πα­ρα­τή­ρη­ση, που συ­νή­θως στο­χεύει σε μία αυ­στη­ρό­τε­ρη ει­δο­λο­γι­κή κα­τά­τα­ξη, προς α­ντι­δια­στο­λή ε­νός διη­γή­μα­τος α­πό μία ι­στο­ρία, ό­που, στη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, η χα­λα­ρό­τη­τα στο ά­πλω­μα της υ­πό­θε­σης δεν θεω­ρεί­ται μειο­νέ­κτη­μα. Εκ πρώ­της ό­ψεως, οι πρω­το­πρό­σω­ποι μο­νό­λο­γοι του Κυ­θρεώ­τη θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ι­στο­ρίες, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν ε­πι­δέ­χο­νται και τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό διή­γη­μα, που ο ί­διος τους δί­νει. Εδώ, η Αλίς Μον­ρό, με τις μα­κριές ψυ­χο­λο­γι­κό-κοι­νω­νι­κές ι­στο­ρίες της, βρα­βεύ­τη­κε με Νό­μπελ ως εκ­προ­σω­πού­σα το διή­γη­μα. Βε­βαίως, αυ­τό έ­γι­νε με τα αγ­γλο­σα­ξω­νι­κά στά­ντα­ρ, που έ­χουν ως συ­γκρι­τι­κό προς το διή­γη­μα πε­δίο, τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα-πο­τα­μούς. Αντι­θέ­τως, με τα ελ­λη­νι­κά μέ­τρα και σταθ­μά, μό­νο έ­να α­πό τα έ­ξι πε­ζά της συλ­λο­γής θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν διή­γη­μα, το έ­να α­πό τα δυο βρα­βευ­μέ­να, αυ­τό με τίτ­λο, το «Ση­μά­δι στο μπρά­τσο». Εί­ναι το μι­κρό­τε­ρο σε έ­κτα­ση, ό­μως τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό τον κερ­δί­ζει με βά­ση τα μορ­φι­κά  χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του.
Αυ­τό, ό­μως, δεν ση­μαί­νει ό­τι οι ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής ση­κώ­νουν πύ­κνω­ση. Ιδιαί­τε­ρα η συ­γκε­κρι­μέ­νη, με γνώ­ρι­μο και ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο θέ­μα, κα­θώς αυ­τό με­τρά τό­σες δε­κα­ε­τίες ύ­παρ­ξης, ό­σες η γυ­ναι­κεία χει­ρα­φέ­τη­ση. Αφο­ρά μία γυ­ναί­κα, με σπου­δές και κα­ριέ­ρα, πο­λέ­μιο εκ πε­ποι­θή­σεως του γά­μου και της τε­κνο­ποιίας, η ο­ποία βδε­λύσ­σε­ται την ι­δέα να α­νοί­ξει νοι­κο­κυ­ριό και δη­μιουρ­γεί σχέ­σεις ε­πι­κε­ντρω­μέ­νες στο κα­λό σεξ. Αυ­τή η α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη γυ­ναί­κα ε­ρω­τεύε­ται τον πλέ­ον α­κα­τάλ­λη­λο. Έναν πα­ντρε­μέ­νο με παι­διά, που υ­πό­σχε­ται, ό­πως ό­λοι, τό­σο στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­σο και στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πως αύ­ριο, αν γι­νό­ταν και ε­χτές, θα χω­ρί­σει. Στο μο­νό­λο­γο εις ε­αυ­τόν της ε­ρω­τευ­μέ­νης, πα­ρα­κο­λου­θού­με το πώς α­λώ­νε­ται το τα­μπού­ρι της α­νε­ξάρ­τη­της α­πό έ­ναν πο­ντι­κό. Αφού τό­σο α­σή­μα­ντος πε­ρι­γρά­φε­ται ε­κεί­νος και ως ά­ντρας και ως ε­ρα­στής. Γνω­ρί­ζει, ό­μως, τον τρό­πο να σκά­βει λα­γού­μια οι­κειό­τη­τας, που φέρ­νουν κύ­μα­τα τρυ­φε­ρό­τη­τας, ο­δη­γώ­ντας στην ε­ρω­τι­κή ε­ξάρ­τη­ση.
Από μιας αρ­χής, ο μο­νό­λο­γος εί­ναι συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νος, αγ­γί­ζο­ντας δρα­μα­τι­κούς τό­νους στις σκη­νές του πλή­ρους ε­ξευ­τε­λι­σμού, ό­ταν ε­κεί­νη γί­νε­ται παί­γνιο ε­νός νο­ση­ρού πά­θους, ψυ­χα­να­γκα­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Εδώ ι­σχύει, με­τα­φο­ρι­κώς, τα πά­χη μου τα κάλ­λη μου. Αν αυ­τός ο πλα­τεια­στι­κός μο­νό­λο­γος πυ­κνώ­σει, λεί­ψουν οι α­να­φο­ρές στα δευ­τε­ρεύο­ντα αλ­λά τό­σο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πρό­σω­πα, που συ­νέ­βα­λαν στο πλά­σι­μο αυ­τού του αμ­φιρ­ρέ­πο­ντος γυ­ναι­κείου χα­ρα­κτή­ρα, ή, ε­πί­σης, δεν πε­ρι­γρα­φούν λε­πτο­με­ρώς κά­ποιες ε­πι­μέ­ρους σκη­νές, θα μεί­νει μία κοι­νό­το­πη ι­στο­ρία. Πά­ντως, για αυ­τήν την ι­στο­ρία, ά­ντρας κρι­τι­κός, χω­ρίς να εί­ναι ψυ­χο­λό­γος ή ψυ­χα­να­λυ­τής, θαύ­μα­σε με πό­ση δε­ξιό­τη­τα ο συγ­γρα­φέ­ας α­πο­δί­δει τον γυ­ναι­κείο ψυ­χι­σμό.
Κα­τά τα άλ­λα, το ό­τι μία ι­στο­ρία ε­μπε­ριέ­χει αυ­το­βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία, δεν σχε­τί­ζε­ται με την λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τα του α­πο­τε­λέ­σμα­τος. Πα­ρά­δειγ­μα, το υ­πο­τι­θέ­με­νο ως αυ­το­βιο­γρα­φι­κής έ­μπνευ­σης διή­γη­μα, «Το ρα­ντε­βού», που κρι­τι­κός χα­ρα­κτη­ρί­ζει το πιο α­πο­λαυ­στι­κό της συλ­λο­γής. Και πά­λι, το θέ­μα γνω­στό και αρ­χαιό­τε­ρο του προ­η­γού­με­νου, α­φο­ρά τη σε­ξουα­λι­κή πεί­να πρω­το­ε­τούς φοι­τη­τή. Και πά­λι, η α­φή­γη­ση σε υ­ψη­λούς τό­νους, αυ­τή τη φο­ρά, σα­τι­ρι­κούς, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νους στο ά­σκη­μο πα­ρου­σια­στι­κό του α­φη­γη­τή, που ε­ξο­μο­λο­γεί­ται σε πρώ­το πρό­σω­πο, το πώς τον θά­μπω­σε μια συμ­φοι­τή­τριά του και το πώς, στη συ­νέ­χεια, ε­ξε­λί­χτη­κε το πρώ­το ρα­ντε­βού μα­ζί της, το ο­ποίο, α­πρό­σμε­να, κα­τόρ­θω­σε να ε­ξα­σφα­λί­σει. Ενώ, ο Κυ­θρεώ­της, κα­τά κα­νό­να, ε­πι­δει­κνύει ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα στο στή­σι­μο των ι­στο­ριών, ε­δώ κα­τα­φεύ­γει σε μία ε­λά­χι­στα ρε­α­λι­στι­κή λύ­ση. Δεν σπας τα γυα­λιά μυω­πίας ε­κεί­νης, μό­λις “μι­σού βαθ­μού α­πό το έ­να μά­τι και ε­νός α­πό το άλ­λο”, για να μην α­ντι­λη­φθεί το πό­σο α­σχη­μο­μού­ρης εί­σαι. Ού­τε και χρειά­ζε­ται, α­φού ο ή­ρωάς του έ­χει α­να­κα­λύ­ψει πως το ό­πλο, με το ο­ποίο κα­τα­κτά­ται μια με­γά­λη κα­τη­γο­ρία γυ­ναι­κών, εί­ναι το λέ­γειν, κοι­νώς το δια­νοου­με­νί­στι­κο μπλα­μπλά. Εύ­στο­χη η πε­ρι­γρα­φή της συ­μπε­ρι­φο­ράς του νε­α­ρού, ό­που μπερ­δεύε­ται η σε­ξουα­λι­κή ε­πι­θυ­μία με τη ρο­μα­ντι­κή διά­θε­ση, ε­νώ η σκια­γρά­φη­ση της γυ­ναι­κείας συ­μπε­ρι­φο­ράς πα­ρα­μέ­νει δια­γραμ­μα­τι­κή.
Μία δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία, που κι αυ­τή θα μπο­ρού­σε να έ­χει βιω­μα­τι­κά στοι­χεία, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο­ρι­σμέ­να βιο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του συγ­γρα­φέα προ­σο­μοιά­ζουν με του ή­ρωα, εί­ναι «Το κα­λύ­τε­ρο που μπο­ρεί να συμ­βεί». Εκτε­νέ­στε­ρη ό­λων, φθά­νει τις πε­νή­ντα σε­λί­δες. Για τον ή­ρωα και ό­σα του συμ­βαί­νουν, θα ταί­ρια­ζε το “μια χα­ρά” του τίτ­λου, με την α­να­τρε­πτι­κή προ­σθή­κη της λαϊκής φρά­σης, “και δυο τρο­μά­ρες”. Οι γύ­ρω του τον βρί­σκουν “μια χα­ρά”, ο ί­διος, ό­μως, θα πρό­σθε­τε το “και δυο τρο­μά­ρες”, ό­ταν μα­θαί­νει δυο α­πο­φά­σεις άλ­λων για την τύ­χη του, τον προ­βι­βα­σμό του σε διευ­θυ­ντι­κή θέ­ση και την α­παί­τη­ση της φι­λε­νά­δας του να ε­πι­σπεύ­σουν το γά­μο τους. Ευοίω­νες προο­πτι­κές, που ε­κεί­νος, ό­μως, α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ως συμ­φο­ρές. Πολλά τα μυθιστορήματα, στα οποία ο ήρωας φεύγει ανεπιστρεπτί, με πρό­φα­ση ό­τι πη­γαί­νει για τσι­γά­ρα ή και βά­ζο­ντάς το στα πό­δια. Ο Κυ­θρεώ­της α­ντι­στρέ­φει το σύ­νη­θες εύ­ρη­μα, κα­θώς ο ή­ρωάς του βρί­σκει τον τρό­πο να κά­νει τους γύ­ρω του, βα­σι­κά αυ­τούς που, έ­στω και α­νε­πί­γνω­στα, τον κα­τα­πιέ­ζουν, να τον ε­γκα­τα­λεί­ψουν, δη­λα­δή να τον α­φή­σουν στην η­συ­χία του. Ευ­πρόσ­δε­κτα α­νά­λα­φρος ο τό­νος σε αυ­τήν την α­φή­γη­ση, δεν πλά­θει, ό­πως διέ­γνω­σαν κά­ποιοι κρι­τι­κοί, μία “κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη ύ­παρ­ξη”, ού­τε έ­ναν “ε­ξα­θλιω­μέ­νο ερ­γέ­νη”, κι ας προ­τι­μά­ει τις πορ­νο­ται­νίες α­πό τη φί­λη του.
Μέ­νουν τα τρία διη­γή­μα­τα, που έ­χουν ε­πι­βρα­βευ­τεί. Το βα­σι­κό τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι η δυ­να­μι­κή της μο­νο­λο­γι­κής α­φή­γη­σης, κα­θώς πε­ρι­γρά­φο­νται κα­τα­στά­σεις λι­γό­τε­ρο στά­σι­μες α­πό ό­σο στις προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες. Στα δυο βρα­βευ­μέ­να, το θέ­μα εί­ναι πρω­τό­τυ­πο. Στο πρώ­το, ο θρύ­λος ε­νός πο­δο­σφαι­ρι­κού “κλα­μπ” φί­λων της Α­ΕΚ α­πο­κα­λύ­πτε­ται ό­τι εί­ναι Αλβα­νός. Ο Κυ­θρεώ­της συμ­μορ­φώ­νε­ται με τα τρέ­χο­ντα νε­ο­η­θο­γρα­φι­κά πρό­τυ­πα. Πλά­θει τον κα­λό Αλβα­νό. Και κά­τι πα­ρα­πά­νω, το πα­λι­κά­ρι, το πι­στό στους φί­λους και την κα­λή του, κό­ρη με­τα­νά­στη στη Γερ­μα­νία προς το­νι­σμό της πα­ραλ­λη­λίας των δυο με­τα­να­στευ­τι­κών κυ­μά­των, που το σκο­τώ­νουν φα­να­τι­κοί γη­γε­νείς Α­Ε­Κτζή­δες. Στο δεύ­τε­ρο βρα­βευ­μέ­νο διή­γη­μα, ο α­φη­γη­τής, Κύ­πριος, γεν­νη­μέ­νος στην Λευ­κω­σία, έ­χει α­να­λά­βει την ε­κτα­φή της για­γιάς του, της υ­πέρ­βα­ρης και “α­τρό­μη­της Δώ­ρας”. Την βρί­σκει, ό­μως, ά­λειω­τη. Οπό­τε, α­δυ­να­τώ­ντας να υ­πα­κού­σει στη ρή­ση της Νε­κρώ­σι­μης Ακο­λου­θίας, “Χους ει και εις χουν α­πε­λεύ­σει”, της εμ­φυ­σά μια δεύ­τε­ρη πνοή ζωής ως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή η­ρωί­δα.
Δια­φο­ρε­τι­κό το τρί­το διή­γη­μα, το ο­μό­τιτ­λο, ε­κεί­νο που ε­πι­λέ­χτη­κε για το αν­θο­λό­γη­μα, «15 βγαί­νουν με κόκ­κι­νο». Θα συμ­φω­νού­σα­με με τον κρι­τι­κό, που το α­να­βι­βά­ζει στο κα­λύ­τε­ρο της συλ­λο­γής. Με­τά τον έ­ρω­τα της φε­μι­νί­στριας σε πρώι­μη κλι­μα­κτή­ριο για τον πα­ντρε­μέ­νο, την σε­ξουα­λι­κή πεί­να του παρ­θέ­νου νε­α­ρού και την πρώι­μη κρί­ση η­λι­κίας του τρια­ντά­χρο­νου, ο Κυ­θρεώ­της συ­μπλη­ρώ­νει το φά­σμα των ψυ­χο­λο­γι­κών κρί­σεων με ε­κεί­νη της έ­φη­βης, που έ­χει να α­ντι­με­τω­πί­σει – να “δια­χει­ρι­στεί” κα­τά το κοι­νώς λε­γό­με­νο – το δια­ζύ­γιο των γο­νιών της, που έρ­χε­ται με­τά το ο­λί­σθη­μα του πα­τρός με νε­α­ρά. Η ι­στο­ρία ε­κτυ­λίσ­σε­ται ως μία εκ των έν­δον πα­ρα­κο­λού­θη­ση ό­σων της συμ­βαί­νουν - με­τα­πτώ­σεις διά­θε­σης, αιφ­νί­διες α­πο­φά­σεις, σπα­σμω­δι­κές κι­νή­σεις - με πρό­σχη­μα την η­με­ρο­λο­για­κή κα­τα­γρα­φή τους. Στη λε­πτο­λό­γο πε­ρι­γρα­φή δια­κρί­νε­ται ι­διαί­τε­ρη συγ­γρα­φι­κή ευαι­σθη­σία, μάλ­λον α­συ­νή­θη  σε νεό­τε­ρους. Αλλά, ό­πως ή­δη α­να­φέ­ρα­με, για τις ι­στο­ρίες του Κυ­θρεώ­τη έ­χουν ή­δη α­πο­φαν­θεί. Πρό­κει­ται για “σκλη­ρές νε­ο­ρε­α­λι­στι­κές ι­στο­ρίες”, α­ψε­γά­δια­στης κα­λο­τε­χνίας, με­γά­λου βε­λη­νε­κούς, “ώ­ρι­μου γρα­φιά”. Με­τά ό­λα αυ­τά, αν σα­ρώ­σει και τα βρα­βεία, ό­πως ο Γιάν­νης Πα­λα­βός προ διε­τίας, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι θα υ­πο­στεί, σαν τους ή­ρωές του, κρί­ση ταυ­τό­τη­τας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/2/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: