Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Άνθη του γιαλού

Λέ­αν­δρος Πο­λε­νά­κης
«Βάρ­κα στο για­λό.
Ιστο­ρί­ες με Σίφ­νο»
Εκ­δό­σεις
Πο­λι­τι­στι­κός Σύλ­λο­γος Σίφ­νου
Μάρ­τιος 2015

Ο Σε­πτέμ­βριος κα­λά κρα­τεί και εμείς πα­ρα­μέ­νου­με στο Αι­γαίο και τα πλε­ού­με­νά του. Αυ­τό, σε πεί­σμα των εκλο­γών και της ατέρ­μο­νος, συ­χνά στη­μέ­νης και δό­λιας, εκλο­γο­λο­γί­ας. Προ­τι­μού­με να κω­φεύ­ου­με στις Κασ­σάν­δρες και να στή­νου­με αυ­τί στις Σει­ρή­νες. Και οι πιο γλυ­κό­λα­λες Σει­ρή­νες έρ­χο­νται από τις πα­λαιές ιστο­ρί­ες, για­τί αυ­τές συ­γκρο­τούν την πα­ρά­δο­ση ενός τό­που. Υπήρ­ξαν και, ευ­τυ­χώς, εξα­κο­λου­θούν να υπάρ­χουν ηπει­ρω­τι­κές όσο και νη­σιω­τι­κές πε­ριο­χές, με κά­ποια, με­γα­λύ­τε­ρη ή μι­κρό­τε­ρη, πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση. Κα­τά κα­νό­να, πρό­κει­ται για λαϊ­κή πα­ρά­δο­ση, κά­που, όμως, σε εκεί­νη προ­στί­θε­ται και η λό­για. Ιδιαί­τε­ρη θέ­ση σε αυ­τούς τους κα­λό­τυ­χους τό­πους κα­τέ­χει το νη­σί της Σίφ­νου. Μά­λι­στα, στην πε­ριο­χή της λο­γο­τε­χνί­ας, η άλυ­σος σίφ­νιων συγ­γρα­φέ­ων εί­ναι μα­κριά. Το θυ­μί­ζουν οι εντοι­χι­σμέ­νες πλά­κες σε οι­κί­ες, αλ­λά και σε κε­λιά μο­να­στη­ριών. Οι προ­το­μές και τα αγάλ­μα­τα σε πλα­τειού­λες και παρ­κά­κια. Επί­σης, κά­ποιες ονο­μα­σί­ες δρο­μί­σκων, κα­θώς και αφιε­ρω­μα­τι­κές ει­κό­νες σε εκ­κλη­σί­δια.
 Από τους συγ­γρα­φείς τώ­ρα, πιο ονο­μα­στοί οι ποι­η­τές, πα­ρα­τάσ­σο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κές γε­νιές. Ξε­κι­νούν από τον Αρι­στο­μέ­νη Προ­βε­λέγ­γιο της γε­νιάς του 1880 και τον Ιω­άν­νη Γρυ­πά­ρη στην ομά­δα της επό­με­νης και τε­λευ­ταί­ας δε­κα­ε­τί­ας του 19ου αιώ­να, μέ­χρι τον εγ­γο­νό του Προ­βε­λέγ­γιου, τον Γιώρ­γο Λί­κο, της πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κής γε­νιάς. Με­τά έρ­χο­νται οι συγ­γρα­φείς, που διέ­πρε­ψαν στη δη­μο­σιο­γρα­φία, με πρώ­το τον άτυ­χο Κλε­άν­θη Τρια­ντά­φυλ­λο, γνω­στό ως Ρα­μπα­γά. Το πα­ρών δί­νει και ένας θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας, ο Μα­νώ­λης Κορ­ρές, που απο­τόλ­μη­σε μυ­θι­στό­ρη­μα στο αμι­γώς σιφ­νέι­κο ιδιό­λε­κτο, «Η κε­ρά­τσα μου». Το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως αυ­τή η πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση, πα­ρό­λο που αν­θί­στα­ται και βρί­σκει συ­νε­χι­στές, δεν έχει τη σκέ­πη του αθη­ναϊ­κού κέ­ντρου. Για να ακρι­βο­λο­γού­με, αγνο­εί­ται πα­ντε­λώς. Το επι­βε­βαιώ­νουν αρ­κε­τοί συγ­γρα­φείς, που δυ­σκο­λεύ­ο­νται να βρουν εκ­δό­τη για βι­βλία εστια­σμέ­να στην πα­ρά­δο­ση ενός τό­που. Εί­τε πρό­κει­ται για αφη­γη­μα­τι­κά εί­τε για με­λε­τή­μα­τα ιστο­ρι­κού ή και γλωσ­σο­λο­γι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Μάλ­λον κα­τ’ εξαί­ρε­ση, η Σίφ­νος έχει, εδώ και 33 χρό­νια, Πο­λι­τι­στι­κό Σύλ­λο­γο, που, τε­λευ­ταία, ανα­πτύσ­σει πλού­σια και πο­λύ­πλευ­ρη δρά­ση. Δί­πλα στην ορ­γά­νω­ση ποι­κί­λων εκ­δη­λώ­σε­ων –ει­κα­στι­κών, μου­σι­κών, θε­α­τρι­κών– συν­δρά­μει και την έκ­δο­ση βι­βλί­ων που αφο­ρούν απο­κλει­στι­κά την σιφ­νέι­κη ιδιαι­τε­ρό­τη­τα. Όπως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μί­μη Λε­μο­νή «Ο πει­ρα­τής της Σίφ­νου», τα αφη­γή­μα­τα των Κορ­ρέ και Γιώρ­γου Μα­τζου­ρά­νη «Κα­μέ­να χρό­νια και και­ροί...» και εφέ­τος, τις ιστο­ρί­ες του Λέ­αν­δρου Πο­λε­νά­κη.
Δυ­στυ­χώς, όμως, αυ­τές οι αξιό­λο­γες εκ­δό­σεις, που μπο­ρούν να στοι­χη­θούν δί­πλα στις αθη­ναϊ­κές εκ­δό­σεις ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φί­ας και μά­λι­στα, να κα­τα­λά­βουν ιδιαί­τε­ρη θέ­ση, κα­θώς συν­δυά­ζουν το τερ­πνό με­τά του ωφε­λί­μου, ου­δό­λως σχο­λιά­ζο­νται. Ού­τε σε δη­μο­σιο­γρα­φι­κό επί­πε­δο, ού­τε από λο­γο­τε­χνι­κής πλευ­ράς. Πι­θα­νώς, για­τί αυ­τό που εμείς χα­ρα­κτη­ρί­ζου­με ως ωφέ­λι­μο, που ση­μαί­νει τη διά­σω­ση της λα­ο­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης, να θε­ω­ρεί­ται από πολ­λούς ως πα­ρω­χη­μέ­νο. Μά­λι­στα, στο πνεύ­μα της πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας, που ο ελ­λη­νι­κός Τύ­πος εν­στερ­νί­ζε­ται και επι­ζη­τεί να επι­βάλ­λει σαν το ιδα­νι­κό πρό­τυ­πο, μπο­ρεί να εκλαμ­βά­νε­ται ακό­μη και ως επι­ζή­μιο. Όσο αφο­ρά τη λο­γο­τε­χνι­κή αξία πα­ρό­μοιων βι­βλί­ων, κα­θώς ανα­σταί­νουν πα­ρελ­θο­ντι­κές κα­τα­στά­σεις, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς τύ­πους και “στέ­κια”, τα εντάσ­σουν στην πα­λαιό­τε­ρη τά­ση της ηθο­γρα­φί­ας και συ­να­κό­λου­θα, τα πα­ρα­γκω­νί­ζουν. Αυ­τό συμ­βαί­νει και με τις συ­γκε­κρι­μέ­νες σιφ­νέι­κες εκ­δό­σεις. Από μία στε­νή οπτι­κή, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, των Κορ­ρέ-Μα­τζου­ρά­νη, που εί­ναι συ­να­γω­γή αφη­γη­μά­των δη­μο­σιευ­μέ­νων στον σιφ­νέι­κο Τύ­πο μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’60, έχει κά­ποιον ηθο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που, όμως, δια­σκε­δά­ζε­ται από το χιού­μορ και την αφη­γη­μα­τι­κή δει­νό­τη­τα του συγ­γρα­φι­κού δι­δύ­μου. Δεν ισχύ­ει, ωστό­σο, για τα άλ­λα δυο, όπου κερ­δί­ζει έδα­φος η μυ­θο­πλα­σία.
Σε αυ­τήν την απα­ξί­ω­ση, ως ένα βαθ­μό, συμ­βάλ­λουν και οι εμπλε­κό­με­νοι στην έκ­δο­ση, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων των συγ­γρα­φέ­ων. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό, ότι ανα­γνω­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς, όπως ο Κορ­ρές και ο Μα­τζου­ρά­νης, φαί­νε­ται να πα­ρα­λεί­πουν το εν λό­γω βι­βλίο στα βιο­γρα­φι­κά τους. Η απο­ρία εί­ναι με­γα­λύ­τε­ρη στην πε­ρί­πτω­ση του Λέ­αν­δρου Πο­λε­νά­κη. Θε­α­τρι­κός κρι­τι­κός, με συ­μπλη­ρω­μέ­νη 35ε­τή θη­τεία στην εφη­με­ρί­δα «Αυ­γή», αλ­λά και με πα­ρά­πλευ­ρες λο­γο­τε­χνι­κές επι­δό­σεις. Πρώ­τα ποι­η­τής, με­τά δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, στα τε­λευ­ταία χρό­νια, και μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, ενώ, μό­λις πέ­ρυ­σι, απο­κα­λύ­φθη­κε, πως, όλα αυ­τά τα χρό­νια, δεν έκρι­νε μό­νο αλ­λά και έγρα­φε θε­α­τρι­κά έρ­γα, που άφη­νε στο συρ­τά­ρι.
Αυ­τό σε πο­λύ γε­νι­κές γραμ­μές εί­ναι το προ­φίλ του Πο­λε­νά­κη, που, εφέ­τος, εξέ­δω­σε δυο βι­βλία, ένα “πο­λι­τι­κο­ε­ρω­τι­κό θρί­λερ” («Ο Κομ­μέ­νος Υπουρ­γός») σε αθη­ναϊ­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο και τις ιστο­ρί­ες σε σιφ­νέι­κο. Το πρώ­το συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στην κα­τα­γρα­φή των υπό κυ­κλο­φο­ρία ελ­λη­νι­κών βι­βλί­ων και έχει ήδη επαι­νε­θεί από την κρι­τι­κή, σε αντί­θε­ση με το δεύ­τε­ρο, που δεί­χνει να λαν­θά­νει. Το πρώ­το δεν το λά­βα­με, το δεύ­τε­ρο, όλως τυ­χαί­ως, έφτα­σε στα χέ­ριά μας. Κα­τά κα­λή σύμ­πτω­ση, θα λέ­γα­με, κα­θώς δεν πρό­κει­ται για ένα ακό­μη αγο­ραίο βι­βλίο, αλ­λά για ιστο­ρί­ες, που εντάσ­σο­νται στην ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία. Και μά­λι­στα, στη θα­λασ­σι­νή λο­γο­τε­χνία. Στον σύ­ντο­μο πρό­λο­γο του Πο­λι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου, επι­ση­μαί­νε­ται η προ­σω­πι­κό­τη­τα του συ­μπα­τριώ­τη τους συγ­γρα­φέα και η ανα­βί­ω­ση προ­σώ­πων και κα­τα­στά­σε­ων από το πα­ρελ­θόν της Σίφ­νου. Οπό­τε και αι­τιο­λο­γεί­ται η έκ­δο­ση σε το­πι­κό επί­πε­δο, πα­ράλ­λη­λα, όμως, δι­καιο­λο­γεί­ται η μη πε­ραι­τέ­ρω προ­βο­λή του. Αν, όμως, το βι­βλίο δια­θέ­τει αφη­γη­μα­τι­κές αρε­τές, όχι ενός δια­βα­στε­ρού θρί­λερ, αλ­λά ενός πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, τό­τε έρ­χε­ται ως μία ακό­μη έν­δει­ξη για τις  πα­ρά­πλευ­ρες απώ­λειες, όταν πε­ριο­ρί­ζου­με τον εκ­δο­τι­κό ορί­ζο­ντα στην αθη­ναϊ­κή ομ­φα­λο­σκο­πία.
Ας δού­με εκ του σύ­νεγ­γυς αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των του Πο­λε­νά­κη, που έρ­χε­ται 30 χρό­νια με­τά την πρώ­τη («Συ­νέ­βη στην Γκο­ντ­βά­να», εκδ. Δελ­φί­νι). Κα­τ’ αρ­χάς, ο υπό­τι­τλος κυ­ριο­λε­κτεί. Δεν πρό­κει­ται για ιστο­ρί­ες από τη Σίφ­νο, κα­θώς επί μέ­ρους συμ­βά­ντα το­πο­θε­τού­νται στην Αθή­να, ενώ μέ­ρος της δρά­σης της εκτε­νέ­στε­ρης ιστο­ρί­ας στη γει­το­νι­κή της Σίφ­νου Σύ­ρο, αλ­λά και εκτός συ­νό­ρων, στη Σμύρ­νη στα χρό­νια λί­γο πριν το ’22 και στο Ντύσ­σελ­ντορφ του 1948. Σί­γου­ρα, όμως, πρό­κει­ται για ιστο­ρί­ες “με Σίφ­νο” και μά­λι­στα, με πο­λύ Σίφ­νο. Εντύ­πω­ση, που επι­τεί­νε­ται από το σιφ­νέι­κο γλωσ­σι­κό ιδί­ω­μα, έτσι όπως αλα­τί­ζει τις ιστο­ρί­ες, ιδιαί­τε­ρα στα δια­λο­γι­κά μέ­ρη, προσ­δί­δο­ντάς τους πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα. Εί­ναι οι φω­νηε­ντι­κά απο­κλί­νου­σες λέ­ξεις, το προ­σω­δια­κό στην εκ­φο­ρά, η πα­ραλ­λα­γή των βα­πτι­στι­κών ονο­μά­των, τα θη­λυ­κά σε χαϊ­δευ­τι­κά ου­δέ­τε­ρα, τα αρ­σε­νι­κά σε συ­γκο­πτό­με­να πε­ρι­παι­κτι­κά μο­νο­σύλ­λα­βα. Επα­νερ­χό­με­νοι στον υπό­τι­τλο, πα­ρα­τη­ρού­με πως ο πλη­θυ­ντι­κός ιστο­ρί­ες δεν δί­νει ακρι­βή ει­κό­να των πε­ριε­χο­μέ­νων. Κι αυ­τό, για­τί η πρώ­τη ιστο­ρία, η ομό­τι­τλη, σε έκτα­ση νου­βέ­λας, δεν μπο­ρεί να λο­γα­ρια­στεί ως ισο­βα­ρής των τεσ­σά­ρων σύ­ντο­μων που ακο­λου­θούν.
Υπάρ­χουν, εντού­τοις, κοι­νές αφη­γη­μα­τι­κές αρε­τές. Στην ύφαν­ση της πλο­κής, προ­ε­ξάρ­χουν οι συ­χνές ανα­τρο­πές των ανα­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών. Ως πιο εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα, ανα­φέ­ρου­με το ξε­κί­νη­μα της πρώ­της ιστο­ρί­ας. Πα­ραλ­λάσ­σο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας κο­σμη­τι­κά επί­θε­τα, που εί­θι­σται να ανα­φέ­ρο­νται στα γυ­ναι­κεία κάλ­λη, και επι­στρα­τεύ­ο­ντας ρή­μα­τα υπαι­νι­κτι­κού ερω­τι­σμού, καλ­λιερ­γεί­ται η εντύ­πω­ση πως πρό­κει­ται για την πε­ρι­γρα­φή καλ­λί­πυ­γου θη­λυ­κού, ενώ, τε­λι­κά, γί­νε­ται λό­γος για το πλε­ού­με­νο του τί­τλου, μία “βάρ­κα στο για­λό”. Κα­τ’ εξαί­ρε­ση, αυ­τός ο τί­τλος κυ­ριο­λε­κτεί, ενώ εκεί­νοι των σύ­ντο­μων ιστο­ριών προ­οι­κο­νο­μούν τον εύ­θυ­μο χα­ρα­κτή­ρα τους.
Μία άλ­λη αρε­τή, που δια­σκε­δά­ζει τις όποιες ηθο­γρα­φι­κές πτυ­χές, εί­ναι οι κω­μι­κές σκη­νές γκανγκ, όπως απο­κα­λού­νται στον κι­νη­μα­το­γρά­φο. Κω­μι­κά ευ­ρή­μα­τα και μυ­θο­πλα­στι­κές εκ­πλή­ξεις, προ­σφυώς εν­σω­μα­τω­μέ­νες, με μία ιστο­ρία να απο­τε­λεί­ται εξ ολο­κλή­ρου από γκανγκ σκη­νές. Σε αυ­τήν, η αφή­γη­ση ζω­ντα­νεύ­ει με ένα κυ­κλι­κό πα­νο­ρα­μίκ “τον Που­νέ­ντε τον Κα­μα­ρια­νέι­κο”, που “μπή­κε στον πει­ρα­σμό” να ση­κώ­σει τον προ­κομ­μέ­νο Σταύ­ρο, κα­θό­σον “λε­πτο­κα­μω­μέ­νος και λια­νο­κόκ­κα­λος”, ενώ “ο γά­δα­ρός” του, πα­ρά τον τί­τλο, «Πε­τά­ει ο Γά­δα­ρος;», δεν πε­τά­ει, αλ­λά σπά­ζει το σχοι­νί και ανα­στα­τώ­νει “τον πα­λιό μώ­λο” των Κα­μα­ρών, όπως τον πρό­λα­βε παι­δί ο συγ­γρα­φέ­ας. Με αυ­τό το σου­ρε­α­λι­στι­κό μο­νο­πλά­νο δεν ανα­σταί­νε­ται μό­νο ο τό­πος, όπως ήταν πριν έρ­θουν “οι επαγ­γελ­μα­τί­ες ερ­γο­λά­βοι” και ό,τι απο­κα­λού­με αξιο­ποί­η­ση, αλ­λά δια­σκε­δά­ζει και ο ση­με­ρι­νός ανα­γνώ­στης, ο νε­ό­τε­ρος, που δυ­σα­να­σχε­τεί με πα­ρελ­θο­ντο­λο­γί­ες και το­πι­κι­σμούς.
Τό­νοι πε­ρι­παι­κτι­κοί έως σαρ­κα­στι­κοί δια­χέ­ο­νται και στις υπό­λοι­πες δι­η­γή­σεις. Λαν­θά­νουν και κα­ταγ­γελ­τι­κοί τό­νοι, κα­λά κρυμ­μέ­νοι από “το πα­ρα­δο­σια­κό, υπό­γειο, ανα­τρε­πτι­κό και αναρ­χι­κό χιού­μορ” του Σιφ­νιού, κα­τά την πε­ρι­γρα­φή του συγ­γρα­φέα στο δι­ή­γη­μα «Ο Σω­τή­ρης ο για­τρός». Στην πε­ρί­πτω­ση της οι­κο­γέ­νειας Πο­λε­νά­κη, απο­βαί­νει εμ­φα­νέ­στε­ρο, κα­θώς φαί­νε­ται να πη­γαί­νει από πα­τέ­ρα σε γιο. Ο πα­τέ­ρας του συγ­γρα­φέα, ο γε­λοιο­γρά­φος Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης, ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στός από το εβδο­μα­διαίο πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύλης «Το Ρο­μάν­τσο», με τις θρυ­λι­κές φι­γού­ρες του Σπα­γκο­ραμ­μέ­νου και του γκα­φα­τζή Πί­πη Πά­πια, εί­ναι ο ήρω­ας του κα­τα­λη­κτι­κού αφη­γή­μα­τος «Το αστείο του Πο­λε­νά­κη ή φου­γά­ρα στη Συγ­γρού». Σε εκεί­νο, δί­νε­ται με ένα άλ­λο ξε­καρ­δι­στι­κό μο­νο­πλά­νο η απο­βί­βα­ση τα πα­λιά χρό­νια στο λι­μά­νι με βάρ­κες. Κά­πως έτσι, ο Πο­λε­νά­κης κα­τορ­θώ­νει να μην ηθο­γρα­φεί, αλ­λά, αντι­στρό­φως, να επω­φε­λεί­ται από τον τό­πο, αντλώ­ντας το υπό­στρω­μα για τις ιστο­ρί­ες του, χιου­μο­ρι­στι­κές ή και ιστο­ρι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος όπως η ομό­τι­τλη.
Αυ­τή η ιστο­ρία εί­ναι που τον συ­στή­νει κα­λύ­τε­ρα ως πε­ζο­γρά­φο. Δεν έχει μό­νο την έκτα­ση νου­βέ­λας, αλ­λά και μία πρω­τό­τυ­πη αφη­γη­μα­τι­κή δο­μή, που προσ­δί­δει στην υπό­θε­ση πλο­κή και κά­ποιο σα­σπένς. Δυο θή­λεια ονό­μα­τα, το ένα ξε­νι­κό και το άλ­λο αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό, η Μό­νι­κα και η Αλ­κμή­νη, βρί­σκο­νται ανα­με­μιγ­μέ­να στο άσχη­μο τέ­λος του συ­ρια­νού Δη­μή­τρη Περ­σά­κη. Εί­χε “με­λαγ­χο­λι­κά μαύ­ρα μά­τια ποι­η­τή”, ήταν “κρυ­φά λο­γο­δο­σμέ­νος με την όμορ­φη δε­κα­ε­φτά­χρο­νη Μα­ρία” από τη Σίφ­νο, βρέ­θη­κε στον πό­λε­μο “δό­κι­μος ση­μαιο­φό­ρος του πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού” και στην Κα­το­χή, σα­μπο­τέρ στη Σίφ­νο. Η ιστο­ρία αρ­χί­ζει in media res: προ­δο­σία, φυ­λά­κι­ση, από­πει­ρα από­δρα­σης, συ­μπλο­κή με γερ­μα­νι­κή πε­ρί­πο­λο. Οι βί­οι προ­σώ­πων και πλε­ού­με­νων συ­μπλέ­κο­νται, το κου­βά­ρι ξε­μπλέ­κε­ται με τις μαρ­τυ­ρί­ες δια­δο­χι­κών αφη­γη­τών. Ο κυ­ρί­ως αφη­γη­τής, μάλ­λον το alter ego του συγ­γρα­φέα, για να κα­λύ­ψει τις πολ­λα­πλές πτυ­χές της ιστο­ρί­ας, περ­νά­ει τη σκυ­τά­λη σε άλ­λα πρό­σω­πα, που τυ­χαί­νει να έχουν άμε­ση γνώ­ση των συμ­βά­ντων. Επι­προ­σθέ­τως, στη δι­κή του αφή­γη­ση, εναλ­λάσ­σει το πρώ­το πρό­σω­πο με το δεύ­τε­ρο, απευ­θυ­νό­με­νος σε μία γυ­ναί­κα, που μέ­νει αό­ρι­στης υπό­στα­σης, σί­γου­ρα νέα και επι­θυ­μη­τή. Όπως και στη σύ­ντο­μη ιστο­ρία, «Λά­κτι­σμα πώ­μα­τος φιά­λης», όταν υπάρ­χουν ερω­τι­κοί υπαι­νιγ­μοί, η δι­ή­γη­ση απο­κτά τρυ­φε­ρή χροιά, εί­τε πρό­κει­ται για μα­ταιω­μέ­νους έρω­τες άλ­λων και­ρών εί­τε για μια ασα­φή μελ­λο­ντι­κή υπό­σχε­ση. Να ση­μειώ­σου­με, πως ο θε­α­τρι­κός Πο­λε­νά­κης βοη­θά τον πε­ζο­γρά­φο στη σκια­γρά­φη­ση μί­ας ρο­μα­ντι­κής ηρω­ί­δας. Στα πρό­σω­πα της νου­βέ­λας εμπλέ­κε­ται και μία νέα ηθο­ποιός, ονό­μα­τι Ζωή, που πρό­λα­βε να υπο­δυ­θεί μό­νο έναν ρό­λο, αυ­τόν της Οφή­λιας, να ερω­τευ­τεί και να πε­θά­νει νέα. Μο­να­δι­κό δια­σω­θέν ίχνος της εί­ναι η σει­ρά πι­νά­κων της αδελ­φής του Δη­μή­τρη, της γνω­στής ζω­γρά­φου Γιάν­νας Περ­σά­κη, με τί­τλο, «Ζωή». Το επί­θε­το της Ζω­ής, ο συγ­γρα­φέ­ας το αφή­νει γρί­φο για επα­ΐ­ο­ντες. Τέ­λος, οι λο­γο­τε­χνι­κά υπο­ψια­σμέ­νοι θα εκτι­μή­σουν το πα­πα­δια­μά­ντειο άρω­μα, εις στα­γό­νας μεν αλ­λά ευ­διά­κρι­το. “Επι­πο­λής εις το κύ­μα” έπλεε η Μό­νι­κα, ως “άν­θος του για­λού”, που βρή­κε δρα­μα­τι­κό­τε­ρο τέ­λος εκεί­νου του Δη­μή­τρη.


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Φω­το­γρα­φία: Κα­μά­ρες Σίφ­νου, 1963. Βάρ­κα τρα­βηγ­μέ­νη στο βρα­χώ­δες του για­λού. Φωτ. Δημ. Πα­πα­δή­μος.
 Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην εφη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 13/9/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια: