Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Το κοίτασμα της γενέτειρας

Ηλίας Λ. Πα­πα­μό­σχος
«Η α­λε­πού της σκά­λας
και άλ­λες ι­στο­ρίες»
Εκδό­σεις Κί­χλη
Ιού­νιος 2015
 
Αι­σίως, τα ε­κα­τό­στι­σε ο Ηλίας Πα­πα­μό­σχος, με ά­κλει­στα τα πε­νή­ντα και πα­ρό­τι ξε­κί­νη­σε σχε­τι­κά αρ­γά, κο­ντά σα­ρα­ντά­ρης. Ανα­φε­ρό­μα­στε, προ­φα­νώς, στα διη­γή­μα­τά του, ει­δι­κό­τε­ρα, τα δη­μο­σιευ­μέ­να σε βι­βλίο, κα­θώς, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τα μπλο­γκ και τις λοι­πές η­λεκ­τρο­νι­κές α­ναρ­τή­σεις, τα δη­μο­σιο­ποιη­μέ­να μπο­ρεί να εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα. Καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Κα­στο­ριάς, ε­δώ και σχε­δόν μία ει­κο­σα­ε­τία, κα­τόρ­θω­σε να σπά­σει το φράγ­μα του 0λύ­μπου, που αρ­κε­τούς Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τες συγ­γρα­φείς, ι­δίως διη­γη­μα­το­γρά­φους, εί­χε α­να­κό­ψει στο πα­ρελ­θόν, και να εκ­δώ­σει πέ­ντε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, μέ­σα σε έ­ντε­κα χρό­νια, σε τρεις εκ­δο­τι­κούς οί­κους, α­θη­ναϊκούς, δυο με­γά­λους και τον τρί­το, προ­σώ­ρας μι­κρό, αλ­λά με τη φή­μη ε­πί­λε­κτων εκ­δό­σεων. Η πρό­σφα­τη συλ­λο­γή εί­ναι η πιο ο­λι­γο­σέ­λι­δη, αν και με­τρά 23 διη­γή­μα­τα. Όταν, προ τε­τρα­ε­τίας, σχο­λιά­ζα­με την τέ­ταρ­τη συλ­λο­γή, α­θροί­ζα­με λαν­θα­σμέ­να το σύ­νο­λο του τό­τε έρ­γου του σε 76 διη­γή­μα­τα, ε­νώ α­νερ­χό­ταν σε 77.
Η α­βλε­ψία εί­χε προ­κύ­ψει, για­τί στη­ρι­ζό­μα­στε στις σε­λί­δες των πε­ριε­χο­μέ­νων, ό­που, στο πρώ­το βι­βλίο, κα­τα­γρά­φο­νται 15 διη­γή­μα­τα α­ντί 16, κα­θώς πα­ρα­λεί­πε­ται το τε­λευ­ταίο, με τίτ­λο «Νό­στος». Σε αυ­τό, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ευ­θέως τον αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα των γρα­πτών του, ε­ξο­μο­λο­γού­με­νος τον δι­κό του νό­στο. “Γύ­ρι­σα στο γε­νέ­θλιο το­πίο, το διαυ­γές και γεν­ναιό­δω­ρο, που υ­πο­μο­νε­τι­κά τό­σα χρό­νια με πε­ρί­με­νε, φυ­λά­γο­ντας στο χώ­μα του τους πό­θους που δεν κάρ­πι­σαν αλ­λού...” Κα­τα­λη­κτι­κά, προ­σθέ­τει, “Την ευ­τυ­χία μου μη­ρυ­κά­ζω και πί­σω δεν κοι­τώ...” Υπερ­βάλ­λει ως προς την διάρ­κεια και το ε­πώ­δυ­νο της α­πο­δη­μίας του, κα­τα­πώς κά­νουν συ­νή­θως οι μυ­θο­πλά­στες. Μό­λις δώ­δε­κα χρό­νια κρά­τη­σε ο ξε­νι­τε­μός του, συ­νυ­πο­λο­γι­ζο­μέ­νων των σπου­δών. Κι ό­μως, σε συ­νέ­ντευ­ξη, προ τριε­τίας, εμ­μέ­νει: “Στην Αθή­να δη­μιούρ­γη­σα συν­θή­κες α­σφυ­ξίας. Ήξε­ρα πως το κοί­τα­σμα βρι­σκό­ταν στη γε­νέ­τει­ρα.”   

Γεω­λό­γος σπού­δα­σε ο Πα­πα­μό­σχος, πα­ρά τις εν­διά­με­σες αλ­λό­τριες α­πα­σχο­λή­σεις του, σε ε­πι­χει­ρή­σεις βι­βλίων και δερ­μά­των, θα θυ­μά­ται πως η συσ­σώ­ρευ­ση ο­ρυ­κτών κα­τάλ­λη­λων προς εκ­με­τάλ­λευ­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται σε ο­ρι­σμέ­να μό­νο στρώ­μα­τα γης. Του­τέ­στιν “το κοί­τα­σμα” κά­πο­τε σώ­ζε­ται. Εξαρ­χής, έ­τυ­χε ευ­νοϊκής κρι­τι­κής υ­πο­δο­χής, που κα­τέ­λη­ξε ε­γκω­μια­στι­κή, κα­θώς πα­λαιό­τε­ροι μά­στο­ρες διη­γη­μα­το­γρά­φοι τού έ­δω­σαν το χρί­σμα, ο­πό­τε και οι νεό­τε­ροι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές α­νε­βά­ζουν τους τό­νους. Αυ­τή η ευ­θυ­νό­φο­βη τα­κτι­κή εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής, ι­δίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, και δεί­χνει τον ε­τε­ρό­φω­το τρό­πο που γρά­φε­ται. Αυ­τό μπο­ρεί να το εκ­με­ταλ­λευ­θεί έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που διαι­σθά­νε­ται πως η έ­μπνευ­σή του στραγ­γί­ζει. Όντας σί­γου­ρος πως δεν θα γί­νει α­ντι­λη­πτό, νο­θεύει ε­λα­φρώς την πρα­μά­τειά του με ό,τι του βρί­σκε­ται.
Ένας, ό­μως, που δια­θέ­τει λο­γο­τε­χνι­κή συ­νεί­δη­ση, δεν πρέ­πει να ε­φη­συ­χά­ζει, κα­θώς ο κίν­δυ­νος έκ­πτω­σης κα­ρα­δο­κεί, ι­δίως ό­ταν προ­σεγ­γί­ζει τα μο­λυ­σμέ­να α­θη­ναϊκά ύ­δα­τα. Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, μέ­νει ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο ο Πα­πα­μό­σχος τα ε­κα­τό­στι­σε τα διη­γή­μα­τά του. Ή μή­πως η και­νού­ρια συλ­λο­γή α­πο­τε­λεί­ται μεν α­πό 23 σύ­ντο­μα πε­ζά, αλ­λά πο­λύ λι­γό­τε­ρα εί­ναι τα αν­τλη­μέ­να α­πό “το κοί­τα­σμα”. Προς κα­θη­σύ­χα­ση, ο συγ­γρα­φέ­ας πρό­σθε­σε το σύ­ντο­μο κεί­με­νο του ο­πι­σθό­φυλ­λου: “Αν κά­τι δέ­νει τις ι­στο­ρίες αυ­τού του βι­βλίου, σ’ έ­να βα­θύ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, αυ­τό εί­ναι ο τό­πος... ” Μα ο τό­πος δέ­νει τις ι­στο­ρίες και των τεσ­σά­ρων προ­η­γού­με­νων βι­βλίων του. Για­τί, σε αυ­τό ει­δι­κά, υ­ψώ­νει ση­μαία την ε­ντο­πιό­τη­τα. Μας θυ­μί­ζει τους ι­διο­κτή­τες αυ­θαι­ρέ­των οι­κο­δο­μη­μά­των, που σπεύ­δουν, τε­λειώ­νο­ντας την κα­τα­πά­τη­ση, να α­ναρ­τή­σουν την γα­λα­νό­λευ­κη. Κα­τά τα άλ­λα, ο Πα­πα­μό­σχος φαί­νε­ται να θεω­ρεί, πως η γλώσ­σα, κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση και το ύ­φος, αρ­κούν για να χα­ρα­κτη­ρι­στεί το πε­ζό, διή­γη­μα. Κι ό­μως, το διή­γη­μα εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Αλλά οι σχοι­νο­τε­νείς ι­στο­ρίες, α­πό την μία, που σερ­βί­ρο­νται δί­κην διη­γή­μα­τος, και στο άλ­λο ά­κρο, το βά­φτι­σμα του οιου­δή­πο­τε σύ­ντο­μου πε­ζού, μέ­χρι και της μίας φρά­σης, σε μπον­ζάι διή­γη­μα, ό­που, πα­ρε­μπι­πτό­ντως, αμ­φό­τε­ρα μπο­ρεί να δια­θέ­τουν ύ­φος, μάλ­λον έ­χουν θο­λώ­σει  την πε­ρί διη­γή­μα­τος α­ντί­λη­ψη. Όπως και να έ­χει, αυ­τήν τη φο­ρά, δεν α­να­φέ­ρε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο ως τό­πος η Κα­στο­ριά, αλ­λά πιο αό­ρι­στα, πως “η πυ­ξί­δα των ι­στο­ριών ση­μα­δεύει τον βορ­ρά.”
Από τα πε­ζά της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, που πι­στεύου­με ό­τι δια­φο­ρο­ποιού­νται, εί­ναι και τα 13 που εί­χαν πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση σε έ­ντυ­πο. Και στις προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες, που έ­χουν πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις. Ξε­κι­νούν α­πό την ε­φη­με­ρί­δα «Οδός» της Κα­στο­ριάς, ε­νώ, α­πό την τρί­τη συλ­λο­γή, προ­στί­θε­νται δη­μο­σιεύ­σεις σε έ­να θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό και τρία α­θη­ναϊκά. Στην πρό­σφα­τη, υ­πάρ­χουν δη­μο­σιεύ­σεις, ε­πι­προ­σθέ­τως, σε δυο α­θη­ναϊκές ε­φη­με­ρί­δες. Αυ­τές έ­χουν τον δια­φο­ρε­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα ε­νός κα­τά πα­ραγ­γε­λία κει­μέ­νου. Λ.χ., το κα­τα­λη­κτι­κό διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­θη­κε σε ει­δι­κή έκ­δο­ση ε­φη­με­ρί­δας για το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο του 2013, η ο­ποία έ­χει τον τίτ­λο, «Μή­τηρ Θε­ού, μη­τέ­ρα των αν­θρώ­πων». Οκτώ άλ­λα δη­μο­σιεύ­τη­καν στη στή­λη με “πρω­τό­τυ­πα σύ­ντο­μα κεί­με­να” που κρα­τού­σε ο συγ­γρα­φέ­ας το 2011 σε έν­θε­το έ­τε­ρης ε­φη­με­ρί­δας. Σε αυ­τά, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πα­νέρ­χε­ται στα θέ­μα­τα των διη­γη­μά­των του, ό­πως τα κυ­νή­για ή τα πά­θη της για­γιάς. Δια­φέ­ρει, ό­μως, η α­φή­γη­ση. Λεί­πει το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πει­σι­θά­να­το κλί­μα, που α­πο­τε­λεί α­να­γνω­ρι­στι­κό στοι­χείο των διη­γη­μά­των του. Σαν να γί­νο­νται πα­ρα­χω­ρή­σεις μην και χα­λά­σει η διά­θε­ση του α­να­γνώ­στη ε­φη­με­ρί­δας. Επι­πλέ­ον, ε­κεί­να της μό­νι­μης στή­λης συ­χνά ε­πι­διώ­κουν κά­ποιον ε­πι­και­ρι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ε­νώ προσ­δί­δουν δι­δα­κτι­κή χροιά στο δέ­σι­μο του μύ­θου, ε­πι­στρα­τεύο­ντας, προς έμ­φα­ση, α­πο­φθεγ­μα­τι­κές φρά­σεις.
Ει­δι­κά, το ε­πε­τεια­κό του Δε­κα­πε­νταύ­γου­στου τεί­νει προς μια “πρό­ζα που πά­ει να χο­ρέ­ψει”, μα­κράν “της πυ­κνό­τη­τας του ποιη­τι­κού λό­γου”.  Αλλά και με­ρι­κά α­πό τα α­νέκ­δο­τα, ό­πως το ο­μό­τιτ­λο, που, σε έ­να κρε­σέ­ντο ζωο­φι­λίας, προ­σθέ­τει έ­ναν α­κό­μη τίτ­λο με α­λε­πού­δες, αυ­τή “στη σκά­λα”, ε­νώ η προ­η­γού­με­νη, του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη, εί­ναι “στην πλα­γιά”. “Ο Σε­φέ­ρης εί­ναι για μέ­να σχο­λείο. Εί­ναι έ­να χει­ρουρ­γείο της γλώσ­σας”, έ­χει δη­λώ­σει ο συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή του. Ο Σε­φέ­ρης, λοι­πόν, έ­χει α­πο­φαν­θεί, πως πα­ρό­μοια πρό­ζα εί­ναι “κα­κή πρό­ζα”. Μπο­ρεί να έ­χει δί­κιο ο ποιη­τής, ται­ριά­ζει, ω­στό­σο, σε έ­να κεί­με­νο α­φιε­ρω­μέ­νο στην Κοί­μη­ση της Θε­ο­τό­κου, ή στη νε­κρο­λο­γία α­γα­πη­τής φί­λης, που τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Κο­τσύ­φι» και εί­ναι το έ­να α­πό τα δυο κεί­με­να τα δη­μο­σιευ­μέ­να στην κα­στο­ρια­νή ε­φη­με­ρί­δα. Σε αυ­τό, ο α­φη­γη­τής, κα­θώς προ­σπα­θεί να συ­νται­ριά­σει τις ρο­διές με τον μύ­θο της Περ­σε­φό­νης, πα­ραλ­λάσ­σο­ντας και συ­μπλη­ρώ­νο­ντας τον μύ­θο του κό­τσυ­φα, φαί­νε­ται σαν να δο­κι­μά­ζε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά. Κά­τι, που γί­νε­ται εμ­φα­νέ­στε­ρο στην κα­τα­κλεί­δα του διη­γή­μα­τος, ό­που και δυ­σκο­λεύε­ται να δέ­σει τα πα­ρά­ται­ρα ευ­ρή­μα­τα. Η ο­πτι­κή αλ­λά­ζει, με την α­φιέ­ρω­ση του κει­μέ­νου, “στη Νέ­νη Τσα­δή­λα”, και την η­με­ρο­μη­νία δη­μο­σίευ­σης, 5/2/2015. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κη του συγ­γρα­φέα η Ελέ­νη Τσα­δή­λα, η­θο­ποιός, σκη­νο­θέ­τις, κυ­ρίως  δη­μιουρ­γός του Πο­λι­τι­στι­κού Συλ­λό­γου «Το σπα­σμέ­νο ρό­δι», α­πε­βίω­σε, μό­λις συ­μπλη­ρω­μέ­να τα πε­νή­ντα, στις 15/1/2015.
Ο Πα­πα­μό­σχος συ­νη­θί­ζει α­φιε­ρώ­σεις και μό­το. Μέ­χρι που υ­πάρ­χει και μό­νι­μος, σε κά­θε συλ­λο­γή, α­πο­δέ­κτης α­φιε­ρω­μα­τι­κού διη­γή­μα­τος. Στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, αν δεν σφάλ­λου­με, οι α­φιε­ρώ­σεις δεί­χνουν προς Κα­στο­ρια­νούς. Για τα μό­το, προ­τι­μά ξέ­νους συγ­γρα­φείς και α­πό Έλλη­νες, μό­νο ποιη­τές. Στην πρό­σφα­τη, τα δυο μό­το, με στί­χους α­πό το «ΥΓ.» του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, ση­μα­το­δο­τούν εμ­μέ­σως ως σκη­νι­κό χώ­ρο των διη­γη­μά­των την Θεσ­σα­λο­νί­κη, ε­νώ ο κυ­ρίως κορ­μός μέ­νει ε­ντός της γε­νέ­θλιας πε­ρι­μέ­τρου. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, προ­βλέ­πε­ται μό­το για ο­λό­κλη­ρη τη συλ­λο­γή, αλ­λά ό­χι κά­τι η­χη­ρό, ό­πως το α­πό­φθεγ­μα α­πό την “βί­βλο” των Τα­οϊστών του πρώ­του βι­βλίου, ού­τε ε­μπει­ρί­κειο, ό­πως στο τρί­το. Πρό­κει­ται για δά­νεια φρά­ση α­πό διή­γη­μα Κα­στο­ρια­νού, του Γιώρ­γου Γκο­λο­μπία. Στο σχο­λια­σμό της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, με α­φορ­μή το ο­μό­τιτ­λο διή­γη­μα, «Ο μυς της καρ­διάς», που έ­χει ως θέ­μα τον ο­δυ­νη­ρό θά­να­το “του φί­λου του Γιώρ­γου”, πα­ρα­τη­ρού­σα­με πως θα α­να­με­νό­ταν να τον ο­νο­μα­τί­ζει. Εί­χε προ­η­γη­θεί, στην τρί­τη συλ­λο­γή, έ­να α­φιε­ρω­μέ­νο σε ε­κεί­νον διή­γη­μα, «Τούρ­τα τάρ­τα», α­πό ε­κεί­να τα λι­γο­στά εύ­θυ­μα, με τις μι­κρο­α­πο­λαύ­σεις, τα χού­για και τα πά­θη για­γιά­δων και παπ­πού­δων.
Με το μό­το της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, ε­ξο­φλεί τα δά­νεια α­πό το φί­λο του, ό­πως, με­τα­ξύ άλ­λων, οι γε­ρό­ντισ­σες, αλ­λά και η βα­ριά, λι­μναία α­τμό­σφαι­ρα. Τα ε­ξο­φλεί ή μή­πως, τα δι­καιο­λο­γεί, κα­θώς, με το μό­το, φαί­νε­ται να διεκ­δι­κεί με­ρί­διο: “Μπο­ρεί ό­μως κι α­πό μό­νος μου να ή­ξε­ρα την ι­στο­ρία.” Αυ­τό, πά­ντως, θα ή­ταν πλη­ρέ­στε­ρο, με α­να­φο­ρά του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος, «Το άρ­ρω­στο σπί­τι», α­πό το ο­ποίο έ­χει αν­τλη­θεί. Εί­ναι έ­να α­πό τα ε­πτά διη­γή­μα­τα της μίας και μο­να­δι­κής, με­τα­θα­νά­τιας συλ­λο­γής, που α­πέ­κτη­σε ο Γκο­λο­μπίας, με τίτ­λο, «Ψά­χνο­ντας το χρυ­σά­φι». Εκεί, θα πρέ­πει να το διά­βα­σε ο Πα­πα­μό­σχος. Αν και η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του εί­ναι στο δεύ­τε­ρο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», χει­μώ­νας 1988-89. Μό­λις πέ­ντε χρό­νια δια­φο­ρά η­λι­κίας έ­χουν ο Γκο­λο­μπίας και ο Πα­πα­μό­σχος, ό­μως υ­πάρ­χει αι­σθη­τή δια­φο­ρά. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό, πως ο Γκο­λο­μπίας και δυο-τρεις φί­λοι της γε­νιάς του ’80, για να εκ­φρα­στούν, έ­φτια­ξαν «Το Πα­ρα­μι­λη­τό», ε­νώ ο Πα­πα­μό­σχος, ο Πέ­τρος Κου­τσια­μπα­σά­κος και τέσ­σε­ρις α­κό­μη, ό­λοι πρω­το­εμ­φα­νι­σθέ­ντες μέ­σα στη πρώ­τη δε­κα­ε­τία του 21ου συ­γκρό­τη­σαν “μια κλει­στή η­λεκ­τρο­νι­κή πα­ρέα σε έ­να μπλο­γκ”.
Στον Κου­τσια­μπα­σά­κο, ό­μως, θα ε­πα­νέλ­θου­με. Σε α­πό­στα­ση η­με­ρών, εί­χαν εκ­δώ­σει την πρώ­τη συλ­λο­γή τους ο Κου­τσια­μπα­σά­κος και ο Πα­πα­μό­σχος, Φεβ.-Μάρ. 2004, σε μι­κρή α­πό­στα­ση και την τε­λευ­ταία, Μάρ.-Ιούν. 2015. Μό­νο που για τον πρώ­το, ή­ταν με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση, φρο­ντί­δα δυο φί­λων, ό­πως και ε­κεί­νη του Γκο­λο­μπία. Κα­τά σύ­μπτω­ση, με ε­πτά διη­γή­μα­τα την εί­χε ο­ρί­σει ο Κου­τσια­μπα­σά­κος, πριν την σώ­σει σε “φά­κε­λο”. Και σε αυ­τόν α­φιε­ρώ­νει διή­γη­μα ο Πα­πα­μό­σχος, το συ­ντο­μό­τε­ρο της συλ­λο­γής, μό­λις έ­ντε­κα σει­ρές, με τίτ­λο, «Η ζωή εί­ναι». Κρυ­πτι­κό: στο γρα­φείο των χει­ρούρ­γων, σε γυά­λα μια έ­κτο­πη κύη­ση, στον μαυ­ρο­πί­να­κα, σχε­δια­σμέ­νη μια μή­τρα με τη συ­νο­δευ­τι­κή  φρά­ση, “η ζωή εί­ναι ο ψαλ­μός 129”, δη­λα­δή η «Ωδή των α­να­βαθ­μών», “…ήλ­πι­σεν η ψυ­χή μου ε­πί τον Κύ­ριον α­πό φυ­λα­κής πρωίας μέ­χρι νυ­κτός...” Έμμε­ση μνεία της πε­ρι­πέ­τειας, που πέ­ρα­σαν και οι δυο σε νο­σο­κο­μείο, α­πό ό­που μό­νο ο έ­νας ε­ξήλ­θε.
Μπο­ρεί το διή­γη­μα να χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται μπον­ζάι, πά­ντως, εί­ναι έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα της πρό­σφα­της συλ­λο­γής, ό­που ξε­χω­ρί­ζουν πε­ρί τα δέ­κα, που πο­λιορ­κούν το ί­διο πά­ντο­τε θέ­μα, το τρί­πτυ­χο, αρ­ρώ­στια-θά­να­τος-πέν­θος. Ο συγ­γρα­φέ­ας σκια­γρα­φεί πρό­σω­πα, με μέ­λη­μα να πε­ρι­γρά­ψει, μέ­σα α­πό τη δι­κή τους  ο­δύ­νη, τον πα­νι­κό “που του ορ­γώ­νει την κοι­λιά”. Μό­νο για την α­σθέ­νεια και τον θά­να­το της Νέ­νης Τσα­δή­λα, κα­τα­φεύ­γει στους μύ­θους. Πι­θα­νώς να συμ­βάλ­λει η δη­μο­σίευ­ση του κει­μέ­νου στην ε­φη­με­ρί­δα του τό­που τους.
Θα μπο­ρού­σε, ω­στό­σο, να ε­μπνευ­στεί μία ι­στο­ρία για το συ­να­πά­ντη­μά της με τον Γκο­λο­μπία. Δι­κή της ι­δέα ή­ταν η με­τα­μόρ­φω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος του Γκο­λο­μπία σε θε­α­τρι­κή πα­ρά­στα­ση. Χά­ρις σε ε­κεί­νη το διή­γη­μα, «Ο ά­γιος Ζα­μπλα­κάς», που εί­χε πα­ρα­λη­φθεί στη συλ­λο­γή, βγή­κε α­πό το πε­ρι­θώ­ριο, το χά­ρη­καν οι Κα­στο­ρια­νοί σε πα­ρά­στα­ση και με­τά, σε βι­βλιά­ριο. Ήταν ε­κεί­νοι οι δυο πρόω­ρα α­πο­χω­ρή­σα­ντες, που εί­χαν εκ­φρά­σει την α­ντι­συμ­βα­τι­κό­τη­τά τους και με αυ­τό το “ά­τα­κτο” διή­γη­μα, πλα­σμέ­νο “α­πό πα­ρα­μύ­θι του λα­ού”. Πιο κομ­φορ­μι­στές οι ε­πι­ζώ­ντες, μέ­νουν στους κα­τη­χη­τι­κούς μύ­θους. Στο βι­βλίο του Πα­πα­μό­σχου, μό­νο “πε­τει­νοί λα­λί­στα­τοι” ζευ­γα­ρώ­νουν, μό­νο “λι­βε­λού­λες” φτά­νουν στον “ε­ρω­τι­κό πα­ρο­ξυ­σμό”. Εί­θε, μέ­χρι να τα ε­κα­το­στί­σει, ο­λί­γον να τα αρ­τύ­σει κι ας α­μαρ­τή­σει.
 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
 
Φωτογραφία: Λιβελούλες σε στιγμή συνεύρεσης.
 
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 27/9/2015.

2 σχόλια:

akrat είπε...

!!!!!!!!!!!

Νώντας Τσίγκας είπε...

Κυρία Θεοδοσοπούλου,
επιτρέψτε μου μερικές επισημάνσεις στα γραφόμενά σας:

Γράφετε: «[…] σχεδόν συνομήλικη του συγγραφέα η Ελένη Τσαδήλα [..]
Η Ελένη ["Νένη"] Τσαδήλα πέθανε λίγο προτού κλείσει τα 55της.

Γράφετε: «[…] Θα μπορούσε, ωστόσο, να εμπνευστεί μία ιστορία για το συναπάντημά της με τον Γκολομπία».
Mάλλον …άδικη η παραίνεσή σας προς τον συγγραφέα και για τα «ρόδια» του. Ας μην ξεχνάμε πως η Νένη εργάστηκε ακάματα με τον πολιτιστικό Σύλλογο «Σπασμένο ρόδι» της Καστοριάς του οποίου υπήρξε η ψυχή και το αίμα. Η σύλληψη του Παπαμόσχου να μιλήσει τόσο αφαιρετικά και «κρυπτικά» με το κοτσύφι που τσιμπολογά τα ατρύγητα ρόδια το καταχείμωνο ήταν ευρηματική. H Nένη Τσαδήλα φυσικά συναντήθηκε πρώτα με τον έργο του Παπαμόσχου και πολύν καιρό αργότερα με το έργο του Γκολομπία (μετά το θάνατο του Γιώργου-όταν κυκλοφόρησαν τα διηγήματά του). Με το "Σπασμένο ρόδι" παρουσίασε δραματοποιημένα στην Καστοριά και στη Θεσσαλονίκη διηγήματα από την πρώτη του Συλλογή «Καλό ταξίδι κούκλα μου» πριν κάμποσα χρόνια.

Γράφετε: «[…] Ο άγιος Ζαμπλακάς», που είχε παραληφθεί στη συλλογή, βγήκε από το περιθώριο, το χάρηκαν οι Καστοριανοί σε παράσταση και μετά, σε βιβλιάριο[…]

Είναι αλήθεια πως οι καστοριανοί χάρηκαν μεν την παράσταση (όσοι λίγοι κι εκλεκτοί την παρακολούθησαν). Το « βιβλιάριο» όμως το οποίο κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου σε 500 αριθμημένα αντίτυπα τα οποία διανεμήθηκαν χέρι-χέρι ή στάλθηκαν σε λίγους ανά την Ελλάδα, δυστυχώς δεν το χάρηκαν ΚΑΘΟΛΟΥ.
Απορίας άξιον ωστόσο παραμένει, το γεγονός ότι τα Μέλη του συλλόγου «Σπασμένο Ρόδι» -χάρη στην απίστευτη στάση της προέδρου του !!- ουδόλως ενδιαφέρθηκαν να αποκτήσουν αντίτυπα του μικρού βιβλίου και τήρησαν αποκαρδιωτική απόσταση και σιωπή σε όποια απόπειρα επικοινωνίας για το συγκεκριμένο θέμα.
Οι βογατσιώτες -της γενέτειρας του Γ. Γκολομπία επίσης δεν θέλησαν [ στα πλαίσια των «Δραγουμείων 2014» ] ούτε την μαγνητοσκοπημένη προβολή της παράστασης του "Ζαμπλακά" , όσο ακόμα η Νένη ζούσε και της άξιζε να τιμηθεί- αλλά ούτε και την δωρεάν διανομή, με την ευκαιρία της προβολής, αυτού του μικρού βιβλίου.

Ελπίζω πως τώρα τακτοποιούνται ορισμένες -όχι ιδαίτερα βεβαια σημαντικες- πραγματολογικού περιεχομένου ασάφειες ή στρεβλώσεις.