Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Απωθημένες μνήμες

Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου
«Ήμι­συ του πα­ντός»
Εκδ. Πα­τά­κη
Νοέ. 2015

 
Η Δή­μη­τρα Κολ­λιά­κου, με­τά δε­κα­ε­πτά­χρο­νη συγ­γρα­φι­κή πο­ρεία, με το και­νού­ριο της βι­βλίο φαί­νε­ται να αλ­λά­ζει γραμ­μή πλεύ­σης. Με βά­ση τα βιο­γρα­φι­κά, ε­παυ­ξη­μέ­να με πλη­ρο­φο­ρίες που δί­νει κα­τά και­ρούς σε συ­νε­ντεύ­ξεις, τα  προ­η­γού­με­να θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν, πα­ρό­τι ποι­κίλ­λουν οι υ­πο­θέ­σεις τους, σε με­γά­λο βαθ­μό αυ­το­βιο­γρα­φι­κά. Βα­σι­κό­τε­ρο στοι­χείο, σε αυ­τήν τη λαν­θά­νου­σα έκ­θε­ση προ­σω­πι­κών ε­μπει­ριών, εί­ναι ο τό­πος, στον ο­ποίο ε­κτυ­λίσ­σο­νται οι ι­στο­ρίες. Ήδη, α­πό το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Το μα­γείο» (1999), η η­ρωί­δα της, Αθη­ναία, α­πό εύ­πο­ρη οι­κο­γέ­νεια, ταυ­τι­ζό­με­νη με τα συγ­γρα­φι­κά ί­χνη, βρί­σκε­ται στο Εδιμ­βούρ­γο, ό­που εκ­πο­νεί δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή στη γλωσ­σο­λο­γία. Εκεί ε­ρω­τεύε­ται έ­ναν συμ­φοι­τη­τή της. Το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Θερ­μο­κρα­σία δω­μα­τίου» (2006), το­πο­θε­τεί­ται στα Ιε­ρο­σό­λυ­μα, τον τό­πο του α­γα­πη­μέ­νου της, στον ο­ποίο ε­κεί­νος κα­τά­φε­ρε να διο­ρι­στεί. Εκεί­νη τον α­κο­λου­θεί, πα­ρά τη θέ­ση που έ­χει ε­ξα­σφα­λί­σει στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Χρό­νιν­γκεν. Στο εν λό­γω Πα­νε­πι­στή­μιο, η Κολ­λιά­κου εί­χε πά­ρει υ­πο­τρο­φία για με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κό, το ο­ποίο και ο­λο­κλή­ρω­σε.
Πα­ρό­λο που έ­μει­νε στην Ολλαν­δία ε­νά­μι­σι χρό­νο, μυ­θι­στό­ρη­μα που να δια­δρα­μα­τί­ζε­ται σε αυ­τό το ι­στο­ρι­κό ευ­ρω­παϊκό πα­νε­πι­στή­μιο δεν προέ­κυ­ψε, ού­τε καν νου­βέ­λα. Εκεί, ό­μως, γρά­φτη­κε το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα. Στο Νιού­κα­στλ, ό­που διο­ρί­στη­κε στο Πα­νε­πι­στή­μιο και πα­ρέ­μει­νε κο­ντά μία δε­κα­πε­ντα­ε­τία, θα πρέ­πει να γρά­φτη­κε το δεύ­τε­ρο. Πά­ντως, πριν ε­γκα­τα­λεί­ψει τη θέ­ση της και την Αγγλία, το 2009, ε­ξέ­δω­σε το τρί­το της βι­βλίο. Μία συλ­λο­γή τεσ­σά­ρων ι­στο­ριών, «Η αρ­ρώ­στια των βου­νών», που το­πο­θε­τού­νται στην Αγγλία, με ε­ξαί­ρε­ση μία μυ­θο­πλα­στι­κή πα­ρέκ­βα­ση στο εί­δος του τα­ξι­διω­τι­κού, που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στην Ινδία. Οι ι­στο­ρίες, σε έ­κτα­ση νου­βέ­λας, θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν ο­μό­κε­ντρες, αν λά­βου­με ως κέ­ντρο την η­ρωί­δα, α­φού, α­κό­μη και στη μία, ό­που το κύ­ριο πρό­σω­πο εί­ναι ο ε­ρα­στής, το βιο­γρα­φι­κό του πλά­θε­ται α­πό ε­κεί­νο της συγ­γρα­φέως και του μυ­θο­πλα­στι­κού της alter ego.
Αυ­τές οι θε­μα­τι­κά  με­τα­χρο­νι­σμέ­νες μυ­θο­πλα­σίες δεί­χνουν πως η Κολ­λιά­κου δεν γρά­φει εν θερ­μώ, αλ­λά, εκ των υ­στέ­ρων, και μό­νο για τους τό­πους με τους ο­ποίους δέ­θη­κε συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Χώ­ρα τής μέ­χρι σή­με­ρα αυ­το­βιο­γρα­φι­κής έ­μπνευ­σης στά­θη­κε κυ­ρίως η Αγγλία. Πρώ­τα το Εδιμ­βούρ­γο και με­τά, στο τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Το πρό­σω­πο του ου­ρα­νού», το Νιού­κα­στλ. Αυ­τό εκ­δό­θη­κε το 2013, γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι, ό­πως και το πρό­σφα­το. Κα­τά τα φαι­νό­με­να, το πα­ρι­σι­νό θα πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νει την ε­πό­με­νη με­τα­κί­νη­ση της συγ­γρα­φέως σε άλ­λη πό­λη ή και χώ­ρα. Προ­σώ­ρας, κρί­νο­ντας α­πό το πρό­σφα­το, η συγ­γρα­φι­κή έ­μπνευ­ση ξε­κί­νη­σε την οί­κα­δε ε­πι­στρο­φή, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ση­με­ρι­νοί και­ροί δεν ευ­νοούν τον νό­στο δια­νοου­μέ­νων πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου, α­ντι­θέ­τως, ω­θούν σε σχέ­δια με­τα­νά­στευ­σης.
Το πέ­μπτο βι­βλίο της Κολ­λιά­κου εί­ναι το πρώ­το, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται εξ ο­λο­κλή­ρου στην Αθή­να. Στον ά­ξο­να Άγιος Στέ­φα­νος, Πλα­τεία Αμε­ρι­κής, Σε­πό­λια, Φι­λο­πάπ­που, Πε­τρά­λω­να, σύμ­φω­να με το πώς ε­πι­λέ­γο­νται οι κα­τοι­κίες των βα­σι­κών προ­σώ­πων. Με τη με­τα­φο­ρά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού μι­κρό­κο­σμου στον γε­νέ­θλιο τό­πο της, η η­ρωί­δα προσ­γειώ­νε­ται ε­πί γης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας την πα­ρα­τή­ρη­ση των νε­φών και τις πα­ραλ­λα­γές των σχη­μά­των τους, που χά­ρι­σαν πρω­τό­τυ­πες ει­κό­νες στο προ­η­γού­με­νο. Αντί της πο­δη­λα­σίας στην αγ­γλι­κή ύ­παι­θρο, οι δια­δρο­μές με τον Ηλεκ­τρι­κό α­πο­φέ­ρουν πε­ρι­γρα­φές δυ­σμορ­φίας και κα­κο­σμίας, που αγ­γί­ζουν τα ό­ρια της βδε­λυγ­μίας. Ενώ, ο συγ­χρω­τι­σμός αλ­λο­δα­πών και γη­γε­νών α­πό την τά­ξη των τα­λαί­πω­ρων, πα­ρα­σύ­ρουν σε φυ­λε­τι­κές συ­γκρί­σεις, με έρ­πο­ντα, έ­ναν, μάλ­λον νο­ση­ρό, ε­ρω­τι­σμό.       
Η αλ­λα­γή στη γραμ­μή πλεύ­σης της συγ­γρα­φέως δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στην το­πι­κή με­τά­θε­ση. Ση­μαί­νει, κυ­ρίως, μία δια­φο­ρε­τι­κή η­ρωί­δα, μα­κράν των αυ­το­βιο­γρα­φι­κών προ­δια­γρα­φών. Αθη­ναία και αυ­τή, αλ­λά α­πό τη λαϊκή τά­ξη, ό­πως δη­λώ­νουν ε­ξαρ­χής, η κα­τοί­κη­σή της σε δυ­τι­κή συ­νοι­κία της πρω­τεύου­σας, τα Σε­πό­λια, και η ερ­γα­σία της μη­τέ­ρας της, ως οι­κια­κή βο­η­θός. Δεν ο­νο­μά­ζε­ται Νε­φέ­λη, ό­πως στο προ­η­γού­με­νο, αλ­λά Μαί­ρη, εί­ναι 24 ε­τών, ορ­φα­νή πα­τρός α­πό τα έ­ξι, φοι­τή­τρια αγ­γλι­κής φι­λο­λο­γίας. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο δεν αλ­λά­ζει, ό­πως ε­λά­χι­στα πα­ραλ­λάσ­σει και ο χα­ρα­κτή­ρας. Μό­νο τό­σο, ό­σο χρειά­ζε­ται, ώ­στε να ε­ναρ­μο­νι­στεί με τις και­νού­ριες βιο­γρα­φι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες.
Η ι­διο­συ­γκρα­σία της κο­πέ­λας δια­γρά­φε­ται και σε αυ­τό το βι­βλίο, μέ­σα α­πό τον δι­κό της εν­διά­θε­το λό­γο. Η συγ­γρα­φέ­ας δεν α­πο­πει­ρά­ται να δο­κι­μά­σει δια­φο­ρε­τι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή μορ­φή. Στο τρί­το πρό­σω­πο, με στα­θε­ρή ο­πτι­κή και έ­σω ε­στία­ση, δί­νει την υ­πό­στα­ση μίας συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­να­σφα­λούς και ε­σω­στρε­φούς νε­α­ρής γυ­ναί­κας, που λέει “ναι, για­τί την δυ­σκο­λεύει το ό­χι”, ε­νώ συ­νει­δη­το­ποιεί πως “α­νή­κει στους αν­θρώ­πους, που α­δυ­να­τούν να εν­σω­μα­τω­θούν σε μία ο­μά­δα, νιώ­θο­ντας πά­ντο­τε ε­κτός”. Οι άλ­λοι συ­νι­στούν γι’ αυ­τήν α­πει­λή, κα­θώς κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη δια­πι­στώ­νει πως βρί­σκε­ται στο έ­λεός τους. “Σαν να μην έ­χει η ί­δια κα­θό­λου σύ­νο­ρα, περ­νά­ει μέ­σα της τη διά­θε­ση που α­πο­πνέει αυ­τός ο ε­κά­στο­τε άλ­λος”, κα­τά τη δι­κή της δια­τύ­πω­ση. Η δε­ξιο­τε­χνία στο πλά­σι­μο του χα­ρα­κτή­ρα έ­γκει­ται στο ό­τι η η­ρωί­δα δεν κα­τα­λή­γει στον “μα­ζι­κό άν­θρω­πο”, το χω­ρίς προ­σω­πι­κό­τη­τα, σύ­νη­θες, μι­μη­τι­κό ον. Αυ­τή, στα δύ­σκο­λα α­ντα­πο­κρί­νε­ται, και μά­λι­στα α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα, α­πό τον ά­ντρα, προ­στά­τη ή ε­ρα­στή, που έ­χει δί­πλα της.
Εί­ναι ο ι­δεώ­δης τύ­πος, για να α­πο­τε­λέ­σει τον ά­ξο­να και κι­νη­τή­ριο μο­χλό του και­νού­ριου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, το ο­ποίο, ε­κτός α­πό τον γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό, κοι­νω­νι­κό-φε­μι­νι­στι­κής α­πό­κλι­σης, ό­πως και τα προ­η­γού­με­να, δια­θέ­τει προς το τέ­λος στοι­χεία ψυ­χο­λο­γι­κού θρί­λε­ρ, ε­νώ δια­τη­ρεί ε­ξαρ­χής το σα­σπέ­νς, πα­ρά τις θε­μα­τι­κά πο­λυ­συλ­λε­κτι­κές πα­ρεκ­βά­σεις, οι ο­ποίες, και σε αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, πλη­θαί­νουν. Χω­ρίς σύν­θε­τη πλο­κή, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της η­ρωί­δας, καλ­λιερ­γεί­ται η υ­πο­ψία, ό­τι στο πα­ρελ­θόν συ­ντε­λέ­στη­καν στο κο­ντι­νό πε­ρι­βάλ­λον της α­ξιό­ποι­νες πρά­ξεις, και ταυ­τό­χρο­να, υ­φέρ­πει ο φό­βος πως άλ­λες πα­ρα­πλή­σιες θα συμ­βούν στο μέλ­λον. Ωστό­σο, και αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί “θερ­μο­κρα­σίας δω­μα­τίου”, α­φού ό­λη η δρά­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται στους κλει­στούς χώ­ρους οι­κιών και σε πε­ρι­βάλ­λον οι­κο­γε­νεια­κό. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για την πυ­ρη­νι­κή οι­κο­γέ­νεια, της ο­ποίας τις σκο­τει­νές πλευ­ρές η συγ­γρα­φέ­ας πο­λιορ­κού­σε στα προ­η­γού­με­να βι­βλία της. Ανε­ξάρ­τη­τα αν οι έ­νο­χες πρά­ξεις πε­ρι­χα­ρα­κώ­νο­νται στην ί­δια στε­νή, οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία.
Οι α­κρι­βείς πε­ρι­γρα­φές του χώ­ρου, της έν­δυ­σης, των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών, έ­τσι ό­πως α­πλώ­νο­νται λε­πτο­με­ρεια­κά με σχε­δόν κα­τα­χρη­στι­κή κα­τα­φυ­γή σε πα­ρο­μοιώ­σεις, έ­χουν ως α­πο­τέ­λε­σμα με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα των σκη­νών, που ε­κτυ­λίσ­σο­νται, καλ­λιερ­γώ­ντας το α­πα­ραί­τη­το κλί­μα για τις ά­νο­μες πρά­ξεις, που υ­παι­νίσ­σο­νται. Όπως οι νύ­ξεις για βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά μέ­χρι σε­ξουα­λι­κά ε­πι­θε­τι­κή α­πό τον πα­τέ­ρα στην μι­κρή κό­ρη, α­πι­στία της συ­ζύ­γου με οι­κο­γε­νεια­κό φί­λο, α­κό­μη, α­μέ­λεια στη φρο­ντί­δα ή και ώ­θη­ση σε αυ­το­χει­ρία του η­λι­κιω­μέ­νου γο­νέα. Η δια­φο­ρά της Κολ­λιά­κου α­πό ο­μή­λι­κες ο­μό­τε­χνές της έ­γκει­ται στην α­πο­φυ­γή της ω­μό­τη­τας, που ο­ρι­σμέ­νες νεό­τε­ρες συ­χνά ε­πι­διώ­κουν, με πι­θα­νό στό­χο την πρό­κλη­ση σκαν­δα­λι­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος. Αυ­τή δί­νει βά­ρος στα βα­θιά νε­ρά του φροϋδι­κού α­συ­νεί­δη­του, κα­θώς η η­ρωί­δα της α­διά­κο­πα αυ­το­α­να­λύε­ται και ταυ­τό­χρο­να, διυ­λί­ζει τα λό­για και τις α­ντι­δρά­σεις ε­κεί­νων που βρί­σκο­νται α­πέ­να­ντί της.
Υπο­φέ­ρει α­πό ό,τι θα α­πο­κα­λού­σα­με με­ρι­κή παι­δι­κή α­μνη­σία. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την βα­σα­νί­ζει μία α­νά­μνη­ση α­πό τον πα­τέ­ρα της, φαι­νο­με­νι­κά α­σή­μα­ντη, που ε­πα­νέρ­χε­ται με ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­θα­ρό­τη­τα και εμ­μο­νή. Εί­ναι προ­φα­νές, πως πρό­κει­ται για την α­πο­κα­λού­με­νη α­νά­μνη­ση-προ­κά­λυμ­μα, που δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τους α­μυ­ντι­κούς μη­χα­νι­σμούς του Εγώ, προς ε­πι­κά­λυ­ψη α­πω­θη­μέ­νων σε­ξουα­λι­κών ε­μπει­ριών. Ωστό­σο, τον Φρόυ­ντ, που με­λέ­τη­σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­πτώ­σεις, τον προ­βλη­μά­τι­σε το δί­λημ­μα, κα­τά πό­σο πρό­κει­ται για γνή­σιες παι­δι­κές α­να­μνή­σεις. Ή μή­πως εκ­φρά­ζουν φα­ντα­σιώ­σεις, που προ­βάλ­λο­νται α­να­δρο­μι­κά, προ­ερ­χό­με­νες α­πό με­τα­γε­νέ­στε­ρα ε­ρε­θί­σμα­τα. Τη δυ­να­τό­τη­τα ε­νός πα­ρό­μοιου ψυ­χα­να­λυ­τι­κού α­νοίγ­μα­τος, η συγ­γρα­φέ­ας ε­λά­χι­στα την εκ­με­ταλ­λεύε­ται.
Σε αυ­τό το βι­βλίο, ο εν­δε­κα­με­λής μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κός θία­σος συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει και έ­να πρό­σω­πο με τα­ραγ­μέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Πρό­κει­ται για έ­ναν η­λι­κιω­μέ­νο, που πα­θαί­νει πα­ρα­κρού­σεις μέ­χρι και κρί­σεις πα­ρά­νοιας, ο­πό­τε γί­νε­ται ε­πι­θε­τι­κός. Δεί­χνει έρ­μαιο πα­λαιών τραυ­μα­τι­κών βιω­μά­των, που ε­πα­νέρ­χο­νται σαν κα­τα­διω­κτι­κά φά­σμα­τα. Αυ­τός ο χα­ρα­κτή­ρας, που εί­ναι ο δυ­σκο­λό­τε­ρος να στη­θεί, έ­χει πει­στι­κά α­πο­δο­θεί. Πα­ρα­στα­τι­κή εί­ναι και η πε­ρι­γρα­φή της χή­ρας μη­τέ­ρας, που α­γω­νί­ζε­ται να δια­σώ­σει την ευ­πρέ­πεια πα­λαιό­τε­ρων και­ρών. Συ­μπο­νά­ει “τα γε­ρό­ντια”, που έ­χει α­να­λά­βει τη φρο­ντί­δα τους, ε­νώ πα­ρα­μέ­νει πι­στή στα αλ­λο­τι­νά κα­θή­κο­ντα της νοι­κο­κυ­ράς. “Φτιά­χνει πρό­σφο­ρα” για την εκ­κλη­σία και “τρεις φο­ρές την ε­βδο­μά­δα α­πα­ραι­τή­τως πά­ει με ό­λα τα χρεια­ζού­με­να και κα­θα­ρί­ζει τον τά­φο” του συ­ζύ­γου. Κι ό­μως, στα χρό­νια της χη­ρείας, ί­σως και νω­ρί­τε­ρα, έ­νας ερ­γέ­νης α­πό την κα­λή κοι­νω­νία, την νοιά­ζε­ται. Την εί­χε προσ­λά­βει να φρο­ντί­ζει τη μη­τέ­ρα του, αλ­λά ο δε­σμός τους συ­νε­χί­στη­κε και με­τά το θά­να­το ε­κεί­νης.
Η Κολ­λιά­κου σκια­γρα­φεί συ­χνά α­πα­ντώ­με­νους τύ­πους, στους ο­ποίους, ό­μως, δί­νει υ­πό­στα­ση, ε­πι­μέ­νο­ντας στις α­να­με­τα­ξύ τους σχέ­σεις, με τις α­ντι­τι­θέ­με­νες ό­ψεις τους να υ­φέρ­πουν δια­βρω­τι­κά. Όπως ο δε­σμός που α­να­πτύσ­σε­ται α­νά­με­σα στον Αθη­ναίο η­λι­κιω­μέ­νο και την Γεωρ­για­νή πα­ρα­δου­λεύ­τρα. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τή η δεύ­τε­ρη, με ό­λα τα σου­σού­μια της, α­πο­δί­δει την ει­κό­να, που έ­χει α­πο­τυ­πω­θεί α­πό την ε­κτε­τα­μέ­νη πα­ρου­σία αυ­τών των γυ­ναι­κών σε α­θη­ναϊκές οι­κίες, ε­νώ η σκια­γρα­φία της Αθη­ναίας ε­πι­στη­μό­νισ­σας, μο­νί­μου κα­τοί­κου Πα­ρι­σίων, που α­πο­κτά έγ­χρω­μη κό­ρη με “μαύ­ρο”, μάλ­λον υ­στε­ρεί. Τέ­λος, η κε­ντρι­κή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, της η­ρωί­δας με τον ά­βου­λο, ή ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, χα­λα­ρό στις α­ντι­δρά­σεις του, γιο της οι­κο­γέ­νειας βο­ρείων προ­α­στίων, ί­σως να χρεια­ζό­ταν έ­να πιο προ­σε­κτι­κό φι­νί­ρι­σμα. Προ­σμε­τρά­ται, πά­ντως, στα μυ­θο­πλα­στι­κά ευ­ρή­μα­τα, η συ­νύ­παρ­ξη της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης με την προ­στα­τευ­τι­κή μιας στε­νής φι­λίας. Η “κολ­λη­τή” της α­ντα­να­κλά τη ση­με­ρι­νή εκ­δο­χή της αλ­λο­τι­νής α­ντρο­γυ­ναί­κας, που εν­δια­μέ­σως με­τα­μορ­φώ­θη­κε σε φε­μι­νί­στρια, για να κα­τα­λή­ξει σε μία γυ­ναί­κα, “θαρ­ρα­λέα στο σώ­μα”, ό,τι μπο­ρεί αυ­τό να ση­μαί­νει, που “τα έ­χει ό­λα δο­κι­μά­σει”, σε­ξουα­λι­κώς αμ­φί­φυ­λη, με ε­ρω­τι­κές βλέ­ψεις για τη φί­λη της.                     
Να ση­μειώ­σου­με κά­ποια ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των βι­βλίων της Κολ­λιά­κου, τα ο­ποία φαί­νε­ται πως μό­νο ε­μάς ε­ντυ­πω­σιά­ζουν. Κα­τ’ αρ­χήν, η ί­δια χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη γλώσ­σα, στην ο­ποία γρά­φει, “λι­τή”. Στην α­φή­γη­ση, ω­στό­σο, πα­ρει­σφρέ­ουν δο­κι­μια­κοί ό­ροι, νο­η­μα­τι­κά μεν α­κρι­βείς, αλ­λά α­νοί­κειοι στο τρέ­χον λε­κτι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Λ.χ., η λέ­ξη “ε­πι­το­νι­σμός”, αν­τλη­μέ­νη α­πό το γλωσ­σο­λο­γι­κό α­πό­θε­μα της συγ­γρα­φέως, σε εκ­φρά­σεις του τύ­που, “φώ­να­ξε τ’ ό­νο­μά μου με ε­πι­το­νι­σμό ε­πί­πλη­ξης”. Επί­σης, μάλ­λον πλε­ο­νά­ζουν οι πα­ρά προσ­δο­κία πα­ρο­μοιώ­σεις, ό­πως “το στό­μα του θυ­μί­ζει πα­ρέν­θε­ση που έ­πε­σε μπρού­μυ­τα”. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, αμ­φό­τε­ρα πα­ρα­πέ­μπουν σε μία ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κή δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, που, στην πε­ρί­πτω­ση της Κολ­λιά­κου, υ­πο­κα­θι­στά την χω­λαί­νου­σα ε­πα­φή της με την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ενώ, η τυ­πι­κή δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, πε­ριο­ρί­ζε­ται σε κλα­σι­κούς συγ­γρα­φείς, α­πό ε­κεί­νους που δια­βά­ζο­νται στην ε­φη­βεία, με μία μο­να­δι­κή α­θη­ναϊκή πι­νε­λιά, την α­να­φο­ρά στους δια­νοού­με­νους των κα­φέ της ο­δού Καλ­λι­δρο­μίου, ό­πως ο Χρή­στος Βα­κα­λό­που­λος και ο Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης, που δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται.
Στις α­ρε­τές του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος υ­πο­λο­γί­ζου­με, την μη έ­ντα­ξή του στην αν­θού­σα “πε­ζο­γρα­φία της κρί­σης”. Μό­λις που υ­παι­νίσ­σο­νται οι δύ­σκο­λοι και­ροί, ό­πως, λ.χ., με την, α­πό μία ά­πο­ψη, δια­σκε­δα­στι­κή σύ­γκρι­ση της οι­κο­νο­μι­κής κα­τά­στα­σης σε Γεωρ­γία και Ελλά­δα. Συ­νο­ψί­ζο­ντας τις α­να­γνω­στι­κές ε­ντυ­πώ­σεις, μάλ­λον πρό­κει­ται για το πιο εν­δια­φέ­ρον βι­βλίο της Κολ­λιά­κου, αλ­λά με τον πλέ­ον α­τυ­χή τίτ­λο, α­διά­φο­ρο αν προ­σπα­θεί το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου να του δώ­σει κά­ποιο νό­η­μα σε α­ντι­στοι­χία με το θέ­μα του βι­βλίου. Αντι­θέ­τως, στο ε­ξώ­φυλ­λο, το εξ­πρε­σιο­νι­στι­κό πορ­τρέ­το της μη­τέ­ρας του Νορ­βη­γού ζω­γρά­φου Μουν­κ, με την πεί­σμο­να έκ­φρα­ση και το ε­πί­μο­νο βλέμ­μα, α­πο­δί­δει την α­ντί­στοι­χη προ­σπά­θεια της η­ρωί­δας να δια­πε­ρά­σει το η­μι­δια­φα­νές των φα­ντα­σιώ­σεών της, μή­πως και φα­νε­ρω­θούν τα βιω­μα­τι­κά κα­τά­βα­θα.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/2/2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια: