Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Το λανθάνον διήγημα

Μάλ­λον ο­φεί­λου­με μια ε­ξή­γη­ση για τον ι­σχυ­ρι­σμό μας πως το μέ­χρι χθες λαν­θά­νον διή­γη­μα, «Το για­λό­ξυ­λο», δη­μο­σιευ­μέ­νο στην ε­φη­με­ρί­δα «Πα­τρίς», τα Χρι­στού­γεν­να του 1905, βρι­σκό­ταν κυ­ριο­λε­κτι­κά κά­τω α­πό τη μύ­τη των με­λε­τη­τών. Ανή­κου­στο α­πο­κά­λε­σαν το διή­γη­μα, κυ­ριο­λε­κτώ­ντας, ως πα­ντε­λώς ά­γνω­στο, ού­τε δη­μο­σιευ­μέ­νο ού­τε α­να­φε­ρό­με­νο ως τίτ­λος α­νεύ­ρε­του διη­γή­μα­τος. Ωστό­σο, στον χα­ρα­κτη­ρι­σμό λαν­θά­νει και η τρέ­χου­σα ση­μα­σία της λέ­ξης, το α­δια­νό­η­το ή και το ε­ξω­φρε­νι­κό. Ανή­κου­στο το διή­γη­μα, για­τί δεν το βι­βλιο­γρά­φη­σε ο Κα­τσί­μπα­λης και οι συ­νε­χι­στές του. Πράγ­μα­τι, πα­ρά­ξε­νο που ξέ­φυ­γε του Κα­τσί­μπα­λη, ό­ταν, μά­λι­στα, στα συ­μπλη­ρώ­μα­τα της Βι­βλιο­γρα­φίας του, που εκ­δό­θη­καν το 1938, τέσ­σε­ρα χρό­νια με­τά την κυ­ρίως Βι­βλιο­γρα­φία, υ­πάρ­χει λήμ­μα, σχε­τι­κό με δη­μο­σίευ­μα στην ε­φη­με­ρί­δα «Πα­τρίς». Γε­γο­νός που δεί­χνει πως έ­γι­νε και έ­νας δεύ­τε­ρος έ­λεγ­χος του ε­ντύ­που. Ωστό­σο, το συ­γκε­κρι­μέ­νο δη­μο­σίευ­μα α­νή­κει στην πρώ­τη πε­ρίο­δο της ε­φη­με­ρί­δας, δη­λα­δή την δε­κα­ε­ξα­ε­τία (1 Δε­κεμ­βρίου 1889-26 Οκτω­βρίου 1905), που η «Πα­τρίς» ή­ταν κα­θη­με­ρι­νή πρωι­νή ε­φη­με­ρί­δα του Βου­κου­ρε­στίου. Επο­μέ­νως, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να υ­πο­θέ­σει πως η α­τε­λής α­πο­δελ­τίω­ση α­φο­ρά την α­θη­ναϊκή πε­ρίο­δο της ε­φη­με­ρί­δος, που ξε­κί­νη­σε με το φύλ­λο της 20ης Νο­εμ­βρίου 1905 και έ­κλει­σε τον Αύ­γου­στο του 1936 με την ε­πι­βο­λή της δι­κτα­το­ρίας του Με­τα­ξά. Κα­θώς, μά­λι­στα, το διή­γη­μα δη­μο­σιεύε­ται τα Χρι­στού­γεν­να του 1905, μια ει­κα­σία θα ή­ταν πως έ­λει­παν α­πό το σώ­μα της ε­φη­με­ρί­δος που α­πο­δελ­τίω­νε ο Κα­τσί­μπα­λης τα πρώ­τα φύλ­λα. Χω­ρίς να α­πο­κλείε­ται, βε­βαίως, να ή­ταν α­πλώς α­φη­ρη­μέ­νος. Λι­γό­τε­ρο πα­ρά­ξε­νο μας φαί­νε­ται που δεν το ε­ντό­πι­σαν οι συ­νε­χι­στές του. Αλή­θεια, ποιοι συ­νε­χι­στές; Ο Βα­λέ­τας; Για­τί οι υ­πό­λοι­ποι, αν δεν σφάλ­λου­με, βι­βλιο­γρα­φού­σαν, κα­τά κα­νό­να, συ­γκαι­ρι­νά τους έ­ντυ­πα.
Από μια ά­πο­ψη, το γε­γο­νός πως δεν υ­πήρ­ξε συ­νε­χι­στής του Κα­τσί­μπα­λη μοιά­ζει α­νή­κου­στο. Ού­τε καν τα γνω­στά έ­ντυ­πα, στα ο­ποία ο Κα­τσί­μπα­λης εί­χε ε­ντο­πί­σει διη­γή­μα­τα τού Πα­πα­δια­μά­ντη, δεν φαί­νε­ται να α­πο­δελ­τιώ­θη­καν εκ νέ­ου, του­λά­χι­στον ό­χι συ­στη­μα­τι­κά. Κι ό­μως, οι ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες δη­μο­σίευ­σε ο Πα­πα­δια­μά­ντης διη­γή­μα­τα, δεν υ­περ­βαί­νουν τις δέ­κα, και τα πε­ριο­δι­κά, τα εί­κο­σι. Όσο κι αν α­κού­γε­ται ως α­νέκ­δο­το, ό­χι μό­νο βι­βλιο­γρα­φία Πα­πα­δια­μά­ντη δεν υ­πάρ­χει, αλ­λά ού­τε καν ερ­γο­γρα­φία του. Δια­φο­ρε­τι­κός, ό­μως, εί­ναι ο λό­γος που ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε πως το διή­γη­μα βρι­σκό­ταν κά­τω α­πό τη μύ­τη των ε­ρευ­νη­τών. Απλού­στα­τα, για­τί θα αρ­κού­σε για τον ε­ντο­πι­σμό του α­κό­μη και μό­νο μια ε­πι­λε­κτι­κή α­να­ζή­τη­ση. Λ.χ., η βι­βλιο­γρά­φη­ση των ε­ορ­τα­στι­κών και μό­νο διη­γη­μά­των του Πα­πα­δια­μά­ντη, τα ο­ποία έ­χουν και τό­ση ζή­τη­ση κά­θε Χρι­στού­γεν­να και Πά­σχα. Μια μα­τιά στον χρο­νο­λο­γι­κό πί­να­κα δη­μο­σίευ­σης των διη­γη­μά­των δεί­χνει, για πα­ρά­δειγ­μα, πως κα­τά την τε­λευ­ταία δια­μο­νή του στην Αθή­να, Οκτώ­βριο 1904 – Μάρ­τιο 1909, δη­μο­σίευ­σε τρία χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα το 1904 και δυο, το 1906. Θα αρ­κού­σε κά­ποιος να α­να­ρω­τη­θεί για­τί να μην υ­πάρ­χουν δη­μο­σιεύ­σεις τα Χρι­στού­γεν­να του 1905 ή του 1907 και να α­να­τρέ­ξει στα έ­ντυ­πα ε­κεί­νων και μό­νο των χρό­νων με τα ο­ποία ο Πα­πα­δια­μά­ντης δια­τη­ρού­σε κά­ποια σχέ­ση.
Ένα άλ­λο ε­ρώ­τη­μα, που θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει ως μπού­σου­λας, εί­ναι ποιες ή­ταν οι σχέ­σεις του Πα­πα­δια­μά­ντη με τα έ­ντυ­πα, στα ο­ποία δη­μο­σίευε τα διη­γή­μα­τά του. Τα μι­σά διη­γή­μα­τα δη­μο­σιεύ­τη­καν σε ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, ό­που ερ­γα­ζό­ταν ως με­τα­φρα­στής («Εφη­με­ρίς» 10, «Ακρό­πο­λις» και «Νέ­ον Πνεύ­μα» 24, «Το Άστυ» και το «Νέ­ον Άστυ» 22, «Πα­να­θή­ναια» 21). Αρκε­τά, σε μα­κρό­βια έ­ντυ­πα, στα ο­ποία δη­μο­σίευε με κά­ποια τα­κτι­κό­τη­τα, ό­πως το Ημε­ρο­λό­γιο Σκό­κου και η «Εστία» (πε­ριο­δι­κό + ε­φη­με­ρί­δα). Ει­δάλ­λως, φαί­νε­ται πως προ­τι­μού­σε τα έ­ντυ­πα φί­λων ή ε­κεί­να, στα ο­ποία κά­ποιοι γνω­στοί μπο­ρού­σαν να χρη­σι­μεύ­σουν ως εν­διά­με­σοι, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντάς του την α­μοι­βή. Όχι, ό­πως συ­νέ­βη με το πε­ριο­δι­κό της Σμύρ­νης «Κό­σμος», ό­που δεν γνώ­ρι­ζε κα­νέ­να και κω­λυ­σιερ­γού­σαν την α­μοι­βή του για το έ­να και μο­να­δι­κό διή­γη­μα που τους εί­χε στεί­λει.
Με αυ­τό το σκε­πτι­κό, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος με­τα­ξύ των φί­λων προ­βάλ­λει ο Γε­ρά­σι­μος Βώ­κος. Και στα δυο πε­ριο­δι­κά που ε­ξέ­δω­σε ο Βώ­κος, «Το Πε­ριο­δι­κό μας» (1900-1901) και «Ο Καλ­λι­τέ­χνης» (1910-1912), δη­μο­σιεύ­τη­καν διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη, τέσ­σε­ρα στο πρώ­το και εν­νέα, με­τα­θα­να­τίως, στο δεύ­τε­ρο. Αλλά και πέ­ραν αυ­τών, στις ε­φη­με­ρί­δες που ερ­γα­ζό­ταν ο Βώ­κος, δη­μο­σιεύ­τη­καν διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ανά­με­σα σε αυ­τές και η «Πα­τρίς» του Σπύ­ρου Σί­μου. Συ­νο­μί­λη­κοι ο Βώ­κος και ο Σί­μος, εκ Πα­τρών ο πρώ­τος, εξ Ηπεί­ρου ο δεύ­τε­ρος, συ­να­ντή­θη­καν γυ­μνα­σιό­παι­δες στον Πει­ραιά και ξα­νά­σμι­ξαν, ό­ταν ο Σί­μος ε­πέ­στρε­ψε α­πό το Βου­κου­ρέ­στι. Ο Βώ­κος εμ­φα­νί­ζε­ται α­νά­με­σα στους πρώ­τους α­θη­ναίους συ­νερ­γά­τες της «Πα­τρί­δος», ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας για το πρώ­το χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο φύλ­λο της το διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Μέ­νει η α­πο­ρία, για­τί ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν συ­νερ­γά­στη­κε στε­νό­τε­ρα με την «Πα­τρί­δα» πα­ρά έ­δω­σε μό­νο έ­να α­κό­μη διή­γη­μα, «Το μυ­ρο­λό­γι της φώ­κιας», δυο και πλέ­ον χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.

Μ. Θ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: