Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Διηγηματογράφοι: οι λεπτουργοί της λογοτεχνίας

Νί­κη Τρουλ­λι­νού
«Ένα μο­λύ­βι στο κο­μο­δί­νο»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Νοέμ­βριος 2010

Πο­λύς λό­γος γί­νε­ται τε­λευ­ταία για το διή­γη­μα, που δη­μο­σιεύε­ται στα κα­θ’ η­μάς κα­τά την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του νέ­ου αιώ­να. Πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι, που γρά­φουν για μα­στό­ρους του εί­δους αλ­λά και για τα­λα­ντού­χους εκ­κο­λα­πτό­με­νους. Κο­ντά στα άλ­λα, κα­ταρ­τί­ζουν και κα­τα­λό­γους διη­γη­μα­το­γρά­φων, ό­που, κα­τά την ε­λα­φρώς χυ­δαία λαϊκή ρή­ση, μπερ­δεύουν γρα­βά­τες με σώ­βρα­κα. Όλες οι ι­στο­ρίες δεν εί­ναι διη­γή­μα­τα. Με τη με­ζού­ρα, με­τρώ­ντας τις σε­λί­δες, δεν γί­νο­νται οι ει­δο­λο­γι­κές κα­τα­τά­ξεις. Το υ­πό­λοι­πο που μέ­νει, αν α­φαι­ρέ­σου­με μυ­θι­στό­ρη­μα και νου­βέ­λα, ο­ρί­ζε­ται, α­πλώς και μό­νο, ως σύ­ντο­μη ι­στο­ρία. Κι ας μη βια­στούν οι αγ­γλό­γλωσ­σοι να μας ε­πα­να­φέ­ρουν στην τά­ξη, θυ­μί­ζο­ντάς μας ό­τι σύ­ντο­μη ι­στο­ρία ή και α­πλώς, ι­στο­ρία, αγ­γλι­στί, ση­μαί­νει διή­γη­μα. Τι να κά­νου­με; Η ελ­λη­νι­κή φαί­νε­ται να έ­χει, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, λε­κτι­κό πλεό­να­σμα. Η λέ­ξη διή­γη­μα δεν έ­χει α­κρι­βές α­ντί­στοι­χο στις άλ­λες, του­λά­χι­στον ευ­ρω­παϊκές, γλώσ­σες. Απο­δί­δε­ται, βε­βαίως, ως ι­στο­ρία, σύ­ντο­μη ι­στο­ρία ή και α­φή­γη­μα, αλ­λά δεν ταυ­τί­ζε­ται με αυ­τούς τους ό­ρους. Θα λέ­γα­με ό­τι τους ε­μπε­ριέ­χει, χω­ρίς να ε­ξαν­τλεί­ται σε αυ­τούς το εν­νοιο­λο­γι­κό της πε­ριε­χό­με­νο. Το ί­διο, άλ­λω­στε, συμ­βαί­νει και με τον ό­ρο λο­γο­τε­χνία, που δεν α­ντι­στοι­χεί στον ό­ρο γράμ­μα­τα. Για κα­κή μας τύ­χη, στα βα­φτί­σια του εί­δους, ε­πι­κρά­τη­σε ο ο­μη­ρι­στής Ιωάν­νης Πα­ντα­ζί­δης έ­να­ντι του ευ­ρω­παϊστή Ασώ­πιου. Αν εί­χα­με υιο­θε­τή­σει την ου­δέ­τε­ρη λέ­ξη γράμ­μα­τα, λα­τι­νι­στί literatura και τα πα­ρά­γω­γά της στις λα­τι­νο­γε­νείς γλώσ­σες, θα χώ­ρα­γαν σε αυ­τήν τα πά­ντα. Όλων των ει­δών οι ι­στο­ρίες και α­πα­ξά­πα­ντα τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ευ­πώ­λη­τα και μη. Το πο­λύ πο­λύ να προ­σθέ­τα­με και κα­νέ­ναν ε­πι­θε­τι­κό προσ­διο­ρι­σμό. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, το ε­λα­φρός, που τό­τε θα ταί­ρια­ζε. Ενώ, η λέ­ξη λο­γο­τε­χνία μας δέ­νει τα χέ­ρια. Έρχε­ται και ο­ρί­ζει α­πό μό­νη της, την πε­ριο­χή της ε­πι­κρά­τειάς της. Μας δε­σμεύει να ε­ντάσ­σου­με σε αυ­τήν ε­κεί­να και μό­νο τα πε­ζά που εί­ναι έρ­γα τέ­χνης του λό­γου. Έτσι, ξε­μπερ­δεύου­με και με τους κα­τα­λό­γους των ευ­πώ­λη­των, που, κά­τω α­πό τον τίτ­λο “ελ­λη­νι­κή λο­γο­τε­χνία”, πα­ρα­θέ­τουν τα πρω­τεύο­ντα σε πω­λή­σεις μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ό­που α­να­ζη­τάς με το φα­νά­ρι έ­να βι­βλίο που να ε­μπε­ριέ­χει έ­στω και ψήγ­μα­τα λο­γο­τε­χνίας.
Πά­ντως, με τις πλη­θω­ρι­στι­κές τά­σεις που πα­ρα­τη­ρού­νται, και­ρός εί­ναι να εκ­με­ταλ­λευ­τού­με αυ­στη­ρό­τε­ρα ο­ρι­σμέ­νους ό­ρους, ό­πως το διή­γη­μα και η λο­γο­τε­χνία. Τώ­ρα, που ο­λοέ­να και πλη­θαί­νουν οι ι­στο­ρίες, κα­θώς υ­πε­ραυ­ξά­νο­νται οι συγ­γρα­φείς, χά­ρις και στον πολ­λα­πλα­σια­σμό των σχο­λών δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής. Σαν, δη­λα­δή, οι συγ­γρα­φείς στην Ελλά­δα να ή­ταν εί­δος σε α­νε­πάρ­κεια, που χρεια­ζό­ταν υ­πο­στή­ρι­ξη. Αν και εί­ναι ά­ξιο α­πο­ρίας, τι υ­πο­στή­ρι­ξη μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει έ­νας δι­δά­σκων, που ο ί­διος, κρί­νο­ντας α­πό τα βι­βλία του, έ­χει δυ­σκο­λίες με την α­φή­γη­ση και το στή­σι­μο μιας ι­στο­ρίας. Δε­δο­μέ­νης, ό­μως, της με­γά­λης ζή­τη­σης, δεν εί­ναι και λί­γοι ε­κεί­νοι εκ των δα­σκά­λων γρα­φής, που α­νή­κουν σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρία. Ύστε­ρα, με­γα­λώ­νει και ο ε­παγ­γελ­μα­τι­σμός των συγ­γρα­φέων, που τους ε­πι­βάλ­λει το τα­κτι­κό εκ­δο­τι­κό πα­ρών. Όπως και να το κά­νου­με, έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα δεν εί­ναι αυ­γό, να κά­νεις έ­να την η­μέ­ρα. Ενώ, για μια ι­στο­ρία, ό­λο και κά­τι γί­νε­ται. Βο­η­θούν και τα έ­ντυ­πα, που τις ζη­τούν ή και τις πα­ραγ­γέλ­νουν χον­δρι­κά. Κά­πως έ­τσι προ­κύ­πτουν, στο εν­διά­με­σο των μυ­θι­στο­ρη­μά­των, οι συλ­λο­γές ι­στο­ριών, που εκ­δί­δο­νται ψευ­δε­πί­γρα­φα ως συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Κα­τά την ρή­ση, που ι­σχύει για πρό­σω­πα και πράγ­μα­τα, εί­σαι ό­τι δη­λώ­νεις. Ακό­μη και η ε­φο­ρία, του­λά­χι­στον μέ­χρι πρό­τι­νος, δού­λευε με αυ­τήν την αρ­χή.
Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­να άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των κα­τα­λό­γων με διη­γη­μα­το­γρά­φους, που κα­τά και­ρούς κα­ταρ­τί­ζο­νται. Ενώ βρί­σκεις σε αυ­τούς μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους, που έ­τυ­χε να εκ­δώ­σουν και μια δυο συλ­λο­γές ι­στο­ριών, ή, ε­πί­σης, νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, που ξε­κί­νη­σαν με μια συλ­λο­γή, για να με­τα­πη­δή­σουν α­πό το ε­πό­με­νο βι­βλίο στο μυ­θι­στό­ρη­μα και ε­κεί, κα­τά κα­νό­να, να στε­ριώ­σουν, α­που­σιά­ζουν συγ­γρα­φείς, που, μέ­σα α­πό τα βι­βλία τους, συ­στή­νο­νται ως διη­γη­μα­το­γρά­φοι. Δεν εν­νοού­με, προ­φα­νώς, το πλή­θος των συλ­λο­γών τους, α­ντι­θέ­τως, αυ­τό, στους γνή­σιους διη­γη­μα­το­γρά­φους, εί­ναι μι­κρό, αλ­λά τους τρό­πους γρα­φής. Συ­νή­θως συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται ό­σοι α­πα­σχο­λούν τον Τύ­πο, κυ­ρίως με συ­νε­ντεύ­ξεις. Το ί­διο το βι­βλίο βα­ραί­νει μό­νο αν έ­χει ε­πι­και­ρι­κό θέ­μα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­θο­ρι­στι­κός εί­ναι ο ρό­λος του εκ­δό­τη. Γε­γο­νός που γί­νε­ται πρό­δη­λο, ό­ταν ο συγ­γρα­φέ­ας αλ­λά­ζει εκ­δο­τι­κό οί­κο. Με­τοι­κε­σία, που, τον τε­λευ­ταίο και­ρό, γί­νε­ται, ό­λο και συ­χνό­τε­ρα, με πρω­ταρ­χι­κό ό­ρο την προ­βο­λή και δευ­τε­ρευό­ντως, τα συγ­γρα­φι­κά πο­σο­στά. Όπως και να έ­χει, α­νά­με­σα στους α­φα­νείς, πρώ­τοι και κα­λύ­τε­ροι εί­ναι οι κα­τοι­κού­ντες στην ε­παρ­χία. Χά­ριν παι­διάς, ας α­να­φέ­ρου­με τα δυο ά­κρα του φά­σμα­τος προ­βο­λής. Στη μια ά­κρη βρί­σκο­νται οι κά­τοι­κοι, λ.χ., Βέ­ροιας, Κα­στο­ριάς ή και της τυ­χού­σας νή­σου και στην άλ­λη, ο ε­γκα­τε­στη­μέ­νος στην Γη­ραιά Αλβιό­να. Ει­δι­κά, η Αγγλία μα­γνη­τί­ζει πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη ευ­ρω­παϊκή χώ­ρα. Μάλ­λον θα πρό­κει­ται για ε­να­πο­μεί­να­σα έ­ξη του συλ­λο­γι­κού υ­πο­συ­νεί­δη­του.
Κα­τά τα άλ­λα, ο χώ­ρος του διη­γή­μα­τος στά­θη­κε α­νέ­κα­θεν αν­δρο­κρα­τού­με­νος. Μια α­πό τις λι­γο­στές θή­λειες πα­ρου­σίες σε αυ­τόν εί­ναι η Νί­κη Τρουλ­λι­νού. Κά­τοι­κος Κρή­της, ε­ξέ­δω­σε την πρώ­τη της συλ­λο­γή το 1995, ι­δίοις α­να­λώ­μα­σιν, στο Ηρά­κλειο. Επει­δή, ό­μως, οι εκ­δό­σεις της ε­παρ­χίας, της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης, δεν α­πα­σχο­λούν την Αθή­να, ως πρώ­τη εμ­φά­νι­σή της θεω­ρή­θη­κε η δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή, «Μα­ράλ ό­πως Μα­ρία» του 2002. Ακο­λού­θη­σε μια τρί­τη, το 2006, «Και φύ­ση­ξε νο­τιάς…» Και οι δυο αυ­τές συλ­λο­γές κυ­κλο­φό­ρη­σαν α­πό τις εκ­δό­σεις «Το Ρο­δα­κιό». Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με­τα­κι­νή­θη­κε στις εκ­δό­σεις «Κέ­δρος», ό­που και ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα, «Μ’ έ­να κα­φά­σι μπί­ρες». Για τις δυο α­θη­ναϊκές συλ­λο­γές διη­γη­μά­των εί­χα­με γρά­ψει τα κα­λύ­τε­ρα, ε­νώ, για το μυ­θι­στό­ρη­μα, εί­χα­με μάλ­λον ε­ξαν­τλή­σει την αυ­στη­ρό­τη­τά μας. Ας ό­ψε­ται η α­πο­γοή­τευ­σή μας. Εί­χα­με πι­στέ­ψει ό­τι η Τρουλ­λι­νού, με το γε­ρό σκα­ρί της Κρη­τι­κιάς, θα ά­ντε­χε την βα­ριά κα­λο­γε­ρι­κή της διη­γη­μα­το­γρα­φίας. Τε­λι­κά, τον πή­χυ μιας βι­βλιο­κρι­σίας τον ο­ρί­ζει ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας, κι ας μην το α­ντι­λαμ­βά­νε­ται. Αλλιώς α­ντι­με­τω­πί­ζεις το βι­βλίο ε­νός ε­παγ­γελ­μα­τία συγ­γρα­φέα, που εκ­δί­δει χρό­νο πα­ρά χρό­νο. Αλλιώς του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου, που ξέ­μει­νε α­πό ι­δέες και α­πο­φά­σι­σε να συ­γκε­ντρώ­σει τις δη­μο­σιευ­μέ­νες ι­στο­ρίες του. Αλλιώς του ερ­χό­με­νου α­πό άλ­λο ε­παγ­γελ­μα­τι­κό ή και καλ­λι­τε­χνι­κό χώ­ρο, που α­να­κά­λυ­ψε ό­τι δια­θέ­τει κι αυ­τός εν­δια­φέ­ρου­σες ε­μπει­ρίες και εί­πε να δο­κι­μά­σει την τύ­χη του και στην α­γο­ρά βι­βλίου. Και αλ­λιώς, την α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κή πε­ρί­πτω­ση.
Τε­λι­κά, η Τρουλ­λι­νού ε­ξέ­δω­σε στον και­νού­ριο της εκ­δό­τη και την πρώ­τη της συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, την η­ρα­κλειώ­τι­κη. Σύμ­φω­να με τον κο­λο­φώ­να, εκ­δό­θη­καν μό­λις 500 α­ντί­τυ­πα. Πρό­κει­ται για πέ­ντε διη­γή­μα­τα με­τά “ε­πι­λό­γου”. Στην κα­τα­λη­κτι­κή “ση­μείω­ση”, α­να­φέ­ρει ό­τι δεν άλ­λα­ξε τί­πο­τα σε σχέ­ση με την πρώ­τη έκ­δο­ση. Ως γνω­στόν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι συγ­γρα­φείς ξε­κι­νούν με πρω­τό­λεια. Ορι­σμέ­νοι, ό­μως, εμ­φα­νί­ζο­νται σαν έ­τοι­μοι α­πό και­ρό. Κυ­ρίως, ό­σοι εκ­δί­δουν το πρώ­το τους βι­βλίο σε κά­πως με­γα­λύ­τε­ρη η­λι­κία, ό­πως η Τρουλ­λι­νού. Κι αυ­τό έρ­χε­ται να α­πο­δεί­ξει η έως σή­με­ρα λαν­θά­νου­σα πρώ­τη της συλ­λο­γή.
Σε έ­να διή­γη­μα, η α­φη­γή­τρια α­νι­στο­ρεί μια ε­πί­σκε­ψη σε νε­κρο­τα­φείο, με α­φορ­μή την κη­δεία μιας θείας της. Σε μό­λις δυο σε­λί­δες α­πλώ­νε­ται η πε­ρι­γρα­φή του ε­παρ­χια­κού κοι­μη­τη­ρίου. Αρκούν για να σχη­μα­τι­στεί το σκη­νι­κό, με τις λέ­ξεις να με­τα­φέ­ρουν το αί­σθη­μα μα­ταιό­τη­τας και μα­ζί μια πι­κρί­ζου­σα ει­ρω­νεία. Στο υ­πό­λοι­πο διή­γη­μα, κοι­τά­ζο­ντας η α­φη­γή­τρια την α­πο­θα­νού­σα, ύ­πτια και α­τά­ρα­χη, την κα­τα­κλύ­ζουν οι μνή­μες. Ου­σια­στι­κά, τα παι­δι­κά της χρό­νια α­να­κα­λεί. Όλα ε­κεί­να, που τό­τε της φαί­νο­νταν ση­μα­ντι­κά και με­γά­λα. Από την νε­κρή έ­χουν μεί­νει μό­νο κά­ποιες α­σή­μα­ντες λε­πτο­μέ­ρειες: Ένα βλέμ­μα, μια κου­βέ­ντα και κυ­ρίως, τα κου­τσο­μπο­λιά, μα­ζί με μια δι­κή της α­πο­ρία. Ήταν η θεί­τσα παρ­θέ­να, για δεν ή­τα­ν; Ενώ, στην α­φή­γη­ση, πα­ρει­σφρέ­ουν νύ­ξεις για τη στά­ση των ντό­πιων α­πέ­να­ντι στους πρό­σφυ­γες α­πό την Σμύρ­νη.
Η Τρουλ­λι­νού γνω­ρί­ζει την τέ­χνη της πύ­κνω­σης και της με­τα­φο­ράς. Σε έ­να διή­γη­μα πε­ρι­γρά­φει μια πα­ρά­ξε­νη τα­φή. Μια κο­πέ­λα προ­σπα­θεί να πα­ρα­κάμ­ψει τα γρα­φειο­κρα­τι­κά κω­λύ­μα­τα και να θά­ψει έ­να δε­ξί πό­δι. Σύμ­φω­να με την ά­δεια τα­φής, που με δυ­σκο­λία ε­ξα­σφά­λι­σε, “α­φαι­ρέ­θη κα­τά την χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση”. Πη­γαί­νο­ντας στο νε­κρο­τα­φείο θυ­μά­ται τις ι­στο­ρίες που ο αλ­λο­τι­νός κά­το­χος του πο­διού της έ­λε­γε. Εκεί­νος εί­χε γνω­ρί­σει την Σμύρ­νη στις κα­λές της η­μέ­ρες. Μό­λις που πρό­λα­βε να φύ­γει στην Κα­τα­στρο­φή. Με τις ι­στο­ρίες του για τα κα­τορ­θώ­μα­τα του Τσα­κι­ντζή και τους κή­πους του Αϊδι­νιού εί­χε με­γα­λώ­σει. Τώ­ρα, τις α­να­κα­λεί, με την πα­ρα­πο­νε­μέ­νη ε­πω­δό “μου ’τα­ξες πολ­λά”, γε­μά­τες κε­νά και α­πο­σιω­πη­τι­κά, να α­να­κα­τεύουν τα συμ­βά­ντα με τα πα­ρα­μύ­θια. Τε­λι­κά, εί­ναι πια πο­λύ αρ­γά για τις πραγ­μα­τι­κές ι­στο­ρίες.
Το θέ­μα της Τρουλ­λι­νού, α­πό την αρ­χή, ή­ταν ο ε­πι­λε­κτι­κός και πε­ρί­πλο­κος τρό­πος, που δου­λεύει η μνή­μη, με α­συ­νεί­δη­το αλ­λά στα­θε­ρό ο­δη­γό το αί­σθη­μα. Στο με­γα­λύ­τε­ρο διή­γη­μα, α­φη­γεί­ται με πλά­γιο τρό­πο την ι­στο­ρία ε­νός ει­δυλ­λίου, που ξε­κί­νη­σε ρο­μα­ντι­κά, με­σού­σης της Δι­κτα­το­ρίας, στο κλί­μα πα­ρα­νο­μίας ε­κεί­νης της ε­πο­χής, και τε­λείω­σε με έ­να δια­ζύ­γιο, που ρυθ­μί­στη­κε δια αλ­λη­λο­γρα­φίας, με την α­νταλ­λα­γή ση­μειω­μά­των. Η ε­ρω­τι­κή ι­στο­ρία δεν εί­ναι πα­ρά η α­φορ­μή για να φα­νεί το πώς ε­κεί­νοι οι ε­πα­να­στα­τη­μέ­νοι νέ­οι έ­γι­ναν “γιά­πη­δες”. Το διή­γη­μα προ­δί­δει το πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νο προ­φίλ της συγ­γρα­φέως, που δη­λώ­θη­κε ευ­κρι­νέ­στε­ρα στο μυ­θι­στό­ρη­μά της. Ένα κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, πά­ντα ως προς τη μνή­μη, εί­ναι το διή­γη­μα με τίτ­λο το «Μπα­ού­λο». Πρώ­τα η πε­ρι­γρα­φή των με­γά­λων μπα­ού­λων, που φτιά­χναν κά­πο­τε οι μά­στο­ροι, και με­τά, η α­φή­γη­ση των ί­διων των μα­στό­ρων, που η τέ­χνη τους πή­γαι­νε α­πό πα­τέ­ρα σε γιο, ε­νώ, έν­θε­τη το­πο­θε­τεί­ται η α­φή­γη­ση μιας γυ­ναί­κας, που βλέ­πει τα μπα­ού­λα να αλ­λά­ζουν τό­πους. Τε­λι­κά, συ­ναρ­πα­στι­κό­τε­ρες α­πό τις αν­θρώ­πι­νες πε­ρι­πέ­τειες α­πο­δει­κνύο­νται ε­κεί­νες του τε­λευ­ταίου μπα­ού­λου, που πού­λη­σε ο μά­στο­ρας, κα­θώς σε αυ­τές μπλέ­κο­νται οι τύ­χες των αλ­λο­τι­νών με­τα­να­στών σε Αμε­ρι­κή και Αυ­στρα­λία.
Τε­λι­κά, αν θέ­λει κά­ποιος έ­ναν μπού­σου­λα, για το ξε­διά­λεγ­μα της ή­ρας α­πό το στά­ρι, στην πε­ρί­πτω­σή μας του διη­γή­μα­τος α­πό τις ι­στο­ρίες, δεν χρειά­ζε­ται να α­να­ζη­τή­σει θέ­μα­τα και μορ­φι­κές και­νο­το­μίες. Αρκεί, δια­βά­ζο­ντας τις λί­γες σε­λί­δες ε­νός διη­γή­μα­τος, να με­ταγ­γί­ζε­ται λε­πταί­σθη­τη συ­γκί­νη­ση. Η συμ­βου­λή μας, πά­ντως, εί­ναι να μην α­να­τρέ­ξει στον κα­τά­λο­γο των βρα­βευ­μέ­νων με κρα­τι­κό λο­γο­τε­χνι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος, για­τί θα μπερ­δευ­τεί. Συ­χνά, το βρα­βείο διη­γή­μα­τος δί­νε­ται σε γνω­στούς μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους για τη μια συλ­λο­γή ι­στο­ριών, που πα­ρε­μπι­πτό­ντως ε­ξέ­δω­σαν. Ένας, μά­λι­στα, α­πό τους τε­λευ­ταίους βρα­βευ­μέ­νους, σε μια σπά­νια κρί­σης αυ­το­γνω­σίας, έ­ψε­ξε την κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή, ό­τι τον τί­μη­σε με το λά­θος βρα­βείο. Από την άλ­λη, οι ση­μα­ντι­κό­τε­ροι διη­γη­μα­το­γρά­φοι ό­λων των κλά­σεων α­που­σιά­ζουν. Μέ­χρι του ση­μείου, η μη βρά­βευ­ση με κρα­τι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος να συ­νι­στά έ­να πρώ­το κρι­τή­ριο α­ξιο­λό­γη­σης και πρό­κρι­μα για την κα­τά­τα­ξη στη λί­στα των λε­πτουρ­γών της λο­γο­τε­χνίας.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 13/2/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: