Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Από τα ελάσσονα των ποιητών στον λιχανό των μεταφραστών

«Κον­δυ­λο­φό­ρος»
Ετή­σια έκ­δο­ση
νεό­τε­ρης
ελ­λη­νι­κής φι­λο­λο­γίας
Τεύ­χος 9, 2010
Εκδό­σεις University
Studio Press
Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010

Πριν τρεις ε­βδο­μά­δες, την Κυ­ρια­κή 11 Σε­πτεμ­βρίου, συ­μπλη­ρώ­θη­κε έ­νας χρό­νος α­πό το θά­να­το του Πά­νου Μουλ­λά. Το τεύ­χος α­νοί­γει με το α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο κεί­με­νο της φί­λης και συ­να­δέλ­φου του Λί­ζυς Τσι­ρι­μώ­κου. Μια φι­λία σα­ρά­ντα χρό­νων, που ξε­κί­νη­σε “στην ό­α­ση του Νε­ο­ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.

Και σε αυ­τό το τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού υ­πε­ρι­σχύουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση: Σο­λω­μός, Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Κα­ρυω­τά­κης. Εν αρ­χή, ο Σο­λω­μός. Η Κα­τε­ρί­να Τι­κτο­πού­λου α­να­ζη­τά­ει την πρώ­τη έκ­δο­ση ε­νός α­πό τα έ­ξι ι­τα­λι­κά ποιή­μα­τα, που έ­γρα­ψε ο Σο­λω­μός κα­τά την τριε­τία 1815-1818, ό­ντας φοι­τη­τής στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Πα­βίας. Πρό­κει­ται για την «Ωδή για Πρώ­τη Λει­τουρ­γία», ό­που ως Πρώ­τη Λει­τουρ­γία νο­εί­ται η πρώ­τη ε­πί­ση­μη Λει­τουρ­γία, που τε­λεί έ­νας κα­θο­λι­κός ιε­ρέ­ας με­τά τη χει­ρο­το­νία του. Αυ­τήν την Ωδή διά­βα­σε ο Σο­λω­μός στον Σπυ­ρί­δω­να Τρι­κού­πη, σε ε­κεί­νη την πρώ­τη τους συ­νά­ντη­ση, που εί­χε ως ε­πα­κό­λου­θο την ο­ρι­στι­κή στρο­φή του στην ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα και στι­χουρ­γία. Η Ωδή, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτε­ται, εκ­δό­θη­κε πε­ρί τα ε­ξή­ντα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1877, στην Βι­τσέ­ντσα της πε­ρι­φέ­ρειας Βέ­νε­το, χά­ρις σε δυο ση­μα­ντι­κούς λο­γίους. Γνω­στό­τε­ρος σε μας εί­ναι ο Ιωάν­νης Βε­λού­δης, α­δελ­φός του τυ­πο­γρά­φου Σπυ­ρί­δω­να Βε­λού­δη, κι αυ­τός ε­πι­με­λη­τής εκ­δό­σεων, αλ­λά και κα­θη­γη­τής στην Φλαγ­γί­νειο Σχο­λή και αρ­γό­τε­ρα, διευ­θυ­ντής της Μαρ­κια­νής Βι­βλιο­θή­κης. Η με­λε­τή­τρια συ­γκρί­νει τις χει­ρό­γρα­φες μορ­φές της Ωδής με την, σε πρό­ζα, με­τά­φρα­σή της α­πό τον Λί­νο Πο­λί­τη και δη­μο­σιεύει α­ντι­κρι­στά ι­τα­λι­κό πρω­τό­τυ­πο και με­τά­φρα­ση.ελ­λη­νι­κού Ινστι­τού­του της Σορ­βόν­νης”. Εκεί­νη, με­τα­πτυ­χια­κή φοι­τή­τρια και ε­κεί­νος, α­πό τους βα­σι­κούς συ­νερ­γά­τες του Κ.Θ. Δη­μα­ρά, ε­τοί­μα­ζε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή του. Η Τσι­ρι­μώ­κου σκια­γρα­φεί την άλ­λη ό­ψη του αυ­στη­ρού φι­λό­λο­γου και ι­στο­ρι­κού. “Ήταν αι­σιό­δο­ξος, φι­λό­γε­λως, χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, έ­τοι­μος να α­κού­σει ή να με­τα­φέ­ρει το α­στείο, να σκα­ρώ­σει το λο­γο­παί­γνιο, να εν­δια­φερ­θεί για τα μι­κρά ή τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα του δι­πλα­νού του”.

Στον Κάλ­βο α­να­φέ­ρε­ται το κεί­με­νο της Αγγέ­λας Γιώ­τη. Ει­δι­κό­τε­ρα, α­να­συν­θέ­τει τον Κάλ­βο του Νι­κό­λα Κά­λας. Του τρι­συ­πό­στα­του Νί­κου Κα­λα­μά­ρη, ό­πως τον α­πο­κα­λεί ο Αλέξ. Αργυ­ρίου, ο ο­ποίος, με­τα­ξύ άλ­λων, τον θεω­ρεί ως τον πρώ­το συ­νει­δη­τά μο­ντέρ­νο ποιη­τή μας. Ως Νι­κή­τας Ρά­ντος υ­πο­γρά­φει τα ποιή­μα­τά του, ως Μ. Σπιέ­ρος (ψευ­δώ­νυ­μο ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό τον Ρο­βε­σπιέ­ρο) τα θεω­ρη­τι­κά του κεί­με­να, ε­νώ, στην ι­στο­ρία της λο­γο­τε­χνίας, κα­τα­γρά­φε­ται με τη γαλ­λι­κή σύ­ντμη­ση του ο­νό­μα­τός του, α­φού έ­ζη­σε για χρό­νια στο Πα­ρί­σι και εν συ­νε­χεία, στη Νέα Υόρ­κη, ό­που, α­πό το 1945, πο­λι­το­γρα­φή­θη­κε Αμε­ρι­κα­νός πο­λί­της. Η με­λε­τή­τρια στη­ρί­ζε­ται κυ­ρίως σε τρία κεί­με­να του Κά­λας: μια συ­νέ­ντευ­ξη, Μάη 1933, ό­που α­να­φέ­ρει ως τον με­γα­λύ­τε­ρο ποιη­τή του 19ου αιώ­να τον Κάλ­βο, μια διά­λε­ξη του ί­διου έ­τους, με τίτ­λο, «Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του συ­ναι­σθή­μα­τος στη νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποίη­ση», και έ­να άρ­θρο στο πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, για τον Τά­κη Πα­πα­τσώ­νη, στο ο­ποίο ο­ρί­ζει “τα τρία στά­δια της λυ­ρι­κής μας ε­ξε­λί­ξεως”: Κάλ­βος, Κα­βά­φης, Πα­πα­τσώ­νης.
Η Γιώ­τη παίρ­νει ως μέ­τρο σύ­γκρι­σης τον Κάλ­βο του Θε­ο­το­κά, ό­πως αυ­τός σκια­γρα­φεί­ται στο α­φιε­ρω­μα­τι­κό ποίη­μα, «Γέ­ρος α­ε­τός», γραμ­μέ­νο στο Πα­ρί­σι το 1934. Αλλά και τον Κάλ­βο ο­ποιου­δή­πο­τε άλ­λου συγ­γρα­φέα του με­σο­πο­λέ­μου αν ε­πέ­λε­γε, η α­πό­στα­ση θα ή­ταν το ί­διο με­γά­λη. Για­τί ο Κά­λας δεν εί­ναι μό­νο έ­νας α­πό τους πρώ­τους υ­περ­ρε­α­λι­στές ποιη­τές, αλ­λά φοι­τη­τής α­κό­μη, στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’20, στρα­τεύε­ται στην κο­μου­νι­στι­κή α­ρι­στε­ρά για να προ­σχω­ρή­σει την ε­πό­με­νη δε­κα­ε­τία στους τρο­τσκι­στές, ε­νώ, τα ί­δια χρό­νια, α­πο­δέ­χε­ται τη φροϋδι­κή ψυ­χα­νά­λυ­ση. Όλα αυ­τά ερ­μη­νεύουν το για­τί, α­ντί για τον πα­τριω­τι­κό ποιη­τή Κάλ­βο, βλέ­πει τον πά­σχο­ντα άν­θρω­πο, που πο­τέ δεν ξε­πέ­ρα­σε τον πρόω­ρο χω­ρι­σμό α­πό τη μη­τέ­ρα του, αλ­λά και τον ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο ποιη­τή, που κα­τόρ­θω­σε μια εξ­πρε­σιο­νι­στι­κά ρε­α­λι­στι­κή α­πό­δο­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Σε αυ­τόν τον Κάλ­βο, ο Κά­λας α­να­γνω­ρί­ζει έ­ναν πρό­γο­νο στην ποίη­ση.
Ιδιαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το τε­λευ­ταίο μέ­ρος της με­λέ­της της Γιώ­τη, που α­να­φέ­ρε­ται σε έ­να δη­μο­σίευ­μα σχε­τι­κό με τον Κάλ­βο, το ο­ποίο βρέ­θη­κε στο Αρχείο Κά­λας. Πρό­κει­ται για την ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση α­πό τον κα­θη­γη­τή Γεώρ­γιο Ζώ­ρα της «Απο­λο­γίας της αυ­το­κτο­νίας» του Κάλ­βου. Ει­κά­ζε­ται ό­τι το κεί­με­νο γρά­φτη­κε πριν την α­να­χώ­ρη­ση του Κάλ­βου α­πό την Ιτα­λία. Στα ι­τα­λι­κά πρω­το­δη­μο­σιεύ­θη­κε το 1916 και η ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­σή του, το 1937. Τό­τε, οι με­λε­τη­τές του Κάλ­βου, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του με­τα­φρα­στή, α­ντι­με­τώ­πι­σαν με α­μη­χα­νία το κεί­με­νο. Αντί­θε­τα, για τον Κά­λας φαί­νε­ται ό­τι α­πο­τέ­λε­σε την ελ­λεί­που­σα ψη­φί­δα στην ει­κό­να του Κάλ­βου που εί­χε φα­ντα­στεί. Κα­τά τον Κά­λας: «...Ο Κάλ­βος σκο­τώ­νει τον ε­αυ­τό του, σκο­τώ­νο­ντας το κα­λύ­τε­ρο και πιο ση­μα­ντι­κό στοι­χείο του ε­αυ­τού του, την ποίη­σή του· ο Κάλ­βος σε η­λι­κία 34 ε­τών αυ­το­κτό­νη­σε...»

Ο Κα­βά­φης α­να­φέ­ρε­ται με α­φορ­μή έ­να πε­ζό κεί­με­νο, το «Χρί­στος και ό­χι Χρή­στος», που τυ­πώ­θη­κε α­νω­νύ­μως στην ε­φη­με­ρί­δα «Τη­λέ­γρα­φος» της Αλε­ξάν­δρειας, Δε­κέμ­βριο 1901. Το κεί­με­νο βρέ­θη­κε στο Αρχείο του, με α­πο­τέ­λε­σμα να θεω­ρη­θεί α­πό ο­ρι­σμέ­νους με­λε­τη­τές ως δι­κό του έρ­γο. Συ­γκε­κρι­μέ­να, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα «Πε­ζά» του, στην έκ­δο­ση Φέ­ξη του 1963, που πα­ρου­σία­σε ο Γιώρ­γος Πα­που­τσά­κης και στην έκ­δο­ση Ίκα­ρου του 2003, που ε­πι­με­λή­θη­κε ο Μι­χά­λης Πιε­ρής. Το κεί­με­νο, ω­στό­σο, δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στα έρ­γα του Κα­βά­φη, που συ­γκέ­ντρω­σε ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, ού­τε πο­τέ α­να­φέ­ρε­ται α­πό ε­κεί­νον. Η Κα­τε­ρί­να Γκί­κα διε­ρευ­νά τη πα­τρό­τη­τα του κει­μέ­νου, για να κα­τα­λή­ξει ό­τι δεν α­νή­κει στον Κα­βά­φη, αλ­λά γρά­φτη­κε α­πό τον δη­μο­τι­κι­στή γλωσ­σο­λό­γο Μέ­νο Φι­λή­ντα. Εξ ου και ο τίτ­λος της με­λέ­της της, «Με­νε­λά­ου και ό­χι Κων­στα­ντί­νου».

Η Να­τα­λία Δε­λη­γιαν­νά­κη α­πο­πει­ρά­ται μια “τυ­πο­λα­τρι­κή α­πό­πει­ρα χαρ­το­γρά­φη­σης της ο­μοιο­κα­τα­λη­ξίας του Κα­ρυω­τά­κη”. Συ­ντάσ­σει, μά­λι­στα, με­τά ε­πι­μο­νής και υ­πο­μο­νής, «Ρι­μά­ριο Κ. Γ. Κα­ρυω­τά­κη». Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα για την ποίη­ση του τεύ­χους, ε­ντάσ­σε­ται και η πα­ρου­σία­ση της χει­ρό­γρα­φης αν­θο­λο­γίας του Αλέ­ξαν­δρου Ρί­ζου Δορ­μού­ση α­πό την Στέ­ση Αθή­νη. Δεύ­τε­ρης ή ί­σως και τρί­της γε­νιάς με­τα­νά­στης στην Πέ­στη α­πό τον Τύρ­να­βο της Θεσ­σα­λίας ο Δορ­μού­σης, ερ­γα­ζό­με­νος στην οι­κο­γε­νεια­κή του ε­πι­χεί­ρη­ση, ξε­κί­νη­σε για προ­σω­πι­κή του α­να­ψυ­χή την αν­θο­λο­γία στα 35 του, το 1795, και την ε­γκα­τέ­λει­ψε κο­ντά 40 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1832. Θυ­μί­ζει τις φα­να­ριώ­τι­κες μι­σμά­γιες, με λυ­ρι­κά στι­χουρ­γή­μα­τα, υ­μνη­τι­κά και πα­τριω­τι­κά ά­σμα­τα, α­πο­σπά­σμα­τα α­πό με­λο­δρά­μα­τα κ.ά. Η με­λε­τή­τρια δί­νει α­να­λυ­τι­κή πε­ρι­γρα­φή των πε­ριε­χο­μέ­νων της.

Στα δη­μο­σιεύ­μα­τα του τεύ­χους τα σχε­τι­κά με την πε­ζο­γρα­φία, ο Γιώρ­γος Καλ­λί­νης α­να­σύ­ρει α­πό τους θη­σαυ­ρούς των Αρχείων τρεις ε­πι­στο­λές και έ­να ε­πι­σκε­πτή­ριο του Κο­σμά Πο­λί­τη προς τον Αλκι­βιά­δη Γιαν­νό­που­λο, α­πό την τριε­τία, Νοέμ­βριος 1934 - Δε­κέμ­βριος 1937, σκια­γρα­φώ­ντας στην ει­σα­γω­γή του μια ει­κό­να της σχέ­σης τους. Πι­στεύου­με, ω­στό­σο, ό­τι θα έ­πρε­πε να δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία για την ι­διαί­τε­ρη κα­τά­στα­ση, στην ο­ποία βρι­σκό­ταν ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο ο Κο­σμάς Πο­λί­της, ει­δάλ­λως οι ε­πι­στο­λές του δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι άλ­λο­τε α­ντι­φά­σκει και άλ­λο­τε ψεύ­δε­ται, με α­πο­τέ­λε­σμα να μην τον κα­λο­συ­σταί­νουν.
Ο Καλ­λί­νης θυ­μί­ζει ό­τι το Σε­πτέμ­βριο του 1934, ο Πο­λί­της με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα ως διευ­θυ­ντής του ε­κεί υ­πο­κα­τα­στή­μα­τος της Ιο­νι­κής Τρά­πε­ζας. “Το 1934 ξε­λο­γιά­ζε­ται με κά­ποια, ε­γκα­τα­λεί­πει σπί­τι, γυ­ναί­κα και παι­δί (στην ε­φη­βεία του), με­τα­τί­θε­ται στην Πά­τρα και ξε­κό­βει ε­ντε­λώς για πολ­λά χρό­νια α­πό την οι­κο­γέ­νειά του”, γρά­φει μάλ­λον ει­ρω­νι­κά η Νό­ρα Ανα­γνω­στά­κη. Ενώ, μια νεό­τε­ρη με­λε­τή­τρια, η Αγγέ­λα Κα­στρι­νά­κη, στην περ­σι­νή ε­πα­νέκ­δο­ση του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Πο­λί­τη, «Λε­μο­νό­δα­σος», υιο­θε­τεί τον ί­διο ει­ρω­νι­κό τό­νο. “Το 1934 θα α­φή­σει την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία για την Πά­τρα και τα ε­ρω­τι­κά της θέλ­γη­τρα.” Προ­βλη­μα­τι­κή, ό­μως, ή­ταν και η κα­τά­στα­ση του συγ­γρα­φέα Πο­λί­τη, ό­που το πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα χει­ρο­κρο­τή­θη­κε, ε­νώ το ε­πό­με­νο, «Εκά­τη», α­ντι­με­τω­πί­στη­κε ως πρω­τό­λειο, ό­πως συ­νο­ψί­ζει και πά­λι η Ανα­γνω­στά­κη.
Στα χρό­νια της Πά­τρας, ο Πο­λί­της γρά­φει τα ε­πό­με­να τρία έρ­γα του, τις δυο νου­βέ­λες, «Η κυ­ρία Ελε­ο­νώ­ρα» και «Μα­ρί­να», και το μυ­θι­στό­ρη­μα «Eroica», τα ο­ποία και δη­μο­σιεύει σε συ­νέ­χειες στα «Νέα Γράμ­μα­τα». Οι ε­πι­στο­λές του δεί­χνουν ό­τι της ό­ποιας ε­ρω­τι­κής έ­ξα­ψης εί­χε υ­πε­ρι­σχύ­σει η συγ­γρα­φι­κή α­πο­τυ­χία. Στην πρώ­τη ε­πι­στο­λή, α­πο­κα­λεί την Πά­τρα “αιχ­μη­ρή έ­ρη­μο” και ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι θα πε­ρά­σει πο­λύς και­ρός προ­τού α­πο­φα­σί­σει να ξα­να­γρά­ψει. Στην δεύ­τε­ρη, του 1935, δη­λώ­νει ό­τι α­πεχ­θά­νε­ται το βι­βλιο­δε­τη­μέ­νο έ­ντυ­πο χαρ­τί σαν το διά­βο­λο το λι­βά­νι. Ενώ, στην τρί­τη, του 1937, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι η «Eroica» “γρά­φε­ται μέ­ρα με τη μέ­ρα, σαν ε­πι­φυλ­λί­δα, και κά­πως βια­στι­κά”. Επι­προ­σθέ­τως, δια­τεί­νε­ται ό­τι, πα­ρό­λο που λεί­πουν μό­νο δυο κε­φά­λαια, δεν ξέ­ρει το τέ­λος. Δη­λα­δή, με άλ­λα λό­για, η «Eroica» γρά­φτη­κε ε­πί του πιε­στη­ρίου. Ισχυ­ρι­σμός, που για το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα μάλ­λον εκ­πλήσ­σει.
Αφορ­μή της ε­πι­στο­λο­γρα­φίας τους στά­θη­κε η α­πο­στο­λή α­πό τον Γιαν­νό­που­λο, κα­τά ο­κτώ χρό­νια νεό­τε­ρο του Πο­λί­τη και συ­νά­δελ­φό του τρα­πε­ζι­κό, του πρώ­του του βι­βλίου. Ήταν η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, «Κε­φά­λια στη σει­ρά». Σχε­τι­κά με την κρι­τι­κή του Πο­λί­τη για τα διη­γή­μα­τα, ο Καλ­λί­νης τον συλ­λαμ­βά­νει ψευ­δό­με­νο. Στον μεν Γιαν­νό­που­λο γρά­φει ό­τι βρί­σκει τέσ­σε­ρα α­πό τα συ­νο­λι­κά έ­ντε­κα διη­γή­μα­τά του α­λη­θι­νά α­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ε­νώ, σε ε­πι­στο­λή του στον Αντρέα Κα­τα­ντώ­νη, πα­ρα­τη­ρεί ό­τι εί­ναι φλύα­ρα. Αυ­τό, ό­μως, α­νή­κει στην κα­τη­γο­ρία των κα­τά συν­θή­κη ψευ­δών, που συ­νη­θί­ζο­νται α­πό α­νέ­κα­θεν στο λο­γο­τε­χνι­κό σι­νά­φι, το πι­θα­νό­τε­ρο για λό­γους α­βρό­τη­τας.
Στον τό­μο, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και δυο κεί­με­να για δυο με­τα­πο­λε­μι­κούς πε­ζο­γρά­φους. Ο Αλέξ. Μπα­ζού­κης γρά­φει για “τον ά­βο­λο με­τεω­ρι­σμό ε­νός φι­λε­λεύ­θε­ρου δια­νοού­με­νου στη δε­κα­ε­τία του 1950”, του Ρό­δη Ρού­φου. Ενώ, ο Μιχ. Μπα­κο­γιάν­νης βι­βλιο­γρα­φεί με­ρι­κώς τον με­τα­φρα­στή Άγγε­λο Βλά­χο, κα­τα­γρά­φο­ντας τις με­τα­φρά­σεις του λο­γο­τε­χνι­κών έρ­γων στο πε­ριο­δι­κό «Εστία» την πε­ρίο­δο 1876-1895.

Την ταυ­τό­τη­τα του έλ­λη­να με­τα­φρα­στή στον 19ο αιώ­να α­να­ζη­τά­ει ο Φί­λιπ­πος Παπ­πάς. Πρό­κει­ται για α­να­κοί­νω­ση σε συ­νέ­δριο στη Γρα­νά­δα, του 2010, και μάλ­λον για την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση του με­λε­τη­τή στον «Κον­δυ­λο­φό­ρο», που ση­μα­το­δο­τεί και την εί­σο­δο σε αυ­τόν μιας τρί­της γε­νιάς φι­λο­λό­γων. Ενδια­φέ­ρων ο δια­χω­ρι­σμός που προ­τεί­νει: «Από τη μια με­ριά, κά­τι που θυ­μί­ζει κλει­στή λέ­σχη ε­πώ­νυ­μων κλα­σι­κι­ζό­ντων με­τα­φρα­στών και α­πό την άλ­λη, έ­νας α­νοι­χτός ξε­νώ­νας α­νω­νύ­μων. Οι πρώ­τοι μοιά­ζουν με οι­κο­δε­σπό­τες, οι δεύ­τε­ροι με με­τα­φο­ρείς.» Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις εί­ναι ε­πι­σφα­λείς λό­γω του α­πό­λυ­του χα­ρα­κτή­ρα τους. Ας μη λη­σμο­νού­με ό­τι υ­πάρ­χουν ο­ρι­σμέ­νοι με­τα­φρα­στές που με­τέ­χουν και στις δυο ο­μά­δες. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν στά­θη­κε κα­θ’ ό­λον τον με­τα­φρα­στι­κό του βίο “έ­νας α­νώ­νυ­μος ερ­γά­της υ­πο­γείου ε­φη­με­ρί­δας”, ό­πως τον α­να­φέ­ρει.
Την προ­η­γού­με­νη ά­νοι­ξη, έ­γκρι­τος κρι­τι­κός α­πο­φαι­νό­ταν με τον ί­διο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο, ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή­ταν έ­νας ε­παγ­γελ­μα­τίας με­τα­φρα­στής, που ερ­γά­στη­κε ε­πί χρό­νια με κα­λές α­μοι­βές στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. Ο κρι­τι­κός α­να­φε­ρό­ταν στην πρό­σφα­τη τό­τε έκ­δο­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Ουέλ­λς «Ο αό­ρα­τος άν­θρω­πος». Μια α­πό τις α­νώ­νυ­μες με­τα­φρά­σεις, που α­πο­δό­θη­καν στον Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­πως, με­τά βε­βαιό­τη­τας, α­πο­δό­θη­κε και ε­κεί­νη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Μπραμ Στόου­κε­ρ, «Ο Δρά­κου­λας», που, κα­τά τα φαι­νό­με­να, θα κυ­κλο­φο­ρή­σει στο κλεί­σι­μο του τρέ­χο­ντος έ­τους Πα­πα­δια­μά­ντη. Πα­ρα­τη­ρεί­ται μια τά­ση προς τις α­πό­λυ­τες δια­τυ­πώ­σεις τό­σο γε­νι­κό­τε­ρα ό­σο και ει­δι­κό­τε­ρα στην πε­ρί­πτω­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη. Εί­τε πρό­κει­ται για τα του βίου του εί­τε για την πα­τρό­τη­τα των με­τα­φρά­σεών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πο­φαί­νο­νται συ­χνά με προ­κλη­τι­κή σι­γου­ριά. Ανε­ξάρ­τη­τα αν τα ι­σχνά δε­δο­μέ­να ε­πι­βάλ­λουν, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, με­τριο­πά­θεια. Χά­θη­κε, δη­λα­δή, κά­ποιος τρο­πι­κός ε­πιρ­ρη­μα­τι­κός προσ­διο­ρι­σμός αμ­φι­βο­λίας ή και φι­λο­λο­γι­κής ε­γκρά­τειας;
Στον Πα­πα­δια­μά­ντη ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται και η με­λέ­τη της Στέλ­λας Χε­λι­δώ­νη, με τίτ­λο, «Μια εκ­κλη­σια­στι­κή πα­ρά­δο­ση κρυμ­μέ­νη στο “Κοι­νω­νι­κόν Μυ­θι­στό­ρη­μα” του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­νά­ντη Η Φό­νισ­σα».

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο Νικόλας Κάλας σε νεαρή ηλικία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 2/10/2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια: