Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Ποιον ενδιαφέρει ο Δημήτριος Καμπούρογλους



Ο Δη­μή­τριος Γρη­γο­ρίου Κα­μπού­ρο­γλους, συ­νο­μή­λι­κος του Νι­κό­λα­ου Πο­λί­τη, έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ο ι­στο­ρι­κός η­μών των Αθη­ναίων, δεν φαί­νε­ται να πή­ρε τη θέ­ση που τού α­ντι­στοι­χού­σε στην Ιστο­ρία. Μπο­ρεί να μην πέ­ρα­σε στα ψι­λά γράμ­μα­τα, α­πο­τε­λεί, πά­ντως, έ­να πα­ρω­χη­μέ­νο κε­φά­λαιο. Σή­με­ρα κα­τα­λή­γουν σε πραγ­μα­τι­κή ει­ρω­νεία ό­σα εί­χε δια­τυ­πώ­σει ο Νί­κος Βέ­ης πριν 80 χρό­νια, στην ο­μι­λία του κα­τά τον ε­ορ­τα­σμό της Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δος του Κα­μπού­ρο­γλου. Στην αί­θου­σα του «Παρ­νασ­σού», ο πε­νη­ντά­χρο­νος τό­τε Βέ­ης, ε­ξέ­χου­σα φυ­σιο­γνω­μία της πα­νε­πι­στη­μια­κής κοι­νό­τη­τας, θέ­λο­ντας να δεί­ξει πό­σο α­δύ­να­το ή­ταν να λη­σμο­νη­θεί πο­τέ ο τι­μώ­με­νος, με­γά­λυ­νε την προ­σω­πι­κό­τη­τά του δια της συ­γκρί­σεως με τις στα­θε­ρές του κό­σμου τους. Έκλει­νε την ο­μι­λία του με την α­πό­φαν­ση: «...το ό­νο­μά του –και α­φού ο ί­διος γλυ­κο­κοι­μη­θή στην α­γκά­λη της Δό­ξας– θα ζή­ση ε­φ’ ό­σον ε­ξα­κο­λου­θεί ο ρυθ­μός του κό­σμου αυ­τού, οι άν­θρω­ποι εν­δια­φέ­ρο­νται για τα κα­λά, χρή­σι­μα και ω­ραία, και ε­φ’ ό­σον κε­λαϊδούν τ’ α­η­δό­νια στον Κο­λω­νό, και τα πορ­φυ­ρώ­μα­τα και τα χρυ­σο­σύ­νε­φα στο­λί­ζουν τον Αττι­κό ου­ρα­νό.» Δεν ή­ταν ι­δα­νι­κά τα πράγ­μα­τα ε­κεί­νον τον Οκτώ­βριο του 1932, αλ­λά ο κό­σμος τό­τε α­κό­μη πρέ­πει να έ­δι­νε ε­ντύ­πω­ση ευ­ρυθ­μίας. Ου­δείς δια­νο­εί­το πως ο χα­μη­λός λό­φος του Κο­λω­νού θα ε­ξα­φα­νι­ζό­ταν μα­ζί με τ’ α­η­δό­νιά του, πό­σω μάλ­λον ό­τι οι άν­θρω­ποι δεν θα έ­δι­ναν δε­κά­ρα για τα κα­λά και ω­ραία πα­ρά μό­νο για τα “κα­λά και συμ­φέ­ρο­ντα”. Συ­να­κό­λου­θα, α­πα­λεί­φθη­κε και το ό­νο­μα του τι­μώ­με­νου.
Σή­με­ρα, ποιος έ­χει α­κου­στά τον Δη­μή­τριο Κα­μπού­ρο­γλου. Ακό­μη και σε ό­σους το ό­νο­μά του μπο­ρεί κά­τι να λέει, ού­τε αυ­τοί α­να­κα­λούν κά­ποια συ­γκε­κρι­μέ­νη πλη­ρο­φο­ρία. Ιδίως, οι κά­τω των σα­ρά­ντα πέ­ντε, που φοί­τη­σαν στην δευ­τε­ρο­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση με­τά την ο­ρι­στι­κή κα­θιέ­ρω­ση του λυ­κείου. Τό­τε, κα­θώς με αυ­τήν την τε­λευ­ταία αλ­λα­γή του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος δό­θη­κε δια­φο­ρε­τι­κή έμ­φα­ση στα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να, τα πε­ζά του Κα­μπού­ρο­γλου α­πο­σύρ­θη­καν ο­ρι­στι­κά α­πό τα σχο­λι­κά εγ­χει­ρί­δια. Ού­τε, ό­μως, οι με­γα­λύ­τε­ροι, οι γεν­νη­μέ­νοι στα χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, α­πό την Κα­το­χή μέ­χρι τη Δι­κτα­το­ρία, ό­ταν τα α­να­γνω­στι­κά ό­λων των τά­ξεων διέ­σω­ζαν κά­ποιο κεί­με­νό του για την Αθή­να, γνω­ρί­ζουν το έρ­γο του. Εδώ, δεν φαί­νε­ται να το γνω­ρί­ζουν οι α­κό­μη πρε­σβύ­τε­ροι, που τον πρό­λα­βαν ζώ­ντα και οι ο­ποίοι σή­με­ρα α­πο­τε­λούν την πνευ­μα­τι­κή η­γε­σία. Κι αν το γνω­ρί­ζουν, μάλ­λον υ­πο­τι­μούν την α­ξία του, αν δεν το α­πα­ξιούν. Ει­δάλ­λως, πώς ε­ξη­γεί­ται ο μη ε­ορ­τα­σμός, ού­τε καν η α­πλή μνη­μό­νευ­ση της ε­φε­τι­νής δι­πλής ε­πε­τείου του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του και 70 α­πό το θά­να­τό του. 
Θα α­να­με­νό­ταν, ω­στό­σο, να τον θυ­μη­θούν τα πνευ­μα­τι­κά Iδρύ­μα­τα, του­λά­χι­στον ε­κεί­να, στων ο­ποίων την ί­δρυ­ση πρω­το­στά­τη­σε. Κα­τ’ αρ­χάς, η Ακα­δη­μία Αθη­νών, ως το κο­ρυ­φαίο με­τα­ξύ αυ­τών, της ο­ποίας, το 1927, α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το ε­κλεγ­μέ­νο μέ­λος στην τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών, υ­περ­τε­ρώ­ντας των δυο συ­νυ­πο­ψη­φίων του, Νιρ­βά­να και Ξε­νό­που­λου. Ως οι πρώ­τοι α­κα­δη­μαϊκοί θεω­ρού­νται οι Πα­λα­μάς, Δρο­σί­νης, Προ­βε­λέγ­γιος, ό­μως ε­κεί­νη η τριά­δα εί­χε διο­ρι­στεί α­πό την κυ­βέρ­νη­ση Πα­γκά­λου, κα­τά την ί­δρυ­ση της Ακα­δη­μίας, έ­να χρό­νο νω­ρί­τε­ρα, το 1926. Από τους πρώ­τους τρεις, πρό­ε­δρος της Ακα­δη­μίας χρη­μά­τι­σε μό­νο ο Πα­λα­μάς, το 1930. Ο Κα­μπού­ρο­γλους α­νέ­λα­βε την προ­ε­δρία τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.
Έτε­ρο Ίδρυ­μα, που θα α­να­με­νό­ταν να τον τι­μή­σει, εί­ναι η Ε­ΣΗΕ­Α, και δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νη­θί­ζει, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, να ε­ορ­τά­ζει τις ε­πε­τείους των ε­πι­φα­νών με­λών της. Ο Κα­μπού­ρο­γλους δεν α­πο­τέ­λε­σε μό­νο ε­ξέ­χον μέ­λος της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κοι­νό­τη­τας, αλ­λά ή­ταν και ο πρώ­τος εγ­γρα­φείς στα κα­τά­στι­χά της, κά­το­χος της δη­μο­σιο­γρα­φι­κής ταυ­τό­τη­τας με αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό έ­να.  Ενδει­κτι­κό στοι­χείο, πά­ντως,  της α­φά­νειας που έ­χει πε­ρι­πέ­σει ως δη­μο­σιο­γρά­φος, εί­ναι η α­που­σία λήμ­μα­τος στην τε­τρά­το­μη  «Εγκυ­κλο­παί­δεια του ελ­λη­νι­κού Τύ­που 1784-1974», που εκ­δό­θη­κε προ τε­τρα­ε­τίας. Δεν α­πο­κλείε­ται η Ε­ΣΗΕ­Α να τον θυ­μη­θεί το 2014, ό­που η ί­δια θα ε­ορ­τά­ζει ε­νός αιώ­να βίο.
Υπάρ­χουν, ό­μως, και πα­λαιό­τε­ρα Ιδρύ­μα­τα, που ο­φεί­λουν τη γέ­νε­σή τους στον Κα­μπού­ρο­γλου και σε μια δρά­κα αν­θρώ­πων πέ­ριξ αυ­τού. Πά­ντο­τε ακ­μαία, πα­ρά τα 130 χρό­νια που με­τρά­ει, η Ιστο­ρι­κή και Εθνο­λο­γι­κή Εται­ρεία δεν θυ­μή­θη­κε ε­φέ­τος τους δυο στυ­λο­βά­τες της, Πο­λί­τη-Κα­μπού­ρο­γλου, κι ας συ­νέ­βα­λαν κα­θο­ρι­στι­κά στη δη­μιουρ­γία της ί­διας και του Εθνι­κού Ιστο­ρι­κού Μου­σείου για τη  στέ­γα­ση των κει­μη­λίων του 1821. Τον λη­σμό­νη­σε, πα­ρό­τι σε αυ­τήν ε­να­πό­κει­ται και το πο­λύ­τι­μο Αρχείο του. Πα­ρό­μοια α­μνη­σία ε­πέ­δει­ξε και η Χρι­στια­νι­κή Αρχαιο­λο­γι­κή Εται­ρεία,  που ι­δρύ­θη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Στις 23 Φε­βρουα­ρίου 1884, προς α­να­χαί­τι­ση της ά­κρι­της αρ­χαιο­μα­νίας που εί­χε ε­πι­κρα­τή­σει, ο Κα­μπού­ρο­γλους μα­ζί με τον βυ­ζα­ντι­νο­λό­γο Γιώρ­γο Λα­μπά­κη την σύ­στη­σαν για τη δια­φύ­λα­ξη των χρι­στια­νι­κών μνη­μείων. Μό­νο που, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, πα­ρά την ί­δρυ­ση της Εται­ρείας και τις πιέ­σεις που ά­σκη­σε ο Κα­μπού­ρο­γλους με την αρ­θρο­γρα­φία του, κυ­ρίως, μέ­σα α­πό το νεό­τευ­κτο τό­τε πε­ριο­δι­κό του «Εβδο­μάς», στέ­γη δεν βρέ­θη­κε. Θα χρεια­στούν τριά­ντα χρό­νια για να προ­κύ­ψει Βυ­ζα­ντι­νό Μου­σείο Αθη­νών και άλ­λα δέ­κα για να α­νοί­ξει τις πύ­λες του. 
Εκτός των Ιδρυ­μά­των, το 2012, θα α­να­με­νό­ταν να α­να­κη­ρυχ­θεί Έτος Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου α­πό την πό­λη των Αθη­νών. Αυ­τό ως ε­λά­χι­στο φό­ρο τι­μής σε ε­κεί­νον, που ε­ρεύ­νη­σε τις ι­στο­ρι­κές πη­γές, συ­γκέ­ντρω­σε το υ­λι­κό και το πα­ρου­σία­σε σε έ­να τρί­το­μο έρ­γο για τα “μνη­μεία της Ιστο­ρίας”, ε­νώ, πα­ράλ­λη­λα, έ­γρα­ψε την «Ιστο­ρία των Αθη­ναίων ε­πί Τουρ­κο­κρα­τίας». Ο ί­διος α­νέ­στη­σε την Πα­λιά Αθή­να, πα­ρα­κι­νώ­ντας και άλ­λους α­πό τους α­πο­κα­λού­με­νους κά­πο­τε Γκά­γκα­ρους, που κρα­τού­σαν α­πό τις πα­λαιές α­θη­ναϊκές οι­κο­γέ­νειες του και­ρού της Τουρ­κο­κρα­τίας, να εν­δια­φερ­θούν για την πό­λη τους. Το 1895, εί­ναι έ­να α­πό τα 197 ι­δρυ­τι­κά μέ­λη του «Αθη­ναϊκού Συλ­λό­γου», του ση­με­ρι­νού «Συλ­λό­γου των Αθη­ναίων». 
Πά­νω α­πό ό­λα τα άλ­λα, στά­θη­κε ο πρώ­τος πλά­νης, έ­νας μπων­τλε­ρι­κός flaneur, της πό­λης, κα­θώς και έ­να πρό­τυ­πο φυ­σιο­λά­τρη πα­ρα­τη­ρη­τή των ε­ξο­χών της, που ζη­τού­σε να ο­νο­μα­τί­σει ό­σα α­παρ­τί­ζουν το μο­να­δι­κό ατ­τι­κό το­πίο. Αυ­τός ί­δρυ­σε στις 21 Μαρ­τίου 1921 τον Οδοι­πο­ρι­κό Σύν­δε­σμο. Τον ο­νό­μα­σε, μά­λι­στα, «Οι Δώ­δε­κα Από­στο­λοι», προς υ­πο­γράμ­μι­ση του α­πο­στο­λι­κού πά­θους με το ο­ποίο α­ντι­με­τώ­πι­ζε την πε­ζο­πο­ρία. Χω­ρίς, βε­βαίως, να αρ­νεί­ται τον ψυ­χα­γω­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα της. Από­δει­ξη ό­τι ε­πέ­λε­ξε για την ε­ναρ­κτή­ρια συ­νεύ­ρε­ση την αί­θου­σα του ζυ­θο­πω­λείου Φιξ. Η Πε­ριη­γη­τι­κή Λέ­σχη, στην ο­ποία με­ταλ­λά­χτη­κε ο Οδοι­πο­ρι­κός Σύν­δε­σμος δε­καέ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, μα­ζί με την ΕΛ­ΠΑ και τα άλ­λα πα­ρα­κλά­διά της, δεν θυ­μή­θη­κε τον Πρω­το­πό­ρο. Από μια ά­πο­ψη, κα­λύ­τε­ρα. Έτσι κι αλ­λιώς, σή­με­ρα, ό­σοι πε­ζο­πο­ρούν, ε­ξαι­ρου­μέ­νων των κυ­νη­γών, το κά­νουν, εί­τε για­τί τους το συ­νέ­στη­σε ο για­τρός εί­τε για τις α­νά­γκες των σκύ­λων τους. Και ό­πως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, πε­ριο­ρί­ζο­νται σε μο­νο­πά­τια εύ­κο­λης πρό­σβα­σης, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας τα ο­ρει­νά για μο­το­κρός και τα πιο βα­τά α­πό αυ­τά για τους πο­δη­λά­τες.
Επα­νερ­χό­με­νοι στην Ογδο­η­κο­ντα­ε­τη­ρί­δα του Κα­μπού­ρο­γλου, έ­τε­ρος ε­πι­φα­νής ο­μι­λη­τής, ο Αρχιε­πί­σκο­πος Αθη­νών Χρυ­σό­στο­μος, α­πο­φαι­νό­ταν ό­τι ε­κεί­νος “κα­τέ­λα­βεν έν­δο­ξον θέ­σιν εν τη ι­στο­ρία των ελ­λη­νι­κών γραμ­μά­τω­ν” και ό­τι “προ του έρ­γου του με­τά θαυ­μα­σμού θα στα­θούν και αι μέλ­λου­σαι γε­νε­αί”. Αι­σιό­δο­ξη πρό­βλε­ψη, που ται­ριά­ζει στο λό­γο ε­νός εκ­κλη­σια­στι­κού ιε­ράρ­χη. Τε­λι­κά, ό­μως, ό­χι “έν­δο­ξο­ν” αλ­λά α­σή­μα­ντη θέ­ση κα­τέ­λα­βε στις ι­στο­ρίες της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Όταν μνη­μο­νεύε­ται, α­να­φέ­ρε­ται με δυο-τρεις α­ρά­δες. Πα­ρο­μοίως, στις πρό­σφα­τες ε­γκυ­κλο­παί­δειες, ό­πως η Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τά­νι­κα, οι λημ­μα­το­γρά­φοι στέ­κο­νται αυ­στη­ροί. Την ί­δια α­νε­πιεί­κεια, που φα­νε­ρώ­νει και λαν­θα­σμέ­νη α­ντί­λη­ψη της ι­διαί­τε­ρης πε­ρί­πτω­σης που συ­νι­στά ο Κα­μπού­ρο­γλους, ε­πι­δει­κνύουν οι γραμ­μα­το­λό­γοι. Ού­τε καν οι ι­στο­ρι­κοί δεν δεί­χνουν σε­βα­στι­κοί προς την προ­δρο­μι­κή πε­ρί­πτω­σή του, πε­ριο­ρί­ζο­ντας το έρ­γο του σε αυ­τό του ι­στο­ριο­δί­φη. Κι αυ­τό, ό­χι με την αί­γλη που α­πο­λάμ­βα­νε κά­πο­τε, αλ­λά με την υ­πο­τι­μη­τι­κή διά­θε­ση που α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται στην ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Ιω­σήφ Σιακ­κής
«Δ. Γ. Κα­μπού­ρο­γλου
Η ζωή και το έρ­γο του»
Εκδό­σεις ΜΙΕ­Τ
Ιού­λιος 2012

Εκπνέ­ο­ντος του 2012, ου­δείς εκ­δό­της ε­πα­να­κυ­κλο­φό­ρη­σε κά­ποιο α­πό τα βι­βλία του Κα­μπού­ρο­γλου, ού­τε βρέ­θη­κε πε­ριο­δι­κό να δη­μο­σιεύ­σει έ­στω και με­ρι­κές α­φιε­ρω­μα­τι­κές σε­λί­δες. Μάλ­λον για­τί οι σύμ­βου­λοι των εκ­δο­τών, ό­σο και οι εκ­δό­τες πε­ριο­δι­κών, α­δια­φο­ρούν για τον Κα­μπού­ρο­γλου ή, το πι­θα­νό­τε­ρο, τον α­γνοούν. Σε αυ­τόν τον κα­νό­να, υ­πήρ­ξε μια ε­ξαί­ρε­ση. Το ΜΙΕΤ ε­ξέ­δω­σε βιο­γρα­φία του και μά­λι­στα, στη σει­ρά «Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Προ­σω­πο­γρα­φιών». Θυ­μί­ζου­με ό­τι πρό­κει­ται για σει­ρά, που ξε­κί­νη­σε ο Ε. Χ. Κάσ­δα­γλης το 1978, με πρώ­το τό­μο, τη βιο­γρα­φία Αλέ­ξαν­δρου Δελ­μού­ζου α­πό τον Ε. Π. Πα­πα­νού­τσο, και συ­νέ­χι­σε με κο­ρυ­φαίες προ­σω­πι­κό­τη­τες των Γραμ­μά­των και Τε­χνών, ό­που ως βιο­γρά­φοι ε­πι­λέ­γο­νταν συγ­γρα­φείς ση­μα­ντι­κοί στον το­μέα του ε­κά­στο­τε  βιο­γρα­φού­με­νου. Το 1999, με τη συ­μπλή­ρω­ση 15 τό­μων και με­τά τον ξαφ­νι­κό θά­να­το του Κάσ­δα­γλη, στις 11 Μαρ­τίου 1998, η σει­ρά δια­κό­πη­κε για μια δε­κα­ε­τία. Συ­νε­χί­στη­κε το 2009, με τον Παύ­λο Καλ­λι­γά και ε­φέ­τος με τον Κα­μπού­ρο­γλου. Και στις δύο πε­ρι­πτώ­σεις, το στοι­χείο που δια­φο­ρο­ποιεί­ται σε σχέ­ση με την πρώ­τη πε­ρίο­δο εί­ναι το πρό­σω­πο του βιο­γρά­φου, που δεν εί­ναι κά­ποιος α­πό τους γνω­στούς με­λε­τη­τές του βιο­γρα­φού­με­νου. 
Η βιο­γρα­φία του Καλ­λι­γά εί­ναι με­τά­φρα­ση α­πό τα γαλ­λι­κά γαλ­λί­δος με­λε­τή­τριας (την εί­χα­με σχο­λιά­σει στις 10 Ιου­νίου 2010). Συγ­γρα­φέ­ας της βιο­γρα­φίας του Κα­μπού­ρο­γλου εί­ναι ο νο­μι­κός και ι­στο­ριο­δί­φης Ιω­σήφ Σιακ­κής, που α­σχο­λή­θη­κε κυ­ρίως με τον ελ­λη­νι­κό ε­βραϊσμό. Η βιο­γρα­φία πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο Αρχείο του, το ο­ποίο δω­ρί­θη­κε α­πό τον γιο του στο Ε­ΛΙΑ, Φε­βρουά­ριο 2003, με τον ό­ρο μέ­χρι το 2005 να εκ­δο­θούν η βιο­γρα­φία και η με­λέ­τη «Τα ε­βραϊκά ο­νο­μα­τε­πώ­νυ­μα στην Ελλά­δα α­πό τον 14ο μέ­χρι τον 19ο αιώ­να». Με τη δια­δι­κα­σία της εν­σω­μά­τω­σης του Ε­ΛΙΑ στο ΜΙΕ­Τ, η εκ­πλή­ρω­ση του ό­ρου άρ­γη­σε μεν, αλ­λά η βιο­γρα­φία εί­χε την κα­λή τύ­χη να πά­ρει θέ­ση σε μια ε­πί­λε­κτη σει­ρά. Όσο για τη δεύ­τε­ρη με­λέ­τη, α­πέ­κτη­σε προ­σώ­ρας μό­νο η­λεκ­τρο­νι­κή υ­πό­στα­ση.                 
Στο εκ­δο­τι­κό ση­μείω­μα του τό­μου, δεν α­να­φέ­ρε­ται ως έ­να ε­πι­πλέ­ον κί­νη­τρο της έκ­δο­σης η ε­φε­τι­νή ε­πέ­τειος, πα­ρά μό­νο η δια­πί­στω­ση ό­τι “η γο­η­τευ­τι­κή μορ­φή του Δη­μη­τρίου Κα­μπού­ρο­γλου εμ­φα­νί­ζε­ται μάλ­λον πα­ρα­με­λη­μέ­νη στη βι­βλιο­γρα­φία”. Δεν θα συμ­φω­νού­σα­με. Υπάρ­χουν τα δι­κά του βι­βλία ό­σο και τα βι­βλία, που α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τόν και το έρ­γο του, α­νε­ξάρ­τη­τα αν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι ε­ξαν­τλη­μέ­να. Κά­ποια α­πό αυ­τά έ­χουν δια­σω­θεί χά­ρις στις Ανα­στα­τι­κές Εκδό­σεις Διον. Νό­τη Κα­ρα­βία. Υπάρ­χουν, πά­ντως, και τρεις βιο­γρα­φίες, οι δυο σε κυ­κλο­φο­ρία. Αυ­τό, βε­βαίως, δεν α­κυ­ρώ­νει την α­ξία μιας τέ­ταρ­της. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται ως έ­να νέο α­πό­κτη­μα και μά­λι­στα, με τη σφρα­γί­δα κύ­ρους που φέ­ρει ο συ­γκε­κρι­μέ­νος εκ­δό­της,  οι α­παι­τή­σεις εί­ναι υ­ψη­λό­τε­ρες. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, πέ­φτει σε αυ­τήν το βά­ρος να α­να­στή­σει τον λη­σμο­νη­μέ­νο Κα­μπού­ρο­γλου, πα­ρα­κι­νώ­ντας τους νεό­τε­ρους να α­να­ζη­τή­σουν τα βι­βλία του, μή­πως και α­να­κα­λύ­ψουν πί­σω α­πό την τε­ρα­τώ­δη ση­με­ρι­νή Αθή­να, την αλ­λο­τι­νή της γο­η­τεία. Γι’ αυ­τό α­κρι­βώς θα ε­πα­νέλ­θου­με, ε­πι­μέ­νο­ντας σε ο­ρι­σμέ­να ση­μεία. Κα­λό εί­ναι μια βιο­γρα­φία να πλη­ρο­φο­ρεί, ό­χι μό­νο ε­παρ­κώς, αλ­λά και ε­π’ α­κρι­βώς, για το βιο­γρα­φού­με­νο πρό­σω­πο.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 16/12/2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: