Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Ο συγγραφικός αστερισμός της «Πόλις»

Ελι­σά­βετ Χρο­νο­πού­λου
«Φο­ρά­ει κο­στού­μι»
Εκδό­σεις Πό­λις
Μάρ­τιος 2013
Τα τε­λευ­ταία χρό­νια οι εκ­δό­σεις «Πό­λις» λει­τουρ­γούν και ως  φυ­τώ­ριο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νων συγ­γρα­φέων. Μά­λι­στα, φυ­τώ­ριο με την εν­νοιο­λο­γι­κή ση­μα­σία που εί­χε κά­πο­τε αυ­τή η λέ­ξη, ό­ταν την χρη­σι­μο­ποιού­σαν ως χα­ρα­κτη­ρι­σμό λο­γο­τε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών. Κι αυ­τό, για­τί οι εν λό­γω εκ­δό­σεις δεν φι­λο­ξε­νούν μό­νο το πρώ­το βι­βλίο ε­νός συγ­γρα­φέα, που εί­ναι συ­νή­θως μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, αλ­λά συ­νι­στούν και το χώ­ρο της πρώ­της εμ­φά­νι­σής του, δε­δο­μέ­νου ό­τι δεν υ­πάρ­χει, κα­τά κα­νό­να, κά­ποια προ­η­γού­με­νη δη­μο­σίευ­ση σε πε­ριο­δι­κό. Με άλ­λα λό­για, σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση, ο εκ­δό­της ε­πι­τε­λεί έρ­γο α­ντί­στοι­χο με ε­κεί­νο του αλ­λο­τι­νού διευ­θυ­ντή λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού. Στην πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα, του συ­γκε­κρι­μέ­νου εκ­δό­τη, τη­ρου­μέ­νων πά­ντο­τε των α­να­λο­γιών, με τα ί­δια ποιο­τι­κά και ό­χι ε­μπο­ρι­κά κρι­τή­ρια. Κι αυ­τός ο­σμί­ζε­ται τον τα­λα­ντού­χο ή, έ­στω, τον υ­πο­σχό­με­νο εν μέ­σω των ε­πί­δο­ξων συγ­γρα­φέων. Κρί­νο­ντας εκ του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, στο διά­στη­μα μιας πε­ρί­που δε­κα­ε­τίας, θα μπο­ρού­σε να ε­ξαχ­θεί το συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι δεν σφάλ­λει στην κρί­ση του. Βε­βαίως, το α­πο­τέ­λε­σμα, που συ­νί­στα­ται στην υ­πο­δο­χή του βι­βλίου, την κρι­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση και τις βρα­βεύ­σεις, ε­πη­ρεά­ζε­ται α­πό το ό­νο­μα, που έ­χει α­πο­κτή­σει στο εν­διά­με­σο ο εκ­δο­τι­κός οί­κος. Αυ­τό α­πο­τε­λεί κά­τι σαν εγ­γύη­ση και λει­τουρ­γεί κα­θο­ρι­στι­κά, του­λά­χι­στον σε μια πρώ­τη φά­ση προ­βο­λής, που α­ντι­στοι­χεί και στην προ­τε­ραιό­τη­τα που δί­νε­ται στα βι­βλία ε­νός  εκ­δο­τι­κού οί­κου. Ακό­μη και μό­νο αυ­τό, αν δε­χτού­με ό­τι ο εκ­δό­της δεν ε­πη­ρεά­ζει την πε­ραι­τέ­ρω πο­ρεία τους, δεν εί­ναι α­με­λη­τέ­ος πα­ρά­γων, ό­ταν, για αρ­κε­τά βι­βλία, δεν γί­νε­ται η πα­ρα­μι­κρή νύ­ξη στον Τύ­πο.
Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι τα βι­βλία της πε­ζο­γρα­φι­κής βι­βλιο­θή­κης των εκ­δό­σεων «Πό­λις» πα­ρου­σιά­ζουν κά­ποια ο­μοιο­γέ­νεια, χω­ρίς να λεί­πουν οι ε­ξαι­ρέ­σεις. Εί­ναι το στοι­χείο που α­πο­τε­λού­σε πα­λαιό­τε­ρα και  χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του φυ­τω­ρίου ε­νός πε­ριο­δι­κού. Από μια ά­πο­ψη, α­να­με­νό­με­νο, α­φού και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις οι ε­πι­λο­γές α­κο­λου­θούν τα κρι­τή­ρια ε­νός προ­σώ­που. Η υ­πό­θε­ση των βι­βλίων εί­ναι σύγ­χρο­νη, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη στο ά­το­μο της με­τα­μο­ντέρ­νας κοι­νω­νίας, με προ­τί­μη­ση στα α­κραία συμ­βά­ντα και τη βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά. Η α­φη­γη­μα­τι­κή ο­πτι­κή εκ­φρά­ζει τη στά­ση της προο­δευ­τι­κής σή­με­ρα δια­νό­η­σης στα τρέ­χο­ντα φυ­λε­τι­κά προ­βλή­μα­τα και την α­να­θεω­ρη­τι­κή ερ­μη­νεία της Ιστο­ρίας. Η γρα­φή δεν εί­ναι ερ­γα­στη­ρια­κή. Δη­μιουρ­γεί την αί­σθη­ση του αυ­θόρ­μη­του ξε­σπά­σμα­τος, προ­σο­μοιά­ζο­ντας συ­χνά και σε κα­ταγ­γε­λία ό­σων υ­φί­στα­ται ο πιο α­δύ­να­μος μιας σχέ­σης ή και της ο­ποιασ­δή­πο­τε συ­νύ­παρ­ξης. Η γλώσ­σα προ­φο­ρι­κή συ­νται­ριά­ζει με τον συ­χνά συ­ναι­σθη­μα­τι­κά φορ­τι­σμέ­νο α­φη­γη­τή. Πα­ρά αυ­τήν την ο­μό­τρο­πη ει­κό­να, οι συγ­γρα­φείς κα­λύ­πτουν έ­να σχε­τι­κά ευ­ρύ η­λι­κια­κό φά­σμα, πε­ρί­που μιας ει­κο­σα­ε­τίας, ξε­κι­νώ­ντας σχε­τι­κά με­γά­λοι, γύ­ρω στα 35. Ευ­ρύ εί­ναι και το ε­παγ­γελ­μα­τι­κό ά­νοιγ­μα, πα­ρα­μέ­νο­ντας, ω­στό­σο, στην με­σο­α­στι­κή τά­ξη και στους καλ­λιερ­γη­μέ­νους, α­πό δη­μο­σιο­γρά­φους μέ­χρι αν­θρώ­πους της φω­το­γρα­φίας και του κι­νη­μα­το­γρά­φου, αλ­λά και της οι­κο­νο­μίας. Στα ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της συγ­γρα­φι­κής ο­μά­δας, ση­μειώ­νου­με την α­ριθ­μη­τι­κή υ­περ­τέ­ρη­ση των γυ­ναι­κών, κα­θώς και την α­που­σία συγ­γρα­φέων που να μα­θή­τευ­σαν σε σχο­λές δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής. 
Μα­κρύς πρό­λο­γος, κα­θώς η πρώ­τη πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη του 2013 α­πό τις εν λό­γω εκ­δό­σεις, Ελι­σά­βετ Χρο­νο­πού­λου, δεί­χνει να α­πο­τε­λεί μια α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή πε­ρί­πτω­ση. Έρχε­ται α­πό το χώ­ρο του κι­νη­μα­το­γρά­φου, ό­πως και η Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου, ό­ντας κι αυ­τή σκη­νο­θέ­τις. Πα­ρου­σιά­ζε­ται με συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, ό­λα σε πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Ο αυ­θόρ­μη­τος χα­ρα­κτή­ρας της α­φή­γη­σης α­πο­δό­θη­κε πα­ρα­στα­τι­κά α­πό την ί­δια τη συγ­γρα­φέα, σε συ­νέ­ντευ­ξή της, με τη δια­τύ­πω­ση ό­τι κά­ποιες ι­στο­ρίες της “βγή­καν σαν ε­με­τός”. Συ­νο­λι­κά ο­κτώ ι­στο­ρίες, με την α­φή­γη­ση στα­θε­ρά σε πρώ­το πρό­σω­πο. Στη θέ­ση του α­φη­γη­τή, έ­ξι άν­δρες και μια γυ­ναί­κα, που εί­ναι και οι κε­ντρι­κοί ή­ρωες των α­ντί­στοι­χων ι­στο­ριών. Μό­νο μια την α­φη­γεί­ται πρό­σω­πο, που μέ­νει ε­κτός δρά­σης και ε­πέ­χει ρό­λο πα­ρα­τη­ρη­τή. Οι δια­φο­ρε­τι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες τους, φύ­λο-η­λι­κία-ε­πάγ­γελ­μα, δεν ε­πη­ρεά­ζουν το λε­κτι­κό τους. Πα­ρα­μέ­νει σχε­δόν α­δια­φο­ρο­ποίη­το. Δια­θέ­τει, πά­ντως, τη ζω­ντά­νια της σή­με­ρα κα­θο­μι­λου­μέ­νης. Στην πε­ρί­πτω­ση έ­φη­βων α­φη­γη­τών, πλη­θαί­νουν οι ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες εκ­φρά­σεις και οι συ­νή­θεις κω­δι­κές λέ­ξεις, που ε­πι­κρα­τούν στην ε­πι­κοι­νω­νία των νέων.  
Όσο για την προο­δευ­τι­κή ο­πτι­κή της α­φή­γη­σης, αυ­τή φαί­νε­ται σε κά­ποια διη­γή­μα­τα να δο­κι­μά­ζει τα ό­ρια της α­λη­θο­φά­νειας ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, πε­ριο­ρί­ζει τις πραγ­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις, που ε­πι­ζη­τά να πε­ρι­γρά­ψει, στον μι­κρό­κο­σμο μιας α­ριθ­μη­τι­κά μι­κρής κοι­νω­νι­κής ο­μά­δας. Πα­ρό­λο που η συγ­γρα­φέ­ας δια­τεί­νε­ται ό­τι “πα­θαί­νει α­σφυ­ξία με το πο­λι­τι­κώς ορ­θό”, η ί­δια προ­βάλ­λει στις μυ­θο­πλα­σίες της έ­να προω­θη­μέ­νο πο­λι­τι­κώς ορ­θό, που εκ­φρά­ζει τη με­τα­μο­ντέρ­να πρω­το­πο­ρία. Πα­ρά­δειγ­μα, το διή­γη­μα, με τίτ­λο, «Το μο­τό­ρι», ό­που το κύ­ριο πρό­σω­πο εί­ναι έ­νας Αλβα­νός έ­φη­βος. Ενώ, ως α­φη­γη­τής α­να­λαμ­βά­νει ο Έλλη­νας συμ­μα­θη­τής και καρ­δια­κός φί­λος του στο δη­μο­τι­κό, που έ­γι­νε α­φορ­μή να διωχ­θεί ε­κεί­νος α­πό το σχο­λείο, καί­τοι “γα­μά­τος σε ό­λα του”. Ο εν­διά­θε­τος μο­νό­λο­γος φα­νε­ρώ­νει τις ε­νο­χές του, ε­πει­δή στά­θη­κε δει­λός και δεν ξε­διά­λυ­νε α­πό την αρ­χή στο δά­σκα­λο ό­τι αυ­τός εί­χε στή­σει την κλο­πή, για την ο­ποία κα­τη­γο­ρή­θη­κε ο Αλβα­νός, “σαν πλά­κα για να γε­λά­σου­ν”. Ενο­χές που έρ­χο­νται εκ των υ­στέ­ρων, κα­θώς ο­ξύ­νο­νται α­πό τη στά­ση του πα­λαιού φί­λου του. Πα­ρό­λο που δεν μι­λιού­νται,  ε­κεί­νος α­πο­δει­κνύε­ται υ­πε­ρά­νω, ε­ξα­κο­λου­θώ­ντας να τον προ­στα­τεύει α­πό τις μα­φιό­ζι­κες πα­ρέες των συ­μπα­τριω­τών του, που τρο­μο­κρα­τούν τη γει­το­νιά του Γκύ­ζη. Και η μη­τέ­ρα του α­φη­γη­τή, ό­χι μό­νο ε­γκρί­νει τη φι­λία του γιου της με τον Αλβα­νό, αλ­λά, με κά­θε τρό­πο, την ευ­νο­εί. Με­τά χα­ράς, τον κοι­μί­ζει τα σαβ­βα­τό­βρα­δα στο σπί­τι της και τον υ­πο­στη­ρί­ζει α­κό­μη και ό­ταν τον κα­τη­γο­ρούν για κλο­πή.
Μπο­ρεί το συ­γκε­κρι­μέ­νο διή­γη­μα να εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό την προ­σω­πι­κή ε­μπει­ρία της Χρο­νο­πού­λου, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται, αλ­λά μάλ­λον δεν α­πο­τε­λεί α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κή πε­ρί­πτω­ση. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει, ό­τι η λο­γο­τε­χνία δεν δι­καιού­ται να η­ρωο­ποιεί τον Αλβα­νό ή και τον οιον­δή­πο­τε που α­νή­κει σε φυ­λε­τι­κή ή άλ­λη μειο­ψη­φία, με στό­χο να α­νοί­ξει το δρό­μο προς την ε­ξά­λει­ψη των ρα­τσι­στι­κών προ­κα­τα­λή­ψεων. Σε αυ­τό το πνεύ­μα, άλ­λω­στε, κι­νεί­το και η άλ­λο­τε πο­τέ πε­ριώ­νυ­μη σχο­λή του σο­σια­λι­στι­κού ρε­α­λι­σμού, μό­νο που δεν εί­χε και τα κα­λύ­τε­ρα α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Σε α­ντί­στι­ξη, θυ­μί­ζου­με το διή­γη­μα, «Σαβ­βα­τιά­τι­κες δου­λειές», της Ηλιο­πού­λου, που σκια­γρα­φεί τη δύ­σκο­λη συ­νύ­παρ­ξη με τον ξέ­νο και ει­δι­κό­τε­ρα, με τον Αλβα­νό. Εκεί­νη, ό­μως, α­νή­κει σε μια η­λι­κια­κά λί­γο με­γα­λύ­τε­ρη ο­μά­δα πε­ζο­γρά­φων, ό­πως και κι­νη­μα­το­γρα­φι­στών, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το χρό­νο που πρω­το­πα­ρου­σιά­στη­κε.
Αυ­τή η δια­φο­ρά φαί­νε­ται και σε άλ­λες θε­μα­τι­κές ζώ­νες, που, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, α­να­θεω­ρού­νται και α­πο­τυ­πώ­νο­νται α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­σα α­πό ση­με­ρι­νές ο­πτι­κές. Ενδει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα, ο Εμφύ­λιος, που α­πο­τε­λεί το φό­ντο στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα της Ηλιο­πού­λου, το «Σμι­θ», το ο­ποίο α­πέ­σπα­σε το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος 2010. Σε α­ντί­θε­ση, η Χρο­νο­πού­λου, στο έ­να διή­γη­μα, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον Εμφύ­λιο, το «Αμα­λία», ε­πι­λέ­γει τους υ­ψη­λούς τό­νους. Προ­βάλ­λει σαν μια ι­στο­ρία ω­μής βίας,  που α­πει­κο­νί­ζει τους κο­μου­νι­στές ως φρι­κα­λέ­ους σφα­γείς. Μάλ­λον μέ­νει ζη­τού­με­νο το πό­σο ε­ποι­κο­δο­μη­τι­κή α­πο­βαί­νει αυ­τή η α­κραία πρόσ­λη­ψη της α­να­θεώ­ρη­σης της Ιστο­ρίας του Εμφυ­λίου, προς ε­πί­τευ­ξη της ε­πι­διω­κό­με­νης α­πο­κά­θαρ­σης α­πό το πρό­τυ­πο του κα­λού α­ντάρ­τη. Έχου­με, πά­ντως, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι, το­πο­θε­τώ­ντας η συγ­γρα­φέ­ας την ι­στο­ρία σε συ­γκε­κρι­μέ­νο τό­πο της Πε­λο­πον­νή­σου, το Σκο­τά­νι Κα­λα­βρύ­των, η α­φή­γη­σή της α­πο­κτά το βά­ρος μαρ­τυ­ρίας, πα­ρό­λο που α­πο­κρύ­βο­νται τα πραγ­μα­τι­κά ο­νό­μα­τα. Κα­τά τα άλ­λα, θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με  α­δό­κι­μο τον τρό­πο που ξε­κι­νά­ει η ι­στο­ρία με ε­πι­στο­λή προς την κό­ρη του κα­τα­δό­τη μπα­κά­λη του χω­ριού, την ο­ποία στέλ­νει νε­α­ρός, υ­πο­τί­θε­ται και ψυ­χο­πο­νιά­ρης, α­ντάρ­της, που στά­θη­κε μάρ­τυ­ρας στη σφα­γή της μά­νας της α­πό τον κα­πε­τά­νιό του.
Άλλα ευαί­σθη­τα θέ­μα­τα, που πο­λιορ­κεί μυ­θο­πλα­στι­κά η Χρο­νο­πού­λου, εί­ναι ο βια­σμός, η βά­ναυ­ση συ­μπε­ρι­φο­ρά στη διάρ­κεια της σε­ξουα­λι­κής πρά­ξης, η ο­μο­φυ­λο­φι­λία με έ­φη­βο σύ­ντρο­φο, οι νε­α­ροί ναρ­κο­μα­νείς αλ­λά και οι ‘‘κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι’’ ως α­πό­κλη­ροι της κοι­νω­νίας. Πα­ρό­μοια θέ­μα­τα έ­χουν δώ­σει τρο­φή σε μια νέα ο­μά­δα κι­νη­μα­το­γρα­φι­στών, στην ο­ποία α­νή­κει και η ί­δια, βρί­σκο­ντας ευ­ρω­παϊκή α­πή­χη­ση. Η ε­κτε­νέ­στε­ρη ι­στο­ρία, α­πό την ο­ποία αν­τλεί­ται ο πρω­τό­τυ­πος τίτ­λος της συλ­λο­γής, δεί­χνει σαν έ­τοι­μη για τη με­τα­μόρ­φω­σή της σε ται­νία. Θε­μα­τι­κά πρό­σφο­ρη, έ­τσι ό­πως πε­ρι­πλέ­κει τις διά­στρο­φες προ­τι­μή­σεις του θύ­τη ε­νός ά­γριου ξυ­λο­δαρ­μού, και μορ­φι­κά προ­σφυώς σχε­δια­σμέ­νη, με την εκ των έ­σω α­φή­γη­ση να ξε­δι­πλώ­νε­ται εκ των υ­στέ­ρων, πί­σω α­πό της φυ­λα­κής τα σί­δε­ρα, εν­σω­μα­τώ­νο­ντας στι­χο­μυ­θίες και πε­ρι­γρα­φές των σκη­νών δρά­σης. Πι­θα­νώς, και μια δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία να προ­σφε­ρό­ταν. Αυ­τή μπο­ρεί και να έ­δει­χνε πιο συ­ναρ­πα­στι­κή σε κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή εκ­δο­χή πα­ρά στην πε­ζο­γρα­φι­κή. Στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τον βια­σμό νε­α­ράς του­ρί­στριας α­πό η­λι­κιω­μέ­νο νη­σιώ­τη, θέ­μα που πα­ρα­μέ­νει ε­σα­εί ε­πί­και­ρο σε μια χώ­ρα ό­πως η Ελλά­δα. Έχει την ί­δια μορ­φή με την προ­η­γού­με­νη. Μό­νο που σε αυ­τήν, δεν α­πα­σχο­λεί η ψυ­χο­λο­γία του θύ­τη αλ­λά το η­θι­κό δί­λημ­μα του γιου του δρά­στη, που προ­βάλ­λει ως πιο ε­πί­μα­χο σε μια κοι­νω­νία με πα­ρα­δο­σια­κά κα­τά­λοι­πα. Να κα­τα­θέ­σει ό­σα πα­ρα­κο­λού­θη­σε εκ του μα­κρό­θεν ή να τα αρ­νη­θεί; Ποιό ή­ταν “το σω­στό”;
Σαν γε­νι­κό­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση, οι ι­στο­ρίες της Χρο­νο­πού­λου υ­στε­ρούν στους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους για το ξε­κί­νη­μα της α­φή­γη­σης, ε­νώ οι κα­λύ­τε­ρες σε­λί­δες τους εί­ναι ε­κεί­νες που πε­ρι­γρά­φουν α­κραίες σκη­νές ψυ­χο­λο­γι­κών κρί­σεων. Τρεις ι­στο­ρίες, οι δυο που προ­τάσ­σο­νται και η κα­τα­λη­κτι­κή, με λι­γό­τε­ρο ε­πί­μα­χα θέ­μα­τα και μι­κρό­τε­ρες δια­κυ­μάν­σεις στην ψυ­χι­κή κα­τά­στα­ση του α­φη­γη­τή, α­ντα­να­κλούν τις δε­ξιό­τη­τες της συγ­γρα­φέως. Στην πρώ­τη, πα­ρα­κο­λου­θού­με το πώς οι εν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις του α­φη­γη­τή παίρ­νουν συ­γκε­κρι­μέ­νη μορ­φή, μέ­σα α­πό τη συ­ζή­τη­ση με στε­νό φί­λο του, που μπο­ρεί να εί­ναι και ε­ρω­τι­κός σύ­ντρο­φος. Απο­τυ­πώ­νο­νται η αμ­φί­θυ­μη διά­θε­ση κά­ποιου, που νιώ­θει α­πο­τυ­χη­μέ­νος, α­πέ­να­ντι σε έ­ναν άλ­λο­τε πο­τέ φί­λο του που έ­κα­νε κα­ριέ­ρα, ο δι­σταγ­μός να προ­στρέ­ξει σε ε­κεί­νον για βοή­θεια και το πό­σο το­νώ­νει το η­θι­κό έ­νας φι­λο­φρο­νη­τι­κός λό­γος. Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, με μια μό­νο σκη­νή, δί­νε­ται η α­να­στά­τω­ση, που μπο­ρεί να προ­ξε­νή­σει η πα­ρου­σία ε­νός δια­νο­η­τι­κά πά­σχο­ντα, ό­ταν ει­σχω­ρεί α­προ­ει­δο­ποίη­τα σε έ­ναν κοι­νω­νι­κό μι­κρό­κο­σμο. Εδώ, σκια­γρα­φεί­ται ο τρό­μος, που προ­κα­λεί το δια­φο­ρε­τι­κό πα­ρά την πρό­δη­λη α­δυ­να­μία του. Όσο για το τε­λευ­ταίο διή­γη­μα, με τίτ­λο «Σή­με­ρα πέ­θα­νες», δια­θέ­τει την με­γά­λη α­ρε­τή ε­νός διη­γή­μα­τος. Πα­ρα­μέ­νει υ­παι­νι­κτι­κό, κερ­δί­ζο­ντας ό­σα χά­νουν κά­ποιες άλ­λες ι­στο­ρίες του βι­βλίου, οι ο­ποίες υιο­θε­τούν τις ω­μές και α­να­πτυγ­μέ­νες σε μά­κρος πε­ρι­γρα­φές.
 Έχουν πε­ρά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό δέ­κα χρό­νια, α­πό τό­τε που κά­να­με λό­γο συ­γκε­ντρω­τι­κά για τους πε­ζο­γρά­φους συ­γκε­κρι­μέ­νου εκ­δο­τι­κού οί­κου. Τό­τε, ε­πρό­κει­το για τις εκ­δό­σεις «Νε­φέ­λη» και τον Γιάν­νη Δου­βί­τσα, που ε­ξέ­δι­δε συλ­λο­γές διη­γη­μά­των, α­δια­φο­ρώ­ντας για την α­γο­ρα­στι­κή τους α­πή­χη­ση. Εκτός α­πό τον αιφ­νί­διο θά­να­το του εκ­δό­τη, το γε­γο­νός ό­τι δεν α­πό­μει­νε κά­τι α­πό αυ­τήν την εκ­δο­τι­κή προ­σπά­θεια χρεώ­νε­ται και στους συγ­γρα­φείς, που έ­σπευ­σαν σε με­τα­στέ­γα­ση και ε­πα­νεκ­δό­σεις. Ωστό­σο, αν ο εκ­δό­της εί­χε δη­μιουρ­γή­σει αυ­τό­νο­μη βι­βλιο­θή­κη, ό­πως συ­νη­θί­ζουν να κά­νουν εκ­δό­τες της αλ­λο­δα­πής, θα έ­με­νε, κό­ντρα στους ό­ποιους α­στάθ­μη­τους πα­ρά­γο­ντες, έ­να στέ­ρεο κα­τά­λοι­πο α­πό ε­κεί­νο το συγ­γρα­φι­κό το­πίο. Αυ­τή η δια­πί­στω­ση ι­σχύει και σή­με­ρα. Ενι­σχύε­ται, μά­λι­στα, α­πό την κι­νη­τι­κό­τη­τα που ε­πι­δει­κνύουν οι συγ­γρα­φείς. Εν και­ρώ σο­βού­σης κρί­σης, ό­ταν ό­λα ε­πι­βρα­δύ­νο­νται, ό­ταν δεν α­κι­νη­το­ποιού­νται, αυ­τοί δρα­στη­ριο­ποιού­νται. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νου­με με την α­πο­ρία για­τί έ­νας συγ­γρα­φέ­ας, που έ­χει τύ­χει ι­διαί­τε­ρης φρο­ντί­δας α­πό τον εκ­δό­τη του, τον ε­γκα­τα­λεί­πει. Ανα­φε­ρό­μα­στε, προ­φα­νώς, σε δό­κι­μους συγ­γρα­φείς και πα­ρα­λεί­που­με τα τυ­χόν οι­κο­νο­μι­κά κί­νη­τρα, που υ­πο­θέ­του­με ό­τι δεν στέ­κο­νται κα­θο­ρι­στι­κά σε βι­βλία μι­κρού τι­ράζ. Λ.χ., για­τί η Ηλιο­πού­λου εκ­δί­δει το και­νού­ριο βι­βλίο της στις εκ­δό­σεις «Πα­τά­κη» και κα­τά α­ντί­θε­τη φο­ρά, ο Χρή­στος Αστε­ρίου ε­γκα­τα­λεί­πει τις εκ­δό­σεις «Πα­τά­κη» για τις εκ­δό­σεις «Πό­λις»; Συ­νο­ψί­ζο­ντας, αν ή­μα­σταν στη θέ­ση του Νί­κου Γκιώ­νη θα κα­ταρ­τί­ζα­με σει­ρά νεό­τε­ρης ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας με α­να­γνω­ρί­σι­μη τυ­πο­τε­χνι­κά φυ­σιο­γνω­μία. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/5/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: