Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Εξαρτήσεις και δεσμοί

Περικλής
Πανταζής,
«Ο μικρός
κλέφτης».











Ελεάν­να Βλα­στού
«Εξα­φα­νί­σεις»
Εκδό­σεις Πό­λις
Απρί­λιος 2013 
Ας ξε­κι­νή­σου­με με μια αρ­νη­τι­κή δια­πί­στω­ση, που α­φο­ρά την α­στο­χία, με την έν­νοια της μη α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τας, του τίτ­λου, για να σχο­λιά­σου­με το βι­βλίο μια νέ­ας πα­ρου­σίας στο χώ­ρο της πε­ζο­γρα­φίας, που δεί­χνει εν­δια­φέ­ρου­σα. Πρό­κει­ται για την Ελεάν­να Βλα­στού και τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά της, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται οι ι­στο­ρίες της στη σε­λί­δα τίτ­λου. Επει­δή, τε­λευ­ταία, έ­χου­με κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη α­να­φερ­θεί στη διά­κρι­ση διη­γή­μα­τος και ι­στο­ρίας, ση­μειώ­νου­με ει­σα­γω­γι­κά, ό­τι, του­λά­χι­στον τις τέσ­σε­ρις α­πό τις συ­νο­λι­κά έ­ξι ι­στο­ρίες, θα τις χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με και ε­μείς διη­γή­μα­τα. Επί­σης, θα πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτού­με ό­τι ί­σως και να βια­στή­κα­με στην πε­ρι­χα­ρά­κω­ση της πε­ζο­γρα­φι­κής βι­βλιο­θή­κης των εκ­δό­σεων «Πό­λις», που ε­πι­χει­ρή­σα­με με α­φορ­μή τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των της Ελι­σά­βετ Χρο­νο­πού­λου. Δεύ­τε­ρη πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη του εκ­δο­τι­κού οί­κου για το τρέ­χον έ­τος η Βλα­στού, δια­φο­ρο­ποιεί­ται α­πό το ο­μοιο­γε­νές προ­φί­λ, που προ­σπα­θή­σα­με να σκια­γρα­φή­σου­με στο προ­η­γού­με­νο EX LIBRIS. Οι ι­στο­ρίες της δεν το­πο­θε­τού­νται στην κό­ψη του ξυ­ρα­φιού και οι ή­ρωές τους δεν α­κρο­βα­τούν σε τε­ντω­μέ­νο σκοι­νί. Ού­τε α­κραία συμ­βά­ντα εμ­φα­νί­ζο­νται, ού­τε βίαια συ­μπε­ρι­φο­ρά. Οι τό­νοι της α­φή­γη­σης χα­μη­λώ­νουν, ε­νώ η πρό­κλη­ση ως στό­χος πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Πα­ρό­λο που πρό­κει­ται για το πρώ­το βι­βλίο, υ­πάρ­χει α­νε­πτυγ­μέ­νη η συγ­γρα­φι­κή συ­νεί­δη­ση.
Η υ­πό­θε­ση των ι­στο­ριών εί­ναι σύγ­χρο­νη, ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη στο ά­το­μο. Μό­νο που οι κα­τα­στά­σεις έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­χρο­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ο­ρι­σμέ­νες ι­στο­ρίες α­φορ­μώ­νται α­πό τις τρέ­χου­σες συν­θή­κες της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης. Η σχέ­ση που ε­πα­νέρ­χε­ται εί­ναι η γο­νι­κή και  α­κο­λου­θεί η συ­ζυ­γι­κή, ε­νώ κα­μιά ι­στο­ρία δεν ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στον έ­ρω­τα. Αφού α­να­φερ­θή­κα­με ει­σα­γω­γι­κά στην α­στο­χία του τίτ­λου του βι­βλίου, ας ξε­κι­νή­σου­με α­πό το διή­γη­μα, με τίτ­λο, «Ένα α­γό­ρι», που θα μπο­ρού­σε να τιτ­λο­φο­ρεί­ται, «Η ε­ξα­φά­νι­ση». Αυ­τό εί­ναι το μο­να­δι­κό της συλ­λο­γής, στο ο­ποίο έ­νας άν­θρω­πος ε­ξα­φα­νί­ζε­ται. Πε­ρι­γρά­φο­νται οι ψυ­χι­κές κα­τα­στά­σεις ε­νός α­γο­ριού, τις ο­ποίες δη­μιούρ­γη­σε η ε­ξα­φά­νι­ση της μη­τέ­ρας του. Η α­να­σκό­πη­ση γί­νε­ται α­να­δρο­μι­κά α­πό τον α­νώ­ρι­μο ε­νή­λι­κα, στον ο­ποίο ε­ξε­λίχ­θη­κε με­γα­λώ­νο­ντας το α­γό­ρι. Η ε­γκα­τά­λει­ψη στά­θη­κε ι­διαί­τε­ρα ε­πώ­δυ­νη, γι’ αυ­τό και κα­θο­ρι­στι­κή της ψυ­χο­σύ­στα­σής του, κα­θώς συ­νέ­βη σε μι­κρή η­λι­κία, και το κυ­ριό­τε­ρο, για­τί το α­γό­ρι ή­ταν προ­σκολ­λη­μέ­νο στη μη­τέ­ρα του. Δεν έ­λει­πε ο πα­τέ­ρας, αλ­λά ε­κεί­νος πα­ρέ­με­νε συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­πό­μα­κρος, πι­θα­νώς, ως αγ­γλο­τρα­φής, κα­τά τη μό­νη σχε­τι­κή με αυ­τόν πλη­ρο­φο­ρία που δί­νε­ται.
Το κυ­ρίαρ­χο πρό­σω­πο εί­ναι η α­πού­σα μη­τέ­ρα. Δεν πε­ρι­γρά­φε­ται υ­περ­προ­στα­τευ­τι­κή, α­ντι­θέ­τως, ως “μη­τέ­ρα-ξω­τι­κό” τη θυ­μά­ται το α­γό­ρι. Ήταν, ό­μως, α­κρι­βώς αυ­τή η αί­σθη­ση του α­πό­μα­κρου, που δη­μιουρ­γού­σε μια μυ­στη­ριώ­δη α­χλύ, η ο­ποία και το είλ­κυε, προ­κα­λώ­ντας του πο­λύ πριν την ε­ξα­φά­νι­σή της έ­να άγ­χος α­να­σφά­λειας. Αυ­τό έ­φε­ρε τα χρό­νια ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα και ο­δή­γη­σε στις μα­κρο­χρό­νιες ό­σο και α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κές ψυ­χο­θε­ρα­πείες, κυ­ρίως στις ναυα­γι­σμέ­νες ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις, που δεν ή­ταν πα­ρά δια­δο­χι­κές, α­νε­πι­τυ­χείς προ­σκολ­λή­σεις. Ακό­μη κι ό­ταν προέ­κυ­ψε έ­νας α­μοι­βαίος έ­ρω­τας, για ε­κεί­νον η α­πόρ­ρι­ψη ή­ταν προ­δια­γε­γραμ­μέ­νη ως ε­πα­νά­λη­ψη της μη­τρι­κής. Με άλ­λα λό­για, έ­χου­με μια υ­πό­θε­ση για μυ­θι­στό­ρη­μα, που α­να­πτύσ­σε­ται με τρό­πο δρα­στι­κό μέ­σα σε λί­γες σε­λί­δες,  χω­ρίς να στε­γνώ­νει το συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό του νε­α­ρού ά­ντρα, στον ο­ποίο προσ­δί­δε­ται μια ρο­μα­ντι­κή χροιά. Για τη συ­μπύ­κνω­ση κα­θο­ρι­στι­κά στέ­κο­νται τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό ξέ­να λο­γο­τε­χνι­κά βι­βλία και ο ε­πι­δέ­ξιος τρό­πος συρ­ρα­φής τους.
Ένα α­πό τα ε­πα­κό­λου­θα της ψυ­χι­κής α­στά­θειας του ε­γκα­τα­λει­φθέ­ντος εί­ναι το σχε­δόν φε­τι­χι­στι­κό δέ­σι­μο με τα πράγ­μα­τα ε­κεί­νου που α­πο­χώ­ρη­σε. Τα προ­σω­πι­κά α­ντι­κεί­με­να, ως προέ­κτα­ση της ύ­παρ­ξης που χά­θη­κε, συμ­βάλ­λουν στην α­πο­κα­τά­στα­ση κά­ποιας ψυ­χι­κής ι­σορ­ρο­πίας. Μέ­σα στο δω­μά­τιο της μη­τέ­ρας, τα βι­βλία της και ό,τι άλ­λο ά­φη­σε ε­κεί, βο­η­θούν το α­γό­ρι να δια­τη­ρή­σει μια φα­ντα­σια­κή ε­πα­φή μα­ζί της. Κά­τι πα­ρα­πλή­σιο συμ­βαί­νει στο σύ­ντο­μο ε­ναρ­κτή­ριο διή­γη­μα, με τον εκ προοι­μίου πει­σι­θά­να­το τίτ­λο, «Ού­τε χώ­ρος ού­τε χρό­νος». Σε αυ­τό, τα γνώ­ρι­μα α­ντι­κεί­με­να του σπι­τιού συν­δρά­μουν τη γυ­ναί­κα, μιας κά­ποιας η­λι­κίας, α­φού έ­χει κό­ρη πα­ντρε­μέ­νη, να α­πο­κα­τα­στή­σει έ­ναν τρό­πο ε­πι­βίω­σης με­τά την α­πώ­λεια του συ­ζύ­γου της, με τον ο­ποίο, κρί­νο­ντας α­πό τις α­να­μνή­σεις της, έ­ζη­σε πολ­λά και ευ­τυ­χή χρό­νια.
Ο θά­να­τος ε­νός μο­να­δι­κού α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που δη­μιουρ­γεί αί­σθη­ση κα­τάρ­γη­σης του χρό­νου. Η ε­στία­ση της σκέ­ψης στον πα­ρελ­θό­ντα κοι­νό τους χρό­νο τον με­τα­στοι­χειώ­νει σε χώ­ρο. Αν, στο προ­η­γού­με­νο διή­γη­μα, το α­γό­ρι συ­ναρ­μο­λο­γεί την α­κό­μη α­σχη­μά­τι­στη ει­κό­να του ε­αυ­τού του στο δω­μά­τιο, σε αυ­τό, η πεν­θού­σα δια­τη­ρεί συ­νε­κτι­κή την ρα­γι­σμέ­νη ει­κό­να του ε­αυ­τού της μέ­σα στον κλει­στό χώ­ρο της οι­κο­γε­νεια­κής ε­στίας. Εκεί, η α­φή­γη­ση ε­πι­χει­ρεί την έν­δον κα­τα­βύ­θι­ση στο τρί­το πρό­σω­πο, δια­τη­ρώ­ντας έ­τσι ε­λεγ­χό­με­να τα αι­σθή­μα­τα. Εδώ, ξε­κι­νά με το δύ­σκο­λο α­φη­γη­μα­τι­κά δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο, φα­νε­ρώ­νο­ντας την προ­σπά­θεια να κα­λυ­φθεί με τη συ­νή­θη ρου­τί­να της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας η α­που­σία, με­τα­πί­πτει στο πρώ­το πρό­σω­πο, που α­νε­βά­ζει προς στιγ­μή τους τό­νους μέ­χρι αυ­το­σαρ­κα­σμού αλ­λά και α­γα­νά­κτη­σης για τη στά­ση του ε­κλι­πό­ντος στο κρί­σι­μο γι’ αυ­τούς ζή­τη­μα του γά­μου της κό­ρης τους, α­να­γνω­ρί­ζο­ντας το κε­νό με την ο­μο­η­χία του ‘‘λεί­πεις’’ με της ‘‘λύ­πης’’. Αμέ­σως με­τά ε­πα­νέρ­χε­ται στο δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο, πλη­ρο­φο­ρώ­ντας τον α­πό­ντα για ό­σα συμ­βαί­νουν στην Αθή­να, τις φω­τιές και τους κου­κου­λο­φό­ρους. Ενώ, η κα­τά­λη­ξη του διη­γή­μα­τος δί­νε­ται με μια συ­νο­πτι­κή πα­ρά­γρα­φο σε τρί­το πρό­σω­πο και σε τό­νο αρ­χι­κά πραγ­μα­τι­στι­κό, που εκ­πνέει με την ψυ­χο­λο­γι­κή κα­τάρ­ρευ­ση της τε­λευ­ταίας φρά­σης, που δί­νει τον τίτ­λο.
Τα άλ­λα τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα ε­πα­νέρ­χο­νται στα ί­δια θέ­μα­τα -τη γο­νι­κή σχέ­ση, την ε­ξα­φά­νι­ση, την κρί­ση, το χώ­ρο και τα πράγ­μα­τα- α­πό δια­φο­ρε­τι­κές γω­νίες σκό­πευ­σης και με δια­φο­ρε­τι­κά α­φη­γη­μα­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Το μό­νο διή­γη­μα, που θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί δια­σκε­δα­στι­κό, φέ­ρει τον τίτ­λο «Ο Δό­της». Ού­τε ε­ξα­φά­νι­ση ού­τε θά­να­τος. Πα­ρό­λο που ο ή­ρωας δεν α­νή­κει, ό­πως στα δυο προ­η­γού­με­να, στους ευ­κα­τά­στα­τους α­στούς, πα­ρα­κά­μπτε­ται και σε αυ­τό η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Η γο­νι­κή σχέ­ση πα­ρου­σιά­ζε­ται πλα­γίως μέ­σω του δω­ρη­τή σπέρ­μα­τος. Σε τρί­το πρό­σω­πο α­πο­δί­δο­νται οι σκέ­ψεις του δό­τη. Ερχό­με­νος α­πό την ε­παρ­χία στην Αθή­να, ό­που δεν στε­ριώ­νει μό­νι­μη ερ­γα­σία, λύ­νει για χρό­νια το οι­κο­νο­μι­κό του πρό­βλη­μα, συ­νερ­γα­ζό­με­νος με μια Τρά­πε­ζα σπέρ­μα­τος.
Η Βλα­στού κα­τα­φέρ­νει στο ξε­κί­νη­μα των ι­στο­ριών να δη­μιουρ­γεί α­πα­τη­λή ε­ντύ­πω­ση, πα­ρα­πέ­μπο­ντας τον α­να­γνώ­στη σε μια δια­φο­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση α­πό ε­κεί­νη για την ο­ποία πρό­κει­ται. Σε αυ­τό το διή­γη­μα, δη­μιουρ­γεί­ται, αρ­χι­κά, η ε­ντύ­πω­ση, ό­τι ο ψη­λός και με­λα­χρι­νός ε­παρ­χιώ­της εκ­δί­δε­ται. Κι αυ­τό, για­τί οι πε­ρισ­σό­τε­ροι μάλ­λον α­γνοούν, ό­τι οι ε­πί­δο­ξοι γο­νείς προσ­διο­ρί­ζουν τα ε­πι­θυ­μη­τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προσ­δο­κώ­με­νου τέ­κνου, με πρώ­το στις προ­τι­μή­σεις τους το με­σο­γεια­κό προ­φί­λ, που έ­χει πέ­ρα­ση και στην ε­ρω­τι­κή πιά­τσα. Μέ­σα α­πό τη ο­πτι­κή του δό­τη, η συγ­γρα­φέ­ας α­σκεί κρι­τι­κή, δια­κω­μω­δώ­ντας τους για­τρούς, που δια­χει­ρί­ζο­νται πα­ρό­μοιες Τρά­πε­ζες σπέρ­μα­τος σαν ε­πι­χει­ρη­μα­τίες, μα­κράν της η­θι­κής του λει­τουρ­γού. Πα­ρο­μοίως, σα­τι­ρί­ζει την πε­λα­τεία των ε­πί­δο­ξων γο­νέων, με την α­φή­γη­ση να προ­σθέ­τει α­πο­χρώ­σεις τα­ξι­κού μέ­νους στα αι­σθή­μα­τα του δό­τη. Ενώ, κρούει το κώ­δω­να για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύουν στην τε­χνη­τή γο­νι­μο­ποίη­ση, λό­γω της ε­λα­στι­κής η­θι­κής του δό­τη, κα­θώς η ποιό­τη­τα των γο­νι­δίων ε­ξαρ­τά­ται α­πό το πό­σο ε­κεί­νος πει­θαρ­χεί στους κα­νο­νι­σμούς της Τρά­πε­ζας σπέρ­μα­τος και α­πέ­χει α­πό κα­τα­χρή­σεις.
Ίδια ε­πι­τυ­χη­μέ­νο με το ά­νοιγ­μα εί­ναι και το κλεί­σι­μο του διη­γή­μα­τος. Ο δό­της, που συλ­λο­γί­ζε­ται ό­τι πο­τέ δεν θα του περ­νού­σε α­πό το μυα­λό να διεκ­δι­κή­σει πα­τρό­τη­τα, χά­ρις σε έ­να με­λα­χρι­νό πι­τσι­ρί­κι που συ­να­ντά­ει κα­τά την ε­πι­στρο­φή α­πό την Τρά­πε­ζα, νιώ­θει έ­να πρώ­το τσί­μπη­μα γο­νι­κού εν­στί­κτου. Δεν ευ­τυ­χούν, ό­μως, ό­λα τα κλει­σί­μα­τα, κα­θώς σε κά­ποια πα­ρει­σφρύουν ί­χνη δι­δα­κτι­σμού. Πα­ρά­δειγ­μα, μια ι­στο­ρία, που α­ντα­να­κλά ό­χι μό­νο την κρί­ση αλ­λά και την προ­η­γού­με­νη ει­κο­σα­ε­τία, της ευ­μά­ρειας και κα­λο­πέ­ρα­σης. Η α­να­δρο­μή στο πα­ρελ­θόν γί­νε­ται α­πό μια γυ­ναί­κα, που συ­νέ­πε­σε τό­τε να εί­ναι α­ρι­στού­χος α­πό­φοι­τος της Πα­ντείου και η ο­ποία με τη γο­νι­κή πα­ρό­τρυν­ση και τις κα­τάλ­λη­λες γνω­ρι­μίες α­κο­λού­θη­σε την εύ­κο­λη ο­δό του Δη­μο­σίου α­ντί της ε­πί­μοχ­θης πνευ­μα­τι­κής α­νά­βα­σης, που πι­θα­νώς και να ο­δη­γού­σε σε α­νοι­κτούς πνευ­μα­τι­κούς ο­ρί­ζο­ντες. Σε αυ­τήν την ι­στο­ρία, ο έν­δον λό­γος της η­ρωί­δας, πα­ρό­τι στο τρί­το πρό­σω­πο ε­νός ε­ξω­τε­ρι­κού πα­ρα­τη­ρη­τή, έ­χει συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, που ε­πι­τεί­νε­ται, κα­θώς η πε­ρι­γρα­φή α­πλώ­νε­ται στο φά­σμα στε­ρεό­τυ­πων κα­τα­στά­σεων ευ­ζωίας. Όσο α­φο­ρά τη φόρ­τι­ση, αυ­τήν την δι­καιο­λο­γεί η ε­πι­λο­γή του χώ­ρου και της ώ­ρας: Πρώ­το Νε­κρο­τα­φείο, κα­τά την κή­δευ­ση πρώην διοι­κη­τή της Εθνι­κής Τρά­πε­ζας. Τα στε­ρεό­τυ­πα, ω­στό­σο, βα­ραί­νουν, κα­θώς η αυ­το­λύ­πη­ση της η­ρωί­δας, κλι­σα­ρι­σμέ­νη, χω­ρίς ί­χνος χιού­μο­ρ, υ­πο­νο­μεύει το α­λη­θές του τίτ­λου, «Η ε­ξα­φά­νι­ση ε­νός μυα­λού». Το διή­γη­μα, πά­ντως, α­πο­βαί­νει, υ­πό τις πα­ρού­σες συν­θή­κες, ε­πί­και­ρο, α­φού δεν α­πο­κλείε­ται κά­ποιοι δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι να ταυ­τι­στούν με την η­ρωί­δα και να α­να­κα­λύ­ψουν ό­ψι­μα πως πή­ραν το δρό­μο του ο­λέ­θρου.
Στο τε­λευ­ταίο διή­γη­μα, η συγ­γρα­φέ­ας πε­ρι­κλείει ό­λα τα θέ­μα­τα της συλ­λο­γής, δεί­χνο­ντας, αυ­τή τη φο­ρά, τη δυ­σά­ρε­στη ό­ψη τους. Η γο­νι­κή πα­ρου­σία ε­νέ­χει κά­πο­τε και α­πει­λή. Η αί­σθη­ση του οι­κείου χώ­ρου ε­νός δω­μα­τίου και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση, ε­νός σπι­τιού, μπο­ρεί να γί­νει α­νυ­πό­φο­ρη, ό­πως δη­λώ­νε­ται σκω­πτι­κά και με τον τίτ­λο του διη­γή­μα­τος, «Χα­ρού­με­να σπί­τια». Ενώ, έ­νας θά­να­τος εν­δέ­χε­ται να λει­τουρ­γή­σει λυ­τρω­τι­κά. Θέ­μα του διη­γή­μα­τος εί­ναι η παι­δε­ρα­στία. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η παι­δε­ρα­στία, ι­διαί­τε­ρα ε­ντός του στε­νού οι­κο­γε­νεια­κού κύ­κλου, ε­πα­νέρ­χε­ται, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, στα διη­γή­μα­τα νεό­τε­ρων γυ­ναι­κών συγ­γρα­φέων. Η Βλα­στού προ­σπα­θεί να δέ­σει την ο­πτι­κή του παι­διού-θύ­μα­τος και της ε­νή­λι­κης, που εί­χε την ί­δια α­κρι­βώς ε­μπει­ρία. Με αυ­τόν τον τρό­πο ει­σά­γει κά­ποιο δι­δα­κτι­σμό, στην, ή­δη σε υ­ψη­λούς τό­νους, α­φή­γη­ση.
Οι θε­μα­τι­κές προ­τι­μή­σεις εί­ναι προ­σω­πι­κή υ­πό­θε­ση, πό­σω μάλ­λον η αι­σθη­τι­κή α­ντί­λη­ψη πε­ρί του ε­πι­τυ­χη­μέ­νου διη­γή­μα­τος. Εμείς, πά­ντως, θα προ­κρί­να­με ως το ε­ντε­λέ­στε­ρο της συλ­λο­γής, το διή­γη­μα, με τίτ­λο, «Για πά­ντα». Κα­τορ­θώ­νει να συ­μπυ­κνώ­σει πολ­λές δια­φο­ρε­τι­κές πτυ­χές, με πρω­ταρ­χι­κή, το δέ­σι­μο με τα πράγ­μα­τα, που μέ­νει κρυ­φό, συ­χνά πα­ρα­χω­μέ­νο στο υ­πο­συ­νεί­δη­το, κα­θώς κυ­ριαρ­χεί η προ­σκόλ­λη­ση στα έμ­βια ό­ντα, κυ­ρίως τους αν­θρώ­πους, τε­λευ­ταία και τα κα­τοι­κί­δια. Στο διή­γη­μα α­να­δει­κνύε­ται μια α­πό τις πιο δυ­σά­ρε­στες πλευ­ρές της κρί­σης, η στέ­ρη­ση α­πό τα α­γα­πη­μέ­να μας πράγ­μα­τα. Στο πρώ­το μέ­ρος, ξε­δι­πλώ­νο­νται οι α­νε­ξάρ­τη­τες ι­στο­ρίες τριών αν­θρώ­πων, που α­να­γκά­ζο­νται να α­πο­χω­ρι­στούν προ­σφι­λή τους α­ντι­κεί­με­να. Υπο­τί­θε­ται προ­σω­ρι­νά, με την κα­τά­θε­σή τους ως ε­νέ­χυ­ρα, άλ­λα ε­κεί­νοι γνω­ρί­ζουν ό­τι θα εί­ναι για πά­ντα. Η ι­στο­ρία ε­νός α­πό αυ­τούς συ­μπλέ­κει τον α­κό­μη πιο ε­πώ­δυ­νο α­πο­χω­ρι­σμό της εκ­δίω­ξης κά­ποιου α­πό τον τό­πο του. Γυ­ναί­κα η α­φη­γή­τρια, α­να­κα­λεί τον διωγ­μό α­πό το σπί­τι της στην Κυ­ρή­νεια, ε­κεί­νον τον Ιού­λιο, πριν 39 χρό­νια. Στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, τα ε­νέ­χυ­ρα βρί­σκο­νται πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στον πά­γκο ε­νός α­πό τα γρα­φεία α­γο­ράς τι­μαλ­φών, που αν­θούν, ε­σχά­τως, στην Αθή­να. Να προ­σθέ­σου­με μια ε­που­σιώ­δη πα­ρα­τή­ρη­ση, ό­σο α­φο­ρά την κα­τά­λη­ξη του συ­γκε­κρι­μέ­νου διη­γή­μα­τος. Για να δέ­σουν οι τρεις ι­στο­ρίες, θα πρέ­πει ο α­να­γνώ­στης να ταυ­τί­σει τα ε­νέ­χυ­ρα με τις πε­ρι­γρα­φές, που έ­δω­σαν οι κά­το­χοί τους στις προ­τασ­σό­με­νες α­φη­γή­σεις. Μή­πως, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας υ­πε­ρε­κτι­μά τις γνώ­σεις πε­ρί τέ­χνης του α­να­γνώ­στη; Το πι­θα­νό­τε­ρο, αυ­τός να μην έ­χει καν α­κου­στά τον ζω­γρά­φο Πε­ρι­κλή Πα­ντα­ζή, πό­σω μάλ­λον να γνω­ρί­ζει τον συ­γκε­κρι­μέ­νο πί­να­κα, του ο­ποίου τις ι­μπρε­σιο­νι­στι­κές α­ρε­τές, με τό­ση πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα, πε­ρι­γρά­φει ο κά­το­χός του.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 26/5/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: