Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Φιλόδοξο βήμα

Φράνσις
Μπέικον,
«Σπουδή για
προσωπογραφία», 1971.



Πά­νος Τσί­ρος
«Δεν εί­ν’ έ­τσι;»
Εκδό­σεις Μι­κρή Άρκτος
Μάρ­τιος 2013

Πέ­ντε χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του Πά­νου Τσί­ρου, «Φέρ­τε μου το κε­φά­λι της Μα­ρίας Κέν­σο­ρα», εκ­δό­θη­κε το δεύ­τε­ρο. Πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο με διη­γή­μα­τα. Συ­μπτω­μα­τι­κά, τα δυο βι­βλία α­ριθ­μούν τον ί­διο α­ριθ­μό σε­λί­δων, 92. Αλλά­ζουν, ό­μως, το σχή­μα και η τυ­πο­τε­χνι­κή φυ­σιο­γνω­μία, κα­θώς άλ­λα­ξε ο εκ­δό­της. Από τις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης το πρώ­το, α­πό την δι­σκο­γρα­φι­κή και εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μι­κρή Άρκτος το δεύ­τε­ρο. Μι­κρός και ο δεύ­τε­ρος εκ­δο­τι­κός οί­κος, σύμ­φω­να και με την ε­πω­νυ­μία του, δέ­κα ε­πτά έ­τη με­τά την ί­δρυ­σή του, βου­τά στον ω­κε­α­νό της πε­ζο­γρα­φίας, δια­ψεύ­δο­ντας το ι­σχύον για την “α­εί­πο­τε πε­ρί τον πό­λον στρε­φό­με­νη­ν” Μι­κρή Άρκτο, το “μη­δέ­πο­τε εις τον ω­κε­α­νόν βυ­θι­ζο­μέ­νη­ν”. Ο εκ­δό­της, Πα­ρα­σκευάς Κα­ρα­σού­λος, με­τά την περ­σι­νή δι­πλή ε­πέ­τειο της συ­μπλή­ρω­σης πέ­ντε δε­κα­ε­τιών βίου και δυό­μι­σι στι­χουρ­γι­κής πα­ρου­σίας, και α­φού φρό­ντι­σε καλ­λι­τέ­χνες και ποιη­τές, α­πο­φά­σι­σε να κά­νει τό­πο και στους πε­ζο­γρά­φους. Ξε­κι­νά με τη διη­γη­μα­το­γρα­φία. Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου εί­ναι το πρώ­το, ό­πως α­να­κοί­νω­σε, στη σει­ρά «Διη­γή­σεις».
Οκτώ χρό­νια νεό­τε­ρός του ο Τσί­ρος, πα­ρου­σιά­στη­κε με ε­κεί­νο το πρώ­το βι­βλίο, χω­ρίς προ­η­γού­με­νες δη­μο­σιεύ­σεις σε έ­ντυ­πα. Δεν έ­μει­νε α­μνη­μό­νευ­το το πό­νη­μά του. Επι­σή­μως, κα­τα­γρά­φτη­καν τέσ­σε­ρις πα­ρου­σιά­σεις, που συ­να­γω­νί­ζο­νται σε ε­παί­νους. Διά­κρι­ση δεν α­πέ­σπα­σε, ού­τε καν πρό­κρι­ση στη βρα­χεία λί­στα του Βρα­βείου Δια­βά­ζω για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Εκεί­νη τη χρο­νιά, το Βρα­βείο δό­θη­κε στην Σταυ­ρού­λα Σκα­λί­δη, ε­νώ, του διη­γή­μα­τος, στην ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Μα­ρία Κου­γιουμτ­ζή. Το Κρα­τι­κό Βρα­βείο διη­γή­μα­τος –πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δεν εί­χε α­κό­μη προ­κύ­ψει– στην Ευ­γε­νία Φα­κί­νου. Πά­ντως, το βι­βλίο δεν λη­σμο­νή­θη­κε. Υπήρ­ξαν αρ­γο­πο­ρη­μέ­νες πα­ρου­σιά­σεις, πι­θα­νώς α­πόρ­ροια των σχέ­σεων, που εί­χε αρ­χί­σει να έ­χει ο συγ­γρα­φέ­ας με το χώ­ρο του βι­βλίου. Άλλω­στε, δεν θα πρέ­πει να εί­ναι τυ­χαία η με­τα­στέ­γα­σή του σε εκ­δο­τι­κό οί­κο ο­μό­τε­χνού του.
Το βιο­γρα­φι­κό στο αυ­τά­κι του βι­βλίου έ­μει­νε το ί­διο, πλην της προ­σθή­κης της έκ­δο­σης του πρώ­του βι­βλίου και φω­το­γρα­φίας. Μια πλη­ρο­φο­ρία, που κα­νείς συ­γκρα­τεί, εί­ναι το θέ­μα των με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών του στο Λον­δί­νο. Ασχο­λή­θη­κε με το «Tractatus Logico-Philosophicus» του Βίτ­γκεν­σταϊν. Στη συ­νέ­χεια, ε­γκα­τέ­λει­ψε τις σπου­δές φι­λο­σο­φίας για τη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση. Αν και πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Και ο Βίτ­γκεν­σταϊν διέ­κο­ψε την ε­να­σχό­λη­σή του με τη φι­λο­σο­φία και με­τά δέ­κα χρό­νια ε­πα­νήλ­θε. Όπως και να έ­χει, ε­κεί­νο το πρώ­το έρ­γο του αυ­στρια­κού φι­λό­σο­φου ε­ξα­κο­λου­θεί να τον α­πα­σχο­λεί. Μά­λι­στα, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του δεί­χνει ό­τι τον έ­χει ε­πη­ρεά­σει ο φι­λο­σο­φι­κός στο­χα­σμός και της δεύ­τε­ρης πε­ριό­δου του Βίτ­γκεν­σταϊν. Αν τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του α­ντα­να­κλούν τον προ­βλη­μα­τι­σμό του νε­α­ρού Βίτ­γκεν­σταϊν, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του α­κο­λου­θεί τον αυ­στρια­κό φι­λό­σο­φο στις α­να­ζη­τή­σεις του κα­τά τα ύ­στε­ρα χρό­νια, ό­πως αυ­τές κα­τα­γρά­φτη­καν στο δεύ­τε­ρο με­γά­λο έρ­γο του, τις «Φι­λο­σο­φι­κές έ­ρευ­νες».
Ήδη, στο πρώ­το διή­γη­μα του πρώ­του βι­βλίου, με τίτ­λο, «Χω­ρίς στό­μα», λαν­θά­νει η έ­βδο­μη και τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της «Λο­γι­κό-Φι­λο­σο­φι­κής Πραγ­μα­τείας» (ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο τίτ­λος του «Tractatus...» στα ελ­λη­νι­κά, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του πρω­τό­τυ­που «Logisch-Philosophische Abhandlung»): “Για ό­σα δεν μπο­ρεί να μι­λά­ει κα­νείς, πρέ­πει να σω­παί­νει.” Το τι μπο­ρεί να ει­πω­θεί και να γί­νει κα­τα­νο­η­τό α­πό τον άλ­λο, δη­λα­δή η φύ­ση της γλώσ­σας, ή­ταν το θε­με­λιώ­δες πρό­βλη­μα, που έ­θε­σε ο αυ­στρια­κός φι­λό­σο­φος. Η α­πά­ντη­ση, στην ο­ποία κα­τέ­λη­ξε, γκρό­σο μό­ντο, ή­ταν ό­τι οι μό­νες κα­τα­νο­η­τές προ­τά­σεις εί­ναι ε­κεί­νες που δί­νουν μια ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Από τα ό­ρια της γλώσ­σας, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας περ­νά­ει σε ε­κεί­να της λο­γο­τε­χνίας. Στα πρώ­τα διη­γή­μα­τα, ο Τσί­ρος δο­κι­μά­ζει τα ό­ρια της ρε­α­λι­στι­κής α­φή­γη­σης. Οι ή­ρωές του, ε­κτός α­πό τους αν­θρώ­πους του πε­ρί­γυ­ρού τους, συγ­χρω­τί­ζο­νται με τους νε­κρούς τους, ό­πως και με τους προ­σφι­λείς τους πα­ρελ­θο­ντι­κών χρό­νων, με την υ­πό­στα­ση που ε­κεί­νοι εί­χαν τό­τε. Στο πα­ρόν, μπο­ρεί να εί­ναι μεν ζω­ντα­νοί, ό­μως εί­ναι άλ­λοι, κα­θώς, στο πέ­ρα­σμα του χρό­νου, δια­φο­ρο­ποιή­θη­κε η υ­πό­στα­σή τους. Αυ­τή η συμ­βίω­ση, που νο­ε­ρά γί­νε­ται σαν προέ­κτα­ση των κα­θη­με­ρι­νών συ­να­να­στρο­φών, δεν χω­ρά­ει στον πραγ­μα­τι­κό χώ­ρο. Η ε­πι­τυ­χία των διη­γη­μά­των έ­γκει­ται στον τρό­πο με τον ο­ποίο η α­φή­γη­ση περ­νά­ει στο χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού ή συ­μπλη­ρώ­νει μια ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας με προ­σφυ­γές στο πα­ρά­λο­γο.
Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο, κερ­δί­ζει έ­δα­φος η ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση. Δεν υ­πάρ­χουν πα­ρεκ­βά­σεις προς το φα­ντα­στι­κό, ε­νώ το πα­ρά­λο­γο πε­ριο­ρί­ζε­ται στο χώ­ρο των ο­νεί­ρων, τα ο­ποία και πλη­θαί­νουν. Οκτώ τα διη­γή­μα­τα του πρώ­του βι­βλίου, δέ­κα τέσ­σε­ρα τα πε­ζά του δεύ­τε­ρου, που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται και αυ­τά διη­γή­μα­τα. Ωστό­σο, δια­βά­ζο­ντάς τα δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση της συ­νέ­χειας, με το τε­λευ­ταίο πε­ζό να θέ­τει υ­πό αί­ρε­ση τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του βι­βλίου ως συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Αυ­τό το δέ­κα­το τέ­ταρ­το πε­ζό φέ­ρει τον τίτ­λο, «Επί­λο­γος», και έ­χει, σε μι­κρο­γρα­φία, τη μορ­φή του «Tractatus...», ό­πως ε­πι­ση­μαί­νει και ο α­φη­γη­τής. Απο­τε­λεί­ται α­πό μια σει­ρά πα­ρα­τη­ρή­σεις πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νες και α­ριθ­μη­μέ­νες με δε­κα­δι­κή α­ρίθ­μη­ση. Δη­λα­δή, κα­θε­μία α­πό τις κύ­ριες πα­ρα­τη­ρή­σεις α­κο­λου­θεί­ται α­πό ά­λυ­σο προ­τά­σεων, που φέ­ρουν έ­να δεύ­τε­ρο δε­κα­δι­κό ψη­φίο. Οι κύ­ριες προ­τά­σεις του «Επι­λό­γου» εί­ναι έ­ξι, έ­να­ντι των ε­πτά θέ­σεων του «Tractatus...».
Στη δεύ­τε­ρη πρό­τα­ση του «Επι­λό­γου», ο α­φη­γη­τής ση­μειώ­νει: “Όλες οι προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες α­φο­ρούν ά­με­σα ή έμ­με­σα τον φί­λο μου.” Ου­σια­στι­κά, α­να­τρέ­πει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό διη­γή­μα­τα, προϊδεά­ζο­ντας για την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή υ­φή του βι­βλίου του. Μά­λι­στα, μο­ντερ­νί­στι­κη, α­φού, σε μια ε­πό­με­νη πρό­τα­ση, δη­λώ­νει ό­τι δεν α­κο­λού­θη­σε “ευ­θύ­γραμ­μη ο­μα­λή α­φή­γη­ση”. Ενώ, σε μια άλ­λη, κα­το­πι­νή της πρό­τα­ση, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη πως “μια ι­στο­ρία κα­τα­σκευά­ζε­ται ό­πως έ­να παζλ. Δεν έ­χει ση­μα­σία ποιο κομ­μά­τι θα βά­λεις πρώ­τα.” Γε­γο­νός που μπο­ρεί να ι­σχύει για τον τρό­πο γρα­φής, μό­νο που αυ­τός ο ά­ναρ­χος τρό­πος α­πο­βαί­νει προ­βλη­μα­τι­κός, ό­ταν δια­τη­ρεί­ται στην τε­λι­κή μορ­φή. Οι ε­πό­με­νες προ­τά­σεις, ω­στό­σο, υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα πα­ρό­μοιων α­φη­γη­μα­τι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών. Στην τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της πέ­μπτης α­λύ­σου, συ­νο­ψί­ζει: “Αλλά αυ­τό που θέ­λου­με να πού­με κα­θρε­φτί­ζε­ται μέ­σα σ’ αυ­τό που γρά­φου­με.”
Τι θέ­λει, λοι­πόν, να πει ο συγ­γρα­φέ­ας; Έμμε­σα δί­νε­ται η α­πά­ντη­ση, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους που υιο­θε­τεί, τη δο­μή που δί­νει στο βι­βλίο, και, πρώ­τα α­π’ ό­λα, με τον τίτ­λο. Το “δεν εί­ν’ έ­τσι;” του τίτ­λου, εκ­φρά­ζει την α­βε­βαιό­τη­τα του α­φη­γη­τή. Δυο α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια στις «Φι­λο­σο­φι­κές έ­ρευ­νες» του Βίτ­γκεν­σταϊν φέ­ρουν τους τίτ­λους, «Πε­ρί α­βε­βαιό­τη­τας» και «Τα ε­ντός μας». Το ε­ρώ­τη­μα που ε­κεί­νος έ­θε­τε ή­ταν το πώς μπο­ρώ να γνω­ρί­ζω τα αι­σθή­μα­τα και τις σκέ­ψεις του άλ­λου. Δεν μπο­ρώ να ε­ξο­μοιώ­σω την ε­μπει­ρία του με τη δι­κή μου, αλ­λά ού­τε και να στη­ρι­χτώ στη δι­κή του λε­κτι­κή δια­τύ­πω­ση για το τι αι­σθά­νε­ται. Ακό­μη κι αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ο άλ­λος εί­ναι ει­λι­κρι­νής και δεν υ­πο­κρί­νε­ται. Ο α­φη­γη­τής του Τσί­ρου πε­ρι­γρά­φει δρά­σεις και α­ντι­δρά­σεις των χα­ρα­κτή­ρων, με­τα­φέ­ρο­ντας ό­σα του λέ­νε. Για τις σκέ­ψεις και τα αι­σθή­μα­τά τους, ό­μως, ελ­λο­χεύει πά­ντο­τε η αμ­φι­βο­λία, δη­λα­δή κα­τά πό­σο εί­ναι πράγ­μα­τι έ­τσι.
Ένας τρό­πος πα­ρου­σία­σης του βι­βλίου θα ή­ταν η α­να­διά­τα­ξη του παζ­λ, σε μια α­πό­πει­ρα να α­πο­κα­τα­στα­θεί η χρο­νι­κή αλ­λη­λου­χία. Με ε­ξαί­ρε­ση το έ­βδο­μο κε­φά­λαιο, στα υ­πό­λοι­πα θα μπο­ρού­σε ο α­φη­γη­τής να εί­ναι κοι­νός. Οι τέσ­σε­ρις τό­ποι, στους ο­ποίους ε­κεί­νος βρί­σκε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, ο­δη­γούν σε τέσ­σε­ρις πε­ριό­δους της ζωής του. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νει α­πο­ρία, για­τί ως ε­ξώ­φυλ­λο ε­πι­λέχ­θη­κε πί­να­κας α­πό μια πέ­μπτη πό­λη, το Βε­λι­γρά­δι. Στην πρώ­τη χρο­νι­κά ε­νό­τη­τα, πέ­ντε κε­φα­λαίων (2,4,6,8,11), με τίτ­λους τα ο­νό­μα­τα προ­σώ­πων και συμ­βά­ντων γύ­ρω α­πό τα ο­ποία στρέ­φε­ται το κά­θε κε­φά­λαιο, ο α­φη­γη­τής κά­νει με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, σχε­τι­κές με τη φι­λο­σο­φία και τον Βίτ­γκεν­σταϊν, ό­πως λέει στην κο­πέ­λα του μπαρ που φλερ­τά­ρει. Της διη­γεί­ται και την υ­πό­θε­ση μιας ται­νίας που εί­δε τε­λευ­ταία, τον «Κρυμ­μέ­νο» του Μί­κα­ελ Χά­νε­κε. Πρό­κει­ται για α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, ώ­στε να α­να­φερ­θεί πλα­γίως στο τι ση­μαί­νει πα­ρα­κο­λου­θώ τις ζωές των άλ­λων.
Σε αυ­τήν την ε­νό­τη­τα, υ­πάρ­χει μια υ­πο­τυ­πώ­δης πλο­κή. Πα­ρου­σιά­ζε­ται ο φί­λος του α­φη­γη­τή, που εί­ναι, σύμ­φω­να με τον «Επί­λο­γο», “ο ά­ξο­νας του βι­βλίου”. Τον α­να­φέ­ρει ως Δ. και εί­ναι συ­γκά­τοι­κός του. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει συ­γκε­κρι­μέ­να γε­γο­νό­τα, ό­πως η ε­πί­σκε­ψη των γο­νιών του Δ. και οι τυ­χαίες συ­να­ντή­σεις με γνω­στά του πρό­σω­πα. Η συ­νέ­χεια δί­νε­ται στο μο­να­δι­κό κε­φά­λαιο της δεύ­τε­ρης ε­νό­τη­τας (12), στο ο­ποίο ο α­φη­γη­τής εί­ναι φα­ντά­ρος στην Κο­μο­τη­νή. Αυ­τή η ε­νό­τη­τα, α­ντί του εκ των υ­στέ­ρων δη­λω­τι­κού τίτ­λου, «Χη­μι­κό ερ­γα­στή­ρι», θα μπο­ρού­σε να έ­χει τον κυ­ριο­λε­κτι­κό, «Το τη­λε­φώ­νη­μα», κα­θώς το μό­νο που συμ­βαί­νει εί­ναι έ­να τη­λε­φώ­νη­μα α­πό τον Δ., πα­ρα­μο­νή Πρω­το­χρο­νιάς, στο στρα­τό­πε­δο. Εκεί­νος εί­ναι α­κό­μη φοι­τη­τής στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και του ζη­τά­ει βοή­θεια. Η έκ­βα­ση δί­νε­ται ε­πι­γραμ­μα­τι­κά στον «Επί­λο­γο», σε ε­πί μέ­ρους πρό­τα­ση της υ­π’ α­ριθ­μό τρί­της α­λύ­σου: “Τε­λι­κά τη βοή­θεια που μου ζή­τη­σε δεν του την έ­δω­σα. Δεν ή­θε­λα να μπλέ­ξω.”
Σύ­ντο­μες και κο­φτές οι προ­τά­σεις, πε­ριο­ρί­ζο­νται στην πε­ρι­γρα­φή δρά­σεων και τη με­τα­φο­ρά δια­λό­γων, που δεί­χνουν κοι­νό­το­ποι, κα­θώς α­να­πα­ρά­γουν ό­σα συ­νή­θως λέ­γο­νται σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­στά­σεις. Κά­ποιοι χα­ρα­κτή­ρες διη­γού­νται πα­ρελ­θο­ντι­κές ι­στο­ρίες, τις ο­ποίες ε­πί­σης με­τα­φέ­ρει ο α­φη­γη­τής. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, αυ­τός δεν σχο­λιά­ζει, σαν να κρα­τά α­πο­στά­σεις. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δί­νει α­φη­γη­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση στη θέ­ση του αυ­στρια­κού δα­σκά­λου του ό­τι ε­κεί­νο που μπο­ρεί να πε­ρι­γρα­φεί εί­ναι οι εκ­φρά­σεις της αν­θρώ­πι­νης ζωής. Από ό,τι ε­ξω­τε­ρι­κεύε­ται και μό­νο, συ­νά­γου­με χα­ρα­κτή­ρες και αι­σθή­μα­τα. Οδη­γού­με­νοι α­πό αυ­τά, θα μπο­ρού­σα­με να ταυ­τί­σου­με τον ελ­λεί­πο­ντα α­φη­γη­τή του έ­βδο­μου κε­φα­λαίου με έ­ναν α­πό τους γνω­στούς τού κυ­ρίως α­φη­γη­τή. Συ­γκε­κρι­μέ­να, τον αλ­κοο­λι­κό Λά­ζα­ρο του έ­κτου κε­φα­λαίου. Χω­ρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­το, κα­θώς τα πε­ζά δια­τη­ρούν την αυ­το­νο­μία τους. Με­ρι­κά, μά­λι­στα, δια­θέ­τουν α­ρε­τές διη­γή­μα­τος
Στην τρί­τη ε­νό­τη­τα, τεσ­σά­ρων κε­φα­λαίων (5,9,10,13), με πε­ρι­φρα­στι­κούς ή και αλ­λη­γο­ρι­κούς τίτ­λους, ο α­φη­γη­τής εί­ναι πα­ντρε­μέ­νος στην Αθή­να με γυ­ναί­κα έ­γκυο στον έ­κτο μή­να. Εδώ, ε­στιά­ζει στον ε­αυ­τό του. Ένας έν­δον λό­γος, που α­να­κυ­κλώ­νει σκέ­ψεις, αι­σθή­μα­τα και ε­νο­χές, για­τί δεν κα­τά­λα­βε τι ζη­τού­σαν οι άλ­λοι α­πό αυ­τόν. Όλοι πά­σχο­ντες, που α­γω­νιού­σαν να ξε­πε­ρά­σουν τις ε­ξαρ­τή­σεις τους α­πό αν­θρώ­πους, αλ­κοό­λ, ναρ­κω­τι­κές ου­σίες. Για το μό­νο πρό­σω­πο, που ο α­φη­γη­τής εκ­δη­λώ­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έ­γνοια, εί­ναι η σύ­ζυ­γος του. Κι αυ­τό, για­τί κυο­φο­ρεί την κό­ρη του. Κα­θρέ­φτης της ψυ­χι­κής του κα­τά­στα­σης εί­ναι τα ό­νει­ρα. Λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­φιαλ­τι­κά, τα κα­τα­γρά­φει με τη ζω­ντά­νια που δια­τη­ρούν για έ­ναν ε­λά­χι­στο χρό­νο με­τά το ξύ­πνη­μα. Ως κύ­ρια μορ­φή σε αυ­τά, προ­βάλ­λει ο πα­τέ­ρας. Γύ­ρω α­πό αυ­τόν και τα φροϋδι­κά υ­πο­κα­τά­στα­τά του στρέ­φο­νται δυο α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου, το «Χαρ­τα­ε­τός» και το «Ο γέ­ρος στο σπί­τι», που θα μπο­ρού­σαν να δώ­σουν τρο­φή σε ε­κτε­νή ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­νά­πτυ­ξη.
Σε μια α­πό τις πα­ρα­τη­ρή­σεις του «Επι­λό­γου», ο α­φη­γη­τής προσ­διο­ρί­ζει: “Την πε­ρίο­δο που έ­γρα­ψα την ι­στο­ρία πε­ρί­με­να τη γέν­νη­ση της κό­ρης μου.” Αν δώ­σου­με βά­ση στο λό­γο του, η ε­να­πο­μέ­νου­σα ε­νό­τη­τα, δυο κε­φά­λαιων (1,3), με τους πα­ρά­ξε­νους τίτ­λους, «Δια­χεί­ρι­ση ποιό­τη­τας» και «Έχω δώ­σει τη ζωή μου», μέ­νει ε­κτός χρο­νι­κής αλ­λη­λου­χίας. Σε αυ­τήν ο α­φη­γη­τής ερ­γά­ζε­ται στο Λον­δί­νο και κα­τοι­κεί μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό και την πε­θε­ρά του. Στην πρώ­τη πρό­τα­ση του πρώ­του κε­φα­λαίου, με το που α­νοί­γει το βι­βλίο, ε­κεί­νος μνη­μο­νεύει τη σο­βού­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, πε­ρι­γρά­φο­ντας το ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο λον­δρέ­ζι­κο κέ­ντρο. Ανα­φέ­ρε­ται στον ε­αυ­τό του, την κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να της ερ­γα­σίας του σε μια ε­ται­ρεία, ε­πι­μέ­νει σε κι­νή­σεις και συ­να­ντή­σεις. Χρη­σι­μο­ποιεί προ­σε­κτι­κή γλώσ­σα, ε­πι­δει­κνύο­ντας ορ­θο­λο­γι­στι­κή διά­θε­ση, που έ­χει κά­τι το μη­χα­νι­στι­κό, σαν να δί­νει α­να­φο­ρά σε α­νώ­τε­ρό του. Ο τό­νος αλ­λά­ζει ό­ταν α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τον τό­πο ερ­γα­σίας, στα συ­να­πα­ντή­μα­τα με με­τα­νά­στες στις δι­κές τους γει­το­νιές. Με τα δυο κε­φά­λαια αυ­τής της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί­ται α­πό την αρ­χή μια ορ­γουε­λι­κή α­τμό­σφαι­ρα, που, α­κο­λου­θώ­ντας την πα­ρά­τα­ξη των πε­ζών στο βι­βλίο, γί­νε­ται ό­λο και πιο α­πει­λη­τι­κή, φθά­νο­ντας να ε­ξαν­τλή­σει τις α­ντο­χές του α­φη­γη­τή, που βρί­σκε­ται τε­λι­κά σπρωγ­μέ­νος ε­κτός κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου.
Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου εί­ναι φι­λό­δο­ξο. Μπο­ρεί α­πό την κρι­τι­κή να ε­κτι­μη­θεί λι­γό­τε­ρο α­πό το πρώ­το, ό­πως συ­νέ­βη με το δεύ­τε­ρο έρ­γο του Βίτ­γκεν­σταϊν, που θεω­ρή­θη­κε αι­νιγ­μα­τι­κό. Εκεί­νος το εί­χε γρά­ψει με τους πό­νους του καρ­κι­νο­πα­θούς, αρ­νού­με­νος τη νο­σο­κο­μεια­κή πε­ρί­θαλ­ψη. Εί­χε προ­τι­μή­σει να συ­νε­χί­σει τις φι­λο­σο­φι­κές του έ­ρευ­νες, στο­χα­ζό­με­νος πά­νω στην έν­νοια του πό­νου. Πέ­θα­νε την ί­δια μέ­ρα με τον Κα­βά­φη, 18 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­πι­βιώ­νο­ντας δυο χρό­νια πε­ρισ­σό­τε­ρα. Το 1951, στα 72. Το φι­λο­σο­φι­κό πνεύ­μα που ε­πι­κρα­τού­σε τό­τε ή­ταν ξέ­νο προς τον δι­κό του στο­χα­σμό. Όπως, κα­λή ώ­ρα, το πνεύ­μα που ε­πι­κρα­τεί στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας ως προς το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι έ­νας μά­χι­μος, ε­τών 43. Εδώ, το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι αν θα κρα­τή­σει ψη­λά τον πή­χυ των ε­πι­διώ­ξεων ή θα εν­δώ­σει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/7/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: