Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Στους λειμώνες τ’ ουρανού

Στις 25 Απρι­λίου 2004 α­πήλ­θε του βίου ο Γιώρ­γος Κα­ρα­βα­σί­λης. Πέ­ρα­σαν κιό­λας δέ­κα χρό­νια. Από τη γε­νιά του ’70, που, σύμ­φω­να με την πιο πρό­σφα­τη και γεν­ναιό­δω­ρη κα­τα­μέ­τρη­ση του Δη­μή­τρη Αλε­ξίου, φθά­νει τους 58 ποιη­τές, ή­ταν ο τέ­ταρ­τος που α­να­χω­ρού­σε. Την αρ­χή την εί­χε κά­νει νω­ρίς ο αυ­τό­χει­ρας Αλέ­ξης Τραϊα­νός, το 1980, ε­τών 36. Ακο­λού­θη­σαν, το 1987 ο Χρή­στος Μπρά­βος στα 39 και το 2003 ο Βα­σί­λης Στε­ριά­δης στα 56. Ο Κα­ρα­βα­σί­λης  πο­ρευό­ταν στα 55. Κα­τά την εν­διά­με­ση δε­κα­ε­τία, υ­πήρ­ξαν τρεις α­κό­μη α­πώ­λειες. Ανή­με­ρα Χρι­στού­γεν­να 2011, α­πε­βίω­σε ο Αργύ­ρης Χιό­νης και τον ε­πό­με­νο χρό­νο, ο Μί­μης Σου­λιώ­της, και οι δυο δια­νύο­ντας την ε­βδό­μη δε­κα­ε­τία του βίου. Εί­χε προ­η­γη­θεί, στις 25 Μαΐου 2011, ο Γιάν­νης Βαρ­βέ­ρης, ο Βε­νια­μίν της γε­νιάς, ε­τών 56. Ακρι­βέ­στε­ρα, έ­νας α­πό τους τρεις με έ­τος γέν­νη­σης το 1955, που α­πο­τε­λεί το γραμ­μα­το­λο­γι­κό ά­νω ό­ριο. Οι άλ­λοι δυο εί­ναι ο Γιώρ­γος Βέ­ης και ο Κώ­στας Γου­λιά­μος, ο ο­ποίος κο­ντά μία ει­κο­σα­ε­τία έ­χει σιω­πή­σει ποιη­τι­κά. Για την κα­τά­τα­ξη σε αυ­τήν την ποιη­τι­κή ο­μά­δα, την ο­ποία α­πο­κα­λούν, κα­τά τον Βά­σο Βα­ρί­κα, και γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης ή και της άρ­νη­σης, έ­χει ο­ρι­στεί πως θα πρέ­πει το έ­τος γέν­νη­σης να βρί­σκε­ται ε­ντός της πε­ριό­δου 1942 - 1955 και η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση μέ­σα στην δε­κα­ε­τία του 1970.
Ο Κα­ρα­βα­σί­λης δεν συμ­φω­νού­σε με την ο­νο­μα­σία γε­νιά της αμ­φι­σβή­τη­σης. Πί­στευε πως, “σε με­γά­λο πο­σο­στό, εί­ναι γε­νιά του μάρ­κε­τιν­γκ, δη­λα­δή γρά­ψε μου να σου γρά­ψω, πα­ρά της αμ­φι­σβή­τη­σης”. Αυ­τά, το 1985, σε συ­νέ­ντευ­ξή του στον φί­λο του Νί­κο Λα­γκα­δι­νό, που τό­τε διηύ­θυ­νε τα πο­λι­τι­στι­κά της ε­φη­με­ρί­δας «Εξόρ­μη­ση». Ο Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, ποιη­τής της ί­διας γε­νιάς και έ­νας α­πό τους πρώ­τους γραμ­μα­το­λό­γους της, πε­ρι­γρά­φει την ποίη­ση του Κα­ρα­βα­σί­λη: “Ο λό­γος του καλ­λιερ­γη­μέ­νος, α­πλός, τρυ­φε­ρός, προ­σή­νης, πε­ρι­βάλ­λει, ε­νίο­τε υ­πο­βάλ­λει αι­σθή­σεις, αι­σθή­μα­τα και συ­γκι­νή­σεις στην πλειο­νό­τη­τά τους ε­ρω­τι­κής υ­φής.” Ο ί­διος ο ποιη­τής συμ­φω­νεί και ε­παυ­ξά­νει: “Εί­ναι, κα­τά βά­ση, μια ε­ρω­τι­κή ποίη­ση και δεί­χνει μια πο­ρεία α­πό την α­γνή και μου­σι­κή Αρκα­δία μέ­χρι το ε­πώ­δυ­νο του έ­ρω­τα. Εί­ναι ύ­μνος και σχό­λια πά­νω στο γυ­ναι­κείο κορ­μί.” 
Πε­ρί του α­λη­θούς του λό­γου, κα­τα­φεύ­γου­με στην συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση «Ποιή­σεις», με η­με­ρο­μη­νία κο­λο­φώ­να Φε­βρουά­ριο του 2004, που ση­μαί­νει ό­τι ο ποιη­τής μό­λις που πρό­λα­βε να την πιά­σει στα χέ­ριά του. Αντι­γρά­φου­με με­ρι­κούς στί­χους: “Ανοί­γει σύρ­τη του πρωι­νού πε­λά­γου / Και ξε­πε­τά έ­να πλά­σμα – ό­λο για­σε­μί και στα­φύ­λι / - Ίσως να τ’ ο­νο­μά­ζει γυ­ναί­κα. // Η ντρο­πή της αυ­γής πα­φλά­ζει στα πό­δια μου / Στο πλήκ­τρο της φτε­ρού­γας α­νη­συ­χείς ώ η­λι­κία / Όπου περ­νά στο νυ­χτι­κό σου ο πρωι­νός νο­τιάς.” Εί­ναι α­πό το ποίη­μα «Άσκη­ση», το πρώ­το της πρώ­της ε­νό­τη­τας, στην ο­ποία στε­γά­ζο­νται πέ­ντε α­νέκ­δο­τα της πε­ριό­δου 1963-1970, δη­λα­δή α­πό τα ε­φη­βι­κά χρό­νια μέ­χρι την ε­νη­λι­κίω­ση. Ακο­λου­θούν οι εν­νέα ποιη­τι­κές συλ­λο­γές του, που “δια­τρέ­χουν την ε­πί­ση­μη προ­σω­πι­κή πο­ρεία του στον ποιη­τι­κό λό­γο”. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας τα α­νέκ­δο­τα,  ο Κα­ρα­βα­σί­λης κα­τά­φε­ρε να συ­μπλη­ρώ­σει ευ­δό­κι­μη υ­πη­ρε­σία στην ποίη­ση μίας σα­ρα­ντα­κο­ντα­ε­τίας, 1963-2003, πα­ρό­τι εκ­μέ­τρη­σε το ζην πο­λύ πριν το μέ­σο προσ­δό­κι­μο ε­πι­βίω­σης. Αναμ­φι­βό­λως ε­ξε­λισ­σό­με­νος, αλ­λά πα­ρα­μέ­νο­ντας “έ­νας γνή­σια σω­μα­τι­κός ποιη­τής”, σύμ­φω­να με τον Ηλία Κε­φά­λα, ο ο­ποίος θεω­ρεί ως δα­σκά­λους του τους αρ­χαίους ε­ρω­τι­κούς ποιη­τές. 
Eνας συγ­γρα­φέ­ας της ε­πό­με­νης ο­μά­δας, της γε­νιάς του ’80, κα­τά την γρα­φειο­κρα­τι­κή ο­νο­μα­το­θε­σία, ή και γε­νιάς του ι­διω­τι­κού ο­ρά­μα­τος, κα­τ’ έ­μπνευ­σιν Κε­φά­λα, ο Γιώρ­γος – Ίκα­ρος Μπα­μπα­σά­κης συ­νο­μι­λεί χρό­νια αρ­γό­τε­ρα με το φά­σμα του ποιη­τή. Σε χα­μη­λούς τό­νους ο Κα­ρα­βα­σί­λης, ερ­χό­με­νος α­πό τους με­σο­πο­λε­μι­κούς, Έλλη­νες και Γάλ­λους λυ­ρι­κούς, σε υ­ψη­λούς ο Μπα­μπα­σά­κης, ό­ντας “απ’ ευ­θείας πνευ­μα­τι­κός γό­νος της α­ντι­κομ­φορ­μί­ζου­σας γε­νιάς των α­με­ρι­κα­νών μπίτ­νι­κ”, σύμ­φω­να με τον Κω­στή Λιό­ντη, πρώ­το τα­ξι­νό­μο αυ­τής της ο­μά­δας. “Σου γρά­φω τώ­ρα δα το ποίη­μα / και σ’ το δω­ρί­ζω, / Κα­ρα­βα­σί­λη Γιώρ­γο, / το ποίη­μα ε­κεί­νο, / την Ωδή, που πή­ρες να συν­θέ­τεις. // Γρά­φω λοι­πόν / κα­θώς κι ε­σύ ο­μνύο­ντας / στους 47,6 βαθ­μούς του τζιν / μα και στους 37,2 του αι­δοίου / που ό­χι μο­νά­χα νύ­χτες πρό­στυ­χες / μα και της Ποίη­σης την ποίη­ση πο­τί­ζουν.” 
Η πε­ρί ου ο λό­γος Ωδή εί­ναι “Ωδή στον Malcolm Lowry”, του­τέ­στιν γρά­φε­ται εν ο­νό­μα­τι ε­νός με­γά­λου πό­τη. Από την ε­φη­βεία μέ­χρι την τε­λι­κή έ­ξο­δο, ο Λόου­ρυ έ­πι­νε και έ­γρα­φε. Με έ­να κο­κτέιλ αλ­κοό­λης και βαρ­βι­του­ρι­κών ε­πέ­σπευ­σε την α­να­χώ­ρη­σή του, στα 48. Αλλά και τον Κα­ρα­βα­σί­λη, “το αλ­κοόλ το μέ­γα πά­θος του τον πή­ρε σε άλ­λους κό­σμους”. Και συ­νε­χί­ζει η Ωδή: “Άκου, / ο Malcolm είν’ ε­δώ / και ο Arthur, και ο  Baudelaire, // και μας τρα­γου­δά­ει / τις «Λι­τα­νείες για μιαν Επι­στρο­φή» / ο τό­σον εύ­μορ­φος / Jacques Brel / και / πί­νου­με και πί­νου­με και πί­νου­με // ό­πως στην Πα­τη­σίων / στο Aurevoir / ό­πως στου Bukowski / τα ποιή­μα­τα ό­λα / ό­πως στου Debord / τον Πα­νη­γυ­ρι­κό / ό­πως στου Κα­ρό­λου το «Με­θύ­στε!» / ό­πως στου Lowry / το έ­πος / που τό­σο α­γά­πη­σες / που τό­σο δια­λά­λη­σες / ε­σύ που τις ώ­ρες σου α­φει­δώ­λευ­τα / στα κα­πη­λειά σπα­τά­λη­σες.” 
Το έ­πος του Λόου­ρυ, που μνη­μο­νεύει ο ποιη­τής, δεν χρειά­ζε­ται υ­πεν­θύ­μι­ση, εί­ναι τοις πά­σι γνω­στό. Όταν μία φο­ρά, στο ου­ζε­ρί της Εμμα­νουήλ Μπε­νά­κη, στέ­κι του Μπα­μπα­σά­κη και της με­ση­με­ριά­τι­κης ου­ζο­πα­ρέ­ας του, ήρ­θε στην κου­βέ­ντα ο Λόου­ρυ, “δη­μιουρ­γός του α­ρι­στουρ­γή­μα­τος «Κά­τω α­πό το η­φαί­στειο»”, ε­κεί­νος “πε­τά­χτη­κε στο βι­βλιο­πω­λείο της Γρα­βιάς και α­γό­ρα­σε ό­σα α­ντί­τυ­πα βρή­κε και τα χά­ρι­σε στην πα­ρέ­α”. Ήταν η τε­λευ­ταία φο­ρά που εί­δε τον Θω­μά Γκόρ­πα. Βιά­στη­κε ο Με­σο­λογ­γί­της να α­πο­χαι­ρε­τή­σει την ζωή πρω­τα­πρι­λιά­τι­κα, δεν πε­ρί­με­νε την 10η Οκτω­βρίου του τρέ­χο­ντος τό­τε 2003, να συ­μπλή­ρω­νε του­λά­χι­στον τα 68. Το πε­ρι­στα­τι­κό στην ου­ζε­ρί, ο Μπα­μπα­σά­κης το διη­γεί­ται σε ε­πε­τεια­κό κεί­με­νο για τον Γκόρ­πα, στα δυο χρό­νια α­πό τον θά­να­τό του. Ενδια­μέ­σως, εί­χε α­φαρ­πά­ξει ο θά­να­τος τον Κα­ρα­βα­σί­λη. Ενώ, τρεις μή­νες με­τά τον Γκόρ­πα, α­κο­λού­θη­σε ο Μά­ριος Μαρ­κί­δης. Ο Μπα­μπα­σά­κης θυ­μά­ται τις συ­ζη­τή­σεις του με τον Γκόρ­πα και τα κοι­νά τους πά­θη. Από την πε­ρι­γρα­φή του πα­ρου­σια­στι­κού του, περ­νά στην ποίη­σή του, συν­δέ­ο­ντάς την με τον ι­δε­ο­λο­γι­κό του α­ντι­κομ­φορ­μι­σμό. Τέ­λος, τον χρή­ζει κι αυ­τόν “μπητ­νί­κο”. Η διή­γη­σή του δεν έ­χει τον πα­ρα­μι­κρό πέν­θι­μο τό­νο. Οι­στρή­λα­τος, α­να­σταί­νει τους φί­λους του, δη­μιουρ­γώ­ντας γύ­ρω α­πό τα πρό­σω­πα μία μυ­θι­κή ά­λω. Δεν του φτά­νουν τα ε­πί­γεια πιό­μα­τά τους. Φα­ντα­σιώ­νει τη συ­νεύ­ρε­ση των α­γα­πη­μέ­νων του ποιη­τών “στους λει­μώ­νες τ’ ου­ρα­νού”. “Εί­θε να πί­νεις τα ουί­σκι σου με τον Μά­ριο Μαρ­κί­δη, να τσου­γκρί­ζεις το κρα­σο­πό­τη­ρό σου με τον Γιώρ­γο τον Κα­ρα­βα­σί­λη, ου­ζά­κι να σε τρα­τά­ρουν με τον Νί­κο τον Κα­ρού­ζο, κι α­γκα­λιά ό­λοι μα­ζί να τρα­γου­δά­τε με το χά­ρα­μα τα τρα­γού­δια που α­γα­πά­τε!”, εί­ναι το κα­τα­λη­κτι­κό κρε­σέ­ντο στο αυ­το­σχέ­διο ρέκ­βιεμ. Κά­τι σαν στερ­νή πρό­πο­ση.
Σε άλ­λο ε­πε­τεια­κό κεί­με­νο, για τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό τον θά­να­το του Κα­ρού­ζου, συ­μπλη­ρώ­νει το “αγ­χοό­ρα­μα” του ποιη­τι­κού του κό­σμου, σχο­λιά­ζο­ντας θαυ­μα­στι­κά τον ι­διά­ζο­ντα τρό­πο που μι­λού­σε και στο­χα­ζό­ταν ο Ναυ­πλιώ­της ποιη­τής. Ήταν το 1980, ο Κα­ρού­ζος βρί­σκε­ται στο βι­βλιο­πω­λείο Άκμων της ο­δού Μαυ­ρο­μι­χά­λη. Ετοι­μά­ζε­ται η έκ­δο­ση αν­θο­λο­γίας ποιη­μά­των του, που θα α­πο­τε­λέ­σει τον τρί­το τό­μο στη Σει­ρά Σύγ­χρο­νοι Ποιη­τές των εκ­δό­σεων του Βι­βλιο­πω­λείου, με χρο­νο­λο­γία έκ­δο­σης 1981. Τη φω­το­γρα­φία για το ε­ξώ­φυλ­λο την τρα­βά­ει ο η­θο­ποιός Βα­σί­λης Τσι­μπί­δης. Από τό­τε πο­λυ­τε­χνί­της. Πέρ­σι το κα­λο­καί­ρι, στις 21 Ιου­λίου, πέ­θα­νε α­πό α­να­κο­πή. Τώ­ρα, θα τρα­βά­ει φω­το­γρα­φίες και θα τρέ­χει με τη μη­χα­νή του, αν ε­πι­τρέ­πο­νται τα ο­χή­μα­τα, “στους λει­μώ­νες τ’ ου­ρα­νού”. Αυ­τό το τε­λευ­ταίο εί­ναι δι­κό μας. Δεν το γρά­φει ο Μπα­μπα­σά­κης, αν και τρό­φι­μος “στο μπα­ρά­κι του Βα­σί­λη”, μια και το ε­πε­τεια­κό κεί­με­νό του για τον Κα­ρού­ζο γρά­φτη­κε το 2010.  
Σε­πτέμ­βριο του 2013, εκ­δό­θη­κε το βι­βλίο του Μπα­μπα­σά­κη, «Δώ­δε­κα Φυ­σιο­γνω­μίες» (Εκδ. Γα­βριη­λί­δης), με την ει­κό­να του Κα­ρα­βα­σί­λη στο ε­ξώ­φυλ­λο. Πρό­κει­ται για  πί­να­κα της ζω­γρά­φου Ελεάν­νας Μαρ­τί­νου. Εί­ναι η μό­νι­μη ει­κο­νο­γρά­φος του Μπα­μπα­σά­κη κα­τά την τε­λευ­ταία τριε­τία, που ο συγ­γρα­φέ­ας βρί­σκε­ται σε πε­ρίο­δο εκ­δο­τι­κού ορ­γα­σμού, φτά­νο­ντας και τις τρεις εκ­δό­σεις α­νά έ­τος. Στις ει­κα­στι­κές συν­θέ­σεις της, η φυ­σιο­γνω­μία προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό έ­να χα­ο­τι­κό σύ­μπλεγ­μα γραμ­μών, που προ­κύ­πτουν ως το­μές των ε­πάλ­λη­λων ε­πι­φα­νειών α­πό στρώ­μα­τα ζω­γρα­φι­κής και κο­λάζ. Από τους πί­να­κες που προ­τάσ­σο­νται στα δώ­δε­κα κε­φά­λαια του βι­βλίου, ε­πι­λέ­χθη­κε για ε­ξώ­φυλ­λο ε­κεί­νος του Κα­ρα­βα­σί­λη. Πι­θα­νώς, για­τί δια­τη­ρεί πλέ­ον ευ­διά­κρι­τη την φυ­σιο­γνω­μία. Το γο­η­τευ­τι­κό πρό­σω­πο του ποιη­τή φαί­νε­ται ό­τι α­να­χαί­τι­σε την α­πο­δο­μη­τι­κή διά­θε­ση της ζω­γρά­φου. Οι πί­να­κες του βι­βλίου α­πο­τέ­λε­σαν το α­ντι­κεί­με­νο έκ­θε­σης, με τίτ­λο, «12 + 1 Φυ­σιο­γνω­μίες», ό­που στις δώ­δε­κα προ­στέ­θη­κε ο πί­να­κας του συγ­γρα­φέα. Πα­ρά­λη­ψη η μη συ­μπε­ρί­λη­ψή του στο βι­βλίο. 
Ει­δι­κά, για τον Κα­ρα­βα­σί­λη δεν πα­ρα­τί­θε­ται έ­να πε­ζό αλ­λά ποίη­μα. Ο πλή­ρης τίτ­λος εί­ναι «Ωδή στον Malcolm Lowry για τον Γιώρ­γο Κ. Κα­ρα­βα­σί­λη». Όσο α­φο­ρά τα πε­ζά του βι­βλίου, συ­νειρ­μι­κή και α­σθμαί­νου­σα η α­φή­γη­ση, σαν να βιά­ζε­ται να προ­λά­βει να κα­τα­γρά­ψει ό­σο μπο­ρεί με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι α­πό τους εν­θου­σια­σμούς, κα­θρε­φτί­ζει κα­λει­δο­σκο­πι­κά τους πρω­τα­γω­νι­στές. Δια­φο­ρε­τι­κές η­λι­κίες, γκρό­σο μό­ντο τρεις γε­νιές. Με­τρού­με έ­ξι ποιη­τές: Δύο της πρώ­της, ο Κα­ρού­ζος και ο πρε­σβύ­τε­ρος “Μι­σέ­λ”, του­τέ­στιν Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός. Δυο της δεύ­τε­ρης, οι κο­ντά συ­νο­μή­λι­κοι Γκόρ­πας και Τά­σος Δε­νέ­γρης. Και α­πό έ­νας για τις δυο ε­πό­με­νες γε­νιές, ο Κα­ρα­βα­σί­λης και ο ε­πι­στή­θιος φί­λος του συγ­γρα­φέα, Θά­νος Στα­θό­που­λος. Πολ­λα­πλά μνη­μο­νεύε­ται στο βι­βλίο ο Στα­θό­που­λος, ό­που και ε­ξαί­ρε­ται “ως μέ­γας αρ­χειο­θέ­της και χρο­νι­κο­γρά­φος της γε­νιάς τους”. Το κεί­με­νο συ­νι­στά βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση του περ­σι­νού βι­βλίου του Στα­θό­που­λου, το «Αυ­τό­μα­το». Το τέ­ταρ­το, σε μία μα­κρά πε­ρίο­δο 28 ε­τών και ε­νώ ο ποιη­τής έ­κλει­σε τα πε­νή­ντα του.
Στο άλ­λο μι­σό του βι­βλίου, οι ι­διό­τη­τες των προ­σώ­πων ποι­κίλ­λου­ν: Μία ι­διαί­τε­ρη πα­ρου­σία στον εκ­δο­τι­κό χώ­ρο, η Μά­νια Κα­ραϊτί­δη. Ο Κύ­πριος ζω­γρά­φος Κύ­ριλ­λος Σαρ­ρής, ό­που το κεί­με­νο του Μπα­μπα­σά­κη α­πο­τε­λεί εί­δος τε­χνο­κρι­τι­κής της έκ­θε­σης του Σαρ­ρή, με τίτ­λο, «Κα­τά­λο­γος Ανα­γνω­στών του Finnegans Wake / ση­μειώ­σεις για τον James Joyce», ο ο­ποίος και προϊδεά­ζει για την πρω­το­τυ­πία της. Ακό­μη, δυο ξέ­νοι μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι, Τό­μας Πύ­ντσον και Ρο­μπέρ­το Μπο­λά­νο. Και δυο Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φοι, ως πρώ­το και τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο, Χρή­στος Βακαλόπουλος και Αλέ­ξαν­δρος Σχι­νάς.
Ο Μπα­μπα­σά­κης γρά­φει για ό­λους αυ­τούς, έ­χο­ντας συ­νε­χώς κα­τά νου την πα­ρέα του. “Μια πα­ρέα που ζού­σε και δρού­σε στο κέ­ντρο του κέ­ντρου του κα­λού κό­σμου, καί­τοι φή­μες την ή­θε­λαν πε­ρι­θω­ρια­κή. Μια πα­ρέα που πα­θιά­ζε­ται με τη λο­γο­τε­χνία, τους ποιη­τές, τα στέ­κια. Μια πα­ρέα αλ­κοο­λι­κή, που μι­λά με έ­παρ­ση για τα πά­θη της.” Με άλ­λη ευ­και­ρία, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται: “Εί­μαι πο­λύ χω­μέ­νος μέ­σα σε αυ­τό που λέ­νε πα­ρέα, μό­νος σου δεν έ­χει νό­η­μα, οι ή­ρωές μου εί­ναι ο Θά­νος Στα­θό­που­λος, ο Ευ­γέ­νιος Αρα­νί­τσης, ο Χρή­στος Βα­κα­λό­που­λος, ο Νί­κος Κα­ρού­ζος, ο πα­τέ­ρας μου και διά­φο­ρες γυ­ναί­κες.” Να ση­μειώ­σου­με ό­τι το κεί­με­νο για τον Πύ­ντσον, α­ναρ­τή­θη­κε στο η­λεκ­τρο­νι­κό πε­ριο­δι­κό, το εξ ο­λο­κλή­ρου α­φιε­ρω­μέ­νο στον α­με­ρι­κα­νό συγ­γρα­φέα, Ιού­λιο 2012 και α­πο­δί­δε­ται α­πό τον Μπα­μπα­σά­κη στον “με­λε­τη­τή της Με­τα­πο­λε­μι­κής Λο­γο­τε­χνίας” Νί­κο Βε­λή. Εκεί­νος, τό­τε, εί­χε ε­ξα­φα­νι­στεί για να συγ­γρά­ψει μυ­θι­στό­ρη­μα με τίτ­λο «Δια­συρ­μός». Το μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­κλο­φό­ρη­σε Σε­πτέμ­βριο 2012. “Ση­μείω­μα της εκ­δό­τριας” γνω­στο­ποιεί “τον α­δό­κη­το χα­μό του Νί­κου Βε­λή”. Απο­ρού­με, για­τί αυ­τήν τη μυ­θο­πλα­στι­κή ε­πι­νό­η­ση, κοι­νό­το­πη μεν αλ­λά έ­ντε­χνα σερ­βι­ρι­σμέ­νη, την κα­τα­στρέ­φει ο Μπα­μπα­σά­κης, α­πο­κα­λύ­πτο­ντας στα πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία του βι­βλίου την ταυ­τό­τη­τα του συγ­γρα­φέα και τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα. Όπως και να έ­χει, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα θα το συ­στή­να­με σε πα­λαιούς Αθη­ναίους, ή­τοι ά­νω των πε­νή­ντα ε­τών. Επι­θυ­μη­τή, πά­ντως, η συ­ναί­νε­ση με έ­ναν μποέ­μι­κο τρό­πο ζωής, σή­με­ρα πλέ­ον ξε­πε­ρα­σμέ­νο. Κα­τά τα άλ­λα, το πρό­σφα­το βι­βλίο ε­ξοι­κειώ­νει κά­πως τον α­μύη­το με τον κό­σμο του συγ­γρα­φέα, βο­η­θώ­ντας την α­νά­γνω­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Μέ­νει, ω­στό­σο, ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο η πα­ρέα του Μπα­μπα­σά­κη μπο­ρεί να εν­δια­φέ­ρει τη γε­νιά του Starbucks. Το μό­νο που θα υιο­θε­τού­σαν αμ­φό­τε­ρες εί­ναι το σλό­γκαν του Μπα­μπα­σά­κη, “Δυο ει­δών άν­θρω­ποι υ­πάρ­χου­ν: Εμείς!” 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 19/1/2014.

2 σχόλια:

Γιώργος Χ. Θεοχάρης είπε...


Αγαπητή Μάρη στους τεθνεώτες της γενιάς του '70 ας προσμετρηθεί και η Μπίλη Βέμη...

Γιώργος Χ. Θεοχάρης είπε...

Αγαπητή Μάρη στους τεθνεώτες της γενιάς του '70 ας προσμετρηθεί και η Μπίλη Βέμη...