Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Αθυρόστομα του 14ου αι.

Στέ­φα­νος Σα­χλί­κης
«Τα ποιή­μα­τα»
Εκδό­σεις Μ.Ι.Ε.Τ.
Οκτ. 2015

 
Ο Στέ­φα­νος Σα­χλί­κης, ποιη­τής, Κρη­τι­κός την κα­τα­γω­γή, άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νος στι­χο­πλό­κος, φά­νη­κε τυ­χε­ρός μέ­σα στην α­τυ­χία του. Κα­τ’ αρ­χήν, με­τα­θα­να­τίως τυ­χε­ρός, να α­πο­κτή­σει “χρη­στι­κή” έκ­δο­ση α­πά­ντων των ευ­ρι­σκο­μέ­νων ποιη­μά­των του σε έ­ναν κομ­ψό τό­μο, με χα­ρα­κτι­κό στο ε­ξώ­φυλ­λο του Δη­μή­τρη Γα­λά­νη, φτιαγ­μέ­νο το 1920, που δεί­χνει σαν ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το δι­κό του δί­στι­χο: “Η Δί­λο­γος ε­πέ­σω­σε την λέ­γου­σιν Φουρ­νά­ρα­ν/ με άρ­μα­τα κι ε­κά­θε­τον εις ά­λο­γον, μιάν φά­ρα­ν”. Εί­ναι ο δεύ­τε­ρος τό­μος μίας νέ­ας σει­ράς, δί­πλα στον πρώ­το των Απά­ντων Τέλ­λου Άγρα. Αμφό­τε­ροι, με τον ί­διο αό­ρι­στο τίτ­λο, σαν να σβή­νουν την α­πό­στα­ση των πε­ντέ­μι­συ αιώ­νων με­τα­ξύ των δυο ποιη­τών.
Αλλά και ε­ξαρ­χής, ο Σα­χλί­κης στά­θη­κε τυ­χε­ρός μέ­σα στην α­τυ­χία του, α­φού ποιη­τής έ­γι­νε στη φυ­λα­κή, ό­που τον ο­δή­γη­σαν τα “νυ­κτο­γυ­ρί­σμα­τα”, τα “α­ζά­ρια” και οι “πο­λι­τι­κές”, του­τέ­στιν οι πόρ­νες του Κά­στρου της Κρή­της (εί­τε πρό­κει­ται για την Κρη­τι­κή Κυ­δω­νία, ό­πως εί­κα­ζε ο Κο­ραής, εί­τε για το Μέ­γα Κά­στρο του Χάν­δα­κα, ό­πως έ­δει­ξε η αρ­χεια­κή έ­ρευ­να). Μια “πο­μπε­μέ­νη χή­ρα” τον με­τα­μόρ­φω­σε α­πό παι­δά­ριο, α­κό­μη στα δε­κα­τέσ­σε­ρα, σε χα­ρο­κό­πο. Ει­δάλ­λως πώς, αυ­τός έ­νας ευ­πα­τρί­δης, α­πό σόι φε­ου­δαρ­χών, θα γνώ­ρι­ζε τον υ­πό­κο­σμο της Κρή­της και “του Κά­τω Κό­σμου” το “Πουρ­γα­τό­ριο­ν”, κα­τα­πώς “σου­σου­μιά­ζει” τη φυ­λα­κή. Διέ­θε­τε, βε­βαίως, το τα­λέ­ντο και πέ­ραν του εκ γε­νε­τής χα­ρί­σμα­τος, κά­τε­χε τη δη­μώ­δη γλώσ­σα, με ό­λο τον πλού­το του κρη­τι­κού ι­διό­λε­κτου, για να γρά­ψει, α­λά Πέ­τρος Πι­κρός, μέ­σα στης φυ­λα­κής τα σί­δε­ρα, το δι­κό του προ­δρο­μι­κό “του­μπε­κί”, έ­να διαυ­γές α­ντι­κα­θρέ­φτι­σμα α­πό το αυ­ταρ­χι­κό πρό­σω­πο της Ενε­το­κρα­τίας. Ακό­μη, α­πό ι­διο­συ­γκρα­σία, θα πρέ­πει να ή­ταν α­χα­λι­να­γώ­γη­τος, λά­βρος στις εκ­δη­λώ­σεις του, ό­πως ο ί­διος πα­ρου­σιά­ζει ε­αυ­τόν στην ε­ναρ­κτή­ρια “α­φή­γη­σιν πα­ρά­ξε­νο­ν”. Φύ­σει α­θυ­ρό­στο­μος και σα­τι­ρι­στής, με ορ­γιά­ζου­σα φα­ντα­σία, για να στή­σει μία α­λά Αρι­στο­φά­νη συ­γκέ­ντρω­ση γυ­ναι­κών ε­λευ­θε­ρίων η­θών. Από τα πλέ­ον α­πο­λαυ­στι­κά στοι­χεία της έμ­με­τρης α­φή­γη­σης α­πο­βαί­νει ο λαν­θά­νων πα­ραλ­λη­λι­σμός,  μέ­σω του παι­γνιώ­δους λε­κτι­κού, της “πο­λι­τι­κής” και των “πο­λι­τι­κώ­ν” της, του­τέ­στιν των α­κό­λα­στων πρά­ξεων της, με έ­ναν πο­λι­τι­κό και τις δι­κές του πο­λι­τι­κές.      
Δυο φο­ρές τυ­χε­ρός, με­τα­θα­να­τίως και πά­λι, ο Σα­χλί­κης, α­φού δεν υ­πάρ­χει ε­γκυ­κλο­παί­δεια ού­τε ι­στο­ρία της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, που να μην τον μνη­μο­νεύει. Αλλά συ­νά­μα και ά­τυ­χος, α­φού, γι’ αυ­τόν και τα ποιή­μα­τά του, κα­τά τους πα­λαιό­τε­ρους στι­χουρ­γή­μα­τα, γρά­φτη­καν τα μύ­ρια ό­σα και κα­τά κα­νό­να, ό­χι τα ευ­με­νέ­στε­ρα. Σε αυ­τήν την α­πα­ξιω­τι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση, συ­νέ­βα­λε η α­θυ­ρο­στο­μία της ποίη­σής του, που ή­δη α­να­φέ­ρα­με, χω­ρίς να λη­φθεί υ­πό­ψη η υ­ψη­λή ποιό­τη­τά της, μη υ­στε­ρώ­ντας ού­τε προ του «Με­γά­λου Ανα­το­λι­κού». Μία μό­νο α­κα­λαί­σθη­τη λέ­ξη, δυ­στυ­χώς ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη, ε­ντο­πί­σα­με, το “ψω­λο­πό­θα”,  ως ε­ναλ­λα­κτι­κή  μιας λέ­ξης ε­μπει­ρί­κιας χά­ρι­τος, ό­πως η “πο­θοτ­ζου­στου­νιά”. Ού­τε στα ει­σα­γω­γι­κά κεί­με­να ού­τε στο γλωσ­σά­ρι διευ­κρι­νί­ζε­ται σα­φώς κα­τά πό­σο αυ­τή α­νή­κει ή ό­χι στον ποιη­τή. Αν, βε­βαίως, αρ­κε­στού­με στον χα­ρα­κτη­ρι­σμό της α­θυ­ρο­στο­μίας και δεν την θεω­ρή­σου­με “ά­με­τρο βω­μο­λο­χία”, κα­τά την δια­τύ­πω­ση του Κο­ραή, που α­πο­φαί­νε­ται πως ο Σα­χλί­κης κά­νει “αι­σχρό­τε­ρα τα αι­σχρά”. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Κο­ραής, που πρώ­τος ε­ξέ­δω­σε στί­χους του Σα­χλί­κη, πα­ρέ­θε­σε 22 και ό­χι 12 στί­χους, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στον πρό­λο­γο, τους ο­ποίους αν­θο­λο­γεί σκόρ­πιους α­πό το πρω­τό­τυ­πο και προς α­πο­φυ­γή της α­θυ­ρο­στο­μίας του ποιη­τή.
Δυο εί­ναι τα κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ποίη­σης του Σα­χλί­κη, που βά­ρυ­ναν κα­τά την με­λέ­τη του: η α­σε­μνο­λο­γία στα ό­ρια της αι­σχρό­τη­τας (σε συ­νάρ­τη­ση πά­ντα και με την ε­πο­χή) και η “ο­μοιο­τέ­λευ­τος (rimee) στι­χουρ­γία”. Έστω και αν οι στί­χοι του χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται “α­τά­κτως” ο­μοιο­κα­τά­λη­κτοι, πά­ντως, εί­ναι ο­μοιο­κα­τά­λη­κτοι. Αρχι­κά, δεν υ­πήρ­χαν μαρ­τυ­ρίες για τον βίο και την πο­λι­τεία του, ε­κτός α­πό τις αν­τλού­με­νες α­πό τα ποιή­μα­τά του, ό­που ε­ντο­πί­ζο­νται και έ­να δύο αό­ρι­στες α­να­φο­ρές σε μεί­ζο­να θλι­βε­ρά συμ­βά­ντα, χω­ρίς να δια­σα­φη­νί­ζε­ται για ποια α­κρι­βώς πρό­κει­ται. Κα­τ’ ου­σία, το μό­νο κρι­τή­ριο, που έ­με­νε για την χρο­νο­λό­γη­σή του ή­ταν η ρί­μα. Αλλά, με βά­ση τις μέ­χρι τό­τε χρο­νο­λο­γή­σεις του σώ­μα­τος της βυ­ζα­ντι­νής λο­γο­τε­χνίας, “η ρί­μα δεν α­πο­κρυ­σταλ­λώ­θη­κε πριν α­πό το δεύ­τε­ρο μι­σό του 15ου αιώ­να”, ό­πως σχο­λιά­ζει ο Χα­νς-Γκέ­ορ­γκ Μπεκ στην «Ιστο­ρία της Βυ­ζα­ντι­νής Δη­μώ­δους Λο­γο­τε­χνίας». Οπό­τε, ε­τί­θε­το το δί­λημ­μα: Ήταν ο Σα­χλί­κης ο πρώ­τος που χρη­σι­μο­ποιεί την ο­μοιο­κα­τα­λη­ξία, ά­ρα μπο­ρεί να έ­ζη­σε και πριν την Άλω­ση, ή α­νή­κε στην ο­μά­δα ποιη­τών του 15ου αιώ­να;

Η πρώ­τη εκ­δο­χή θα σή­μαι­νε, ό­πως το εκ­φρά­ζει ο Τά­σος Κα­πλά­νης, με τη σι­γου­ριά που προ­σφέ­ρει σή­με­ρα η α­κρι­βής πλέ­ον γνώ­ση των βιο­γρα­φι­κών στοι­χείων του Σα­χλί­κη, πως αυ­τός εί­ναι “ο πα­τέ­ρας της κρη­τι­κής λο­γο­τε­χνίας”, μέ­χρι και “ο πρώ­τος ε­πώ­νυ­μος συγ­γρα­φέ­ας της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας”. Πα­ρό­μοιες α­πο­φάν­σεις μπο­ρεί να δια­τυ­πώ­νο­νται το 2010, θα φαί­νο­νταν ό­μως α­πί­θα­νες στους πα­λαιό­τε­ρους με­λε­τη­τές. Κι αυ­τό, λό­γω του έ­κλυ­του βίου του ποιη­τή, αλ­λά και του σο­γιού του. Οι Σα­χλί­κες και οι Γυα­λι­νά­δες α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας του, εί­ναι α­νά­με­σα στις με­τρη­μέ­νες γη­γε­νείς οι­κο­γέ­νειες, που συ­νερ­γά­στη­καν με τους Ενε­τούς, εξ ου και φε­ου­δάρ­χες. Πι­θα­νώς και κα­θο­λι­κοί – σί­γου­ρα η μη­τρι­κή γε­νιά, που ε­πέ­ζη­σε ως το τέ­λος της Ενε­το­κρα­τίας και ί­σως, κλά­δος της να με­τα­κι­νή­θη­κε στα Επτά­νη­σα. Πρω­τί­στως, ό­μως, λό­γω της θε­μα­τι­κής της ποίη­σής του και της λαϊκής γλώσ­σας ε­κεί­νου του ύ­στε­ρου βυ­ζα­ντι­νού πε­ρι­θω­ρίου. Όλα αυ­τά συ­νυ­πο­λο­γι­ζό­με­να, τον α­πέ­κλειαν α­πό την τι­μή της πρω­το­κα­θε­δρίας. Ακό­μη μέ­χρι σή­με­ρα, οι με­λε­τη­τές, που α­να­ζη­τούν τον πρώ­το συγ­γρα­φέα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, έ­χουν κα­τά νου έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο τύ­πο λο­γίου και κυ­ρίως, μια ο­ρι­σμέ­νη θε­μα­τι­κή της ποίη­σής του. Δεν εί­ναι τυ­χαίο ο­τι προ­τά­θη­κε ο Νι­κό­λα­ος Σο­φια­νός, μία ε­ξέ­χου­σα προ­σω­πι­κό­τη­τα λο­γίου, με δη­λω­μέ­νη συ­νεί­δη­ση Ρω­μιού, και ε­πι­προ­σθέ­τως, συγ­γρα­φέ­ας της πρώ­της Γραμ­μα­τι­κής. Ή, άλ­λοι, που εμ­μέ­νουν στον Μπερ­γα­δή και τον «Από­κο­πό» του.
Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν η αρ­χι­κή το­πο­θέ­τη­ση του Σα­χλί­κη στους ποιη­τές του 15ου αιώ­να και ε­ντός αυ­τών, η α­ξιο­λό­γη­σή  του ως έ­ναν α­πό τους ε­λάσ­σο­νες. Όταν, τε­λι­κά, α­πο­δεί­χτη­κε πως ε­πρό­κει­το για πρώι­μη πε­ρί­πτω­ση, με τον βίο του να κα­λύ­πτει με­τά βε­βαιό­τη­τας τα δυο τρί­τα του 14ου αιώ­να, κλέ­βο­ντας και δυο τρία χρό­νια α­πό τον ε­πό­με­νο, οι με­λε­τη­τές, ό­σοι του­λά­χι­στον ε­ξαρ­χής υιο­θέ­τη­σαν τα νέα δε­δο­μέ­να, άρ­χι­σαν να ευ­πρε­πί­ζουν συ­στη­μα­τι­κά την ποίη­σή του, ψα­λι­δί­ζο­ντας στί­χους. Για πα­ρά­δειγ­μα, στην Εγκυ­κλο­παί­δεια Ελευ­θε­ρου­δά­κη, που φέ­ρε­ται “ακ­μά­σας κα­τά το πρώ­τον ή­μι­συ του 15ου αιώ­να”, ο λημ­μα­το­γρά­φος Νί­κος Α. Βέ­ης χα­ρα­κτη­ρί­ζει τα ποιή­μα­τα “α­ξιό­λο­γα γλωσ­σι­κά και ι­στο­ρι­κά μνη­μεία”, αν και “πορ­νο­λο­γή­μα­τα”. Στου Δραν­δά­κη, ό­που φέ­ρε­ται “ζη­σας κα­τά το δεύ­τε­ρον ή­μι­συ του 15ου”, ο νε­α­ρός Θε­ο­φύ­λα­κτος Πα­πα­κων­στα­ντί­νου  α­πο­φαί­νε­ται πως “έ­γρα­ψε διά­φο­ρα ποιή­μα­τα εις ά­ξε­στον δη­μώ­δη γλώσ­σα­ν”, τα ο­ποία “στε­ρού­νται ποιη­τι­κής α­ξίας”. Ενδει­κτι­κή και η Ιστο­ρία του Ηλία Βου­τιε­ρί­δη, ό­που  γί­νε­ται α­να­φο­ρά “στην προ­στυ­χιά και την α­χρειο­λο­γία της φρά­σης και της σά­τι­ρας”.
Αντι­θέ­τως, ο Κ. Θ .Δη­μα­ράς, το­πο­θε­τώ­ντας τον με­τα­ξύ Λε­ο­νάρ­δου Ντε­λα­πόρ­τα και Μπερ­γα­δή, τον δι­καιο­λο­γεί: “α­μαρ­τω­λός ο ί­διος, για τους α­μαρ­τω­λούς και τις α­μαρ­τω­λές μας μι­λεί”. Ξα­κρί­ζο­ντας, δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, α­πό έ­να ο­κτά­στι­χο, πέ­ντε κό­σμιους στί­χους, α­πα­λεί­φο­ντας έ­ναν, με ρη­τή α­να­φο­ρά στις “πο­λι­τι­κές”, και συ­νε­νώ­νο­ντας τους δυο άλ­λους σε έ­ναν, υ­πο­στη­ρί­ζει: “Έγρα­ψε με σκο­πούς η­θο­πλα­στι­κούς, στι­χουρ­γή­μα­τα που έ­χουν ζω­ντά­νια και γρα­φι­κό­τη­τα.” Το ί­διο α­πο­κα­θαρ­μέ­νο ε­ξά­στι­χο δα­νεί­ζε­ται ως πα­ρά­δειγ­μα και ο Γ. Κορ­δά­τος, γε­γο­νός που α­φή­νει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο, η ε­πί το κο­σμιό­τε­ρο πα­ραλ­λα­γή να ο­φεί­λε­ται στην προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση, που πα­ρεμ­βάλ­λε­ται με­τα­ξύ του πρω­τό­τυ­που και των τριών ευ­ρε­θέ­ντων χει­ρο­γρά­φων, στα ο­ποία στη­ρί­χτη­κε η πρό­σφα­τη έκ­δο­ση.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ξε­νί­ζει η α­να­φο­ρά του Κορ­δά­του στον Σα­χλί­κη. Θα πρέ­πει μάλ­λον να την α­πο­δώ­σου­με στον Θεσ­σα­λο­νι­κιό λό­γιο Συ­νό­δη Πα­πα­δη­μη­τρίου, ο ο­ποίος, προς τα τέ­λη του 19ου, στα­διο­δρό­μη­σε στη Ρω­σία, προ­στα­τευό­με­νος του Πα­τριαρ­χείου. Ως κα­θη­γη­τής στην Οδησ­σό ο Πα­πα­δη­μη­τρίου, ε­ξέ­δω­σε ποιή­μα­τα του Σα­χλί­κη, που έ­τσι βρέ­θη­κε στη Με­γά­λη Σο­βιε­τι­κή Εγκυ­κλο­παί­δεια, αλ­λά και στις, κα­τά κα­νό­να, λι­γο­στές πο­λι­τι­στι­κές σε­λί­δες του «Ρι­ζο­σπά­στη», ή­δη α­πό το 2000, χά­ρις και στον ε­νη­με­ρω­μέ­νο συ­ντά­κτη Γρηγ. Τραγ­γα­νί­δα. Όσο α­φο­ρά το η­θι­κο­δι­δα­κτι­κό μέ­ρος, ο Μά­ριο Βίτ­τι το βρί­σκει βα­ρε­τό, προ­τι­μώ­ντας τις ρε­α­λι­στι­κές πε­ρι­γρα­φές. Πα­ρό­λο που ζη­τά να δώ­σει πα­ρά­δειγ­μα δια­σκε­δα­στι­κό, α­πο­φεύ­γει κι αυ­τός να πα­ρα­θέ­σει στί­χους, που α­να­φέ­ρο­νται στις “πο­λι­τι­κές”. Εκεί­νος, πά­ντως, που α­νεν­δοία­στα τον κα­λο­συ­στή­νει εί­ναι ο Λί­νος Πο­λί­της: Τον χα­ρα­κτη­ρί­ζει “μια πο­λύ εν­δια­φέ­ρου­σα προ­σω­πι­κό­τη­τα” και θεω­ρεί πως “ο στί­χος του έ­χει νεύ­ρο και χιού­μο­ρ”.   
Όπως α­να­φέ­ρα­με, η πρώ­τη χρο­νο­λό­γη­ση δεν στη­ρί­χτη­κε μό­νο στην ο­μοιο­κα­τα­λη­ξία, αλ­λά και σε κά­ποια πλα­γίως α­να­φε­ρό­με­να συμ­βά­ντα ή και σε ο­ρι­σμέ­να άλ­λα, που, ε­νώ ε­μπί­πτουν στα χρό­νια που ε­κεί­νος έ­ζη­σε, πα­ρα­λεί­πο­νται. Με βά­ση αυ­τά, ο Κο­ραής τον το­πο­θε­τεί στην ε­νε­το­κρα­τού­με­νη Κρή­τη, ε­νώ ο Σά­θας, στον 15ο, αλ­λά, με­τά την Άλω­ση. Γι’ αυ­τό και η α­σθέ­νεια, που α­να­φέ­ρει στο δί­στι­χο: “Και με­ρι­κοί λε­πριά­ζου­σιν και με­ρι­κοί λω­βιά­ζουν / κι εκ την λω­βά­δαν την πολ­λήν την νεό­την τους δια­βά­ζου­ν”, ταυ­τί­στη­κε με την σύ­φι­λη, που έ­φε­ρε ο Κο­λόμ­βος, ε­πι­στρέ­φο­ντας το 1493. Δη­λα­δή, τον τα­ξι­νό­μη­σαν δί­πλα στον Ρό­διο στι­χουρ­γό Εμμα­νουήλ Λει­μω­νί­τη ή και Γεωρ­γιλ­λά και τον θρή­νο του, «Το θα­να­τι­κόν της Ρό­δου». Αντι­θέ­τως, για την ιε­ράρ­χη­σή του μέ­σα στον 14ο αιώ­να, λει­τούρ­γη­σαν α­πο­τρε­πτι­κά, η μη α­να­φο­ρά της ε­πι­δη­μίας της πα­νού­κλας το 1348 και της ε­πα­νά­στα­σης του Αγίου Τί­του, πε­ρί το 1365.
Η χρο­νο­λό­γη­ση με βά­ση το αρ­χεια­κό υ­λι­κό έ­γι­νε α­πό τον Ολλαν­δό (νυμ­φευ­μέ­νο με Ελλη­νί­δα) Άρνολ­ντ Βαν Χέ­μερ­τ, που βρέ­θη­κε συ­μπτω­μα­τι­κά υ­πό  την σκέ­πη, δια­δο­χι­κά, δυο κα­θο­δη­γη­τών. Με διε­τή υ­πο­τρο­φία, το 1966, στο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, ό­που ο Πο­λί­της τον έ­στρε­ψε στην Κρη­τι­κή Ανα­γέν­νη­ση, προ­τρέ­πο­ντάς τον να α­σχο­λη­θεί με τον Μα­ρί­νο Φα­λιέ­ρο. Και τον Μα­νού­σο Μα­νού­σα­κα, που α­πό το 1966 διηύ­θυ­νε το Ινστι­τού­το της Βε­νε­τίας και εί­χε α­πό νω­ρί­τε­ρα εκ­φρά­σει την γνώ­μη πως ο Σα­χλί­κης μπο­ρεί να α­νή­κει σε πα­λαιό­τε­ρη ε­πο­χή. Ο Χέ­μερτ α­νέ­τρε­ξε στα ε­νε­τι­κά αρ­χεία, πρώ­τα, για την ορ­θή χρο­νο­λό­γη­ση του Φα­λιέ­ρου, που α­πο­τέ­λε­σε το α­ντι­κεί­με­νο της δι­δα­κτο­ρι­κής του δια­τρι­βής (Μα­ρί­νου Φα­λιέ­ρου, «Ερω­τι­κά ό­νει­ρα», κρι­τι­κή έκ­δο­ση, με ει­σα­γω­γή, σχό­λια και λε­ξι­λό­γιο Arnold Van Gemert, ΜΙΕ­Τ, 2006) και με­τά του Σα­χλί­κη.
Ωστό­σο, πα­ρά τα  τεκ­μή­ρια των Αρχείων, που πα­ρου­σία­σαν, α­πό κοι­νού, Χέ­μερτ και Μα­νού­σα­κας, το 1976, ο Στ. Αλε­ξίου, ί­σως και κά­ποιοι άλ­λοι, δεν πεί­στη­καν, δί­νο­ντας βά­ρος στα α­πο­κα­λού­με­να “ε­σω­τε­ρι­κά στοι­χεία” των ποιη­μά­των του Σα­χλί­κη. Το 1990, ο Μα­νού­σα­κας έ­δει­ξε πως δυο α­πό αυ­τά, η“ λω­βά­δα” στο πα­ρα­πά­νω  δί­στι­χο, κα­θώς και  ο στί­χος, “μαν­δά­τον θλι­βε­ρόν α­πό την Ρω­μα­νία­ν”, πα­ρερ­μη­νεύ­θη­καν, υ­πο­δει­κνύο­ντας πι­θα­νές δια­φο­ρε­τι­κές ση­μα­σίες. Ο Αλε­ξίου, πά­ντως, α­κό­μη και στην τε­λι­κή μορ­φή της Ιστο­ρίας του, Σεπ. 2010, εμ­μέ­νει στις αμ­φι­βο­λίες του, α­φή­νο­ντας α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο ο ποιη­τής Στέ­φα­νος Σα­χλί­κης να ταυ­τί­ζε­ται με κά­ποιον ο­μώ­νυ­μό του.
Οι πρώ­τες εκ­δό­σεις των ποιη­μά­των του Σα­χλί­κη έ­γι­ναν στις τρεις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες του 19ου αιώ­να: το 1871 α­πό τον Αι­μί­λιο Λε­γκράν, το 1874 α­πό τον Βίλ­χελμ Βά­γκνερ (και ό­χι Γου­λιέλ­μο κα­τά τον ε­κλα­τι­νι­σμέ­νο τύ­πο του ο­νό­μα­τος, που α­πα­ντά­ται μό­νο στην προ­με­τω­πί­δα της έκ­δο­σης των ποιη­μά­των του Σα­χλί­κη, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο τίτ­λος δί­νε­ται λα­τι­νι­στί, «Carmina  graeca medii aevi». Αυ­τό, προς α­πο­φυ­γή σύγ­χυ­σης στη Βι­βλιο­γρα­φία, ό­που κα­τα­γρά­φε­ται, άλ­λο­τε ως W. Wagner και άλ­λο­τε ως G. Wagner. Όταν το Βά­γκνερ στη Γερ­μα­νία εί­ναι σαν το δι­κό μας Πα­πα­δό­που­λος.) και το 1896 α­πό τον Πα­πα­δη­μη­τρίου. Στην πρό­σφα­τη έκ­δο­ση, προ­τάσ­σο­νται πρό­λο­γος του κα­θη­γη­τή στα Ιωάν­νι­να Γ. Μαυ­ρο­μά­τη, ο ο­ποίος εί­ναι ο ε­πι­με­λη­τής του τό­μου, και ει­σα­γω­γή του Νί­κου Πα­να­γιω­τά­κη, που α­πε­βίω­σε Σεπ. 1997, ως διευ­θυ­ντής του Ινστι­τού­του Βε­νε­τίας, α­φού εί­χε α­πο­χω­ρή­σει α­πό τη θέ­ση του στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων. Τι­μής έ­νε­κεν, α­φού ε­κεί­νος εί­χε για χρό­νια α­σχο­λη­θεί με τον Σα­χλί­κη και ε­τοί­μα­ζε έκ­δο­ση των ποιη­μά­των του, α­ντί ε­νός εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νου κει­μέ­νου, συρ­ρά­πτο­νται τμή­μα­τα α­πό τα σε­μι­νά­ρια, που εί­χε δώ­σει στο πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων, κα­τά το α­κα­δη­μαϊκό έ­τος 1985-1986.
Αυ­τή η ε­πι­λο­γή του ε­πι­με­λη­τή εί­ναι μάλ­λον μία α­κό­μη α­τυ­χία για τον Σα­χλί­κη μέ­σα στην ευ­τυ­χία της έκ­δο­σης. Κα­τ’ αρ­χήν, τό­τε, ο Πα­να­γιω­τά­κης, ό­πως ο ί­διος σχο­λιά­ζει, “δια­τη­ρού­σε α­κό­μη με­ρι­κές ε­λά­χι­στες, ε­πι­φυ­λά­ξεις, σχε­τι­κά με τα βιο­γρα­φι­κά του Σα­χλί­κη”. Πα­ρό­λο που “ο­μο­λο­γεί ό­τι ό­σο περ­νά ο και­ρός ε­ξα­σθε­νού­ν”, ε­πι­μέ­νει στην σχε­τι­κά ε­κτε­τα­μέ­νη α­να­φο­ρά του πα­λαιό­τε­ρου σκε­πτι­κού. Επί­σης, α­πο­ρία προ­κα­λεί η α­ξιο­λο­γι­κή α­να­φο­ρά στους ε­μπλε­κό­με­νους ε­ρευ­νη­τές, ό­πως η τη­λε­γρα­φι­κή στον Χέ­μερ­τ, χω­ρίς πα­ρα­πο­μπή στην χρο­νο­λό­γη­ση του Φα­λιέ­ρου και της α­κό­λου­θης έκ­δο­σης των ποιη­μά­των του, κα­θώς και η πα­ρά­λει­ψη μνείας της συμ­βο­λής του Πο­λί­τη.
   Ακό­μη με­γα­λύ­τε­ρη, ό­μως, α­πο­ρία γεν­νά­ει η μη­δε­νι­στι­κή α­να­φο­ρά στη έκ­δο­ση Λε­γκράν και μά­λι­στα, σε συ­γκρι­τι­κή βά­ση με τον Βά­γκνερ. Ει­κο­σιεν­νιά­χρο­νος α­να­φέ­ρε­ται εμ­φα­τι­κά ο πρώ­τος σαν έν­δει­ξη πως δεν εί­ναι στο ύ­ψος του έρ­γου, έ­να­ντι του Βά­γκνε­ρ, που ε­παι­νεί­ται, χω­ρίς α­να­φο­ρά πως εί­ναι δυο χρό­νια νεό­τε­ρος. Βε­βαίως, ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ή­δη “εν Hamburg κα­θη­γη­τής”, ό­πως τον α­πο­κα­λεί ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας, που αλ­λη­λο­γρα­φεί και με τους δυο, τρο­φο­δο­τώ­ντας τους με α­ντι­γρα­φές κει­μέ­νων και με­τα­φρά­σεις. Αυ­τός, ού­τε καν που α­να­φέ­ρε­ται α­πό τον Πα­να­γιω­τά­κη στο, έ­τσι κι αλ­λιώς, ά­νι­σο μοί­ρα­σμα ε­γκω­μίων α­νά­με­σα σε γη­γε­νείς και αλ­λο­δα­πούς. Αλλά ό­χι και ο Λε­γκραν “μι­κροϋπάλ­λη­λος του γαλ­λι­κού δη­μο­σίου”. Να θυ­μί­σου­με, πως “το 1871 του α­να­τέ­θη­κε η δι­δα­σκα­λία της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας στη Σχο­λή Ανα­το­λι­κών Γλωσ­σών του Πα­ρι­σιού”, ε­νώ, λί­γο αρ­γό­τε­ρα, έ­γι­νε κα­θη­γη­τής, σύμ­φω­να και με την ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη Ει­σα­γω­γή του Γ. Πα­πα­κώ­στα στην Αρχεια­κή Με­λέ­τη «Ο Emile Legrand και η Ελλη­νι­κή Βι­βλιο­γρα­φία».
    Τέ­λος, να ση­μειώ­σου­με, πως η α­να­φο­ρά του Πα­να­γιω­τά­κη στον Ηλία Πε­τρό­που­λο εί­ναι α­να­κρι­βής. Κα­τ’ αρ­χήν, ο τίτ­λος του βι­βλίου του, στο ο­ποίο α­να­φέ­ρει τον Σα­χλί­κη, εί­ναι «Το μπουρ­δέ­λο» και ό­χι το «Μπορ­ντέ­λο». Ο Πε­τρό­που­λος, την γαλ­λι­στί πα­ρα­φθο­ρά, θα την θεω­ρού­σε μέ­γα λά­θος. Από τις τρεις συ­νο­λι­κά πα­ρα­πο­μπές  σε αυ­τόν που πα­ρα­θέ­τει, μία μό­νο προ­σεγ­γί­ζει α­κου­στι­κά στί­χο του. Συ­γκε­κρι­μέ­νους στί­χους δεν στα­χυο­λο­γεί. Το πι­θα­νό­τε­ρο, γρά­φει α­πό μνή­μης. Τον πα­ρου­σιά­ζει, μά­λι­στα, α­κό­μη αι­σχρό­τε­ρο, α­πό ό­σο ή­ταν, κα­θώς τον θέ­λει να κα­τη­γο­ρεί τις “πο­λι­τι­κές” μέ­χρι και για κτη­νο­βα­σία.
  Κα­τά τα άλ­λα, η “χρη­στι­κή” έκ­δο­ση Σα­χλί­κη α­να­μέ­νει, μάλ­λον εις μά­την, το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό να την α­να­κα­λύ­ψει. Μή­πως θα βο­η­θού­σε, ει­σα­γω­γές και πρό­λο­γοι να α­κο­λου­θούν α­ντί να προ­τάσ­σο­νται; Ένα πιά­το νό­στι­μο, πρώ­τα θα δώ­σεις να το δο­κι­μά­σει ο άλ­λος κι αν του α­ρέ­σει, του δί­νεις και την συ­ντα­γή. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτογραφία: Χαρακτικό του Δημ. Γαλάνη.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 15/5/2016.

1 σχόλιο:

Thrax 1 είπε...

Καλο σου ταξιδι Μαρα...