Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Φίνα και ποιητικά

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Τα ό­νει­ρα μού δέ­λουν»
Εκδ. Πα­τά­κη
Δεκ. 2015


Πα­ρα­μο­νές Χρι­στου­γέν­νων κυ­κλο­φό­ρη­σε το και­νού­ριο βι­βλίο του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Πρό­κει­ται για το 14ο βι­βλίο, το 13ο πε­ζο­γρα­φι­κό, την 7η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Εκδό­θη­κε 30 χρό­νια με­τά το πρώ­το, που εί­ναι και το μο­να­δι­κό ποιη­τι­κό. Συ­να­θροί­ζο­ντας τα 22 νέα διη­γή­μα­τα, συ­μπλη­ρώ­νο­νται συ­νο­λι­κά 145. Με έ­ναν εκ­δο­τι­κό ρυθ­μό, που συ­νε­χώς ε­ντεί­νε­ται, έ­χο­ντας φθά­σει το έ­να βι­βλίο κά­θε χρό­νο, το πο­λύ κά­θε δύο χρό­νια, και μά­λι­στα, την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, με στα­θε­ρό μή­να κυ­κλο­φο­ρίας, Νοέμ­βριο ή Δε­κέμ­βριο, το πρώ­το που μας έρ­χε­ται στο νου εί­ναι η τα­κτι­κό­τη­τα της τε­λευ­ταίας κο­ρυ­φαίας στο χώ­ρο των μπε­στ-σέ­λε­ρ, Λέ­νας Μα­ντά, που εκ­δί­δει βι­βλίο κά­θε Μάιο. Ο τύ­πος των μυ­θι­στο­ρη­μά­των της Μα­ντά ε­πι­τρέ­πει, με ερ­γα­τι­κό­τη­τα και πει­θαρ­χία, πα­ρό­μοιους εκ­δο­τι­κούς ρυθ­μούς. Ισχύει, ό­μως, το ί­διο για το διή­γη­μα; Από την άλ­λη, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­πα­δια­μά­ντης, στα 30 χρό­νια εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας, έ­φθα­σε, μπο­ρεί και να ξε­πέ­ρα­σε, τα 170. Άρα, το μία α­πό τα ί­δια, που θα ερ­χό­ταν στο νου ε­νός τε­λειο­μα­νούς, που μπο­ρεί να πα­λεύει έ­να πε­ζό για χρό­νια, θέ­λει προ­σο­χή.
Ύστε­ρα, θα πρέ­πει να λά­βου­με υ­πό­ψη, πως ο Δη­μη­τρίου α­πο­τε­λεί ι­διό­τυ­πη πε­ρί­πτω­ση της γε­νιάς του ’80, ξε­χω­ρι­στή, α­κό­μη κι αν ε­πε­κτεί­νου­με τη γε­νιά, στην α­κε­ραία, της τε­λευ­ταίας τρια­κο­ντα­ε­τίας. Για να εί­μα­στε, ω­στό­σο, προ­σε­κτι­κοί, κα­θώς τα φαι­νό­με­να συ­χνά α­πα­τούν, έ­να εί­ναι σί­γου­ρο: έ­χει δη­μιουρ­γή­σει, ε­κών ά­κων, έ­να ι­διό­μορ­φο προ­φίλ. Τριά­ντα τό­σα χρό­νια στην Αθή­να, αυ­τός πα­ρα­μέ­νει ή έ­στω εκ­φρά­ζε­ται, αλ­λά και δεί­χνει να νιώ­θει, σαν ερ­χό­με­νος α­πό την ε­παρ­χία. Με­σή­λι­κας πλέ­ον, και δια­τη­ρεί το πο­νη­ρό μα­τά­κι και το πλα­τύ χα­μό­γε­λο της νεό­τη­τας. Κα­τοι­κεί μεν σε δια­μέ­ρι­σμα κα­λής συ­νοι­κίας της Αθή­νας, δια­τεί­νε­ται, ό­μως, α­κό­μη και σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή του, ό­τι δεν έ­χει βι­βλιο­θή­κη, που, έ­στω και ως βι­τρί­να, α­πο­τε­λεί α­πα­ραί­τη­το συ­μπλή­ρω­μα της α­θη­ναϊκής ε­πί­πλω­σης.
Αλλά ο Δη­μη­τρίου, σε πα­λαιό­τε­ρες ε­ξο­μο­λο­γή­σεις, γι­νό­ταν α­κό­μη πιο α­κραίος, ι­σχυ­ρι­ζό­με­νος πως δια­θέ­τει μό­νο τα στοι­χειώ­δη έ­πι­πλα, του­τέ­στιν κρε­βά­τι, κα­ρέ­κλα, τρα­πέ­ζι. Κι ό­μως, α­πό την εμ­φά­νι­σή του, ό­σο α­φο­ρά έν­δυ­ση και κόμ­μω­ση, θα χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν συ­ντη­ρη­τι­κός. Ού­τε ί­χνος στο πα­ρου­σια­στι­κό, αλ­λά και στον τρό­πο δια­βίω­σης, α­πό ό,τι α­πο­κα­λού­με τύ­πος sui generis. Πώς, λοι­πόν, θα μπο­ρού­σε πο­τέ κα­νείς, α­κό­μη και να δια­νο­η­θεί, να του α­πο­δώ­σει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του “κα­τα­ρα­μέ­νου”. Κι ό­μως, με τη με­τα­στρο­φή της εγ­χώ­ριας πε­ζο­γρα­φίας προς τολ­μη­ρά, κυ­ρίως, α­πο­κλί­νο­ντα ε­ρω­τι­κά θέ­μα­τα, τα διη­γή­μα­τα της και­νού­ριας συλ­λο­γής του διεκ­δι­κούν πρώ­τη θέ­ση. Αν, μά­λι­στα, τα συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με με ο­ρι­σμέ­να, σκόρ­πια σε προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές, ο ί­διος, α­ντί­στοι­χα, θα ή­ταν ο πρώ­τος, σε το­πι­κή κλί­μα­κα, των “κα­τα­ρα­μέ­νω­ν” στην ε­πο­χή της με­τα­νεω­τε­ρι­κό­τη­τας.
Όλα τα πα­ρά­δο­ξα, ω­στό­σο, φω­τί­ζο­νται με προ­σε­κτι­κό­τε­ρη ε­ξέ­τα­ση. Κα­τ’ αρ­χήν, να ε­πι­ση­μά­νου­με έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της συγ­γρα­φι­κής του τα­κτι­κής, ό­σο α­φο­ρά τις θε­μα­τι­κές ε­πι­λο­γές. Ανε­ξάρ­τη­τα α­πό τις προ­σω­πι­κές του ρο­πές, τον α­πα­σχο­λεί το τρέ­χον, κά­θε φο­ρά, “πο­λι­τι­κώς ορ­θό”. “Όλη η α­γω­γή μας στη­ρί­ζε­ται στο τι θα πει ο άλ­λος”, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει. Άπο­ψη, που ε­ξέ­φρα­ζε, του­λά­χι­στον μέ­χρι πρό­τι­νος, τον κορ­μό του ελ­λη­νι­κού κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος, τη με­σαία τά­ξη, κυ­ρίως το τμή­μα της, με κα­τα­γω­γή α­πό την ε­παρ­χία. Γι’ αυ­τό και ο Δη­μη­τρίου έ­χει τε­ντω­μέ­νες τις κε­ραίες του στις “στρο­φές”  της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Τον εν­δια­φέ­ρουν τα α­νοίγ­μα­τα, που αυ­τές δη­μιουρ­γούν, σε α­να­θεω­ρή­σεις του γε­νι­κό­τε­ρα α­πο­δε­κτού. Αυ­τό του­λά­χι­στον συ­νά­γε­ται α­πό το γε­γο­νός ό­τι τα εκ­με­ταλ­λεύε­ται μυ­θο­πλα­στι­κά, έ­στω και με χρο­νι­κή κα­θυ­στέ­ρη­ση.
Για πα­ρά­δειγ­μα, την πρώ­τη “στρο­φή”, ε­κεί­νη της με­τα­νεω­τε­ρι­κής ε­πα­νε­κτί­μη­σης των “κα­λώ­ν” και των “κα­κώ­ν” της δε­κα­ε­τίας του ’40, δεν την α­κο­λού­θη­σε στο πρώ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ν’ α­κούω κα­λά τ’ ό­νο­μά σου», που ε­ξέ­δω­σε το 1993, αλ­λά στο τρί­το, «Σαν το λί­γο το νε­ρό», δε­κα­πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Κι ό­μως, στο πρώ­το, ό­σα συ­νέ­βη­σαν τό­τε στο χω­ριό του, την Πό­βλα, ση­με­ρι­νό Αμπε­λώ­να, στις πλα­γιές της Μουρ­γκά­νας, α­πο­τε­λούν το κυ­ρίως θέ­μα. Αντι­θέ­τως, στο τρί­το, περ­νά ως ε­πι­μέ­ρους α­φή­γη­ση η μαρ­τυ­ρία των γυ­ναι­κών, και αυ­τή συ­ντο­μευ­μέ­νη. “Και πά­λι λί­γα λέ­γο­νται”, κα­τά την ά­πο­ψη του συγ­γρα­φέα. “Λό­γω λο­γο­τε­χνι­κής οι­κο­νο­μίας”, ό­πως το θέ­τει στις συ­νε­ντεύ­ξεις του. Δεν α­πο­κλείε­ται, ω­στό­σο, να συμ­βάλ­λει η στε­νή σχέ­ση, που δια­τη­ρεί με τον τό­πο του. Μία μαρ­τυ­ρία α­πό καρ­διάς, χω­ρίς μα­ση­μέ­να λό­για, “των γυ­ναι­κών που τό­τε εί­χαν συ­ντα­χθεί με την α­ντι­κομ­μου­νι­στι­κή Δε­ξιά”, θα εί­χε α­ντί­χτυ­πο α­πό τον Αμπε­λώ­να μέ­χρι την Ηγου­με­νί­τσα, ό­πως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Βαλ­τι­νού, «Ορθο­κω­στά». Πι­θα­νώς, και με την ί­δια έν­στα­ση ή και πα­ρά­πο­νο, την μο­νο­μέ­ρεια στην πα­ρά­θε­ση των μαρ­τυ­ριών. “Δά­σκα­λο και μα­θη­τή” χα­ρα­κτή­ρι­σαν τη δυά­δα Βαλ­τι­νός-Δη­μη­τρίου, και οι δυο τολ­μούν λο­γο­τε­χνι­κά α­νοίγ­μα­τα, μό­νο που οι εμ­μο­νές τους δεν ταυ­τί­ζο­νται στην ε­στία­ση, μάλ­λον παί­ζουν στο δί­πο­λο ι­στο­ρι­κό-ε­ρω­τι­κό.
Στη δεύ­τε­ρη “στρο­φή” της πε­ζο­γρα­φίας, την ε­να­σχό­λη­σή της με την κρί­ση, κα­θώς δεν ε­μπλέ­κει κοι­νω­νι­κά και η­θι­κά τα­μπού, ο Δη­μη­τρίου α­ντα­πο­κρί­θη­κε με μι­κρό­τε­ρη κα­θυ­στέ­ρη­ση. Και πά­λι, α­πό μία ά­πο­ψη, άρ­γη­σε. Θα α­να­με­νό­ταν να εί­ναι α­πό τους πρώ­τους, που θα έ­γρα­φαν ι­στο­ρίες για τους νέ­ους “α­θλίους των Αθη­νώ­ν”, κα­θώς η κρί­ση δι­καίω­σε την δρι­μεία α­πο­δο­κι­μα­σία, που α­νέ­κα­θεν ε­ξέ­φρα­ζε για τον κα­τα­να­λω­τι­κό τρό­πο δια­βίω­σης. Στο πέ­μπτο μυ­θι­στό­ρη­μα, «Κο­ντά στην κοι­λιά», που ε­ξέ­δω­σε το 2014, α­πο­πει­ρά­ται μία κοι­νω­νι­κή σά­τι­ρα της κρί­σης. Και ε­δώ, ό­μως, κρα­τά συ­ντη­ρη­τι­κή στά­ση. Τους “Συ­νέλ­λη­νές” του δεν τους θω­πεύει, αλ­λά και δεν τους πα­τά­ει τον κά­λο. Από τα τό­σα α­πω­θη­τι­κά χού­γιά τους, μέ­σω της δια­κω­μώ­δη­σης, μό­νο για πα­θη­τι­κό­τη­τα τους μέμ­φε­ται. Ίσως, και να μην δια­θέ­τει την α­παι­τού­με­νη σα­τι­ρι­κή γρα­φί­δα, ού­τε, κυ­ρίως, το πι­κρό­χο­λο τα­μπε­ρα­μέ­ντο μυ­κτη­ρι­στή.
Εί­ναι η τρί­τη “στρο­φή” προς τα ε­ρω­τι­κά, αυ­τή που τον βρή­κε “σαν έ­τοι­μο α­πό και­ρό”. Όπως φαί­νε­ται, λει­τούρ­γη­σε σχε­δόν λυ­τρω­τι­κά, κα­θώς ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες θε­μα­τι­κές ε­πι­λο­γές υ­πάρ­χουν και σε διη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων συλ­λο­γών του. Προ ε­ξα­ε­τίας, με α­φορ­μή την πέ­μπτη συλ­λο­γή, «Τα ζύ­για του προ­σώ­που», ό­που τέσ­σε­ρα διη­γή­μα­τα ε­στία­ζαν σε ό,τι κο­σμίως α­πο­κα­λεί­ται “α­πο­κλί­νων ε­ρω­τι­σμός”, ο Δη­μη­τρίου α­πε­κά­λυ­πτε  πως ή­θε­λε να γρά­ψει “πορ­νο­γρα­φι­κή λο­γο­τε­χνία, ό­σο πιο ω­μή, τό­σο πιο ποιη­τι­κή”, φέρ­νο­ντας πα­ρά­δειγ­μα τον Απο­λι­ναίρ και τη νου­βέ­λα του, «Οι έ­ντε­κα χι­λιά­δες βέρ­γες». Όπως ε­ξο­μο­λο­γεί­το, “ή­θε­λε να α­πε­λευ­θε­ρω­θεί και να κά­νει κα­θα­ρή πορ­νο­γρα­φία”. Μία α­κό­μη φρά­ση, στην ο­ποία, και πά­λι, λαν­θά­νει το πε­ριρ­ρέ­ον κοι­νω­νι­κώς ε­πι­τρε­πτό.
Τε­λι­κά, την α­πό­στα­ση των πα­λαιό­τε­ρων διη­γη­μά­των, α­κό­μη και των θε­μα­τι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο τολ­μη­ρών της πέ­μπτης συλ­λο­γής, α­πό ό,τι θα μπο­ρού­σε να α­πο­κλη­θεί “πορ­νο­γρα­φι­κή λο­γο­τε­χνία” την κα­θο­ρί­ζει ο α­φη­γη­τής και α­κρι­βέ­στε­ρα, ο τρό­πος που αυ­τός πε­ρι­γρά­φει τη συ­μπε­ρι­φο­ρά των η­ρώων. Σε ε­κεί­να τα πα­λαιό­τε­ρα, με­τέ­χει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, ε­ξο­μοιώ­νε­ται με το λε­κτι­κό τους, για να εκ­φρά­σει συ­μπό­νια, που αυ­τή συ­χνά γέρ­νει προς τρυ­φε­ρό­τη­τα συμ­μέ­το­χου. Στις δυο πιο πρό­σφα­τες συλ­λο­γές, «Το κου­μπί και το φό­ρε­μα» του 2012 και την τε­λευ­ταία, ο α­φη­γη­τής δεί­χνει να με­ταλ­λάσ­σε­ται. Αυ­τό δεν ι­σχύει μό­νο για τα ε­ρω­τι­κά διη­γή­μα­τα των συλ­λο­γών, αλ­λά για ο­λό­κλη­ρες τις συλ­λο­γές. Δεν εί­ναι ο πει­θαρ­χι­κός στην οι­κο­νο­μία του λο­γο­τε­χνι­κού εί­δους, που ο­ρί­ζε­ται ως διή­γη­μα, αλ­λά ο α­φη­γη­τής, ως συγ­γρα­φι­κό alter ego, που α­πλώ­νε­ται σε πα­ρεκ­βά­σεις και ε­πε­ξη­γή­σεις. Στην πρό­σφα­τη, ω­στό­σο, ε­πα­νέρ­χε­ται σε μία πιο πει­θαρ­χη­μέ­νη μορ­φή, κά­τι σαν συμ­βι­βα­σμό με­τα­ξύ βρα­χύ­λο­γου και λα­λί­στα­του ή και με­τα­ξύ, συ­μπο­νε­τι­κού και κυ­νι­κού. Η δια­φο­ρά δια­κρί­νε­ται και στον α­συ­νή­θι­στα με­γά­λο α­ριθ­μό διη­γη­μά­των της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής (32 διη­γή­μα­τα, ό­ταν ο μέ­σος ό­ρος για τις συλ­λο­γές του εί­ναι τα 20) και την έ­κτα­σή τους, έ­χο­ντας, πά­ντο­τε, κα­τά νου, τα μέ­τρα και σταθ­μά των βι­βλίων του.
Ει­δι­κό­τε­ρα, στα ε­ρω­τι­κά, α­ντί της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής ευαι­σθη­σίας, ε­πι­κρα­τεί ά­γριος σε­ξουα­λι­σμός, με ω­μές πε­ρι­γρα­φές των ε­ρω­τι­κών ορ­μών. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το διή­γη­μα της προ­η­γού­με­νης συλ­λο­γής, «Το μέ­νος των σω­μά­των», σύ­ντο­μο ως ε­ξι­στό­ρη­ση της κυο­φο­ρίας μιας ο­μο­φυ­λό­φι­λης σχέ­σης, δια­κρί­νε­ται στο πλαί­σιο της “γκέι λο­γο­τε­χνίας”, με την κα­τα­λη­κτι­κή σκη­νή. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, έ­να διή­γη­μα αν­δρι­κής ο­μο­φυ­λο­φι­λίας και στην δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του 1989, «Το α­γκά­λια­σμα». Μό­νο που ε­κεί­νο εί­ναι ελ­λει­πτι­κό, με υ­πε­ρι­σχύου­σα την τρυ­φε­ρό­τη­τα, ε­νώ το πρό­σφα­το, ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο πά­θος.
Το ί­διο πα­ρα­τη­ρού­με και με άλ­λους α­πο­κλί­νο­ντες έ­ρω­τες, που ε­πα­νέρ­χο­νται σε δυο ή και πε­ρισ­σό­τε­ρες εκ­δο­χές. Όπως το σε­ξουα­λι­κό α­γκά­λια­σμα μη­τέ­ρας και γιου σε δυο διη­γή­μα­τα: στη συλ­λο­γή του 2009, το «Στο χέ­ρι του Θε­ού», και στην πρό­σφα­τη, το «Σύγ­χυ­ση ταυ­τό­τη­τας». Στο πα­λαιό­τε­ρο, ο γιος εί­ναι “κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος”, κα­τά­στα­ση που δί­νει στη μη­τέ­ρα το άλ­λο­θι της συ­μπό­νιας, χω­ρίς, ω­στό­σο, η α­φή­γη­ση να α­πο­κρύ­βει πως πρό­κει­ται για συ­γκά­λυ­ψη των δι­κών της ορ­μών. Στο πρό­σφα­το, πα­ρά την ο­μο­φυ­λο­φι­λία του γιου, τον ε­πι­θε­τι­κό ρό­λο τον έ­χει και πά­λι η μη­τέ­ρα, ό­πως δεί­χνουν οι σχε­δόν πορ­νι­κές πε­ρι­γρα­φές. Αι­μο­μι­κτι­κά ή μη, πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο α­πο­κλί­νο­ντα του φυ­σιο­λο­γι­κού, στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, ο α­φη­γη­τής ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο γυ­ναι­κείο ορ­μέμ­φυ­το, ως η­δυ­πα­θές και α­κό­λα­στο. Σε δυο διη­γή­μα­τα, α­πο­δί­δει “φί­να και ποιη­τι­κά”, κα­τά δι­κό του χα­ρα­κτη­ρι­σμό, την ε­ρω­το­μα­νία των η­ρωί­δων του, τις ο­ποίες πλά­θει ως αι­σχρές Λο­λί­τες. Στο «Άτα­κτα φι­λιά», πρό­κει­ται για πα­τέ­ρα με θυ­γα­τέ­ρα, στο «Η νύ­χτα του θριάμ­βου», για τσο­λιά του Άγνω­στου Στρα­τιώ­τη, με προ­κλη­τι­κά ντυ­μέ­νο κο­ρι­τσό­που­λο, κα­τά την ώ­ρα της σκο­πιάς. Σε αμ­φό­τε­ρες, η σε­ξουα­λι­κή πα­ρε­νό­χλη­ση φτά­νει στα ό­ρια του βια­σμού, προ­φα­νώς του αρ­σε­νι­κού.
Προ­σφι­λής μύ­θος του Δη­μη­τρίου, στον ο­ποίο έ­χει δώ­σει ποι­κί­λες εκ­δο­χές, του­λά­χι­στον τρεις στην πρό­σφα­τη συλ­λο­γή, εί­ναι το θη­λυ­κό, που α­σκεί “θνη­σι­γε­νή έλ­ξη” ή φτά­νει και μέ­χρι την αν­δρο­φο­νία. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής, πλέ­ον ευ­φά­ντα­στα, πρό­κει­ται για υ­περ­βα­τι­κό χά­ρι­σμα, που πα­ρου­σιά­ζε­ται ως διά­στρο­φη πε­ρί­πτω­ση ό­σων βλέ­πουν προ­φη­τι­κά ό­νει­ρα. Κα­τά τα άλ­λα, υ­πάρ­χουν και διη­γή­μα­τα, με δά­νειο τον α­φη­γη­τή α­πό το μπε­στ-σέ­λερ του, που έ­γι­νε και ται­νία, «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα της Αθή­νας», ως έμ­μο­νο το­πο­πα­ρα­τη­ρη­τή της α­θη­ναϊκής κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Εί­ναι προ­φα­νές, πως ο Δη­μη­τρίου εί­χε το υ­λι­κό για μια συλ­λο­γή διη­γη­μά­των με μο­να­δι­κό ά­ξο­να τον ε­ρω­τι­κό, σε ε­νιαίο φά­σμα, α­πό τον κα­θη­με­ρι­νό μέ­χρι τον πλέ­ον ε­ξε­ζη­τη­μέ­νο σε­ξουα­λι­σμό, ό­πως αυ­τός θέ­λει προ­κύ­ψει, και ό­χι ε­τε­ρο­κα­θο­ρι­ζό­με­νος α­πό την ευ­πρέ­πεια και την η­θι­κή. Το γε­γο­νός ό­τι κα­τήρ­τι­σε μία συλ­λο­γή, α­να­μι­γνύο­ντας τα ε­ρω­τι­κά με διη­γή­μα­τα κοι­νω­νι­κού σχο­λια­σμού, φαί­νε­ται να εί­ναι και θέ­μα στρα­τη­γι­κής του συγ­γρα­φέα.     
Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με α­κό­μη, πως ό­χι μό­νο ο ί­διος, αλ­λά και τα βι­βλία του, πα­ρου­σιά­ζουν ο­ρι­σμέ­να ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­θώς δεν α­κο­λου­θούν τις τρέ­χου­σες συγ­γρα­φι­κές συ­νή­θειες. Δεν έ­χουν α­φιε­ρώ­σεις και μό­το, δεν δια­κρί­νε­ται ί­χνος δια­κει­με­νι­κό­τη­τας, τα ε­ξώ­φυλ­λα βα­σί­ζο­νται σε πί­να­κες α­πο­κλει­στι­κά Ελλή­νων ζω­γρά­φων, το βιο­γρα­φι­κό στο αυ­τά­κι εί­ναι των ο­κτώ λέ­ξεων - ό­νο­μα, έ­τος γέν­νη­σης και τό­πος. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται, α­να­φέ­ρε­ται μό­νο ο νο­μός, στον ο­ποίο α­νή­κει. Πά­λι κα­λά, για­τί, στο πρώ­το του βι­βλίο, δή­λω­νε μό­νο το ό­ρος, στο ο­ποίο κεί­ται η γε­νέ­τει­ρά του. Επί­σης, το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, συ­νο­πτι­κό και α­κρι­βό­λο­γο, δεν θη­ρεύει ε­ντυ­πω­σια­σμό. Ποιη­τι­κοί οι τίτ­λοι των συλ­λο­γών, με προ­φο­ρι­κό­τη­τα, χω­ρίς δια­νοου­με­νί­στι­κα στοι­χεία, προ­κύ­πτουν α­πό διή­γη­μα της συλ­λο­γής. Στην κα­θο­μι­λου­μέ­νη, πλην δυο τίτ­λων, της πρώ­της συλ­λο­γής διη­γη­μά­των και του πρό­σφα­του. Ο πρώ­τος έ­χει μία λέ­ξη στ’ αρ­βα­νί­τι­κα, που μέ­νει χω­ρίς ερ­μη­νευ­τι­κό σχό­λιο. Ο πρό­σφα­τος, μία λέ­ξη που συ­νι­στά ο­μη­ρι­κό κα­τά­λοι­πο στο ι­διό­λε­κτο του χω­ριού του, ό­πως σχο­λιά­ζε­ται στο ο­πι­σθό­φυλ­λο. Ανα­γκαία η ε­πε­ξή­γη­ση, κα­θώς το “δέ­λου­ν” εί­ναι τό­σο κο­ντά στο δη­λούν, αλ­λά και το θέ­λουν, που κιν­δυ­νεύει να ε­κλη­φθεί ως τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 10/4/20.16.

Δεν υπάρχουν σχόλια: