Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Γοητευτικές πτυχές του Καββαδία

Μή­τσος Κα­σό­λας
«Νί­κος Καβ­βα­δίας.
Ο δαί­μο­νας χό­ρευε μέ­σα του.»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Μάρ­τιος 2009

Ενα δεύ­τε­ρο βι­βλίο για τον Νί­κο Καβ­βα­δία ε­τοί­μα­σε ο συγ­γρα­φέ­ας Μή­τσος Κα­σό­λας, πέ­ντε χρό­νια με­τά το πρώ­το βι­βλίο του για τον Καβ­βα­δία, που εί­χε προ­κα­λέ­σει την μή­νιν ό­σων δια­χει­ρί­ζο­νται τα συγ­γρα­φι­κά δι­καιώ­μα­τα του ποιη­τή. Για­τί, ως γνω­στόν, σε κά­θε α­πο­θα­νό­ντα συγ­γρα­φέα α­ντι­στοι­χούν κλη­ρο­νό­μοι ποι­κίλ­λο­ντος βαθ­μού συγ­γε­νείας, του­λά­χι­στον έ­νας εκ­δό­της, συ­νή­θως ο πιο πρό­σφα­τος, και α­κό­μη, κά­ποιος με­λε­τη­τής, που έ­χει χρι­στεί κα­θ’ ύ­λην αρ­μό­διος, α­παι­τώ­ντας να έ­χει κι αυ­τός λό­γο. Ο τε­λευ­ταίος, κα­τά κα­νό­να, ταυ­τί­ζε­ται με τον εκ­δό­τη, δε­δο­μέ­νου ό­τι οι εκ­δό­τες α­πο­θα­νό­ντων συγ­γρα­φέων εκ­δί­δουν και τις με­λέ­τες που α­να­φέ­ρο­νται σε αυ­τούς, αρ­κε­τά συ­χνά, χω­ρίς να πο­λυε­ξε­τά­ζουν την ποιό­τη­τά τους. Σπα­νί­ζουν οι συγ­γρα­φείς χω­ρίς κλη­ρο­νό­μους, που α­πο­δει­κνύο­νται και οι πιο τυ­χε­ροί. Όσο για την δυ­σοίω­νη πε­ρί­πτω­ση, που εμ­φα­νί­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ροι του ε­νός με­λε­τη­τές, διεκ­δι­κώ­ντας α­πο­κλει­στι­κό­τη­τα, οι νυμ­φίοι, με τη στή­ρι­ξη του εκ­δό­τη τους, δια­μοι­ρά­ζουν τα ι­μά­τια του α­πο­θα­νό­ντος, ό­χι κα­τά την α­ξία τους αλ­λά, συ­νή­θως, σύμ­φω­να με το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη. Όλα αυ­τά α­πο­βαί­νουν σε βά­ρος του έρ­γου του συγ­γρα­φέα, που ευερ­γε­τεί­ται α­πό την πο­λυ­φω­νία με­λε­τη­τών.
Στην πε­ρί­πτω­ση του Καβ­βα­δία, οι “κό­ντρες” για το πρώ­το βι­βλίο του Κα­σό­λα, «Νί­κος Καβ­βα­δίας. Γυ­ναί­κα-Θά­λασ­σα-Ζωή», ο­δή­γη­σαν στο Μο­νο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Αθη­νών, το ο­ποίο α­πέρ­ρι­ψε την αί­τη­ση α­σφα­λι­στι­κών μέ­τρων και την κα­τά­σχε­ση του βι­βλίου. Έτσι ο α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να δια­βά­σει συ­νε­χό­με­να τα δυο βι­βλία του Κα­σό­λα. Πρώ­τα, την α­φή­γη­ση του ί­διου του Καβ­βα­δία και στη συ­νέ­χεια, τις α­να­μνή­σεις φί­λων και συ­ντα­ξι­διω­τών του, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, σή­με­ρα, α­πό­μα­χοι ναυ­τι­κοί. Τα δυο βι­βλία θα μπο­ρού­σαν να συ­νο­δεύο­νται και α­πό έ­να CD, ό­πως συ­νη­θί­ζε­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με τον μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νο λό­γο του Καβ­βα­δία α­πό την πα­ρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων του 1974. Τό­τε που α­γω­νιού­σε πως δεν θα προ­λά­βαι­νε να σαλ­πά­ρει, ό­πως και πράγ­μα­τι συ­νέ­βη. Ο Καβ­βα­δίας πέ­θα­νε στις 8 Φε­βρουα­ρίου 1975, στα 65 του, α­πό ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο, που τον βρή­κε στη στε­ριά και ό­χι στη θά­λασ­σα, ό­πως τό­σο ε­πι­θυ­μού­σε.
Ο Κα­σό­λας εί­χε γνω­ρί­σει τον Καβ­βα­δία τη δεύ­τε­ρη μέ­ρα των Χρι­στου­γέν­νων του 1973. Η προϊστο­ρία της συ­νά­ντη­σής τους έ­χει ως ε­ξής: Τη διε­τία 1970-1972, ο Κα­σό­λας έ­ζη­σε στην Αμε­ρι­κή και ε­πι­στρέ­φο­ντας έ­γρα­ψε το χρο­νι­κό «Η Άλλη Αμε­ρι­κή», που βρα­βεύ­θη­κε με το Α΄ Κρα­τι­κό Βρα­βείο Λο­γο­τε­χνίας. Ένας φί­λος τού Καβ­βα­δία, ο ναυ­τι­κός Χρή­στος Πα­ντε­λί­δης, που βρι­σκό­ταν τό­τε στη Νέα Υόρ­κη, του έ­γρα­ψε πως του ά­ρε­σε το βι­βλίο και ή­θε­λε να τον γνω­ρί­σει. Έτσι προέ­κυ­ψε η ε­πί­σκε­ψη Πα­ντε­λί­δη και Καβ­βα­δία, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα, στο σπί­τι του Κα­σό­λα. Το πρώ­το βι­βλίο κα­τα­γρά­φει τις συ­να­ντή­σεις τους, ό­που ο Καβ­βα­δίας α­παγ­γέλ­λει ποιή­μα­τά του κι ας δια­μαρ­τυ­ρό­ταν πως τα “δο­λο­φο­νεί”. Ενώ, σχο­λιά­ζει στί­χους και α­φη­γεί­ται ι­στο­ρίες. Ο Κα­σό­λας έ­χει χω­ρί­σει το βι­βλίο σε τρεις ε­νό­τη­τες: Η πρώ­τη για τη γυ­ναί­κα, ξε­κι­νά α­πό τις γυ­ναί­κες των λι­μα­νιών και το τα­τουάζ μιας γορ­γό­νας στο α­ρι­στε­ρό μπρά­τσο του Καβ­βα­δία για να κα­τα­λή­ξει σε μια τε­λευ­ταία α­γα­πη­μέ­νη του, που τον εί­χε ε­γκα­τα­λεί­ψει. Η δεύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα εί­ναι για τη θά­λασ­σα αλ­λά και για τους φί­λους του ποιη­τές και τη σχέ­ση του με την Αρι­στε­ρά. Η τρί­τη υ­πο­τί­θε­ται πως α­να­φέ­ρε­ται γε­νι­κά στη ζωή, α­να­τρέ­χο­ντας στο πα­ρελ­θόν, αλ­λά και πά­λι γύ­ρω α­πό τις γυ­ναί­κες πε­ρι­στρέ­φε­ται. Στο κεί­με­νο πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ποιή­μα­τα, ε­πι­στο­λές, φω­το­γρα­φίες και οι θαυ­μά­σιες ξυ­λο­γρα­φίες α­πό τις πρώ­τες εκ­δό­σεις των ποιη­μά­των του.
Και στα δυο βι­βλία, ο Κα­σό­λας, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος ων, δη­μιουρ­γεί μια ε­νιαία α­φή­γη­ση, εν­θέ­το­ντας τις α­πό­ψεις του για τον άν­θρω­ποι Καβ­βα­δία και την ποίη­σή του. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι, μέ­σα και α­πό τις συ­γκρί­σεις με άλ­λους λο­γο­τέ­χνες, ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης ή ο Κα­βά­φης και ο Κα­ρυω­τά­κης –τα τρία με­γά­λα “κάπ­πα” της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης ό­πως γρά­φει– να α­να­δει­κνύε­ται ε­κτός α­πό τον ποιη­τή και ο μύ­θος, που έ­χει δη­μιουρ­γη­θεί γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του. Αυ­τόν τον μύ­θο έρ­χε­ται να ε­νι­σχύ­σει το δεύ­τε­ρο βι­βλίο, ό­πως δη­λώ­νει και ο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός υ­πό­τιτ­λος, “ο δαί­μο­νας χό­ρευε μέ­σα του”. Οι ναυ­τι­κοί που γνώ­ρι­σαν τον Καβ­βα­δία, υ­πο­βο­η­θού­με­νοι α­πό τις ε­ρω­τή­σεις του Κα­σό­λα, α­φη­γού­νται τον βίο και την πο­λι­τεία του, μέ­σα α­πό τις ι­στο­ρίες που τους έ­λε­γε ο ί­διος. Ανα­θυ­μού­νται α­νέκ­δο­τα και πε­ρι­στα­τι­κά α­πό την Κα­το­χή, κα­θώς και διη­γή­σεις γύ­ρω α­πό πρό­σω­πα της Τέ­χνης και της λο­γο­τε­χνίας. Από αυ­τές τις ι­στο­ρίες, άλ­λες τους φαί­νο­νταν πραγ­μα­τι­κές κι άλ­λες υ­πο­ψιά­ζο­νταν πως ή­ταν φα­ντα­στι­κές. Πά­ντως, ο­μο­λο­γούν ό­τι και τις μεν και τις δε ο Καβ­βα­δίας τις διη­γό­ταν με τον ί­διο πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι τον χα­ρα­κτη­ρί­ζουν άν­θρω­πο ε­ρω­τι­κό. Χω­ρίς να εί­ναι ω­ραίος ά­ντρας εί­χε φαί­νε­ται τον τρό­πο του με τις γυ­ναί­κες. Άλλω­στε, η ποίη­σή του, με­τα­ξύ των άλ­λων, και ε­ρω­τι­κή, ε­πι­βε­βαιώ­νει τον ι­σχυ­ρι­σμό τους πως οι γυ­ναί­κες τον συ­γκι­νού­σαν και ή­ταν μο­νί­μως ε­ρω­τευ­μέ­νος.
Σύμ­φω­να με τις διη­γή­σεις τους, πολ­λοί ε­πι­φα­νείς, στις δε­κα­ε­τίες του ’60 και του ’70, τα­ξί­δευαν με το «Απολ­λω­νία» στη Με­σό­γειο, για να έ­χουν τη χα­ρά να κά­νουν συ­ντρο­φιά με τον Καβ­βα­δία. Ανά­με­σά τους, πρώ­τος και καλ­λί­τε­ρος, ο Σε­φέ­ρης. Για τη φι­λία του δι­πλω­μά­τη και του ναυ­τι­κού έ­χουν δια­σω­θεί αρ­κε­τά α­νέκ­δο­τα. Ο κα­πε­τά­νιος Δη­μή­τρης Κρα­νιώ­της προ­σθέ­τει α­κό­μη έ­να. Όταν το πλοίο έ­πια­νε Βη­ρυτ­τό, ο Σε­φέ­ρης έ­στελ­νε τη δι­πλω­μα­τι­κή του κούρ­σα να πα­ρα­λά­βει τον Καβ­βα­δία. Μια φο­ρά, ο Καβ­βα­δίας πα­ρα­κά­λε­σε για μια μι­κρή πα­ρά­καμ­ψη α­πό την ο­δό με τα “κα­λά σπί­τια”. Όμως η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη στάθ­μευ­ση της μαύ­ρης κούρ­σας στον κα­κό­φη­μο δρό­μο έ­γι­νε γνω­στή στην πρε­σβεία και ε­πα­κο­λού­θη­σε κα­βγάς α­νά­με­σα στους δυο φί­λους. Μια άλ­λη φο­ρά, και πά­λι στη Βη­ρυ­τό, η ί­δια κούρ­σα εί­χε πα­ρα­λά­βει α­πό το κα­ρά­βι τον Καβ­βα­δία για να τον με­τα­φέ­ρει σε εκ­δή­λω­ση που θα γι­νό­ταν προς τι­μή του. Μό­νο που ο πορ­τιέ­ρης του κτι­ρίου δεν τον ά­φη­σε να πε­ρά­σει. Έτσι, σαν άλ­λος Πα­πα­δια­μά­ντης, θα πρέ­πει να α­που­σία­σε α­πό τη βρα­διά.
Ολι­γο­γρά­φος ποιη­τής ο Καβ­βα­δίας, ού­τε πολ­λά βι­βλία ε­ξέ­δω­σε ού­τε με­γά­λο αρ­χείο ά­φη­σε. Ωστό­σο έ­γρα­φε συ­νέ­χεια στί­χους στα πα­κέ­τα των τσι­γά­ρων του και σε χαρ­το­πε­τσέ­τες. Σύμ­φω­να με τις μαρ­τυ­ρίες, εν­νιά χαρ­το­πε­τσέ­τες στις δέ­κα τις πέ­τα­γε με κά­ποιες λέ­ξεις ή στί­χους στο κα­λά­θι των α­χρή­στων δί­πλα στην κα­ρέ­κλα του. Όσο για την ιε­ρή στιγ­μή της έ­μπνευ­σης, αυ­τή θα πρέ­πει να ερ­χό­ταν στην γέ­φυ­ρα, ό­που του ά­ρε­σε να στέ­κε­ται σιω­πη­λός, ι­δίως κα­τά τις α­να­χω­ρή­σεις των πλοίων. Ο ά­ναρ­χος συ­νειρ­μι­κός λό­γος των ναυ­τι­κών που γνώ­ρι­σαν και α­γά­πη­σαν τον Καβ­βα­δία σαν α­δελ­φό, α­πο­κα­λύ­πτει έ­ναν γο­η­τευ­τι­κό άν­θρω­πο. Ευ­πρόσ­δε­κτη α­ντί­στι­ξη στην ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­να­σκα­φή, που θέ­λει ο­λό­κλη­ρο το έρ­γο του Καβ­βα­δία να κα­τα­κλύ­ζε­ται α­πό “μια α­νυ­πό­φο­ρη ε­νο­χή”.
Το βι­βλίο του Κα­σό­λα θα μπο­ρού­σε να ε­κλη­φθεί και ως προ­α­νά­κρου­σμα για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα του Καβ­βα­δία που θα ε­ορ­τα­στεί του χρό­νου. Ακό­μη κι αν το 2010 α­να­κη­ρυχ­θεί ε­πε­τεια­κό έ­τος κά­ποιου αλ­λού λο­γο­τέ­χνη, ό­χι α­να­γκα­στι­κά καλ­λί­τε­ρου, αλ­λά με δυ­να­μι­κό­τε­ρους υ­πο­στη­ρι­κτές, οι τι­μη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις για τον Καβ­βα­δία δεν θα λεί­ψουν. Πι­θα­νώς, φα­τρια­σμέ­νες, ό­πως και τα κα­τά και­ρούς α­φιε­ρώ­μα­τα σε αυ­τόν, αλ­λά μάλ­λον πο­λύ­πλευ­ρες, που εί­ναι και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο σε μια μνη­μό­νευ­ση.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1 σχόλιο:

VITA MI BAROUAK είπε...

Καλησπέρα κυρία Θεοδοσοπούλου,

Δυστυχώς δεν έχω το mail σας, οπότε συγχωρέστε με, αλλά επειδή θέλω να σας καλέσω στην παρουσίαση του βιβλίου μου, θα μεταφέρω την πρόσκληση εδώ.

Λοιπόν...
Θα χαρώ να σας δω στην παρουσίαση του βιβλίου μου Το 13ο Υπόγειο (εκδ. Μπαρτζουλιάνος)
που θα γίνει την Τετάρτη 13 Μαϊου και ώρα 20:30
στον Πολυχώρο BACARO, Σοφοκλέους 1, Αθήνα
(Στάση ΜΕΤΡΟ, Πανεπιστήμιο)

Θα μιλήσουν οι:
Ελένη Γκίκα, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας
Περικλής Κοροβέσης, συγγραφέας, βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ
Πέτρος Τατσόπουλος, συγγραφέας

Θα συντονίσει ο Λάμπρος Σκουζάκης, κριτικός λογοτεχνίας (ιστολόγιο "Πανδοχείο", Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)
Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσει η ηθοποιός Ιωάννα Μυλωνά.


Με εκτίμηση
Βαγγέλης Μπέκας
http://barouak.blogspot.com/