Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

«Μικροφιλολογικά Τετράδια 8». Λευκωσία 2009

Ο Λευ­τέ­ρης Πα­πα­λε­ο­ντίου προ­σθέ­τει στο ελ­λη­νι­κό ποιη­τι­κό πάν­θε­ον έ­ναν “ι­δα­νι­κό αυ­τό­χει­ρα”, τον ο­ποίο και μας συ­στή­νει, πα­ρό­τι πέ­θα­νε νω­ρίς, ως αυ­θε­ντι­κό “με­τα­συμ­βο­λι­στή” ποιη­τή του κυ­πρια­κού με­σο­πο­λέ­μου. Πρό­κει­ται για τον Ελευ­θέ­ριο (ή και Τά­κη) Ζα­χα­ριά­δη, που πρό­λα­βε να πα­ρου­σια­στεί και στα ελ­λα­δι­κά γράμ­μα­τα με το ψευ­δώ­νυ­μο Λά­ζα­ρος Λε­μέ­σης, δη­λω­τι­κό της γε­νέ­τει­ράς του, Λε­με­σού. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, δη­μο­σίευ­σε με αυ­τό το ψευ­δώ­νυ­μο, το 1938, τρία ποιή­μα­τα στο α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα».
Ο Ζα­χα­ριά­δης αυ­το­κτό­νη­σε το 1943, προ­τού α­κό­μη συ­μπλη­ρώ­σει τα εί­κο­σι πέ­ντε, κα­τά έ­ναν πρω­τό­τυ­πο τρό­πο, που α­πο­κα­λύ­πτει την ρο­μα­ντι­κή του ι­διο­συ­γκρα­σία. Ο αυ­το­χει­ρια­σμός του δεί­χνει ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τον Πε­ρι­κλή Γιαν­νό­που­λο και τη δι­κή του η­ρωϊκή έ­ξο­δο α­πό τη ζωή. Μό­νο που ε­κεί­νος εί­χε συ­μπλη­ρώ­σει τα σα­ρά­ντα. Ο πα­τρι­νός λό­γιος εί­χε ε­πι­λέ­ξει το με­ση­μέ­ρι της 10ης Απρι­λίου του 1910, μια βρο­χε­ρή η­μέ­ρα, και την α­κτή του Σκα­ρα­μα­γκά. Ο κύ­πριος ποιη­τής, μια η­μέ­ρα του Φε­βρουα­ρίου (δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται η η­με­ρο­μη­νία, ού­τε η συ­γκε­κρι­μέ­νη ώ­ρα της η­μέ­ρας) και την πα­ρα­λία της γε­νέ­θλιας πό­λης του. Ευ­κα­τά­στα­τος α­στός ο Γιαν­νό­που­λος, για τις α­νά­γκες της αυ­το­κτο­νίας του διέ­θε­τε ά­λο­γο και πε­ρί­στρο­φο. Έφιπ­πος όρ­μη­σε στη θά­λασ­σα και ό­ταν έ­φτα­σε στα βα­θιά αυ­το­πυ­ρο­βο­λή­θη­κε στον κρό­τα­φο. Στη θά­λασ­σα όρ­μη­σε και ο Ζα­χα­ριά­δης, αλ­λά αυ­τός με το πο­δή­λα­τό του. Ίσως, ό­μως, να εί­χε κα­τά νου, πό­σο εί­χε βα­σα­νι­στεί πριν μό­λις δε­κα­πέ­ντε χρό­νια ο προ­σφι­λής του ποιη­τής Κα­ρυω­τά­κης, που και ε­κεί­νος εί­χε αρ­χι­κά ε­πι­λέ­ξει τη θά­λασ­σα ως τον ι­δα­νι­κό τό­πο για να ε­γκα­τα­λεί­ψει τα ε­γκό­σμια. Γι’ αυ­τό και πή­ρε τα μέ­τρα του. Γέ­μι­σε τις τσέ­πες του με πέ­τρες και δέ­θη­κε στο πο­δή­λα­τό του. Και στις τρεις πε­ρι­πτώ­σεις υ­πάρ­χει η πι­θα­νό­τη­τα, στο α­πο­νε­νο­η­μέ­νο διά­βη­μα να συ­νέ­βα­λε κά­ποια ε­ρω­τι­κή α­πο­γοή­τευ­ση, ε­πί­σης, να έ­παι­ξε ρό­λο η ι­διο­συ­γκρα­σία των αυ­τό­χει­ρων. Πά­ντως, κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας στά­θη­κε ο πε­ρί­γυ­ρός τους. Ει­δι­κά, στην πε­ρί­πτω­ση του Κα­ρυω­τά­κη, η ελ­λα­δι­κή δη­μο­σιοϋπαλ­λη­λι­κή νοο­τρο­πία και στου Ζα­χα­ριά­δη, οι πι­θα­νώς και α­νε­λα­στι­κοί κα­νο­νι­σμοί της κυ­πρια­κής εκ­παι­δευ­τι­κής κοι­νό­τη­τας.
Ανή­συ­χο χα­ρα­κτή­ρα δεί­χνουν τον Ζα­χα­ριά­δη τα βιο­γρα­φι­κά του στοι­χεία. Το 1936 α­πο­φοί­τη­σε α­πό το Γυ­μνά­σιο της Λε­με­σού. Τα χρό­νια 1936-1940 σπού­δα­σε φι­λο­λο­γία στο Πα­νε­πι­στή­μιο των Αθη­νών. Έφυ­γε, ό­μως, χω­ρίς να πά­ρει το δί­πλω­μά του. Αν και σε αυ­τό μπο­ρεί να συ­νέ­βα­λε ο Πό­λε­μος. Πί­σω στην Κύ­προ, τον πρώ­το χρό­νο διο­ρί­στη­κε στο Αθη­ναΐδιο Γυ­μνά­σιο της Λε­με­σού και τον ε­πό­με­νο, στην Ανω­τέ­ρα Σχο­λή Λα­πή­θου, την ο­ποία ε­γκα­τέ­λει­ψε τον ε­πό­με­νο χρό­νο, που ά­νοι­ξε θέ­ση στο Γυ­μνά­σιό του στην Λε­με­σό. Εί­χε, ό­μως, υ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαιο, ό­πως φαί­νε­ται για με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κό διά­στη­μα, με το προ­η­γού­με­νο σχο­λείο, το ο­ποίο και τον κυ­νή­γη­σε δι­κα­στι­κά. Κι αυ­τός, υ­περ­βαλ­λό­ντως εύ­θι­κτος, προ­τί­μη­σε την ο­ρι­στι­κή α­να­χώ­ρη­ση.
Στα «Τε­τρά­δια» δη­μο­σιεύο­νται σα­ρά­ντα τρία ποιή­μα­τα του Ζα­χα­ριά­δη, μα­ζί με τρεις με­τα­φρα­στι­κές του δο­κι­μές, ό­λα γραμ­μέ­να μέ­σα στη δε­κα­ε­τία 1932-1942. Απο­τε­λούν μια χει­ρό­γρα­φη ποιη­τι­κή συλ­λο­γή, την ο­ποία εί­χε ο ί­διος ε­μπι­στευ­τεί στον συ­νά­δελ­φο και πα­λαιό κα­θη­γη­τή του στο Γυ­μνά­σιο της Λε­με­σού Κώ­στα Πη­λα­βά­κη. Αυ­τός ή­ταν και ο πρώ­τος, που πα­ρου­σία­σε στα κυ­πρια­κά γράμ­μα­τα τον ποιη­τή Τά­κη Ζα­χα­ριά­δη. Ανά­με­σα στα σκί­τσα του Ζα­χα­ριά­δη, που ει­κο­νο­γρα­φούν τα ποιή­μα­τά του, εί­ναι και αυ­τό του Πη­λα­βά­κη, φτιαγ­μέ­νο στα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια. Επί­σης, σκι­τσά­ρει τον θε­ο­λό­γο του Γυ­μνα­σίου Χρί­στο Οι­κο­νο­μί­δη και α­πο­φοι­τώ­ντας, τον γυ­μνα­σιάρ­χη του, Αργυ­ρό Δρου­σιώ­τη. Τα άλ­λα σκί­τσα πι­θα­νώς να ει­κο­νί­ζουν συ­νο­μη­λί­κους του, ό­πως αυ­τό του αμ­μο­χω­στια­νού ποιη­τή Πά­νου Λε­βέ­ντη. Και α­κό­μη, σκί­τσα α­πό κά­ποια γυ­ναι­κεία πρό­σω­πα. Ίσως, η μη­τέ­ρα του, που θα πρέ­πει να πέ­θα­νε ά­νοι­ξη του 1938, η α­δελ­φή του, μπο­ρεί και κά­ποια α­γα­πη­μέ­νη.
Δεν α­πο­κλείε­ται ο­ρι­σμέ­να α­πό τα ποιή­μα­τά του να ε­στά­λη­σαν και σε άλ­λα α­θη­ναϊκά πε­ριο­δι­κά ή και κυ­πρια­κές ε­φη­με­ρί­δες. Πά­ντως, οι ε­πι­με­λη­τής του α­φιε­ρώ­μα­τος ε­ντό­πι­σαν μό­νο έ­να δη­μο­σίευ­μα δια­φο­ρε­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου στο πε­ριο­δι­κό «Πά­φος». Τα ποιή­μα­τα στα «Τε­τρά­δια» δη­μο­σιεύο­νται σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, δεί­χνο­ντας την ε­ξε­λι­κτι­κή πο­ρεία του Ζα­χα­ριά­δη στη στι­χουρ­γία. Ο Πη­λα­βά­κης δια­κρί­νει ε­πιρ­ροές α­πό τον Λά­μπρο Πορ­φύ­ρα, ί­σως και α­πό τον Πα­λα­μά. Ο Πα­πα­λε­ο­ντίου τον το­πο­θε­τεί στην ποιη­τι­κή του “με­τα­συμ­βο­λι­σμού”, ό­πως αυ­τή δια­μορ­φώ­θη­κε στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο στη διάρ­κεια του με­σο­πο­λέ­μου α­πό τη “γε­νιά” του Κα­ρυω­τά­κη. Με αυ­τήν τη δια­τύ­πω­ση γε­φυ­ρώ­νει το τεύ­χος των «Τε­τρα­δίων» με το κυ­ρίως σώ­μα του πε­ριο­δι­κού, ό­που υ­πάρ­χει μι­κρό α­φιέ­ρω­μα στον “νε­ο­συμ­βο­λι­σμό” ή και “με­τα­συμ­βο­λι­σμό”.

Δεν υπάρχουν σχόλια: