Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Περί εξωφύλλων...



















Δυο βι­βλία της φθι­νο­πω­ρι­νής σο­δειάς, που κυ­κλο­φό­ρη­σαν σχε­δόν ταυ­τό­χρο­να α­πό δια­φο­ρε­τι­κούς εκ­δο­τι­κούς οί­κους, έ­χουν, κα­τά δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, πα­ρεμ­φε­ρή ε­ξώ­φυλ­λα. Και τα δυο α­νή­κουν στην κα­τη­γο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Το θέ­μα τους, ω­στό­σο, δεν θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί συγ­γε­νές, ώ­στε να δι­καιο­λο­γεί την κα­τα­φα­νή ο­μοιό­τη­τα στα ε­ξώ­φυλ­λα. Το μό­νο κοι­νό τους ση­μείο εί­ναι το ό,τι και στα δυο τον πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο τον έ­χει γυ­ναί­κα. Οπό­τε και δεν θα ξέ­νι­ζε έ­να ε­ξώ­φυλ­λο σχε­δια­σμέ­νο με βά­ση τη φω­το­γρα­φία μιας ο­ποιασ­δή­πο­τε θη­λυ­κής ύ­παρ­ξης. Όμως, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, τα δυο ε­ξώ­φυλ­λα συ­μπί­πτουν σχε­δόν α­πό­λυ­τα στη βα­σι­κή τους ι­δέα. Και τα δυο δεί­χνουν μια γυ­ναί­κα, πε­ρί­που α­πό το ύ­ψος των γο­φών και κά­τω, σε κί­νη­ση δι­στα­κτι­κού βη­μα­τι­σμού. Αυ­τό, α­κρι­βώς, το στοι­χείο της η­μί­τμη­της γυ­ναι­κείας φι­γού­ρας εί­ναι που α­να­κα­λεί μια φω­το­γρα­φία του γνω­στού ούγ­γρου φω­το­γρά­φου Αντρέ Κερ­τέζ. Σε κεί­νη τη φω­το­γρα­φία ει­κο­νί­ζε­ται μια γυ­ναι­κεία φι­γού­ρα να α­νε­βαί­νει μια σκά­λα. Μό­νο που η φω­το­γρα­φία του Κερ­τέζ πα­ρου­σιά­ζει μια α­προσ­δό­κη­τη προο­πτι­κή. Η φι­γού­ρα βρί­σκε­ται στη μέ­ση της σκά­λας και βη­μα­τί­ζο­ντας, το ά­νω μέ­ρος του σώ­μα­τος, δη­λα­δή ο κορ­μός, έ­χει αι­νιγ­μα­τι­κά ε­ξα­φα­νι­στεί. Εξ ου και ο τίτ­λος της φω­το­γρα­φίας «Η ε­ξα­φά­νι­ση». Κα­τά τα άλ­λα, η φω­το­γρα­φία του Κερ­τέζ εί­ναι τρα­βηγ­μέ­νη α­πό κά­ποια α­πό­στα­ση σε κά­δρο αυ­στη­ρού προ­φί­λ, ε­νώ οι φω­το­γρα­φίες των δυο ε­ξω­φύλ­λων εί­ναι τρα­βηγ­μέ­νες α­πό πιο κο­ντι­νή α­πό­στα­ση σε με­τω­πι­κό κά­δρο εκ των ό­πι­σθεν. Ωστό­σο, δια­φέ­ρουν ου­σια­στι­κά με­τα­ξύ τους ως προς την ε­ξα­φά­νι­ση της γυ­ναι­κείας σι­λουέ­τας. Στη μία γί­νε­ται κα­τά μα­γι­κό τρό­πο ε­ντός του κά­δρου, ε­νώ στα δύο ε­ξώ­φυλ­λα έ­χει α­πο­κο­πεί στο photoshop ή στο κα­δρά­ρι­σμα κα­τά τη λή­ψη.
Με βά­ση αυ­τήν την ε­ξαι­ρε­τι­κή, αν ό­χι αρ­χε­τυ­πι­κή, φω­το­γρα­φία του Κερ­τέ­ζ, τρα­βηγ­μέ­νη το 1955, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ει­κά­σει πως κά­ποιος νεό­τε­ρος φω­το­γρά­φος πει­ρα­μα­τί­στη­κε με την ι­δέα της ε­ξα­φά­νι­σης. Το να κα­τα­φεύ­γει κα­νείς σε αρ­χέ­τυ­πα δεν εί­ναι αυ­τό­μα­τα κά­τι το κα­τα­κρι­τέο. Αντι­θέ­τως, συ­νι­στά μια μορ­φή σπου­δής και δια­λό­γου. Αρκεί, ό­μως, να φορ­τί­ζει το α­πο­τέ­λε­σμα με νέο εν­νοιο­λο­γι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Δια­φο­ρε­τι­κά μέ­νει κα­θη­λω­μέ­νος στη μί­μη­ση. Πά­ντως, οι φω­το­γρα­φίες που χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν για τα δυο ε­ξώ­φυλ­λα δεί­χνουν να προέρ­χο­νται α­πό την ί­δια σει­ρά φω­το­γρα­φιών. Μπο­ρεί να αλ­λά­ζει ο πε­ρι­βάλ­λων χώ­ρος, τα ρού­χα ό­μως εί­ναι πα­ρα­πλή­σια και κυ­ρίως, η κί­νη­ση των γυ­μνών πο­διών. Η α­πο­ρία θα λυ­νό­ταν, αν, ε­κτός α­πό το σχε­δια­στή ε­ξω­φύλ­λου, α­να­φε­ρό­ταν και ο φω­το­γρά­φος. Εξάλ­λου, αυ­τό συμ­βαί­νει, ό­ταν το ε­ξώ­φυλ­λο στη­ρί­ζε­ται σε κά­ποιον ζω­γρα­φι­κό πί­να­κα. Τό­τε η ο­νο­μα­στι­κή α­να­φο­ρά του καλ­λι­τέ­χνη θεω­ρεί­ται ε­πι­βε­βλη­μέ­νη. Βε­βαίως, υ­πάρ­χει και το εν­δε­χό­με­νο η ι­δέα να α­νή­κει στον σχε­δια­στή του ε­ξω­φύλ­λου. Να ή­ταν, δη­λα­δή, αυ­τός, που, ε­πη­ρε­α­σμέ­νος α­πό τον ούγ­γρο φω­το­γρά­φο ε­πε­νέ­βη, κό­βο­ντας τις φω­το­γρα­φίες. Εκτός, βε­βαίως, αν δεχ­θού­με ό­τι τα με­γά­λα φω­το­γρα­φι­κά πνεύ­μα­τα συ­να­ντιού­νται και α­πλώς α­πό δαι­μο­νι­κή τύ­χη ταυ­τί­ζο­νται. Πά­ντως, η συγ­γέ­νεια τό­σο των φω­το­γρα­φιών ό­σο και των ε­ξω­φύλ­λων πα­ρα­μέ­νει.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα ε­ξώ­φυλ­λα υ­πο­γρά­φο­νται α­πό δυο γνω­στές σχε­διά­στριες. Η Βα­σι­λι­κή (Καρ­μί­ρη) φι­λο­τέ­χνη­σε το ε­ξώ­φυλ­λο του πε­ζο­γρα­φή­μα­τος του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη και, α­ντί­στοι­χα, η Έλλη Πα­γκά­λου του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Ισμή­νης Κα­πά­νταη. Και οι δυο έ­χουν δώ­σει αρ­κε­τά εν­δια­φέ­ρο­ντα ε­ξώ­φυλ­λα σε βι­βλία των εκ­δο­τι­κών οί­κων που συ­νερ­γά­ζο­νται. Τα εν λό­γω δυο ε­ξώ­φυλ­λα θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν υ­παι­νι­κτι­κά ως προς το θέ­μα των βι­βλίων. Θε­μα­τι­κά, στο βι­βλίο του Γρη­γο­ριά­δη, μια γυ­ναί­κα, μό­λις έ­χει ξυ­πνή­σει και πε­ρι­φέ­ρε­ται - για­τί ό­χι ξυ­πό­λυ­τη; - στο α­κα­τά­στα­το φοι­τη­τι­κό δια­μέ­ρι­σμα της κό­ρης της, ό­πως δεί­χνουν και τα πα­ρά­ται­ρα με­τα­ξύ τους έ­πι­πλα της ει­κό­νας. Μό­νο που η η­ρωί­δα του Γρη­γο­ριά­δη εί­ναι μια πε­νη­ντά­ρα Βο­ρειο­ελ­λα­δί­τισ­σα, ο­πό­τε δεν θα α­να­με­νό­ταν μια τό­σο αέ­ρι­νη σι­λουέ­τα. Αντί­θε­τα, το ο­ρα­τό μέ­ρος της γυ­ναι­κείας φι­γού­ρας και στα δυο ε­ξώ­φυλ­λα α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην η­ρωί­δα της Κα­πά­νταη. Μια κο­πέ­λα, που τρι­γυ­ρί­ζει ε­λα­φρο­πα­τώ­ντας σαν γά­τα και κρυ­φα­κού­γο­ντας μυ­στι­κά πί­σω α­πό μι­σό­κλει­στες πόρ­τες. Το εν­δια­φέ­ρον εί­ναι πως και στα δυο βι­βλία υ­πάρ­χει το στοι­χείο της ε­ξα­φά­νι­σης. Όχι, ό­μως, μέ­ρους του σώ­μα­τος των η­ρωί­δων, αλ­λά μέ­σα α­πό α­τυ­χείς συ­γκυ­ρίες έ­χουν α­πω­λέ­σει ή βρί­σκε­ται σε σύγ­χυ­ση έ­να μέ­ρος του ε­σω­τε­ρι­κού τους κό­σμου.
Από ε­κεί και πέ­ρα, μέ­νει ζη­τού­με­νος ο στό­χος ε­νός ε­ξω­φύλ­λου, σε μια ε­πο­χή που το βι­βλίο έ­χει κα­τα­χω­ρη­θεί στα κα­τα­να­λω­τι­κά α­γα­θά και βα­σι­κό μέ­λη­μα ό­λων των συ­ντε­λε­στών μιας έκ­δο­σης εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τή α­γο­ρα­στι­κή του ε­πι­τυ­χία. Οπό­τε, ό­σο κα­λαί­σθη­το και να εί­ναι έ­να υ­παι­νι­κτι­κό ε­ξώ­φυλ­λο, μπο­ρεί α­ντ’ αυ­τού να προ­τι­μη­θεί έ­να ε­ντυ­πω­σια­κό έως και προ­κλη­τι­κό. Βε­βαίως, ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον συγ­γρα­φέα, που θέ­λου­με να πι­στεύου­με πως έ­χει τον κύ­ριο λό­γο. Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ξώ­φυλ­λο, που σχε­δία­σε και πά­λι η Πα­γκά­λου, για το μυ­θι­στό­ρη­μα του Αλέ­ξη Στα­μά­τη, που κυ­κλο­φό­ρη­σε ταυ­τό­χρο­να με της Κα­πά­νταη. Ει­κο­νο­γρα­φι­κά κυ­ριαρ­χούν δυο γυ­ναι­κείοι ο­φθαλ­μοί σε γκρο πλαν. Ο συν­δυα­σμός τίτ­λου («Σκό­τω­σε ό,τι α­γα­πάς»), ει­κό­νας ε­ξω­φύλ­λου και κει­μέ­νου στο ο­πι­σθό­φυλ­λο, υ­πο­θέ­του­με πως θα λει­τουρ­γή­σει ως μα­γνή­της για τον υ­πο­ψή­φιο α­γο­ρα­στή.
Όπως και να έ­χει, πρέ­πον αλ­λά και χρή­σι­μο εί­ναι οι σχε­δια­στές να κα­τα­χω­ρούν τα στοι­χεία της φω­το­γρα­φίας, την ο­ποία χρη­σι­μο­ποιούν (χρό­νος - τό­πος - φω­το­γρά­φος). Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, στη στοί­βα των και­νού­ριων βι­βλίων, το πιο προ­βλη­μα­τι­κό ε­ξώ­φυλ­λο, εί­ναι αυ­τό που ε­πι­λέχ­θη­κε για την ε­πα­νέκ­δο­ση της αυ­το­βιο­γρα­φίας του Να­πο­λέ­ο­ντα Λα­πα­θιώ­τη. Κα­θώς οι ε­πεμ­βά­σεις στη φω­το­γρα­φία κα­τά τον σχε­δια­σμό του εί­ναι ε­λά­χι­στες, η α­να­φο­ρά της ταυ­τό­τη­τας της φω­το­γρα­φίας θα έ­πρε­πε να κρι­θεί α­πα­ραί­τη­τη. Αν μην τι άλ­λο, μή­πως και προϊδέ­α­ζε για το σκε­πτι­κό με το ο­ποίο ε­πι­λέχ­θη­κε. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι κά­θε ε­ξώ­φυλ­λο φι­λο­δο­ξεί μέ­σω της ει­κό­νας να μορ­φο­ποιή­σει με­τα­φο­ρι­κά κά­ποιο α­πό τα κύ­ρια πρό­σω­πα ή κά­ποια στιγ­μή κο­ρύ­φω­σης της α­φή­γη­σης. Με άλ­λα λό­για, προϋπο­θέ­τει στον σχε­δια­σμό διεισ­δυ­τι­κό­τη­τα στο πε­ριε­χό­με­νο του βι­βλίου. Σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, το ε­ξώ­φυλ­λο έ­χει μό­νο δια­κο­σμη­τι­κή διά­στα­ση. Εδώ, δια­κρί­νο­νται λαϊκοί τύ­ποι, με τις βα­λί­τσες τους πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νες στο πε­ζο­δρό­μιο, σε στιγ­μή α­να­μο­νής, ε­νώ έ­νας εξ αυ­τών, γυ­ρι­σμέ­νος πλά­τη στο φα­κό, φαί­νε­ται να συ­νο­μι­λεί μα­ζί τους. Απο­ρού­με τι μπο­ρεί να υ­πο­δη­λώ­νει το ε­ξώ­φυλ­λο, σε σχέ­ση πά­ντα με το πε­ριε­χό­με­νο του βι­βλίου και αυ­τό να συ­νι­στά με την πρώ­τη μα­τιά δέ­λε­αρ για τον υ­πο­ψή­φιο α­γο­ρα­στή. Όποιο συ­σχε­τι­σμό και να κά­νει κα­νείς, τα στοι­χεία που συν­θέ­τουν το φω­το­γρα­φι­κό στιγ­μιό­τυ­πο δεν α­ντα­πο­κρί­νο­νται στον αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα του βι­βλίου, ού­τε στον ε­κλε­πτυ­σμέ­νο χα­ρα­κτή­ρα του Λα­πα­θιώ­τη. Πρό­κει­ται για “φω­το­γρα­φία δρό­μου”, με νε­ο­ρε­α­λι­στι­κά γνω­ρί­σμα­τα, τα ο­ποία πα­ρα­πέ­μπουν θε­μα­τι­κά στο κοι­νω­νι­κό πε­δίο μιας ε­πο­χής και σε λαϊκούς τύ­πους εξ ε­παρ­χίας, οι ο­ποίοι βρέ­θη­καν σε α­στι­κό χώ­ρο. Διό­λου α­πί­θα­νο να κρύ­βει κά­τι βα­θύ­τε­ρο, το ο­ποίο μας ξε­φεύ­γει, ε­πει­δή ε­μείς μέ­νου­με ε­γκλω­βι­σμέ­νοι στις σε­λί­δες της αυ­το­βιο­γρα­φίας.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: