Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Ζακυνθινή επιστολογραφία

«Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα»
Τό­μος ΚΘ, 1-2
Άνοι­ξη-Κα­λο­καί­ρι 2009
Ζά­κυν­θος

Το και­νού­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού δεν εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο σε έ­να θέ­μα ή κά­ποιο πρό­σω­πο αλ­λά συ­γκε­ντρώ­νει ποι­κί­λη ύ­λη. Για α­κό­μη μια φο­ρά, η αρ­χή γί­νε­ται με Ξε­νό­που­λο. Ο Δ. Ν. Μου­σμού­της πα­ρου­σιά­ζει τέσ­σε­ρις α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του α­πό τον Δε­κέμ­βριο του 1930 και την ά­νοι­ξη του 1931 προς τον Μιλ­τιά­δη Λι­δω­ρί­κη, τό­τε πρό­ε­δρο της Εται­ρείας Ελλή­νων Θε­α­τρι­κών Συγ­γρα­φέων. Το κα­λο­καί­ρι του 1930, εί­χε α­θλο­θε­τη­θεί α­νά διε­τία, α­πό τον φι­λό­τε­χνο Αντώ­νιο Στα­θά­το, δρα­μα­τι­κός δια­γω­νι­σμός προς ε­νί­σχυ­ση της ελ­λη­νι­κής θε­α­τρι­κής πα­ρα­γω­γής. Ο Ξε­νό­που­λος μα­ζί με τον Τί­μο Μω­ραϊτί­νη εί­χαν ε­κλε­γεί μέ­λη της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής α­πό το διοι­κη­τι­κό συμ­βού­λιο της Εται­ρείας, που, πέ­ρα α­πό τον πρό­ε­δρο, α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό τους Κώ­στα Βελ­μύ­ρα και Νι­κό­λαο Λά­σκα­ρη. Δεν γνω­ρί­ζου­με το σχε­τι­κό βι­βλίο του Μου­σμού­τη για τον Στα­θά­τειο Δια­γω­νι­σμό, πά­ντως, οι ε­πι­στο­λές Ξε­νό­που­λου, που κά­που ξε­τρύ­πω­σε, δεν στε­ρού­νται εν­δια­φέ­ρο­ντος. Όπως φαί­νε­ται, ο Ξε­νό­που­λος ερ­γα­ζό­ταν για τον δια­γω­νι­σμό πυ­ρε­τω­δώς. Μέ­χρι τον Δε­κέμ­βριο του 1930 εί­χε δια­βά­σει και α­ξιο­λο­γή­σει 55 έρ­γα, τα ο­ποία υ­πο­βάλ­λο­νταν με α­πο­κρυμ­μέ­νο το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα τους. Με α­φορ­μή το έρ­γο «Ανά­με­σα στους Ανθρώ­πους» του Θεό­δω­ρου Συ­να­δι­νού, προ­τεί­νει μια εύ­στο­χη κα­τά­τα­ξη της ε­πι­τυ­χίας ε­νός έρ­γου: “Επι­τυ­χία ε­κτι­μή­σεως” για ε­κεί­να τα έρ­γα, τα α­λη­θι­νά ευ­συ­νεί­δη­τα και κα­λο­γραμ­μέ­να, που φθά­νουν στο σκο­πό τους ό­χι με πο­λύ χτυ­πη­τά θε­α­τρι­κά μέ­σα. “Επι­τυ­χία κα­τα­πλή­ξεως” για ε­κεί­να τα ψεύ­τι­κα και νό­θα, που ε­πι­στρα­τεύουν χτυ­πη­τά θε­α­τρι­κά μέ­σα. Και “Επι­τυ­χία α­λη­θι­νή”, ό­ταν συν­δυά­ζε­ται η λο­γο­τε­χνι­κή α­ξία με τη θε­α­τρι­κή. Το έρ­γο του Συ­να­δι­νού το το­πο­θε­τού­σε στη δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρία. Ωστό­σο, το έρ­γο α­πέ­σπα­σε το δεύ­τε­ρο βρα­βείο. Γι’ αυ­τό και ο Ξε­νό­που­λος μειο­ψή­φη­σε και ζή­τη­σε να υ­πάρ­ξει σχε­τι­κή α­να­φο­ρά. Πά­ντως, το πρώ­το βρα­βείο δό­θη­κε στον «Αντι­φω­νη­τή» του Άγγε­λου Ση­μη­ριώ­τη κι αυ­τό χά­ρις στις πιέ­σεις που ά­σκη­σε ο Ξε­νό­που­λος. Σύμ­φω­να με τη γνώ­μη του, με­τά την α­νά­γνω­ση 85 έρ­γων, αυ­τό ή­ταν μα­κράν το κα­λύ­τε­ρο.
Ακο­λου­θούν κι άλ­λες α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές. Αυ­τή τη φο­ρά, α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία του ι­δρυ­τή του πε­ριο­δι­κού Ντί­νου Κο­νό­μου και της Μι­μί­κας Κρα­νά­κη. Σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κοι, το 1918 γεν­νη­μέ­νος ο Κο­νό­μος, το 1922 η Κρα­νά­κη, γνω­ρί­στη­καν στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του 1940, ό­ταν ο Κο­νό­μος ήρ­θε στην Αθή­να, α­πο­φα­σι­σμέ­νος να εκ­δώ­σει το πε­ριο­δι­κό του. Τα «Επτα­νη­σια­κά Γράμ­μα­τα», ό­πως προ­σω­ρι­νά το τιτ­λο­φο­ρού­σε. Όμως, ο τίτ­λος ή­ταν ή­δη κα­το­χυ­ρω­μέ­νος σε άλ­λον. Έτσι, προέ­κυ­ψαν τα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», που ξε­κί­νη­σαν το 1945. Τό­τε, η Κρα­νά­κη, και ως πα­λιά Δια­πλα­σο­πού­λα, εί­χε συ­στή­σει τον Κο­νό­μο στον Ξε­νό­που­λο. Με μια α­γκα­λιά κόκ­κι­να τρια­ντά­φυλ­λα εί­χαν πά­ει ε­πί­σκε­ψη στον Ζα­κύν­θιο και η Κρα­νά­κη του πα­ρου­σία­σε “το πα­τριω­τά­κι” του, που χρεια­ζό­ταν βοή­θεια. Οι ε­πι­στο­λές, που δη­μο­σιεύο­νται στο τεύ­χος, εί­ναι α­πό την με­τα­γε­νέ­στε­ρη πε­ρίο­δο, 1976-1980. Θυ­μί­ζου­με πως ο Κο­νό­μος πέ­θα­νε το 1990 και η Κρα­νά­κη, στο Πα­ρί­σι, την περ­σι­νή πρω­τα­πρι­λιά. Ήταν μια δια­βο­λι­κή σύ­μπτω­ση, που φαί­νε­ται να έρ­χε­ται α­πό το χώ­ρο του με­τα­φυ­σι­κού, α­φού πά­ντα της ά­ρε­σαν τα α­στεία.
Επί­σης, δη­μο­σιεύο­νται δυο α­νέκ­δο­τες ε­πι­στο­λές του ζω­γρά­φου και α­γιο­γρά­φου Χρή­στου Ρουσ­σέα, α­πό το 1956, προς τις κό­ρες του, τη ζω­γρά­φο Μα­ρία Ρουσ­σέα και τη γνω­στή η­θο­ποιό Τζέ­νη Ρουσ­σέα. Στο σει­σμό του 1953 χά­θη­κε έ­να με­γά­λο μέ­ρος του έρ­γου του Ρουσ­σέα. Το εν­δια­φέ­ρον των ε­πι­στο­λών, ο­που­δή­πο­τε αυ­τές και να δη­μο­σιεύο­νται, ε­παυ­ξά­νουν οι υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις. Ευ­τυ­χώς, στις αλ­λη­λο­γρα­φίες που πα­ρου­σιά­ζο­νται κα­τά και­ρούς στα «Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα», εί­ναι ε­κτε­νείς και ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νες. Εδώ, ο Διο­νύ­σης Σέρ­ρας, που α­να­λαμ­βά­νει το σχο­λια­σμό των ε­πι­στο­λών του Ρουσ­σέα, α­να­φέ­ρε­ται εν ε­κτά­σει στην προ­το­μή Σο­λω­μού, που ε­πρό­κει­το να στη­θεί στο Με­σο­λόγ­γι με α­φορ­μή τους ε­ορ­τα­σμούς για την ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δα α­πό το θά­να­το του ποιη­τή. Υπο­ψή­φιοι γλύ­πτες ή­ταν ο Γεώρ­γιος Γεωρ­γίου και ο Νι­κό­λας (Παυ­λό­που­λος), τον ο­ποίο εί­χε συ­στή­σει και ο διευ­θυ­ντής της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών Μι­χά­λης Τό­μπρος, μέ­σω του Γιάν­νη Χατ­ζί­νη. Κα­λοί και φθη­νοί οι γλύ­πτες αλ­λά η προ­το­μή Σο­λω­μού δεν φι­λο­τε­χνή­θη­κε.
Τέ­λος, στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται δέ­κα γράμ­μα­τα του Γιάν­νη Πο­μό­νη-Τζα­γκλα­ρά προς τον Νιό­νιο Με­λί­τα. Πι­στεύου­με πως θα χρεια­ζό­ταν ε­κτε­νέ­στε­ρη σύ­στα­ση των δυο αλ­λη­λο­γρά­φων, πέ­ραν της συ­νη­θι­σμέ­νης πα­ρα­πο­μπής του α­να­γνώ­στη σε προ­η­γού­με­να τεύ­χη του πε­ριο­δι­κού. Ίσως, αυ­τές οι ε­πι­στο­λές να έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κό εν­δια­φέ­ρον. Ωστό­σο, πα­ρα­μέ­νει γε­νι­κό­τε­ρου εν­δια­φέ­ρο­ντος το «Γλωσ­σά­ριο ι­διω­μα­τι­σμών της αλ­λο­τι­νής ζα­κυν­θι­νής ντο­πιο­λα­λιάς» του Τζα­γκλα­ρά. Με αυ­τούς τους ι­διω­μα­τι­σμούς, οι πα­λιοί Ζα­κύν­θιοι “ε­ποί­κιλ­λαν τον προ­φο­ρι­κό κι ε­νίο­τε και τον έ­ντε­χνο λό­γο τους, και α­κό­μη αρ­τίω­ναν την εκ­φρα­στι­κή τους πλη­ρό­τη­τα”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει.
Στο τεύ­χος δη­μο­σιεύο­νται, ε­κτός α­πό τις ε­πι­στο­λές, ποιή­μα­τα και κεί­με­να για διά­φο­ρα θέ­μα­τα. Ανά­με­σά τους, αυ­τό του Διο­νύ­ση Φλε­μο­τό­μου για «Το Δί­πτυ­χο της εκ­κλη­σίας της Αγίας Μα­ρί­νας των Δρα­γω­ναίων». Βε­βαίως, θα α­πο­ρή­σει ο α­να­γνώ­στης τι εν­δια­φέ­ρον μπο­ρεί να πα­ρου­σιά­ζει έ­να κεί­με­νο για κά­ποιο συ­γκε­κρι­μέ­νο δί­πτυ­χο, ό­ταν πολ­λοί εί­ναι ε­κεί­νοι που α­γνοούν την εκ­κλη­σια­στι­κή ση­μα­σία της λέ­ξης. Κι ό­μως, τα δί­πτυ­χα δεν εί­ναι πα­ρά η ε­πί­ση­μη μορ­φή, με ζω­γρα­φι­κές ή και γλυ­πτές α­να­πα­ρα­στά­σεις, που παίρ­νουν στις εκ­κλη­σίες τα γνω­στά ψυ­χο­χάρ­τια υ­πέρ υ­γείας ή υ­πέρ α­να­παύ­σεως των ψυ­χών, που κι αυ­τά εί­θι­σται να δι­πλώ­νο­νται στα δύο. Μα­ζί με τις εκ­κλη­σίες που κα­τέρ­ρευ­σαν στον κα­τα­στρο­φι­κό σει­σμό του 1953, χά­θη­καν και πολ­λά δί­πτυ­χα και μα­ζί τους οι πο­λύ­τι­μες μαρ­τυ­ρίες, που έ­δι­ναν για τις πα­λιές οι­κο­γέ­νειες και τα μέ­λη τους. Ο Φλε­μο­τό­μος πε­ρι­γρά­φει έ­να α­πό τα λι­γο­στά σω­ζό­με­να, του 1641. Δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για τις ει­κό­νες, ε­νώ κα­τα­γρά­φει και α­πο­κρυ­πτο­γρα­φεί τα ο­νό­μα­τα α­πό τα σω­ζό­με­να σπα­ράγ­μα­τα. Προ­η­γου­μέ­νως, ε­ξη­γεί για­τί η Αγία Μα­ρί­να έ­χει στη Ζά­κυν­θο, αλ­λά και α­πα­ντα­χού στην Ελλά­δα, τό­σες εκ­κλη­σίες προς τι­μή της, πα­ρα­θέ­το­ντας και τα ζα­κυν­θι­νά έ­θι­μα κα­τά την η­μέ­ρα του ε­ορ­τα­σμού της. Το Μα­ρί­να έρ­χε­ται, λέει, α­πό το μα­ραί­νω, κα­θώς η Αγία μα­ραί­νει τα κα­κά και τις αρ­ρώ­στιες. Υπάρ­χει η πί­στη πως μά­χε­ται τους δαί­μο­νες και κά­νει κα­λά τους δαι­μο­νι­σμέ­νους, που α­φθο­νούν σε ό­λες τις ε­πο­χές.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δεν υπάρχουν σχόλια: