Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

ZAΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Ένας κοσμοπολίτης εκ Καρπενησίου

Την προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κή, σχο­λιά­ζο­ντας τα «Πα­πα­δια­μα­ντι­κά Τε­τρά­δια», α­να­φερ­θή­κα­με στον Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου, δί­νο­ντας την υ­πό­σχε­ση ό­τι θα ε­πα­νέλ­θου­με. Το γορ­γόν και χά­ριν έ­χει. Εάν, μά­λι­στα, δεν με­σο­λα­βού­σαν άλ­λοι α­ντι­πε­ρι­σπα­σμοί και η δη­μο­σίευ­ση γι­νό­ταν νω­ρί­τε­ρα, στις αρ­χές Φε­βρουα­ρίου, θα προσ­λάμ­βα­νε κα­θα­ρά ε­πε­τεια­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ωστό­σο, με έ­να-ε­νά­μι­σι μή­να κα­θυ­στέ­ρη­ση δεν αλ­λά­ζουν και πο­λύ τα πράγ­μα­τα. Χά­νε­ται μεν το α­κρι­βές η­με­ρο­λο­για­κό της ε­πε­τείου, αλ­λά ως “θέ­μα” δεν υ­πάρ­χει κα­μία πι­θα­νό­τη­τα να “κα­εί”. Ου­δείς πρό­κει­ται να α­να­κα­λέ­σει τον Πα­πα­ντω­νίου στην ε­πι­και­ρό­τη­τα, ού­τε καν η Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών της Ακα­δη­μίας, στην ο­ποία δια­τέ­λε­σε μέ­λος. Να το α­πο­δώ­σει κα­νείς σε δι­καιο­λο­γη­μέ­νη α­δια­φο­ρία, ε­πει­δή ως πρό­σω­πο μπο­ρεί σή­με­ρα να στε­ρεί­ται εν­δια­φέ­ρο­ντος; Μπο­ρεί, αλ­λά ως δι­καιο­λο­γία πα­ρα­μέ­νει ε­πι­φα­νεια­κή, για­τί υ­πάρ­χει κά­τι άλ­λο, πο­λύ βα­θύ­τε­ρο, το ο­ποίο συ­σχε­τί­ζε­ται με τους γε­νι­κό­τε­ρους ε­παμ­φο­τε­ρι­σμούς του νε­ο­ελ­λη­νι­κού βίου. Μην μπλέ­ξου­με, ό­μως, σε αυ­τούς τους α­χα­νείς ο­ρί­ζο­ντες. Κα­λύ­τε­ρα να πε­ριο­ρι­στού­με στον ευ­γε­νή και βα­θιάς καλ­λιέρ­γειας Καρ­πε­νη­σιώ­τη.

Παι­δί του βου­νού

Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου γεν­νή­θη­κε στις 3 Φε­βρουα­ρίου 1877 στο Καρ­πε­νή­σι και πέ­θα­νε το πρωί της 1ης Φε­βρουα­ρίου 1940. Απε­βίω­σε ξαφ­νι­κά, α­πό α­να­κο­πή μέ­σα στο τρα­μ, πη­γαί­νο­ντας σε συ­νε­δρία της Ακα­δη­μίας Αθη­νών. Συ­μπλή­ρω­νε τα 63 και προ διε­τίας εί­χε ε­κλε­γεί Ακα­δη­μαϊκός στην Τά­ξη Γραμ­μά­των και Τε­χνών. “Από τας συ­νε­δρίας της Ολο­με­λείας και της Τά­ξεως σπα­νιώ­τα­τα α­που­σία­ζε, προ­σήρ­χε­το δε σχε­δόν κα­τά κα­νό­να ο­λί­γον με­τά την αρ­χή της συ­νε­δρίας και ε­λάμ­βα­νε θέ­σιν εις τα πρώ­τα πλά­για κα­θί­σμα­τα”, σύμ­φω­να με τον συ­νο­μή­λι­κό του, πα­λαιό­τε­ρο Ακα­δη­μαϊκό, Σω­κρά­τη Κου­γέα. Σε ε­κεί­νη, ό­μως, τη συ­νε­δρία, τε­λι­κά, α­που­σία­σε. “Παι­δί του βου­νού”, α­πο­κα­λεί τον Πα­πα­ντω­νίου ο Κ.Θ. Δη­μα­ράς στην νε­κρο­λο­γία του. “Γεν­νη­μέ­νο και με­γα­λω­μέ­νο σ’ έ­να α­πό τα πιο ω­ραία βου­νά της Ελλά­δος”, ό­πως γρά­φει, εν­νοώ­ντας τον Τυμ­φρη­στό, γνω­στό και ως Βε­λού­χι. Η νύ­ξη του Δη­μα­ρά δεν γί­νε­ται τυ­χαία. Κα­τά έμ­με­σο τρό­πο α­να­φέ­ρε­ται στα «Ψη­λά βου­νά», α­ντο­νο­μα­σία του Τυμ­φρη­στού, που χρη­σι­μο­ποιεί ο Πα­πα­ντω­νίου, τιτ­λο­φο­ρώ­ντας το α­να­γνω­στι­κό που έ­γρα­ψε για την Τρί­τη Δη­μο­τι­κού, έ­να βι­βλίο, το ο­ποίο στέ­κει πρό­δρο­μος της δη­μο­τι­κής γλώσ­σας στην πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση. Κυ­κλο­φό­ρη­σε Ια­νουά­ριο 1919 ως εγ­χει­ρί­διο του δη­μο­τι­κού, αλ­λά μέ­σα στον πυ­ρε­τό του πο­λι­τι­κού Δι­χα­σμού α­τύ­χη­σε. Δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, Φε­βρουά­ριο 1921, κά­η­κε μα­ζί με άλ­λα δώ­δε­κα α­να­γνω­στι­κά της εκ­παι­δευ­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης του Βε­νι­ζέ­λου, δη­μο­σίως, στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος.
Δέ­κα χρό­νια με­τά το θά­να­το του Πα­πα­ντω­νίου, σε πρω­το­σέ­λι­δη ε­πι­φυλ­λί­δα στην ε­φη­με­ρί­δα «Τα Νέ­α», δη­μο­σιεύ­τη­κε κεί­με­νο ως “λο­γο­τε­χνι­κό μνη­μό­συ­νο”, με τίτ­λο, «Δά­σκα­λος του λό­γου», ό­που ε­ξαί­ρε­ται η προ­σω­πι­κό­τη­τα και το έρ­γο του. Ει­σα­γω­γι­κά το­νί­ζε­ται ό­τι ο χρό­νος που πέ­ρα­σε, α­ντί να σβή­σει τον Πα­πα­ντω­νίου, δη­μιούρ­γη­σε νέες προϋπο­θέ­σεις για την κα­λύ­τε­ρη ε­κτί­μη­ση της προ­σφο­ράς του.

Αντί­στρο­φη φο­ρά

Κα­τά α­ντί­στρο­φη φο­ρά, ε­βδο­μή­ντα χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, ο χρό­νος φαί­νε­ται να σβή­νει την πε­ρί­πτω­σή του, α­φού έ­χουν δη­μιουρ­γη­θεί οι προϋπο­θέ­σεις για την ε­ξά­λει­ψη ε­νός “φλο­γε­ρού θια­σώ­τη της ελ­λη­νι­κής πα­ρά­δο­σης”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ο Πα­πα­ντω­νίου στην ε­πι­φυλ­λί­δα του 1950. Επι­βε­βαιώ­νε­ται α­πό την έλ­λει­ψη α­να­φο­ράς στον Τύ­πο, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί η προ­α­ναγ­γελ­τι­κή μνη­μό­νευ­ση της ε­πε­τείου στο πε­ριο­δι­κό της γε­νέ­τει­ράς του, τα «Ευ­ρυ­τα­νι­κά Χρο­νι­κά», στο φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του 2009. Το Δ.Σ. της Πα­νευ­ρυ­τα­νι­κής Ένω­σης α­πο­φά­σι­σε ο­μό­φω­να να α­να­κη­ρύ­ξει το 2010 «Έτος Ζα­χα­ρία Πα­πα­ντω­νίου». Την πρό­τα­σή τους, το πι­θα­νό­τε­ρο, ού­τε καν θα την πλη­ρο­φο­ρη­θούν στην πρω­τεύου­σα. Αρκε­τά δι­λήμ­μα­τα έ­χουν οι πα­ροι­κού­ντες εν Αθή­ναις άν­θρω­ποι του βι­βλίου με τους με­σο­πο­λε­μι­κούς και με­τα­πο­λε­μι­κούς υ­πο­ψή­φιους προς α­να­κή­ρυ­ξη ε­πε­τεια­κού έ­τους. Χω­ρίς α­κό­μη να έ­χουν κα­τα­λή­ξει, πο­νο­κε­φα­λιά­ζουν α­νά­με­σα στις ε­κα­το­ντα­ε­τη­ρί­δες α­πό γεν­νή­σεως Νί­κου Καβ­βα­δία και Ανδρέα Κα­ρα­ντώ­νη, την τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τία α­πό θα­νά­του Νί­κου Κα­χτί­τση και την τρια­κο­ντα­ε­τία α­πό θα­νά­του Στρα­τή Τσίρ­κα. Πού, λοι­πόν, μυα­λό και διά­θε­ση να α­σχο­λη­θούν και με τους πα­λαιό­τε­ρους, ό­πως η πε­ρί­πτω­ση Πα­πα­ντω­νίου. Τους δια­γρά­φουν και έ­χουν έ­ναν πο­νο­κέ­φα­λο λι­γό­τε­ρο. Μό­λις προχ­θές, Πέ­μπτη, πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ό­τι το Ε.ΚΕ.ΒΙ. ε­τοι­μά­ζει δύο α­φιε­ρώ­μα­τα στους Στρα­τή Τσίρ­κα και Νί­κο Καβ­βα­δία.
Πά­ντως, τα «Ευ­ρυ­τα­νι­κά Χρο­νι­κά» δη­μο­σιεύουν στο ε­ξώ­φυλ­λο το πορ­τρέ­το του Πα­πα­ντω­νίου, που φι­λο­τέ­χνη­σε ο στε­νός του φί­λος Κω­στής Παρ­θέ­νης, και α­ναγ­γέλ­λουν εκ­δη­λώ­σεις σε διά­φο­ρες πό­λεις α­νά την Ελλά­δα. Επι­προ­σθέ­τως, α­να­κοι­νώ­νε­ται η χύ­τευ­ση προ­το­μής του Πα­πα­ντω­νίου, α­ντί­γρα­φο της προ­το­μής του α­πό τον γλύ­πτη Κώ­στα Δη­μη­τριά­δη, που βρί­σκε­ται στην Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη. Η προ­το­μή, ό­πως διευ­κρι­νί­ζε­ται, θα το­πο­θε­τη­θεί στο Καρ­πε­νή­σι, ε­νώ έ­να δεύ­τε­ρο α­ντί­γρα­φο θα κο­σμή­σει τον τά­φο του στο Α΄ Νε­κρο­τα­φείο Αθη­νών. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι προ­το­μή του Πα­πα­ντω­νίου υ­πάρ­χει ε­δώ και κά­μπο­σα χρό­νια στη Γρα­νί­τσα Ευ­ρυ­τα­νίας, το χω­ριό του πα­τέ­ρα του, του δη­μο­δι­δά­σκα­λου Λά­μπρου Πα­πα­ντω­νίου, τον ο­ποίον συ­να­ντά­με α­νώ­νυ­μο μέ­σα στα «Ψη­λά βου­νά».

Δύο βι­βλία

Θεω­ρη­τι­κά, πα­ρό­μοιες εκ­δη­λώ­σεις κα­τα­πο­λε­μούν τη λή­θη. Πρα­κτι­κά, ό­μως, γί­νο­νται τό­σες πολ­λές, του­λά­χι­στον στην Αθή­να, και με τό­σες α­σή­μα­ντες α­φορ­μές, που μό­νο οι στε­νοί συγ­γε­νείς και φί­λοι του τι­μώ­με­νου τις χαί­ρο­νται. Από την άλ­λη, τα τεκ­μή­ρια μνή­μης, ό­πως ε­δώ οι προ­το­μές, μέ­νουν, αλ­λά λει­τουρ­γούν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, για­τί α­δυ­να­τούν να α­ντι­σταθ­μί­σουν το κύ­ρος και την πει­στι­κό­τη­τα του λό­γου. Εκεί­νο που, κυ­ρίως, χρειά­ζο­νται οι ε­κλι­πό­ντες εί­ναι φρο­ντί­δα του έρ­γου τους. Και το 2000, λη­σμο­νη­μέ­νος ή­ταν ο Πα­πα­ντω­νίου, ω­στό­σο δυο βι­βλία εί­χαν δώ­σει τό­τε α­φορ­μή για μνη­μό­νευ­ση. Το βι­βλίο του Μι­χά­λη Στα­φυ­λά, «Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου. Τα θεία δώ­ρα των ε­μπνεύ­σεών του» (έκδ. Το­πι­κής Ένω­σης Δή­μων και Κοι­νο­τή­των Ευ­ρυ­τα­νίας), και το 2001, της Φω­τει­νής Κε­ρα­μά­ρη, «Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου ως πε­ζο­γρά­φος», α­θη­ναϊκή έκ­δο­ση, της «Εστίας». Από την Γρα­νί­τσα Ευ­ρυ­τα­νίας, ο Στα­φυ­λάς, συ­γκε­ντρώ­νει βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Πα­πα­ντω­νίου, δη­μο­σιεύ­μα­τα και μαρ­τυ­ρίες. Το βι­βλίο του δια­πνέε­ται α­πό την προ­σή­λω­ση, ό­χι μό­νο του συ­ντο­πί­τη, αλ­λά και του συγ­γε­νή. Οι παπ­πού­δες τους, α­πό την πλευ­ρά της μη­τέ­ρας τους, ο συμ­βο­λαιο­γρά­φος Ζα­χα­ρίας Ηλιό­καυ­τος του Πα­πα­ντω­νίου και ο Βα­σί­λειος Μπλα­τσής του Στα­φυ­λά, ή­ταν πρώ­τοι ε­ξά­δελ­φοι. Μά­λι­στα, στο σπί­τι του Μπλα­τσή γεν­νή­θη­κε ο Πα­πα­ντω­νίου. Το πι­θα­νό­τε­ρο, για με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια κα­τά τη γέν­να. Πά­ντως, η οι­κο­γέ­νεια ή­ταν, τό­τε α­κό­μη, ε­γκα­τα­στη­μέ­νη στη Γρα­νί­τσα, ό­που δί­δα­σκε ο πα­τέ­ρας του. Γι’ αυ­τό, άλ­λω­στε, και ο Πα­πα­ντω­νίου βρί­σκε­ται γραμ­μέ­νος στα μη­τρώα του Δή­μου Απε­ρα­ντίων και ό­χι Καρ­πε­νη­σίου.
Το βι­βλίο της Κε­ρα­μά­ρη εί­ναι α­πό­το­κο της δια­τρι­βής της. Πα­ρου­σιά­ζει τον πε­ζο­γρά­φο Πα­πα­ντω­νίου και κά­νει μια πρώ­τη α­πό­πει­ρα βι­βλιο­γρά­φη­σης του έρ­γου του. Κα­θό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τη, α­φού φθά­νει τα 3276 λήμ­μα­τα, κα­λύ­πτο­ντας τις πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες, στις ο­ποίες ερ­γά­στη­κε ο Πα­πα­ντω­νίου ως δη­μο­σιο­γρά­φος, α­πό η­λι­κίας 16 ε­τών μέ­χρι 34, και ε­κεί­νες στις ο­ποίες, τα κα­το­πι­νά χρό­νια, δη­μο­σίευε σε μό­νι­μη βά­ση, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­να πε­ριο­δι­κά. Ελά­χι­στα, ω­στό­σο, αν συ­γκρι­θούν με το σύ­νο­λο των πε­ριο­δι­κών, στα ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται κεί­με­νά του. Επί­σης, πα­ρα­λεί­πο­νται τα έ­ντυ­πα της ε­παρ­χίας και του Πα­ρι­σιού. Ο Πα­πα­ντω­νίου δη­μο­σίευ­σε σε ποι­κί­λα έ­ντυ­πα, κυ­ρίως πό­λεων που υ­πη­ρέ­τη­σε ως νο­μάρ­χης την πρώ­τη βε­νι­ζε­λι­κή πε­ρίο­δο 1912-1917: Ζά­κυν­θο, Σύ­ρο, Κα­λα­μά­τα, Σπάρ­τη. Αλλά και σε γαλ­λι­κά έ­ντυ­πα την τριε­τία 1908-1911, που έ­μει­νε στο Πα­ρί­σι. Εδώ, να διορ­θώ­σου­με μια συ­χνά ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη λαν­θα­σμέ­νη α­να­φο­ρά. Στο Πα­ρί­σι, δεν ε­στά­λη ως α­ντα­πο­κρι­τής της ε­φη­με­ρί­δας «Εμπρός» του Δη­μη­τρίου Κα­λα­πο­θά­κη, αλ­λά α­πό τον «Τα­χυ­δρό­μο» του Αρι­στεί­δη Κυ­ρια­κού. Η ε­φη­με­ρί­δα του Κυ­ρια­κού, ό­μως, δεν πή­γαι­νε κα­λά και του διέ­κο­ψε τη μι­σθο­δο­σία. Οπό­τε ο Πα­πα­ντω­νίου βρέ­θη­κε ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νος στο Πα­ρί­σι. Ήταν οι φί­λοι του και κυ­ρίως, ο Σω­τή­ρης Σκί­πης, που τον βοή­θη­σαν, ε­ξα­σφα­λί­ζο­ντας την πρόσ­λη­ψή του ως α­ντα­πο­κρι­τή στο «Εμπρός», ό­που δη­μο­σίευ­σε τα πε­ρί­φη­μα «Πα­ρι­σι­νά γράμ­μα­τα».
Για το 2010 δεν υ­πάρ­χει η α­ναγ­γε­λία κά­ποιας έκ­δο­σης, ού­τε πρό­θε­σης να συ­μπλη­ρω­θεί η Βι­βλιο­γρα­φία του. Και για­τί, άλ­λω­στε, να μας α­πα­σχο­λεί ο Πα­πα­ντω­νίου 70 χρό­νια με­τά το θά­να­τό του. Όταν η τε­λευ­ταία ε­πα­νέκ­δο­ση βι­βλίου του, η συ­γκε­ντρω­τι­κή έκ­δο­ση των διη­γη­μά­των του, έ­γι­νε α­πό τον Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη, ε­πε­τεια­κά, προ ει­κο­σα­ε­τίας, ε­νταγ­μέ­νη στην μο­να­δι­κή σει­ρά «Η πε­ζο­γρα­φι­κή μας πα­ρά­δο­ση». Ενώ, η πιο πρό­σφα­τη α­να­φο­ρά σε γραμ­μα­το­λο­γία συ­γκε­φα­λαιώ­νει την πε­ρί­πτω­σή του με την κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή κρί­ση: “Ο Ζα­χα­ρίας Πα­πα­ντω­νίου υ­πήρ­ξε έ­νας ε­λάσ­σων διη­γη­μα­το­γρά­φος”. Πά­ντως, η α­πα­ξίω­ση του λο­γο­τέ­χνη Πα­πα­ντω­νίου δεν γί­νε­ται με τον ε­ντο­πι­σμό α­δύ­να­των ση­μείων, που δεν εί­χαν ε­πι­ση­μαν­θεί, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, με τον σχο­λια­σμό ό­σων οι πα­λαιό­τε­ροι ε­κτι­μού­σαν ως α­ρε­τές. Αυ­τά τα σθε­να­ρά ση­μεία εί­ναι που, υ­πό το φως του 21ου, α­πο­κα­λύ­πτο­νται ως κου­σού­ρια. Από την άλ­λη, δεν δί­νε­ται η πρέ­που­σα ση­μα­σία σε ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Πα­πα­ντω­νίου, τα ο­ποία, σή­με­ρα, α­ξιο­λο­γού­με. Για πα­ρά­δειγ­μα, ως πνευ­μα­τι­κή φυ­σιο­γνω­μία στά­θη­κε πο­λυ­σχι­δής. Ενώ, ως διη­γη­μα­το­γρά­φος, έ­χει ι­διό­τυ­πο ύ­φος, χιού­μορ και βα­θιά α­παι­σιο­δο­ξία. Θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί μά­στο­ρας της φρά­σης, για να χρη­σι­μο­ποιή­σου­με μια τρέ­χου­σα έκ­φρα­ση. Μπο­ρεί σή­με­ρα να μην έ­χου­με σε υ­πό­λη­ψη τους πα­λαιούς κρι­τι­κούς, ω­στό­σο, μια πα­ρα­τή­ρη­ση του Κλέω­να Πα­ρά­σχου συ­νο­ψί­ζει εύ­στο­χα τον Πα­πα­ντω­νίου ως συγ­γρα­φέα, γρά­φο­ντας ό­τι “η καλ­λί­τε­ρη ποιη­τι­κή φλέ­βα του βρί­σκε­ται στην πε­ζο­γρα­φία του”...
Όμως, ε­πει­δή το θέ­μα Πα­πα­ντω­νίου δεν μπο­ρεί να κλεί­σει ε­δώ, θα ε­πα­νέλ­θου­με στο φύλ­λο της ε­πό­με­νης Κυ­ρια­κής.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
















Γελοιογραφία του Φωκίωνα Δημητριάδη, με φόντο την Ακαδημία Αθηνών. Ο Ζαχ. Παπαντωνίου ως δρομέας μοναχός, κρατώντας το βιβλίο του «Το Άγιον Όρος» και ο Σπύρος Μελάς έφιππος, κρατώντας το βιβλίο του «Ο Γέρος του Μωριά». Άνοιξη του 1935, συγκεκριμένα στις 25 Μαρτίου, η Ακαδημία ανακοίνωσε τα φιλολογικά βραβεία. Ένα εξ αυτών, το βραβείο Έλενας Βενιζέλου, απονεμήθηκε στον Παπαντωνίου για «Το Άγιον Όρος», αν και νωρίτερα είχε τιμηθεί με το Αριστείο Γραμμάτων. Ωστόσο, η γελοιογραφία στοχεύει βαθύτερα, εάν λάβουμε υπόψιν τον τίτλο της. Την ίδια εποχή γίνονται τα “μαγειρέματα” εκλογής νέου ακαδημαϊκού στην Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών, μέλος της οποίας εξελέγη, τελικά, ο Σπύρος Μελάς με 22 ψήφους, έναντι 14 ψήφων που απέσπασε ο Παπαντωνίου. Αρκετοί λόγιοι διατύπωσαν δημόσια τη λύπη τους για τη μη εκλογή Παπαντωνίου, ενώ ορισμένοι χλεύασαν ή ειρωνεύτηκαν την εκλογή Μελά. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές, είναι αυτή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. «Ο Σπύρος Μελάς είναι άξιος συγχαρητηρίων, αφού τα κατάφερε να γίνει και ακαδημαϊκός. Εκείνη που δεν ξέρω αν είναι και τόσο - είναι η Ακαδημία Αθηνών», δηλώνει σε συνέντευξή του στα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους. Είναι, άλλωστε, γνωστός ο καταχθόνιος ρόλος που έπαιξε αργότερα ο Μελάς στις υποψηφιότητες των Ν. Καζαντζάκη και Α. Σικελιανού για το βραβείο Νόμπελ. Από τα έδρανα της Ακαδημίας έχουν, δυστυχώς, περάσει και τέτοια ευγενή υποκείμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: