Σάββατο, 24 Απριλίου 2010

Η εκπλήττουσα περίπτωση του Ανδρέα Κάλβου

«Επτα­νη­σια­κά Φύλ­λα»
Τό­μος ΚΘ, 3-4
Φθι­νό­πω­ρο-Χει­μώ­νας 2009
Ζά­κυν­θος

Το τεύ­χος, με ε­ξαί­ρε­ση τρία κεί­με­να, εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στον Ανδρέα Κάλ­βο, με τη συ­μπλή­ρω­ση 140 ε­τών α­πό το θά­να­τό του, στις 3 Νο­εμ­βρίου 1869, στο Λά­ουθ της Αγγλίας, σε η­λι­κία 77 ε­τών. Το α­φιέ­ρω­μα ε­πι­με­λή­θη­κε ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού Διο­νύ­σης Σέρ­ρας. Ένα πρώ­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στον ποιη­τή εί­χε δη­μο­σιευ­τεί στο ό­γδοο τεύ­χος, Αύ­γου­στο 1947, σε ε­πι­μέ­λεια του ι­δρυ­τή και μα­κρό­βιου εκ­δό­τη του Ντί­νου Κο­νό­μου. Σύμ­φω­να με την βι­βλιο­γρα­φία Ανδρέα Κάλ­βου του Γιώρ­γου Ανδρειω­μέ­νου, ε­κεί­νο ή­ταν το τρί­το α­φιέ­ρω­μα πε­ριο­δι­κού, με­τά το πρώ­το του πε­ριο­δι­κού «Πα­να­θή­ναια», το 1906, και το δεύ­τε­ρο, στη χρι­στου­γεν­νιά­τι­κη «Νέα Εστία» του 1946.
Σε άρ­θρο του, στο πα­ρόν α­φιέ­ρω­μα, ο Ανδρειω­μέ­νος α­να­κοι­νώ­νει ό­τι ε­τοι­μά­ζει μια η­λεκ­τρο­νι­κή έκ­δο­ση των ευ­ρι­σκο­μέ­νων του Κάλ­βου ως προάγ­γε­λο έ­ντυ­πης μορ­φής. Θυ­μί­ζει αυ­τά που έ­γρα­φε ο Σε­φέ­ρης στον πρό­λο­γό του για την α­λε­ξαν­δρι­νή έκ­δο­ση των Ωδών, το 1942: «...Φυ­σι­κά ε­κεί­νο που μας εν­δια­φέ­ρει πριν α­π’ ό­λα εί­ναι οι Ωδές. Αλλά ο Κάλ­βος έ­γρα­ψε και γράμ­μα­τα και έρ­γα στα ι­τα­λι­κά, και άρ­θρα στις ε­φη­με­ρί­δες της Κέρ­κυ­ρας, ί­σως και αλ­λού. Όλα αυ­τά πρέ­πει να μα­ζευ­τούν, να τα­χτο­ποιη­θούν και να τυ­πω­θούν σ’ έ­να σώ­μα. Τα ελ­λη­νι­κά με την ορ­θο­γρα­φία και τη στί­ξη του Κάλ­βου· τα ξε­νό­γλωσ­σα στο πρω­τό­τυ­πο με ελ­λη­νι­κή με­τά­φρα­ση, ό­σο γί­νε­ται πιο πι­στή και κυ­ρίως, ό­χι ποιη­τι­κή. Εκεί­νο που εν­δια­φέ­ρει εί­ναι να έ­χου­με τον Κάλ­βο ό­σο το δυ­να­τό πιο α­τό­φιο και χω­ρίς την πα­ρεμ­βο­λή της ι­διο­συ­γκρα­σίας τρί­των. Ύστε­ρα α­πό μια τέ­τοια ερ­γα­σία, αν υ­πάρ­χουν ση­μα­ντι­κά ξε­νό­γλωσ­σα ποιή­μα­τα, θα προ­σφέ­ρει βέ­βαια υ­πη­ρε­σία ο ποιη­τής που θα τους δώ­σει μια ελ­λη­νι­κή φω­νή. Αλλά η δου­λειά που δεν δέ­χε­ται α­να­βο­λή εί­ναι η πρώ­τη και θα πρέ­πει να γί­νει κά­πο­τε, το τα­χύ­τε­ρο...» Κά­πο­τε, ί­σως γί­νει. Όσο για το τα­χύ­τε­ρο, έ­χουν ή­δη πε­ρά­σει 68 χρό­νια α­πό το 1942, που α­ντι­στοι­χεί σε δυο α­κέ­ραιες γε­νιές φι­λο­λό­γων. Στο πα­ρόν α­φιέ­ρω­μα, τα βι­βλιο­γρα­φι­κά του Κάλ­βου συ­μπλη­ρώ­νει ο Σέρ­ρας. Σε έ­να ε­κτε­νές κεί­με­νο κα­τα­γρά­φει ό­σους, με έ­δρα την Ζά­κυν­θο, έ­γρα­ψαν για τον Κάλ­βο. Τους Ζα­κυν­θίους αλ­λά και ε­κεί­νους που έ­ζη­σαν και ερ­γά­στη­καν στο νη­σί. Επί­σης, α­πο­δελ­τιώ­νει ό­σα ποι­κί­λης μορ­φής και ση­μα­σίας γε­γο­νό­τα έ­λα­βαν χώ­ρα προς α­πό­δο­ση τι­μής στην πνευ­μα­τι­κή του κλη­ρο­νο­μιά. Με­τα­ξύ των άλ­λων, πα­ρα­θέ­τει κα­τά­λο­γο ζα­κυν­θι­νών ε­ντύ­πων, στα ο­ποία ε­ντο­πί­ζο­νται καλ­βι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα.
Το τεύ­χος α­νοί­γει με τα “νέα στοι­χεία”, που βρέ­θη­καν για τον Κάλ­βο. Κα­τ’ αρ­χήν, ο Λεύ­κιος Ζα­φει­ρίου πα­ρου­σιά­ζει τα βιο­γρα­φι­κά της Susan Fortune Ridout, που υ­πήρ­ξε μα­θή­τρια στα ι­τα­λι­κά του ποιη­τή κα­τά την πρώ­τη δια­μο­νή του στο Λον­δί­νο, α­πό τον Φε­βρουά­ριο του 1817 μέ­χρι το κα­λο­καί­ρι του 1820. Μα­θή­τρια, αρ­χι­κά, στη συ­νέ­χεια, ό­μως, με­τά το χω­ρι­σμό α­πό την πρώ­τη του σύ­ζυ­γο, α­γα­πη­μέ­νη και για μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα, αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά. Κό­ρη ε­μπό­ρου η Ρι­ντού, ή­ταν έ­να χρό­νο νεό­τε­ρή του, τον ε­ρω­τεύ­θη­κε πρώ­τη, ε­κεί­νος α­ντα­πέ­δω­σε με κα­θυ­στέ­ρη­ση, ω­στό­σο ή­ταν ε­κεί­νη, που διέ­λυ­σε τον αρ­ρα­βώ­να τους. Ακρι­βέ­στε­ρα, ο πα­τέ­ρας της, που δεν ε­νέ­κρι­νε το γά­μο, σταθ­μί­ζο­ντας τον υ­πο­ψή­φιο με οι­κο­νο­μι­κά κρι­τή­ρια. Η Ρι­ντού, πέ­ντε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, πα­ντρεύ­τη­κε. Διε­τέ­λε­σε διευ­θύ­ντρια παρ­θε­να­γω­γείου και πέ­θα­νε το 1857.
Στη συ­νέ­χεια, ο Θε­ο­δό­σης Πυ­λα­ρι­νός και ο Κώ­στας Καρ­δά­μης ο­ρι­στι­κο­ποιούν την η­με­ρο­μη­νία ά­φι­ξης του Κάλ­βου στην Κέρ­κυ­ρα, στις 26 Αυ­γού­στου 1826. Ο Κάλ­βος ερ­χό­ταν α­πό το Ναύ­πλιο. Την ί­δια η­μέ­ρα α­φίχ­θη­σαν στην Κέρ­κυ­ρα, ερ­χό­με­νοι ε­πί­σης α­πό το Ναύ­πλιο, τρία α­δέλ­φια α­πό το Αί­γιο, ο­νό­μα­τι Μεσ­ση­νέ­ζη. Οι δύο ε­ρευ­νη­τές ει­κά­ζουν ό­τι μπο­ρεί να συ­νο­δεύο­νταν α­πό τον Κάλ­βο και ελ­πί­ζουν μέ­σω αυ­τών να βρε­θούν στοι­χεία για τις σχέ­σεις του ποιη­τή με την Επα­νά­στα­ση. Τέ­λος, ο­ρί­ζουν έ­να terminus ante quem για το έ­τος του θα­νά­του του πα­τρός Κάλ­βου. Ο Ιωάν­νης Κάλ­βος θα πρέ­πει να πέ­θα­νε στο διά­στη­μα με­τα­ξύ της ά­νοι­ξης του 1820 και του κα­λο­και­ριού του 1826. Κα­τά τα άλ­λα, η οι­κο­γέ­νεια του Κάλ­βου, α­πό την πλευ­ρά του κερ­κυ­ραίου πα­τέ­ρα του, έ­χει αρ­κού­ντως διε­ρευ­νη­θεί. Μέ­χρι το γε­νε­α­λο­γι­κό δέ­ντρο των Κάλ­βων έ­χει συ­ντά­ξει ο Ζα­φει­ρίου. Σε α­ντί­θε­ση με τα λι­γο­στά στοι­χεία, που έ­χουν συ­γκε­ντρω­θεί για την ζα­κυν­θι­νή οι­κο­γέ­νεια της μη­τέ­ρας του, της Ανδρια­νής Ρου­κά­νη. Στο κεί­με­νό του, ο Διο­νύ­σης Φλε­μο­τό­μος πα­ρου­σιά­ζει στοι­χεία για ό­σους Ρου­κά­νη­δες έ­χουν ε­ντο­πι­στεί σε ι­διω­τι­κά και εκ­κλη­σια­στι­κά αρ­χεία. Η οι­κο­γέ­νεια Ρου­κά­νη εί­ναι μια α­πό τις πρώ­τες του Libro d’ Oro. Σύμ­φω­να με τον Λεω­νί­δα Ζώη, α­να­γρά­φε­ται το 1504. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας ή­ταν συμ­βο­λαιο­γρά­φοι, ε­νώ υ­πάρ­χουν και κά­ποιοι κλη­ρι­κοί. Συμ­βο­λαιο­γρά­φος ή­ταν και ο παπ­πούς του ποιη­τή, Νι­κό­λα­ος. Για­γιά του ή­ταν η Φιο­ρού­λα Δε Ρώσ­ση.
Για την μη­τέ­ρα του Κάλ­βου δη­μο­σιεύε­ται στο α­φιέ­ρω­μα έ­να α­κό­μη εν­δια­φέ­ρον κεί­με­νο. Πρό­κει­ται για την η­μι­τε­λή μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία, που συ­νέ­τα­ξε γι’ αυ­τήν ο Κ. Πορ­φύ­ρης γύ­ρω στα 1960. Ο Σέρ­ρας, που την προ­λο­γί­ζει, ει­κά­ζει ό­τι ο Πορ­φύ­ρης, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, συ­νει­δη­το­ποίη­σε πως δεν διέ­θε­τε αρ­κε­τά στοι­χεία και ε­γκα­τέ­λει­ψε τη συγ­γρα­φή της. Αντ’ αυ­τής έ­γρα­ψε την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία του ί­διου του ποιη­τή, «Ανδρέ­ας Κάλ­βος ο Αγέ­λα­στος», που εκ­δό­θη­κε το 1962. Το α­δη­μο­σίευ­το χει­ρό­γρα­φο τιτ­λο­φο­ρεί­ται «Αντρια­νού­λα, η τρα­γι­κή μη­τέ­ρα του ποιη­τή Ανδρέα Κάλ­βου». Ήταν 21 ε­τών η Ανδρια­νή, ό­ταν πρω­το­α­ντί­κρυ­σε τον μέλ­λο­ντα σύ­ζυ­γό της: «... Μια μέ­ρα, κα­θώς η Αντρια­νού­λα πα­ρα­κο­λου­θού­σε πί­σω α­πό τις τζε­λουτ­ζίες την κί­νη­ση της ρού­γας, εί­δε να περ­νά­ει κα­μα­ρω­τά έ­νας “σοτ­το­τε­νέ­ντες”, αν­θυ­πο­λο­χα­γός δη­λα­δή στο βε­νε­τσιά­νι­κο στρα­τό. Εκεί­νη την ε­πο­χή, βρι­σκό­μα­στε γύ­ρω στα 1790, τη Ζά­κυν­θο την εί­χαν οι Βε­νε­τσιά­νοι...» Η συ­νέ­χεια ή­ταν μια σε­ρε­νά­δα του με­θυ­σμέ­νου αν­θυ­πο­λο­χα­γού κά­τω α­πό το πα­ρα­θύ­ρι της. Η Αντρια­νού­λα πί­σω α­πό τις τζε­λουτ­ζίες, κό­ντε­ψε να λι­πο­θυ­μή­σει α­πό τη συ­γκί­νη­σή της. Όμως, ο πα­τήρ Ρου­κά­νης το θεώ­ρη­σε προ­σβο­λή και ή­θε­λε να του σπά­σει τα παΐδια. Ού­τε να α­κού­σει για προ­ξε­νιό με έ­ναν μερ­σε­νά­ρο. Τε­λι­κά, ό­μως, ε­νέ­δω­σε να πά­ρει η κό­ρη του τον Τζαν­νέ­το Κάλ­μπο, α­πό τους Κορ­φούς. Κα­λο­καί­ρι 1791 πα­ντρεύ­τη­καν. Το 1815, στα 45 της, πέ­θα­νε η Αντρια­νού­λα. Κα­θώς ε­φέ­τος συ­μπλη­ρώ­νε­ται έ­νας αιώ­νας α­πό τη γέν­νη­ση του Κ. Πορ­φύ­ρη, αυ­τή η η­μι­τε­λής βιο­γρα­φία, με τις μυ­θο­πλα­στι­κές της ε­λευ­θε­ρίες, δεί­χνει μια άλ­λη πλευ­ρά του σο­βα­ρού με­λε­τη­τή της «Επι­θεώ­ρη­σης Τέ­χνης».
Στο α­φιέ­ρω­μα, δη­μο­σιεύο­νται με­λε­τή­μα­τα για το έρ­γο του Κάλ­βου και για τον ί­διο. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει το κεί­με­νο της Αθη­νάς Γεωρ­γα­ντά, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην “εκ­πλήτ­του­σα πα­ρέν­θε­ση των Ωδώ­ν”. Δη­λα­δή, την πα­ρεμ­βο­λή σε πέ­ντε στί­χους των Ωδών μιας συ­ντα­κτι­κής ε­νό­τη­τας ε­ντός πα­ρεν­θέ­σεως, που υ­πο­γραμ­μί­ζε­ται με τον δια­σκε­λι­σμό του στί­χου. Το εν λό­γω υ­περ­βα­τό σχή­μα έ­χει α­πο­δο­θεί σε ε­πιρ­ροή της ι­τα­λι­κής ποίη­σης. Η με­λε­τή­τρια, ό­μως, θεω­ρεί ό­τι το πρό­τυ­πο για τη χρή­ση του σχή­μα­τος α­πό τον Κάλ­βο πρέ­πει να α­να­ζη­τη­θεί στον αγ­γλι­κό ρο­μα­ντι­σμό. Συγ­γέ­νειες των Ωδών με την ποίη­ση της η­γε­μο­νι­κής τριά­δας του αγ­γλι­κού ρο­μα­ντι­σμού, Μπάυ­ρο­ν-Σέλ­λεϋ-Κη­τς, δεί­χνει και ο Πα­να­γής Αλι­πρά­ντης. Η μα­κρό­χρο­νη σιω­πή του Κάλ­βου α­πα­σχο­λεί την Αθη­νά Βα­χλιώ­τη, ε­νώ ο π. Γεώρ­γιος Με­ταλ­λη­νός προ­σεγ­γί­ζει την θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα του ποιη­τή.
Εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νο και γλα­φυ­ρό εί­ναι το τα­ξι­διω­τι­κό του Σα­ρά­ντη Αντίο­χου α­πό μια ε­πί­σκε­ψη στο Λά­ουθ της Αγγλίας. Κα­τά τα άλ­λα, α­στεί­ρευ­τη πη­γή έ­μπνευ­σης πα­ρα­μέ­νει ο Κάλ­βος, ό­πως δεί­χνουν τα ποιή­μα­τα των Γιώρ­γου Γεωρ­γού­ση, Λού­λας Βάλ­βη-Μυ­λω­νά, π. Πα­να­γιώ­τη Κα­πο­δί­στρια και Σέρ­ρα, αλ­λά και η ε­πι­στο­λή προς Κάλ­βο που συ­ντάσ­σει ο Νι­κίας Λού­ντζης. Στον Σπυ­ρί­δω­να Δε Βιά­ζη α­να­φέ­ρε­ται ο Διο­νύ­σης Μου­σμού­της, το­νί­ζο­ντας ό­τι ε­κεί­νος πρώ­τος έ­βγα­λε α­πό την α­φά­νεια τον Κάλ­βο. Ανε­ξάρ­τη­τα αν πολ­λοί α­πο­δί­δουν τα πρω­τεία στον Κω­στή Πα­λα­μά και τη διά­λε­ξή του στον Φι­λο­λο­γι­κό Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σός, στις 16 Μαρ­τίου 1889. Λη­σμο­νούν, ό­μως, ό­τι ε­κεί­νη η διά­λε­ξη εί­χε εν μέ­ρει στη­ρι­χτεί σε δυο δη­μο­σιεύ­μα­τα του Δε Βιά­ζη. Ο κερ­κυ­ραίος λό­γιος πρω­το­διά­βα­σε τη «Λύ­ρα» στα δε­κα­πέ­ντε του και εν­θου­σιά­στη­κε. Το 1881, που δη­μο­σίευ­σε τα ποιή­μα­τα του Κάλ­βου, οι ε­πτα­νή­σιοι λό­γιοι κρά­τη­σαν στά­ση ε­πι­φυ­λα­κτι­κή.
Στο τεύ­χος, δη­μο­σιεύε­ται και μια ε­πι­στο­λή του Λεω­νί­δα Ζώη προς τον κα­τά πε­νή­ντα χρό­νια νεό­τε­ρό του Πέ­τρο Μαρ­κά­κη, με η­με­ρο­μη­νία 17 Μαΐου 1950. Ο Μαρ­κά­κης του εί­χε στεί­λει το με­λέ­τη­μά του, «Η φυ­σιο­λα­τρεία στον Ανδρέα Κάλ­βο. Ψυ­χο­γρα­φι­κή σκια­γρα­φία. Ομι­λία», με προ­λε­γό­με­να του λυ­ρι­κού ποιη­τή Γιώρ­γου Στα­μπο­λή, που μό­λις εί­χε εκ­δώ­σει. Στο ξε­κί­νη­μα της ε­πι­στο­λής, ο Ζώης πα­ρα­τη­ρεί: «... Την προ­σω­πι­κή μορ­φή του Κάλ­βου δυ­στυ­χώς δεν την έ­χου­με. Ήταν κι αυ­τή μια α­πό τις πολ­λές του ι­διο­τρο­πίες. Το έρ­γο σας ό­μως μας τον ζω­γρα­φί­ζει...» Στην ει­κα­ζο­μέ­νη μορ­φή του ποιη­τή α­να­φέ­ρο­νται δυο άλ­λα κεί­με­να του α­φιε­ρώ­μα­τος. Το πρώ­το εί­ναι μια ε­πι­στο­λή του Γιάν­νη Πο­μό­νη-Τζα­γκλα­ρά, με η­με­ρο­μη­νια 12 Μαΐου 1992, προς τον Διο­νύ­σιο Βί­τσο, εκ­δό­τη τό­τε του πε­ριο­δι­κού «Πε­ρί­πλους». Λί­γο πριν τους σει­σμούς του 1953, ο Πο­μό­νης α­να­ζη­τού­σε κά­ποιο ο­ποιο­δή­πο­τε α­πεί­κα­σμα του Κάλ­βου, προ­σω­πο­γρα­φία ή φω­το­γρα­φία. Τό­τε έ­τυ­χε να συ­να­ντή­σει στον Πλα­τύ­φο­ρο τον δά­σκα­λο και φί­λο του, ζω­γρά­φο Χρή­στο Ρου­σέα, που τον πα­ρέ­συ­ρε στο ερ­γα­στή­ρι του. «...Πά­νω στο κα­βα­λέ­το φι­γου­ρά­ρι­ζε η προ­σω­πο­γρα­φία ε­νός α­γνώ­στου με­σή­λι­κα. Πλού­σια α­νά­κα­τη κό­μη, βλέμ­μα πυ­ρε­τι­κό, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά έ­ντο­να και πο­λύ εκ­φρα­στι­κά. Έμει­να για λί­γο εκ­στα­τι­κός. Προ­σπα­θού­σα να ταυ­τί­σω το πορ­τρέ­το με πρό­σω­πο συ­γκε­κρι­μέ­νο. Ποιόν α­λή­θεια εί­χε φα­ντα­στεί ο Ρου­σέ­ας. Έδει­χνε δια­νο­η­τής. Δυ­τι­κός, του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να. Στο ε­ρω­τη­μα­τι­κό βλέμ­μα μου, ο Ρου­σέ­ας μου εί­πε α­πλά: “Ο Κάλ­βος. Έτσι τον ο­νει­ρεύ­τη­κα”...»
Το δεύ­τε­ρο κεί­με­νο εί­ναι του Νί­κου Κουρ­κου­μέ­λη. Το 1927, ο Μα­ρί­νος Σι­γού­ρος, στον πρό­λο­γό του για τα Άπα­ντα Κάλ­βου, δια­πι­στώ­νει: «... ού­τε μια προ­το­μή μπο­ρού­με να του στή­σου­με στη Ζά­κυν­θο, για­τί δεν ξέ­ρου­με τη μορ­φή του. Ο πα­ρά­ξε­νος και μο­να­χι­κός αυ­τός άν­θρω­πος δεν μας ά­φη­σε κα­μία φω­το­γρα­φία...». Ο Κουρ­κου­μέ­λης, ό­μως, θυ­μί­ζει, ό­τι υ­πάρ­χουν α­κρι­βή στοι­χεία για την εμ­φά­νι­σή του, τα ο­ποία και συ­νο­ψί­ζει. Ενώ, πα­ρα­κι­νεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί η σκε­λε­τι­κή αν­θρω­πο­λο­γία και η ια­τρο­δι­κα­στι­κή για την α­νά­πλα­ση του προ­σώ­που.
Μια τό­σο ε­κτε­νής πε­ρι­γρα­φή ε­νός α­φιε­ρω­μα­τι­κού τεύ­χους, πι­θα­νώς, να δεί­χνει υ­περ­βο­λι­κή. Αλλά έ­νας ε­ρα­σι­τέ­χνης στην καλ­βι­κή εν­δο­χώ­ρα α­δυ­να­τεί να προ­σφέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα. Ύστε­ρα, ο λό­γος γύ­ρω α­πό έ­να έρ­γο α­νοί­γει την ό­ρε­ξη σε έ­να ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νό να γνω­ρί­σει και το ί­διο το έρ­γο. Κα­τά κά­ποιο τρό­πο, το α­φιέ­ρω­μα των «Επτα­νη­σια­κών Φύλ­λων» μπο­ρεί να ε­τοι­μά­σει α­γο­ρα­στές - ί­σως και α­να­γνώ­στες - των Απά­ντων του Κάλ­βου, εκ­δο­θέ­ντων και κυο­φο­ρού­με­νων.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Ο Ανδρέας Κάλβος σε πορτρέτο του ζακυνθινού ζωγράφου Χρήστου Ρουσέα. Βρίσκεται στο Μουσείο Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: