Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Ημερολόγια και Ανθολογίες

«Ύμνος στον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη
Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα α­φη­γή­μα­τα»
Επι­λο­γή - ε­πι­μέ­λεια
Θα­νά­σης Θ. Νιάρ­χος
Εκδό­σεις: Κα­στα­νιώ­τη
Δε­κέμ­βριος 2010

Στις 6 Φε­βρουα­ρίου γρά­φα­με ό­τι το 2011 α­να­κη­ρύ­χτη­κε, εν τη πρά­ξει, Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­ρό­τι η πο­λι­τεία, του­τέ­στιν ο υ­πουρ­γός Πο­λι­τι­σμού και το Ε.ΚΕ.ΒΙ, έ­δω­σε το χρί­σμα στον Ελύ­τη. Πο­λύ μας χα­ρο­ποίη­σε, που, συν τω χρό­νω, κι άλ­λοι υιο­θε­τούν την ά­πο­ψή μας, κά­νο­ντας λό­γο για Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Ένας α­πό αυ­τούς, εί­ναι ο Γιάν­νης Μπα­σκό­ζος, στο έν­θε­το «Βι­βλία» του «Βή­μα­τος», στις 27 Φε­βρουα­ρίου. Μά­λι­στα, δί­νει την πλη­ρο­φο­ρία ό­τι α­ναγ­γέλ­θη­κε διή­με­ρο συ­νέ­δριο, που το έ­να μέ­ρος του θα διε­ξαχ­θεί στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής. Δυ­στυ­χώς, δεν πλη­ρο­φο­ρεί ποιος και πό­τε το α­νήγ­γει­λε. Εμείς, στο κεί­με­νό μας α­πλώς το ει­κά­ζα­με ως πι­θα­νή και α­πευ­κταία προο­πτι­κή, θεω­ρώ­ντας ό­τι πα­ρό­μοιοι χώ­ροι δεν συ­νά­δουν προς τον τι­μώ­με­νο συγ­γρα­φέα. Πά­ντως, οι ε­μπλε­κό­με­νοι φο­ρείς, η Εται­ρεία Πα­πα­δια­μα­ντι­κών Σπου­δών και το Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν έ­χουν κά­νει κα­μία σχε­τι­κή α­να­κοί­νω­ση. Ενώ, ό­λα υ­πο­τί­θε­ται ό­τι γί­νο­νται με πρω­το­βου­λία της Εται­ρείας, το Δ.Σ. τη­ρεί σι­γήν ιχ­θύος. Ένας δεύ­τε­ρος, που εμ­μέ­σως προ­βλέ­πει Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, εί­ναι ο Ν.Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος σε βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση “η­με­ρο­λο­γίων για τον Πα­πα­δια­μά­ντη” στη φι­λο­λο­γι­κή σε­λί­δα της «Κα­θη­με­ρι­νής».
Και οι δυο δεί­χνουν ι­διαί­τε­ρα εν­θου­σια­σμέ­νοι. Τα βρί­σκουν ό­λα ρό­δι­να. Την προ­χει­ρό­τη­τα, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το εκ­κο­λα­πτό­με­νο, οιο­νεί, Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη, δεί­χνει να μην την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Μπα­σκό­ζος μνη­μο­νεύει, με­τα­ξύ άλ­λων, την ε­βδο­μα­διαία εκ­πο­μπή για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, που ξε­κί­νη­σε στις 3 Ια­νουα­ρίου, η­μέ­ρα, που, πριν α­πό 100 χρό­νια, κη­δεύ­τη­κε και την ο­ποία γνω­ρί­ζει α­πό πρώ­το χέ­ρι, α­φού εί­ναι ο υ­πεύ­θυ­νος έ­ρευ­νας. Δεν α­να­φέ­ρει, ό­μως, ό­τι, στους τίτ­λους, το ό­νο­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη α­να­γρά­φε­ται με ψι­λά γράμ­μα­τα μό­νο στο τέ­λος του τε­τρά­στι­χου, το ο­ποίο χρη­σι­μεύει ως προ­με­τω­πί­δα στη σει­ρά των εκ­πο­μπών και α­πό το ο­ποίο προέ­κυ­ψε ο τίτ­λος, «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι». Ού­τε ό­τι η εκ­πο­μπή κα­τα­χω­ρεί­ται ως «Το σκο­τει­νό τρυ­γό­νι» στα τη­λε­ο­πτι­κά προ­γράμ­μα­τα των ε­φη­με­ρί­δων, χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή α­να­φο­ρά ό­τι πρό­κει­ται για εκ­πο­μπή σχε­τι­κή με τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Εκτός κι αν οι υ­πεύ­θυ­νοι θεω­ρούν τό­σο δια­βα­σμέ­νο τον κά­θε τη­λε­θε­α­τή, ώ­στε να γνω­ρί­ζει ό­τι έ­τσι α­να­φέ­ρει ε­αυ­τόν ο Πα­πα­δια­μά­ντης σε νε­α­νι­κό ποίη­μά του “προς τη μη­τέ­ρα του” και ό­τι έ­τσι τον α­πο­κα­λούν σή­με­ρα ό­σοι α­νι­χνεύουν τις υ­πο­τι­θέ­με­νες “σκο­τει­νές” πλευ­ρές του. Λη­σμο­νεί, ε­πί­σης, να σχο­λιά­σει τη μι­κρή διάρ­κεια της εκ­πο­μπής, μό­λις 15', που έ­χει ως ε­πα­κό­λου­θο να κα­τα­κερ­μα­τί­ζο­νται εν­δια­φέ­ρου­σες θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες, ό­πως ο Πα­πα­δια­μά­ντης και ο κι­νη­μα­το­γρά­φος, ο Πα­πα­δια­μά­ντης και η τη­λεό­ρα­ση, ο Πα­πα­δια­μά­ντης και το θέ­α­τρο, που εί­χαν πρω­το­πα­ρου­σια­στεί σε α­φιέ­ρω­μα στον Πα­πα­δια­μά­ντη του, πά­λαι πο­τέ, έν­θε­του «Επτά Ημέ­ρες» της «Κα­θη­με­ρι­νής».
Λι­γό­τε­ρη έκ­πλη­ξη προ­κα­λεί το κεί­με­νο του Ν.Δ.Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, ο ο­ποίος, έ­τσι κι αλ­λιώς, στις βι­βλιο­πα­ρου­σιά­σεις του, α­ντι­κρί­ζει στα­θε­ρά το πο­τή­ρι μι­σο­γε­μά­το και πο­τέ μι­σοά­δειο, μοι­ρά­ζο­ντας ε­γκω­μια­στι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς. Έτσι πα­ρα­λεί­πει την κύ­ρια ε­πι­σή­μαν­ση ό­τι οι α­θη­ναίοι εκ­δό­τες, α­γνό­η­σαν τον Πα­πα­δια­μά­ντη και δεν ε­τοί­μα­σαν ού­τε έ­να η­με­ρο­λό­γιο προς τι­μήν του. Αντί αυ­τού, πα­ρου­σιά­ζει τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις, ό­που οι τρεις δεν έ­φθα­σαν στο κλει­νόν ά­στυ. Η πρώ­τη εί­ναι το η­με­ρο­λό­γιο του Δή­μου Σκιά­θου, το ο­ποίο κυ­κλο­φό­ρη­σε α­πό θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο εκ­δο­τι­κό οί­κο και ως γνω­στόν, οι εκ­δό­σεις της Βο­ρείου Ελλά­δος δεν κα­τορ­θώ­νουν να σπά­σουν το φράγ­μα του Ολύ­μπου. Οι άλ­λες δυο εί­ναι το­πι­κές εκ­δό­σεις και εκ των πραγ­μά­των μι­κρής εμ­βέ­λειας. Η μία εί­ναι το η­με­ρο­λό­γιο της Μη­τρο­πό­λεως Χαλ­κί­δος, σε σχή­μα η­με­ρο­λο­γίων τσέ­πης, με φω­το­γρα­φία του Πα­πα­δια­μά­ντη στο ε­ξώ­φυλ­λο και δύο κεί­με­να γι αυ­τόν. Ενώ η άλ­λη εί­ναι το η­με­ρο­λό­γιο των εκ­δό­σεων «Τέ­χνη» της Βέ­ροιας. Αυ­τό, υ­πό μορ­φή βι­βλια­ρίου, με 14 πί­να­κες του αυ­το­δί­δα­κτου ζω­γρά­φου Θα­νά­ση Χρή­στου και ι­σά­ριθ­μα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό πα­πα­δια­μα­ντι­κά διη­γή­μα­τα. Η τέ­ταρ­τη έκ­δο­ση, κα­τα­χρη­στι­κά α­πο­κα­λεί­ται η­με­ρο­λό­γιο, α­φού πρό­κει­ται για τα «Δί­πτυ­χα της Εκκλη­σίας της Ελλά­δος», που εκ­δί­δο­νται ε­τη­σίως. Στην έκ­δο­ση του 2011 προ­βλέ­πο­νται, στην αρ­χή, κά­ποιες σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Αυ­τή εί­ναι η μό­νη α­πό τις τέσ­σε­ρις εκ­δό­σεις, που υ­πάρ­χει σε βι­βλιο­πω­λεία της Αθή­νας, τα ει­δι­κά, προ­φα­νώς, για τις εκ­κλη­σια­στι­κές εκ­δό­σεις.
Όμως οι α­θη­ναίοι εκ­δό­τες δεν α­δια­φό­ρη­σαν μό­νο για πα­πα­δια­μα­ντι­κά η­με­ρο­λό­για αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα, για πα­πα­δια­μα­ντι­κές εκ­δό­σεις. Όσοι εί­χαν πα­λαιό­τε­ρες, τις α­να­σύ­ρουν α­πό τις α­πο­θή­κες τους ή και τις ε­πα­νεκ­δί­δουν, αν, πα­ρ' ελ­πί­δα, εί­ναι ε­ξαν­τλη­μέ­νες. Τα και­νού­ρια βι­βλία, προ­σώ­ρας, εί­ναι μό­λις δυο αν­θο­λο­γίες, ό­που η μία κα­τ' ε­πί­φα­σιν μό­νο εί­ναι πα­πα­δια­μα­ντι­κή. Την πρω­το­βου­λία και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις την έ­χουν θεσ­σα­λοί συγ­γρα­φείς. Τον Οκτώ­βριο εκ­δό­θη­κε η αν­θο­λο­γία “ε­πτά α­γα­πη­τι­κών διη­γη­μά­των του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­δια­μά­ντη”, ε­πι­λεγ­μέ­νων α­πό τον Κώ­στα Ακρί­βο, με ει­κο­νο­γρά­φη­ση Δη­μή­τρη Μο­ρά­ρου και τίτ­λο «Να εί­χεν ο έ­ρω­τας σαΐτες!», και τον Δε­κέμ­βριο μια αν­θο­λο­γία “χρι­στου­γεν­νιά­τι­κων α­φη­γη­μά­τω­ν”, που ξε­χώ­ρι­σε ο Θα­νά­σης Νιάρ­χος. Σε αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, δεν πρό­κει­ται για διη­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη ε­κτός α­πό έ­να, το ο­ποίο και προ­τάσ­σε­ται. Σύμ­φω­να με το “ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μα”, πρό­κει­ται για “ε­πι­λο­γή α­φη­γη­μα­τι­κών κει­μέ­νων - διη­γη­μά­των στην πλειο­νό­τη­τά τους - που έ­χουν γρα­φεί συ­νει­δη­τά ή α­σύ­νει­δα, κά­τω α­πό το θεό­ρα­το, ό­σο μια χώ­ρα, πλα­τά­νι που φύ­τε­ψε και α­νά­θρε­ψε ο παμ­μέ­γι­στος σκια­θί­της διη­γη­μα­το­γρά­φος”. Ασα­φής ι­σχυ­ρι­σμός, που ση­κώ­νει πο­λύ νε­ρό. Ιδιαί­τε­ρα, ε­κεί­νο το α­σύ­νει­δα, που πα­ρα­πέ­μπει ευ­θέως στο με­τα­φυ­σι­κό πε­δίο και τις ψυ­χα­να­λυ­τι­κές δαι­δά­λους.
Όσο για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό παμ­μέ­γι­στος, μπο­ρού­με να φα­ντα­στού­με να πα­ρα­πέ­μπει σε ο­ποιον­δή­πο­τε άλ­λον, α­πό τους Παμ­μέ­γι­στους Τα­ξιάρ­χες μέ­χρι τον “Αλέ­ξαν­δρο τον παμ­μέ­γι­στο”, σύμ­φω­να και με πρό­σφα­τη βιο­γρα­φία του Μα­κε­δό­να Στρα­τη­λά­τη, ε­κτός του Πα­πα­δια­μά­ντη. Ο Σκια­θί­της θα ε­ρυ­θριού­σε με το υ­περ­βο­λι­κό της έκ­φρα­σης αλ­λά και με τη με­γα­λορ­ρη­μο­σύ­νη της ό­λης α­να­φο­ράς. Πά­λι κα­λά, που το θεό­ρα­το πλα­τά­νι, που φύ­τε­ψε και α­νά­θρε­ψε, κρα­τή­θη­κε ε­ντός των ο­ρίων της χώ­ρας και δεν του α­πο­δό­θη­καν, κα­τά την τρέ­χου­σα τά­ση, ευ­ρω­παϊκές ή και πα­γκό­σμιες δια­στά­σεις. Από τό­τε, πά­ντως, που ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας, σε ο­μι­λία του στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής, με­τα­μόρ­φω­σε, ποιη­τι­κή α­δεία, την “βα­σι­λι­κή δρυ­ν” του Πα­πα­δια­μά­ντη στην πλά­τα­νο της Κη­φι­σιάς, ό­λο για πλα­τά­νια γί­νε­ται λό­γος. Τώ­ρα, κα­τά πό­σο, στον ί­σκιο του Πα­πα­δια­μά­ντη, γρά­φτη­καν τα, εν λό­γω, χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα α­φη­γή­μα­τα, ό­πως κά­πο­τε γρά­φο­νταν ποιή­μα­τα “στη βα­ριά σκιά του Πα­λα­μά”, κα­τά την έκ­φρα­ση του Κ.Θ.Δη­μα­ρά, μέ­νει ζη­τού­με­νο.
Ένας ποιη­τής, ω­στό­σο, δι­καιού­ται να υ­περ­βά­λει ή μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­ρό­μοιοι ρο­μα­ντι­κοί εν­θου­σια­σμοί α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο ό­σο και πο­λύ­τι­μο κομ­μά­τι της φύ­σης του. Και ο Νιάρ­χος πα­ρα­μέ­νει ποιη­τής, πα­ρά την ε­να­σχό­λη­σή του με πλεί­στα άλ­λα. Άλλω­στε, μό­νο έ­νας ποιη­τής θα έ­κλει­νε το “ε­πι­λο­γι­κό ση­μείω­μά” του με τη φρά­ση, “Ένα κε­ρά­κι στη μνή­μη του και το βι­βλίο αυ­τό - α­φιέ­ρω­μα μιας πο­λύ­πλα­γκτης νεό­τε­ρης γε­νιάς”, που ση­μαί­νει ό­τι προσ­λαμ­βά­νει την πε­ρί άλ­λα τυρ­βά­ζου­σα νεό­τε­ρη γε­νιά ως πο­λυ­πλά­νη­το και πο­λυ­πα­θή. Όπως, ε­πί­σης, μό­νο έ­νας ποιη­τής θα φα­ντα­σιω­νό­ταν ό­τι ο Πα­πα­δια­μά­ντης “λει­τουρ­γεί ως σω­σί­βιο σε, ε­θνι­κά και πα­γκό­σμια, χα­λε­πέ­στα­τους και­ρούς”. Αλλά και μό­νο έ­νας ποιη­τής θα ε­πι­νοού­σε έ­ναν τό­σο ε­πί­και­ρο τίτ­λο ως χαι­ρε­τι­σμό στο αρ­χό­με­νο Έτος Πα­πα­δια­μά­ντη. Μό­νο που φαί­νε­ται ό­τι δεν στά­θη­κε δυ­να­τό στον αν­θο­λό­γο να πραγ­μα­τώ­σει τη φι­λό­δο­ξη ι­δέα του και να συ­γκε­ντρώ­σει πε­ζά α­ντί­στοι­χου ύ­ψους.
Ποιος θα δια­φω­νού­σε, ο­λό­κλη­ρο το 2011, να μνη­μο­νεύου­με και να υ­μνού­με Πα­πα­δια­μά­ντη! Εξαί­ρε­τη ι­δέα. Όχι, ό­μως, και να θεω­ρού­με ως ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό ε­κεί­νον το τυ­χόν διή­γη­μα, που γρά­φτη­κε α­πό τα δι­κά του χρό­νια μέ­χρι σή­με­ρα. Ακό­μη κι αν πρό­κει­ται για χρι­στου­γεν­νιά­τι­κο. Εί­δος διη­γη­μά­των, που σχε­δόν ταυ­τί­στη­κε μα­ζί του, κι ας έ­χει γρά­ψει μό­λις 25 διη­γή­μα­τα για τις γιορ­τές των Χρι­στου­γέν­νων. Ας δού­με, ό­μως, εκ του σύ­νεγ­γυς, τα συ­νο­λι­κά 42 πε­ζά, που αν­θο­λο­γού­νται, γραμ­μέ­να α­πό πα­λαιό­τε­ρους έως και νεό­τε­ρους συγ­γρα­φείς, με πρε­σβύ­τε­ρο τον Αλέ­ξαν­δρο Μω­ραϊτί­δη, γεν­νη­μέ­νο το 1850, και νε­α­ρό­τε­ρο τον Κώ­στα Ακρί­βο, που έ­κλει­σε τα 52. Συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται πε­ζο­γρά­φοι της γε­νιάς του Πα­πα­δια­μά­ντη, πα­λα­μι­κοί και με­τα­πα­λα­μι­κοί ποιη­τές, με ε­πι­δό­σεις και στον πε­ζό λό­γο, με­σο­πο­λε­μι­κοί μυ­θι­στο­ριο­γρά­φοι και κρι­τι­κοί, με­τα­πο­λε­μι­κοί συγ­γρα­φείς και ε­πί­σης, δυο άν­θρω­ποι των τε­χνών, η μου­σι­κός Σο­φία Σπα­νού­δη και ο ζω­γρά­φος Πα­να­γιώ­της Τέ­τσης.
Από τους με­τα­πο­λε­μι­κούς συγ­γρα­φείς ε­πι­λέ­γο­νται δε­κα­τρείς ζώ­ντες. Τα κεί­με­νά τους αν­θο­λο­γού­νται εί­τε α­πό βι­βλία τους εί­τε α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τά τους σε πε­ριο­δι­κά, ε­νώ τέσ­σε­ρα εί­ναι α­νέκ­δο­τα. Δεν γνω­ρί­ζου­με αν και οι δε­κα­τρείς γρά­φουν υ­πό την σκιά του πα­πα­δια­μα­ντι­κού πλα­τά­νου. Αν έ­χει έ­τσι, ο ί­σκιος δεν λει­τούρ­γη­σε ευερ­γε­τι­κά ή, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, δεν λει­τούρ­γη­σε κα­θό­λου, α­φή­νο­ντας α­νε­πη­ρέ­α­στους τους τρό­πους γρα­φής τους, που, κα­τά κα­νό­να, ου­δό­λως συγ­γε­νεύουν με του Πα­πα­δια­μά­ντη. Μό­νο τα α­φη­γή­μα­τα τριών συ­νο­μη­λί­κων συγ­γρα­φέων συ­νο­μι­λούν με τον Πα­πα­δια­μά­ντη και τον κό­σμο του. Το διή­γη­μα «Η με­τα­νά­στις», α­πό την τε­λευ­ταία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των «Τα πι­κρά γλυ­κά», του Χρι­στό­φο­ρου Μη­λιώ­νη, που ή­δη με τον τίτ­λο του γνέ­φει στον Σκια­θί­τη. Το “άρ­θρον ε­πι­στο­λι­μαίο­ν” του Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λου, γραμ­μέ­νο για τα Χρι­στού­γεν­να του 1987 και δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πε­ριο­δι­κό «Τέ­ταρ­το». Και έ­να τρί­το, που α­γνοού­σα­με και ή­ταν μια α­πό τις ευ­χά­ρι­στες εκ­πλή­ξεις της αν­θο­λο­γίας: Πρό­κει­ται για “γράμ­μα στον Αλέ­ξαν­δρο Πα­πα­δια­μά­ντη” δια χει­ρός Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κού. Έχει γρα­φεί τον Δε­κέμ­βριο του 1960, ό­ταν ο ει­κο­σιε­πτα­ε­τής τό­τε συγ­γρα­φέ­ας βίω­νε τα πά­θη του ξε­νι­τε­μέ­νου στην πό­λη Κα­γιού­γκα, “έ­ξι ώ­ρες με το αυ­το­κί­νη­το α­πό την Νέα Υόρ­κη”. Εκεί σκη­νο­θε­τεί με­τά ε­μπνεύ­σεως την συ­νά­ντη­ση του ί­διου και της αρ­ρα­βω­νια­στι­κιάς του, ο­νό­μα­τι Πό­πης, με­τά του πα­πα­δια­μά­ντειου ή­ρωα Χρι­στο­δου­λή. Ως έ­φη­βος ο Χρι­στο­δου­λής υ­πήρ­ξε α­ντί­ζη­λος του α­φη­γη­τή στο «Ολό­γυ­ρα στη λί­μνη» για τα μά­τια της ω­ραίας Πο­λύ­μνιας. Ως η­λι­κιω­μέ­νος εί­ναι έ­νας ευ­κα­τά­στα­τος ε­στιά­το­ρας στην Κα­γιού­γκα, με σύ­ζυ­γο την τρί­τη ε­ξα­δέλ­φη της Πο­λύ­μνιας. Αν μη τι άλ­λο, ο Βα­σι­λι­κός, στο εν λό­γω διή­γη­μά του, με­ταγ­γί­ζει πα­πα­δια­μά­ντειο χιού­μορ. Θα ξε­χω­ρί­ζα­με έ­να α­κό­μη διή­γη­μα, τον «Μι­κρο­ψαλ­τά­κο» του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, που κα­τορ­θώ­νει, χω­ρίς κα­θό­λου να προ­δί­δει τον δι­κό του μυ­θο­πλα­στι­κό κό­σμο, να συ­νο­μι­λεί α­πό τα ψη­λά της Μουρ­γκά­νας με τον Σκια­θί­τη.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι στους δε­κα­τρείς νεό­τε­ρους συ­μπε­ρι­λά­βα­με αυ­θαι­ρέ­τως και έ­ναν ά­γνω­στο σε μας. Το Λ. Θε­ο­φι­λό­που­λο. Στην αν­θο­λο­γία δεν δί­νο­νται βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία των συγ­γρα­φέων. Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, δεν πα­ρα­τί­θε­ται ού­τε καν το μι­κρό ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Μπο­ρεί τα βιο­γρα­φι­κά να θεω­ρού­νται φι­λο­λο­γι­κός φόρ­τος, ω­στό­σο πα­ρέ­χουν έ­ναν μπού­σου­λα στον α­να­γνώ­στη. Ιδιαί­τε­ρα σε μια αν­θο­λο­γία ό­πως αυ­τή, που τα κεί­με­να δεν αν­τλού­νται α­πό τις πρώ­τες δη­μο­σιεύ­σεις τους αλ­λά α­πό πρό­σφα­τες α­να­δη­μο­σιεύ­σεις. Ακό­μη και για το προ­τασ­σό­με­νο διή­γη­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», ως πη­γή δί­νε­ται ο τό­μος με τα «Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα» του Πα­πα­δια­μά­ντη, που ε­ξέ­δω­σε το «Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας» το 2002. Κα­τά τα άλ­λα, γί­νε­ται έ­να συ­στη­μα­τι­κό ε­ρά­νι­σμα α­πό ο­ρι­σμέ­νους τό­μους του πε­ριο­δι­κού «Νέα Εστία», α­πό το 1927 μέ­χρι το 1939 και α­πό τη δε­κα­ε­τία του '70, με συ­νο­λι­κή σο­δειά 16 κεί­με­να.
Προ­φα­νώς, η πα­ρά­τα­ξή τους δεν γί­νε­ται με βά­ση τη χρο­νο­λο­γία της πρώ­της δη­μο­σίευ­σης, α­φού αυ­τή α­γνο­εί­ται. Ού­τε, ό­μως, πα­ρα­τάσ­σο­νται κα­τά την η­λι­κια­κή σει­ρά των συγ­γρα­φέων. Ωστό­σο, δια­τη­ρεί­ται μια κά­ποια ιε­ραρ­χία με­τα­ξύ πα­λαιό­τε­ρων, με­σο­πο­λε­μι­κών και νεό­τε­ρων. Μο­να­δι­κή ε­ξαί­ρε­ση α­πο­τε­λεί ο μι­κρα­σιά­της ποιη­τής Μέ­νος Φι­λή­ντας, που δια­σώ­θη­κε ως “γλωσ­σο­λό­γος του δη­μο­τι­κι­σμού”. Το κεί­με­νό του, τα «Χρι­στού­γεν­να», με το ο­ποίο κλεί­νει η αν­θο­λο­γία, α­να­φέ­ρε­ται στα ε­τυ­μο­λο­γι­κά της λέ­ξης Χρι­στού­γεν­να. Δη­μο­σιευ­μέ­νο στην «Νέα Εστία», Δε­κέμ­βριο 1930, κα­τα­λή­γει με τη φρά­ση: “Οι α­να­γνώ­στες της «Νέ­ας Εστίας» εί­ναι Έλλη­νες, και οι «Έλλη­νες σο­φίαν ζη­τού­σι»”. Σή­με­ρα η­χεί ε­ντε­λώς πα­ρά­ται­ρη, δί­νει, ό­μως, έ­ναν αι­σιό­δο­ξο τό­νο.
Από τα 27 α­φη­γή­μα­τα πα­λαιό­τε­ρων και με­σο­πο­λε­μι­κών, μό­λις τρία α­να­φέ­ρο­νται στον Πα­πα­δια­μά­ντη. Το κυ­ρίως σώ­μα εί­ναι μεν χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα, αλ­λά χω­ρίς κα­νέ­να ί­χνος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ού­τε θε­μα­τι­κό ού­τε μορ­φι­κό. Ελπί­ζου­με να μην πα­ρα­πλα­νη­θεί κά­ποιος α­να­γνώ­στης α­πό το ό­νο­μα του πρω­τα­γω­νι­στή στο α­φή­γη­μα του Ξε­νό­που­λου. Ονο­μά­ζε­ται μεν Αλέ­κος, αλ­λά “πλού­σιος, ά­νερ­γος και ποιη­τής” εί­ναι ο κα­τάλ­λη­λος ή­ρωας για έ­να α­θη­ναϊκό ρο­μά­ντσο, α­πό ε­κεί­να στα ο­ποία ε­πι­δι­δό­ταν ο Ζα­κύν­θιος. Επί­σης, α­νά­με­σα στα α­φη­γή­μα­τα, υ­πάρ­χουν και δυο δο­κι­μια­κής υ­φής, του Κ.Θ. Δη­μα­ρά και του Άλκη Θρύ­λου, που θα μας ή­ταν α­δύ­να­το να πι­στέ­ψου­με ό­τι, έ­στω και α­σύ­νει­δα, ε­πι­κοι­νω­νού­σαν με το πνεύ­μα του Πα­πα­δια­μά­ντη.
Η χρο­νο­λο­γι­κή πα­ρά­τα­ξη των πρώ­των δη­μο­σιεύ­σεων δια­σώ­ζε­ται μό­νο στα τρία προ­τασ­σό­με­να κεί­με­να, πα­ρό­λο που δεν δί­νο­νται οι α­κρι­βείς χρο­νο­λο­γίες. Το πρώ­το διή­γη­μα, «Στο Χρι­στό στο Κά­στρο», εί­ναι μεν δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1892, ω­στό­σο η πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή του φέ­ρει την η­με­ρο­μη­νία 14 Δε­κεμ­βρίου 1891. Το δεύ­τε­ρο, «Προ­πέρ­σι­να Χρι­στού­γεν­να», του Κώ­στα Κρυ­στάλ­λη πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα «Φω­νή της Ηπεί­ρου» στις 25 Δε­κεμ­βρίου 1892. Σε αυ­τήν την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση φέ­ρει τον υ­πό­τιτ­λο «Φι­λι­κή γρα­φή α­πό τα Γιάν­νι­να», που πα­ρα­λή­φθη­κε στην Ανθο­λο­γία. Πρό­κει­ται για έ­να διή­γη­μα, που α­να­τρέ­χει στον α­πα­γο­ρευ­μέ­νο ε­ορ­τα­σμό των Χρι­στου­γέν­νων του 1890 στα ο­θω­μα­νο­κρα­τού­με­να Γιάν­νε­να. Το τρί­το εί­ναι έ­να α­πό τα γνω­στό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Αλέ­ξαν­δρου Μω­ραϊτί­δη, «Χρι­στού­γεν­να στον ύ­πνο μου», που πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα «Ακρό­πο­λις» στις 25 Δε­κεμ­βρίου 1898. Αυ­τό το διή­γη­μα, μα­ζί με τις δυο α­φη­γή­σεις, που α­κο­λου­θούν, του Ιωάν­νη Δαμ­βέρ­γη και του Μιλ­τιά­δη Μα­λα­κά­ση, συ­νι­στούν και τις τρεις μαρ­τυ­ρίες για τον Πα­πα­δια­μά­ντη στην Ανθο­λο­γία. Αυ­τά, εν α­να­μο­νή, αρ­γο­πο­ρη­μέ­νων η­με­ρο­λο­γίων, πα­σχα­λι­νών και άλ­λων αν­θο­λο­γιών.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 13/3/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: