Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Ο κατά Ακρόϋντ Σαίξπηρ

Πή­τερ Ακρόϋντ
«Σαί­ξ­πηρ. Η βιο­γρα­φία»
Με­τά­φρα­ση: Σπύ­ρος Τσού­γκος
Εκδό­σεις: Μι­κρή Άρκτος
Δε­κέ­μ­βριος 2010

Oσα γνω­ρί­ζου­με με­τά βε­βαιό­τη­τας για τον Σαί­ξ­πηρ εί­ναι τό­σο λί­γα, ώ­στε να προ­σφέ­ρο­νται μά­λ­λον για μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή βιο­γρα­φία πα­ρά για πρα­γ­μα­τι­κή βιο­γρα­φία. Κι αυ­τό ι­δίως ό­ταν το έ­ρ­γο της βιο­γρά­φη­σης δεν το α­να­λα­μ­βά­νει έ­νας ει­δι­κός, φι­λό­λο­γος ή με­λε­τη­τής του θεά­τρου, α­λ­λά έ­νας συ­γ­γρα­φέ­ας, ό­πως ο Πή­τερ Ακρόϋντ. Όπως φαί­νε­ται, ό­μως, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό προ­τι­μά τα μη μυ­θο­πλα­στι­κά βι­βλία, εν μέ­σω των ο­ποίων, την πρω­το­κα­θε­δρία κρα­τά­ει η βιο­γρα­φία. Γι' αυ­τό και ο Ακρόϋντ, που πα­τά­ει, ευ­θύς εξ α­ρ­χής, σε δυο βά­ρ­κες, της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας και της βιο­γρά­φη­σης, την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία, πλη­θαί­νει τις βιο­γρα­φίες. Στα κα­θ' η­μάς, μη έ­χο­ντας βιο­γρα­φίες ξέ­νων γρα­μ­μέ­νες α­πό Έλλη­νες, κα­λύ­πτου­με τη ζή­τη­ση με με­τα­φρά­σεις. Για τον Σαί­ξ­πηρ μό­νο έ­να α­στυ­νο­μι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­μπνευ­σμέ­νο α­πό το θέ­α­τρό του και την ε­πο­χή του, ε­κ­δό­θη­κε, το 2006, ως με­τα­θα­νά­τιο έ­ρ­γο του θε­α­τρι­κού κρι­τι­κού Βάϊου Πα­γκου­ρέ­λη, το «Ένα κρα­νίο για τον Γιό­ρικ».
Μέ­νει, βε­βαίως, ζη­τού­με­νο, για­τί, α­πό ό­λες τις βιο­γρα­φίες του Σαί­ξ­πηρ ή και ει­δι­κό­τε­ρα, α­πό ό­σες ε­κ­δό­θη­καν ε­ντός του τρέ­χο­ντος αιώ­να, προ­τι­μή­θη­κε του Ακρόϋντ, κι ας ή­ταν ε­κεί­νη, που δέ­χτη­κε τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρα πυ­ρά της α­γ­γλό­φω­νης κρι­τι­κής. Μά­λ­λον για τον ί­διο λό­γο, που προ­τι­μή­θη­καν οι δι­κές του βιο­γρα­φίες για τον Έλιοτ και τον Πόε. Για­τί, α­πλού­στα­τα, εί­ναι έ­νας α­πό τους α­γα­πη­μέ­νους συ­γ­γρα­φείς του ε­λ­λη­νι­κού α­να­γνω­στι­κού κοι­νού. Ο Ακρόϋντ ά­ρ­χι­σε να με­τα­φρά­ζε­ται το 1994, δη­λα­δή σχε­τι­κά νω­ρίς, αν λά­βου­με υ­πό­ψη ό­τι ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό του βι­βλίο το 1980. Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, αν δεν λη­σμο­νού­με κά­ποιο, έ­χουν ε­κ­δο­θεί έ­ξι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τρεις βιο­γρα­φίες και δυο βι­βλία α­πό τα έ­ξι συ­νο­λι­κά, που έ­χει γρά­ψει υ­πό τον γε­νι­κό τί­τ­λο «Τα­ξί­δια στο χρό­νο».
Ο Ακρόϋντ ξε­κί­νη­σε ως ποιη­τής και δο­κι­μιο­γρά­φος, ε­νώ βιο­πο­ρι­στι­κά ά­ρ­χι­σε να α­σχο­λεί­ται με την κρι­τι­κή. Η πρώ­τη του βιο­γρα­φία εί­ναι του Έζρα Πά­ου­ντ, το 1980. Εξη­ντά­ρης, σή­με­ρα, α­να­φέ­ρε­ται πρω­τί­στως ως βιο­γρά­φος και δευ­τε­ρευό­ντως ως μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Άλλω­στε και τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του στη­ρί­ζο­νται, κα­τά έ­να με­γά­λο μέ­ρος, σε ι­στο­ρι­κά πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα. Ένα κα­λό πα­ρά­δει­γ­μα προ­σφέ­ρει το πιο πρό­σφα­τα με­τα­φρα­σμέ­νο στα ε­λ­λη­νι­κά, «Η πτώ­ση της Τροίας», που ε­μπνέε­ται α­πό τις α­να­σκα­φές του Ερρί­κου Σλή­μαν. Δε­δο­μέ­νου, ό­μως, ό­τι του δί­νει τη μο­ρ­φή α­στυ­νο­μι­κού, α­πο­φεύ­γει να ε­μπλέ­ξει το ι­στο­ρι­κό πρό­σω­πο. Κρα­τά­ει, ω­στό­σο, το ό­νο­μα της συ­ζύ­γου του Σλή­μαν, της Σο­φίας, για τη σύ­ζυ­γο του ή­ρωά του.
Όσο α­φο­ρά τον βιο­γρά­φο Ακρόϋντ, που ε­ν­δια­φέ­ρει ε­δώ, δεν ε­πι­λέ­γει τους βιο­γρα­φού­με­νους, ό­πως, για πα­ρά­δει­γ­μα, ο Στέ­φαν Τσβάϊχ, με κρι­τή­ριο το ψυ­χα­να­λυ­τι­κό ε­ν­δια­φέ­ρον της προ­σω­πι­κό­τη­τάς τους, ού­τε, ό­μως, με βά­ση το πό­σο ση­μα­ντι­κοί στά­θη­καν. Το πά­θος του Ακρόϋντ εί­ναι η πό­λη του, το Λο­ν­δί­νο. Αυ­τός εί­ναι ο προ­νο­μια­κός τό­πος των πε­ρι­σ­σό­τε­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των του, ε­νώ οι πε­ρι­σ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους έ­χει βιο­γρα­φή­σει εί­ναι βέ­ροι Λο­ν­δρέ­ζοι, ό­πως και ο ί­διος. Πρώ­τη του α­γά­πη στά­θη­κε ο Ντί­κε­νς. Τον βιο­γρά­φη­σε και ε­κτός αυ­τού, δα­νεί­στη­κε την υ­πό­θε­ση α­πό το βι­βλίο του «Μι­κρή Ντό­ριτ» για το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Η με­γά­λη πυ­ρ­κα­γιά του Λο­ν­δί­νου». Δεν τον ε­ν­δια­φέ­ρει τό­σο με τι α­σχο­λεί­ται ο βιο­γρα­φού­με­νος, α­ρ­κεί ε­κεί­νος να πε­ρι­δια­βαί­νει τα λο­ν­δρέ­ζι­κα σο­κά­κια. Γι' αυ­τό και ό­ταν ε­ξά­ντ­λη­σε τους συ­γ­γρα­φείς της πό­λης, α­πό τον μα­κρι­νό πρό­γο­νό του Τζέ­φρεϋ Τσό­σερ μέ­χρι τον Μπλέϊκ και τον Έλιο­τ, στρά­φη­κε σε ά­λ­λους ε­πι­φα­νείς του Λο­ν­δί­νου, α­πό τον Νεύ­τω­να μέ­χρι τον ου­μα­νι­στή Τό­μας Μουρ ή και τον ζω­γρά­φο Τζό­ζεφ Τέ­ρ­νερ. Και κο­ντά σε αυ­τούς, α­σχο­λή­θη­κε με τους Αμε­ρι­κα­νούς του Λο­ν­δί­νου, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τους κο­ρυ­φαίους, πρώ­τα τον Πά­ου­ντ και πρό­σφα­τα, τον Πόε. Θα μπο­ρού­σα­με να πα­ρα­τη­ρή­σου­με γε­νι­κό­τε­ρα, ό­τι ο Ακρόϋντ δεί­χνει ι­διαί­τε­ρο, αν ό­χι α­πο­κλει­στι­κό, ε­ν­δια­φέ­ρον στους τό­πους και δη, σε ε­κεί­νους της α­γ­γλι­κής ε­πι­κρά­τειας.
Πο­λ­λοί πι­στεύουν ό­τι η κο­ρυ­φαία των βιο­γρα­φιών του, η ο­ποία βρα­βεύ­τη­κε και α­γα­πή­θη­κε α­πό το α­γ­γλό­φω­νο κοι­νό, εί­ναι του Λο­ν­δί­νου, που ε­ξέ­δω­σε το 2000. Κα­θό­λου τυ­χαία, ο τί­τ­λος της εί­ναι: «Λο­ν­δί­νο: η βιο­γρα­φία». Και πρά­γ­μα­τι, κρί­νο­ντας α­πό την προ­σή­λω­ση που δεί­χνει σε ό­λα τα βι­βλία του στην πό­λη του Λο­ν­δί­νου, η εν λό­γω βιο­γρα­φία μπο­ρεί να εί­ναι ά­ξια της έ­μ­φα­σης, που προ­σ­δί­δει στον τί­τ­λο το ο­ρι­στι­κό ά­ρ­θρο. Αντι­θέ­τως, στους τί­τ­λους των βιο­γρα­φιών προ­σώ­πων, φαί­νε­ται λι­γό­τε­ρο φι­λό­δο­ξος, συ­νο­δεύο­ντας το ό­νο­μα του βιο­γρα­φού­με­νου, με κά­ποιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του. Για πα­ρά­δει­γ­μα: «Τ. Σ. Έλιοτ. Ο ά­ν­θρω­πος πί­σω α­πό τη μά­σκα», «Πόε. Mια σύ­ντο­μη ζωή». Ωστό­σο, για τη βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πη­ρ, που ε­κ­δί­δει πέ­ντε χρό­νια με­τά τη βιο­γρα­φία του Λο­ν­δί­νου, το 2005, το­λ­μά τον ί­διο φι­λό­δο­ξο τύ­πο τί­τ­λου. Εί­ναι κά­τι που ξε­νί­ζει, δε­δο­μέ­νου ό­τι, α­πό ό­λους ό­σους βιο­γρά­φη­σε ο Ακρόϋντ, ο Σαί­ξ­πηρ πα­ρα­μέ­νει ο πιο σκιώ­δης ως πρό­σω­πο, κα­θώς ο βίος του, λί­γο πο­λύ, λα­ν­θά­νει. Όσο για τα λι­γο­στά γνω­στά ί­χνη του, εί­ναι α­κρι­βώς ε­κεί­να, που έ­θρε­ψαν, κα­τά τους ε­ν­διά­με­σους αιώ­νες, τις πε­ρι­κο­κλά­δες της ει­κο­το­λο­γίας. Τα τε­λευ­ταία, μά­λι­στα, χρό­νια, με την ά­ν­θη­ση του α­πο­κρυ­φι­σμού και των α­ντί­στοι­χων μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αυ­τές γί­νο­νται πυ­κνό­τε­ρες και ο­χλη­ρό­τε­ρες, κα­θώς τεί­νουν να α­λ­λοιώ­σουν τον δη­μιου­ρ­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα του θε­α­τρι­κού συ­γ­γρα­φέα, που υ­πή­ρ­ξε ο Σαί­ξ­πηρ. Δια­βά­ζο­ντας, πά­ντως, τον κα­τά­λο­γο με τους τί­τ­λους βιο­γρα­φιών του ά­γ­γλου δρα­μα­του­ρ­γού, κα­νείς ά­λ­λος συ­γ­γρα­φέ­ας δεν έ­δει­ξε κα­τά την τι­τ­λο­φό­ρη­ση τό­ση α­πο­κο­τιά ό­ση ο Ακρόϋντ.
Όπως και να έ­χει, αυ­τή η βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πηρ έ­χει τη σφρα­γί­δα των βιο­γρα­φιών του Ακρόϋντ. Μό­νο που σε αυ­τήν η α­γά­πη του για τους α­γ­γλι­κούς τό­πους, τα ή­θη, τα έ­θι­μα και την α­τμό­σφαι­ρα προ­γε­νέ­στε­ρων ε­πο­χών κα­ρ­πί­ζει α­βία­στα, α­φού έ­χει ως λί­πα­σμα τα έ­ρ­γα του Σαί­ξ­πηρ. Για­τί μπο­ρεί μεν ο Σαί­ξ­πηρ να μην αυ­το­βιο­γρα­φεί­ται, ό­μως α­ντι­κα­το­πτρί­ζει την Αγγλία στο γύ­ρι­σμα του 16ου προς τον 17ο αιώ­να, την Αγγλία της Ελι­σά­βετ και του Ια­κώ­βου Α΄, του βα­σι­λιά των δυο Στε­μ­μά­των Αγγλίας-Σκω­τίας, με τον ο­ποίο γε­ν­νιέ­ται η Με­γά­λη Βρε­τα­νία. Ως συ­γ­γρα­φέ­ας, ο Ακρόϋντ α­πο­φεύ­γει τις μο­ρ­φι­κές και­νο­το­μίες. Υιο­θε­τεί χρο­νο­λο­γι­κά ευ­θύ­γρα­μ­μες α­φη­γή­σεις, με τις βιο­γρα­φίες του να ε­κ­κι­νούν α­πό γε­ν­νή­σεως του βιο­γρα­φού­με­νου και να φτά­νουν στην τε­λευ­τή και την κη­δεία του. Για την με­τα­θα­νά­τια τύ­χη του, α­φιε­ρώ­νει συ­νή­θως δυο τρεις σε­λί­δες, που, στην πε­ρί­πτω­ση του Σαί­ξ­πη­ρ, α­ντι­στοι­χούν σε έ­να σύ­ντο­μο τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο.
Η βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πηρ χω­ρί­ζε­ται σε 9 μέ­ρη και 91 κε­φά­λαια, έ­χο­ντας ως τί­τ­λους στί­χους α­πό τα θε­α­τρι­κά και ποιη­τι­κά του έ­ρ­γα. Εκτός α­πό την ε­κτε­νή βι­βλιο­γρα­φία, πα­ρα­θέ­τει και πο­λυ­σέ­λι­δες ση­μειώ­σεις για ό­σες φρά­σεις δα­νεί­στη­κε α­πό βι­βλία ά­λ­λων συ­γ­γρα­φέων. Κα­τά τα ά­λ­λα, ο ε­ν­νε­α­με­ρής χω­ρι­σμός της βιο­γρα­φίας πα­ρα­κο­λου­θεί μεν την χρο­νο­λο­γι­κή α­νέ­λι­ξη, α­λ­λά ταυ­τό­χρο­να εί­ναι και α­μι­γώς το­πι­κός. Το πρώ­το μέ­ρος α­φιε­ρώ­νε­ται στη γε­νέ­τει­ρα του Σαί­ξ­πη­ρ, το Στρά­τ­φο­ρ­ντ και κα­τ' ε­πέ­κτα­ση, την κο­μη­τεία του Γουό­ρι­κ­σερ. Εξ ου και ο τί­τ­λος του. Τα υ­πό­λοι­πα έ­χουν ως τί­τ­λους ο­νό­μα­τα θιά­σων και δυο α­πό αυ­τά, θεά­τρω­ν: του Γκλόου­μπ, ε­λ­λη­νι­στί Σφαί­ρα, που έ­φε­ρε ως έ­μ­βλη­μα τον Ηρα­κλή να ση­κώ­νει την υ­δρό­γειο, και του Μπλα­κ­φράϊε­ρς. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με δυο μέ­ρη, που εί­ναι σύ­ντο­μα και α­φο­ρούν πε­ριό­δους, που εί­τε τα ί­χνη του Σαί­ξ­πηρ χά­νο­νται εί­τε α­κο­λου­θεί πε­ριο­δεύο­ντες θιά­σους, τα υ­πό­λοι­πα α­να­σταί­νουν πρω­τί­στως το Λο­ν­δί­νο της ε­πο­χής, πα­ρα­θέ­το­ντας πά­σης φύ­σεως το­πο­γρα­φι­κές και δη­μο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρίες. Και βε­βαίως, πε­ρι­γρά­φουν ε­ξα­ντ­λη­τι­κά το α­γ­γλι­κό θέ­α­τρο. Τι σή­μαι­νε ε­λι­σα­βε­τια­νός η­θο­ποιός και τι θε­α­τρι­κός συ­γ­γρα­φέ­ας. Πώς γρά­φο­νταν τα έ­ρ­γα και ποια ή­ταν τα α­γα­πη­μέ­να θέ­μα­τα. Ποιοι ή­ταν οι θία­σοι, στους ο­ποίους συ­μ­με­τεί­χε ή ει­κά­ζε­ται ό­τι συ­μ­με­τεί­χε ο Σαί­ξ­πηρ.
Οι ε­ξα­κό­σιες σε­λί­δες του βι­βλίου δί­νουν το με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος στον πε­ρι­βά­λ­λο­ντα χώ­ρο και τον θε­α­τρι­κό πε­ρί­γυ­ρο του Σαί­ξ­πηρ. Έτσι κι α­λ­λιώς, για τον ί­διο, ού­τε ο χα­ρα­κτή­ρας του ού­τε οι συ­νή­θειές του ού­τε οι θρη­σκευ­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις εί­ναι γνω­στές. Κα­μία η­με­ρο­μη­νία της ζωής του δεν εί­ναι σί­γου­ρη, ε­κτός α­πό τις λι­γο­στές, που κα­το­χυ­ρώ­νο­νται με κά­ποιο ε­πί­ση­μο έ­γ­γρα­φο, ό­πως της βά­πτι­σης, της δι­κής του και των παι­διών του, ή του γά­μου του. Ως βιο­γρα­φι­κός μπού­σου­λας υ­πά­ρ­χουν και ο­ρι­σμέ­νοι τί­τ­λοι ι­διο­κτη­σίας, κα­θώς και ό­σα α­να­γρά­φο­νται στην ε­πι­τά­φια πλά­κα του. Το ί­διο ο­μι­χλώ­δες φα­ντά­ζει και το έ­ρ­γο του, με την πα­τρό­τη­τα ο­ρι­σμέ­νων θε­α­τρι­κών του να α­μ­φι­σβη­τεί­ται. Αγνοού­με α­κό­μη και το πό­τε έ­γρα­ψε το πρώ­το του έ­ρ­γο. Γι' αυ­τό και ο Ακρόϋντ σπρώ­χνει την α­φή­γη­ση με ρη­το­ρι­κά ε­ρω­τή­μα­τα, α­νοί­γο­ντας τη βε­ντά­λια των πι­θα­νών ε­κ­δο­χών. Αν και συ­χνά, για να μπο­ρέ­σει να πλά­σει τον ή­ρωά του, υιο­θε­τεί αυ­θαι­ρέ­τως ο­ρι­σμέ­νες α­πό­ψεις. Κα­τά κα­νό­να, πά­ντως, α­ντ­λεί α­πό τα θε­α­τρι­κά έ­ρ­γα του Σαί­ξ­πηρ. Όσοι κρί­νουν αυ­στη­ρά τη βιο­γρα­φία του Ακρόϋντ, του κα­τα­λο­γί­ζουν ό­τι το­νί­ζει τον κα­θο­λι­κι­σμό του Σαί­ξ­πηρ και της οι­κο­γέ­νειάς του και ό­τι εί­ναι μά­λ­λον υ­πε­ρ­βο­λι­κά γε­ν­ναιό­δω­ρος στα έ­ρ­γα, που του α­πο­δί­δει. Τε­λι­κά, πά­ντως, ό­πως οι πε­ρι­σ­σό­τε­ροι σύ­γ­χρο­νοι βιο­γρά­φοι του, πα­ρου­σιά­ζει κι αυ­τός έ­ναν Σαί­ξ­πηρ πρα­γ­μα­τι­στή, τό­σο ως δη­μό­σιο πρό­σω­πο στις σχέ­σεις του με την Αυ­λή και την Εκκλη­σία ό­σο και ως συ­γ­γρα­φέα. Όπως φαί­νε­ται, α­ντί του και­νο­τό­μου και ι­διο­φυούς Σαί­ξ­πη­ρ, κε­ρ­δί­ζει έ­δα­φος η ά­πο­ψη ό­τι στά­θη­κε ε­πι­νο­η­τι­κός α­λ­λά και προ­σα­ρ­μο­στι­κός στις δυ­να­τό­τη­τες των θιά­σων και στα γού­στα του κοι­νού.
Για να ε­πα­νέ­λ­θου­με στην πρό­σφα­τη ε­λ­λη­νι­κή έ­κ­δο­ση, θυ­μί­ζου­με ό­τι τον Ακρόϋντ, σε α­ντί­θε­ση με ά­λ­λους α­γ­γλό­φω­νους συ­γ­γρα­φείς, δεν τον μο­νο­πώ­λη­σε έ­νας ε­κ­δο­τι­κός οί­κος. Τα βι­βλία του βρί­σκο­νται μοι­ρα­σμέ­να σε ε­πτά ε­κ­δό­τες. Έκα­στος ε­κ­δί­δει έ­να ή δυο και με­τά τον ε­γκα­τα­λεί­πει. Μό­νο οι ε­κ­δό­σεις Πα­τά­κη ε­πα­νή­λ­θαν πέ­ρυ­σι με τη βιο­γρα­φία του Πόε με­τά τα δύο “τα­ξί­δια στο χρό­νο” του 2004. Η βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πηρ εί­ναι το πρώ­το βι­βλίο του Ακρόϋντ α­πό τις ε­κ­δό­σεις Μι­κρή Άρκτος και τυ­πο­τε­χνι­κά, με βά­ση τα ση­με­ρι­νά στά­ντα­ρ, δεί­χνει ά­ψο­γη. Πα­ρο­μοίως, ό­πως δεν έ­τυ­χε ε­νός ε­κ­δό­τη, δεν ευ­τύ­χη­σε να έ­χει έ­ναν α­πο­κλει­στι­κό με­τα­φρα­στή, α­λ­λά, μέ­χρι σή­με­ρα, δέ­κα δο­κι­μά­στη­καν, με μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη ε­πι­τυ­χία. Από τις κα­λύ­τε­ρες με­τα­φρά­σεις εί­ναι του Παύ­λου Μά­τε­σι για το βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του «Η τε­λευ­ταία δια­θή­κη του Όσκαρ Ουάι­λ­ντ», που κυ­κλο­φό­ρη­σε στα ε­λ­λη­νι­κά με τον τί­τ­λο, «Κα­λη­νύ­χτα, κύ­ριε Όσκαρ Ουάι­λ­ντ», και της Πα­λ­μύ­ρας Ισμυ­ρί­δου για την βρα­βευ­μέ­νη βιο­γρα­φία του Έλιοτ. Ανά­με­σα στους με­τα­φρα­στές εί­ναι και δυο νεό­τε­ροι πε­ζο­γρά­φοι: ο Λύο Κα­λο­βυ­ρ­νάς, που με­τέ­φρα­σε «Τα χει­ρό­γρα­φα του Πλά­τω­να», και η Μα­ρία Φα­κί­νου, τη βιο­γρα­φία του Πόε.
Όσο για τον δέ­κα­το με­τα­φρα­στή του Ακρόϋντ, τον Σπύ­ρο Τσού­γκο, που με­τέ­φρα­σε τη βιο­γρα­φία του Σαί­ξ­πη­ρ, έ­χει έ­να του­λά­χι­στον κοι­νό ση­μείο με τον Ακρόϋντ. Επι­δί­δε­ται στη με­τά­φρα­ση βιο­γρα­φιών, με­τα­φρά­ζο­ντας εκ πα­ρα­λ­λή­λου και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πά­ντο­τε εκ της α­γ­γλι­κής. Η πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση δια­τη­ρεί την ι­σο­ρ­ρο­πία του πρω­τό­τυ­που με­τα­ξύ της μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής γλα­φυ­ρό­τη­τας και της δο­κι­μια­κής α­κρι­βο­λο­γίας. Θα χρειά­ζο­νταν, ό­μως, για τον έ­λ­λη­να α­να­γνώ­στη, πε­ρι­σ­σό­τε­ρες υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, κυ­ρίως ι­στο­ρι­κής φύ­σεως. Ένα πρώ­το πα­ρά­δει­γ­μα δί­νουν οι πρώ­τες γρα­μ­μές της βιο­γρα­φίας, στις ο­ποίες α­να­φέ­ρε­ται ό­τι ο Σαί­ξ­πηρ ει­κά­ζε­ται ό­τι γε­ν­νή­θη­κε στις 23 Απρι­λίου 1564, α­νή­με­ρα του Αγίου Γεω­ρ­γίου. Η σί­γου­ρη η­με­ρο­μη­νία εί­ναι ε­κεί­νη της βά­πτι­σής του, τρεις η­μέ­ρες α­ρ­γό­τε­ρα. Ο Ακρόϋντ πα­ρα­τη­ρεί: «Η πρα­γ­μα­τι­κή η­με­ρο­μη­νία ε­ν­δέ­χε­ται να ή­ταν η 21η ή η 22α Απρι­λίου, η σύ­μπτω­ση πά­ντως της ε­θνι­κής γιο­ρ­τής εί­ναι του­λά­χι­στον πρό­σφο­ρη.» Απο­ρού­με πό­σο γνω­στό εί­ναι στον έ­λ­λη­να α­να­γνώ­στη, ό­τι ο Άγιος Γιώ­ρ­γος δεν εί­ναι μό­νο προ­στά­της ά­γιος της Αγγλίας α­πό την ε­πο­χή του Ρι­χά­ρ­δου του Λε­ο­ντό­κα­ρ­δου, α­λ­λά και ό­τι η εν λό­γω θρη­σκευ­τι­κή ε­ο­ρ­τή εί­ναι και ε­θνι­κή. Αντι­θέ­τως, ά­λ­λοι βιο­γρά­φοι τε­κ­μαί­ρουν ό­τι ε­πι­λέ­χ­θη­κε η 23η Απρι­λίου για να συ­μπί­πτει με την η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του, στις 23 Απρι­λίου 1616. Ο Σαί­ξ­πηρ πέ­θα­νε, ό­πως και ο Κα­βά­φης, την η­μέ­ρα των γε­νε­θλίων του, κι ε­κεί­νος μή­να Απρί­λιο, στα 52 του, σε πεί­σμα του δαί­μο­να του Τυ­πο­γρα­φείου, που τον θέ­λει να έ­χει συ­μπλη­ρώ­σει τα 53. Όπως και να έ­χει, ο έ­λ­λη­νας α­να­γνώ­στης, δια­βά­ζο­ντας τη βιο­γρα­φία του Ακρόϋντ για τον Σαί­ξ­πη­ρ, θα μά­θει ό­λα ό­σα θα ή­θε­λε να γνω­ρί­ζει για το θέ­α­τρο της Γη­ραιάς Αλβιώ­νος και α­κό­μη πε­ρι­σ­σό­τε­ρα.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 6/3/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: