Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ο άνθρωπος επιβιώνει πρωτίστως με συνθήματα

Έφη Γα­ζή
«“Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”
Ιστο­ρία ε­νός συν­θή­μα­τος
(1880-1930)»
Εκδό­σεις Πό­λις
Φε­βρουά­ριος 2011

Εάν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι η Έφη Γα­ζή εί­χε εκ­δώ­σει τη με­λέ­τη της στο γύ­ρι­σμα του 21ου αιώ­να, αυ­τή θα α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν ως α­μι­γώς ι­στο­ρι­κή με­λέ­τη, ε­ντασ­σό­με­νη στην ι­στο­ρία του συ­ντη­ρη­τι­σμού ως έ­να ε­πι­μέ­ρους κε­φά­λαιό της. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, χω­ρίς να χά­νει το ι­στο­ρι­κό της εν­δια­φέ­ρον, α­πο­κτά μια α­να­πά­ντε­χα ε­πι­και­ρι­κή διά­στα­ση. Το 2000, οι τρεις έν­νοιες που α­παρ­τί­ζουν το σύν­θη­μα “Πα­τρίς Θρη­σκεία Οι­κο­γέ­νεια”, με το ι­στο­ρι­κό του ο­ποίου κα­τα­πιά­στη­κε η με­λε­τή­τρια, θεω­ρού­νταν α­πό τον κυ­ρίαρ­χο λό­γο πα­ρω­χη­μέ­νες ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, ι­στο­ρι­κής μό­νο α­ξίας. Τό­τε, έ­πνεε ού­ριος ο ά­νε­μος της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, με κυ­ρίαρ­χο το πνεύ­μα της α­νε­ξι­θρη­σκίας και της ε­λευ­θε­ριό­τη­τας. Δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, οι τρεις έν­νοιες ε­πα­νέρ­χο­νται, του­λά­χι­στον κα­τά μό­νας, κα­θώς φαί­νε­ται να ε­πα­να­κτούν, για ο­ρι­σμέ­να κοι­νω­νι­κά σύ­νο­λα, έ­να μέ­ρος της συ­γκολ­λη­τι­κής τους ι­σχύος.
Ο ό­ρος συ­ντη­ρη­τι­σμός προέ­κυ­ψε στα κα­θ’ η­μάς με κα­θυ­στέ­ρη­ση ως με­τά­φρα­ση του α­ντί­στοι­χου αγ­γλι­κού, μό­λις στα τέ­λη του 19ου αιώ­να. Δη­λα­δή, την ε­πο­μέ­νη του α­τυ­χούς πο­λέ­μου του 1897, ό­ταν θρα­σο­μα­νού­σε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση και ή­ταν διά­χυ­τη η κοι­νω­νι­κή δυ­σφο­ρία. Μέ­χρι τό­τε πα­ρα­πλή­σιες στά­σεις χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ως πι­στές στην πα­ρά­δο­ση. Πι­θα­νώς και κά­πως σχη­μα­τι­κά, η τρέ­χου­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, το ο­ξύ με­τα­να­στευ­τι­κό πρό­βλη­μα μέ­χρι και η ε­λευ­θε­ριό­τη­τα ή έ­στω, το κό­στος που προϋπο­θέ­τει, τό­σο οι­κο­νο­μι­κής φύ­σεως ό­σο και ψυ­χο­λο­γι­κής, φέρ­νουν, και πά­λι με κα­θυ­στέ­ρη­ση, έ­ναν πα­ρα­πλή­σιο ό­ρο, αυ­τόν του νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­σμού, που θα μπο­ρού­σε να α­ντι­κα­τα­στα­θεί και α­πό την εύ­ση­μη έκ­φρα­ση “ε­πι­στρο­φή στην πα­ρά­δο­ση”. Βε­βαίως, αυ­τή η ε­πα­να­φο­ρά των τριών εν­νοιών δεν ση­μαί­νει, σώ­νει και κα­λά, α­να­βίω­ση του τρι­με­ρούς συν­θή­μα­τος υ­πό τη μορ­φή του ι­δε­ο­λο­γή­μα­τος, με την ο­ποία εί­χε στον και­ρό του χρη­σι­μο­ποιη­θεί. Το ση­μα­ντι­κό, ό­μως, για κά­θε συν­θη­μα­τι­κή φρά­ση εί­ναι, κα­τ’ αρ­χήν, η κυο­φο­ρία της, κα­τά την ο­ποία α­να­νο­η­μα­το­δο­τού­νται και ταυ­τό­χρο­να, κω­δι­κο­ποιού­νται οι λέ­ξεις που την α­παρ­τί­ζουν και στη συ­νέ­χεια, η ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση της, που την κα­θι­στά ευ­κό­λως α­να­κλη­τή. Από ε­κεί και πέ­ρα, δο­θεί­σης της α­νά­γκης ή και της ευ­και­ρίας ε­πα­νέρ­χε­ται. Άλλω­στε, σύμ­φω­να και με το εύ­στο­χο μό­το της με­λέ­της, δά­νειο α­πό τον Ρό­μπερτ Λούι Στή­βεν­σο­ν: «Ο άν­θρω­πος εί­ναι έ­να πλά­σμα, που δεν ε­πι­βιώ­νει μό­νο με άρ­το αλ­λά, πρω­τί­στως, με συν­θή­μα­τα». Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ε­δώ χρειά­ζε­ται να θυ­μί­σου­με σε ό­σους α­γνοούν τα α­πο­φθεγ­μα­τι­κά κεί­με­να του Στή­βεν­σον, α­πό τα ο­ποία αν­τλή­θη­κε η φρά­ση, ό­τι ε­κεί­νος δεν α­να­φέ­ρε­ται α­κρι­βώς σε συν­θή­μα­τα αλ­λά μάλ­λον σε λαϊκές ρή­σεις. Το θέ­μα που τον α­πα­σχο­λεί εί­ναι οι δυ­σκο­λίες συμ­βίω­σης δύο έγ­γα­μων, που προέρ­χο­νται α­πό την γνώ­μη, την ο­ποία ο κα­θέ­νας α­πό τους δυο έ­χει σχη­μα­τί­σει για το άλ­λο φύ­λο μέ­σα α­πό θυ­μό­σο­φες εκ­φρά­σεις, οι ο­ποίες ε­λά­χι­στα α­ντα­πο­κρί­νο­νται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αν, ό­μως, κά­τι ι­σχύει για το κύτ­τα­ρο της οι­κο­γέ­νειας, σε με­γα­λύ­τε­ρα σύ­νο­λα δεν μπο­ρεί πα­ρά να ε­παυ­ξά­νε­ται η ι­σχύς του.
Όπως και να έ­χει, την Γα­ζή δεν την α­πα­σχο­λεί η φά­ση χρή­σης του συν­θή­μα­τος. Δη­λα­δή, οι δυο μεί­ζο­νες δι­κτα­το­ρίες του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να: η προ­πο­λε­μι­κή του Με­τα­ξά και η με­τα­πο­λε­μι­κή των Συ­νταγ­μα­ταρ­χών. Ωστό­σο, στον ε­πί­λο­γο της με­λέ­της της α­να­τρέ­χει στον λό­γο του Ιωάν­νη Με­τα­ξά στην Μα­ράσ­λειο Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία τον Ιού­νιο του 1937 (α­πο­κλείε­ται, πά­ντως, την 31η του μη­νός), που τε­λειώ­νει ως ε­ξής: “Χρειά­ζο­νται δυο πράγ­μα­τα δια να φέ­ρε­τε εις πέ­ρας το έρ­γο τού­το: Πί­στις προς τα με­γά­λα ι­δα­νι­κά της Πα­τρί­δος, της Θρη­σκείας και της οι­κο­γέ­νειας και α­γά­πη και α­φο­σίω­σις προς αυ­τά”. Με “το έρ­γο τού­το” πρέ­πει να εν­νο­εί, κα­τα­πώς εί­χε δια μα­κρών α­να­πτύ­ξει, την υ­πο­χρέω­ση των δα­σκά­λων να πλά­σουν “σώ­μα­τα και προ­πα­ντός ψυ­χάς ελ­λη­νι­κάς”.
Η με­λε­τή­τρια θυ­μί­ζει αυ­τήν την κο­ρώ­να του με­τα­ξι­κού λό­γου, σχο­λιά­ζο­ντας ό­τι θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί ό­τι “μια φρά­ση λέει αυ­τό που λέει την ώ­ρα που λέ­γε­ται”. Το ί­διο, α­κρι­βώς, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ι­σχυ­ρι­στεί και για την πα­ρα­πλή­σια συν­θη­μα­τι­κή φρά­ση της α­πρι­λια­νής δι­κτα­το­ρίας: «Ελλάς Ελλή­νων Χρι­στια­νών». Η, εν λό­γω, φρά­ση εί­ναι φαι­νο­με­νι­κά δι­με­ρής, κα­θώς το τρί­το σκέ­λος, αυ­τό της οι­κο­γέ­νειας α­πο­δί­δε­ται πλα­γίως δια της χρή­σεως της γε­νι­κής πτώ­σεως. Η ί­δια, πά­ντως, δεν αρ­κέ­στη­κε σε έ­ναν πα­ρό­μοιο, ε­πι­φα­νεια­κό ι­σχυ­ρι­σμό, αλ­λά έ­θε­σε ως υ­πό­θε­ση ερ­γα­σίας την ει­κα­σία ό­τι υ­πήρ­ξε μια μα­κριά πε­ρίο­δος κυο­φο­ρίας αυ­τών των συν­θη­μα­τι­κών φρά­σεων, την ο­ποία και άρ­χι­σε να ε­ρευ­νά. Με βά­ση το υ­λι­κό, που συ­γκέ­ντρω­σε, έ­πλε­ξε μια εν­δια­φέ­ρου­σα α­φή­γη­ση για την προϊστο­ρία τους. Βε­βαίως, ό­πως κα­τά κα­νό­να συμ­βαί­νει, η α­φή­γη­ση του ι­στο­ρι­κού ε­ξαρ­τά­ται α­πό το συ­γκε­ντρω­μέ­νο υ­λι­κό και ε­κεί­νο, με τη σει­ρά του, εί­ναι συ­νάρ­τη­ση της ο­πτι­κής της έ­ρευ­νας, στην ο­ποία κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο παί­ζουν οι προϋπάρ­χου­σες έ­ρευ­νες, που ε­ντάσ­σο­νται στο ί­διο ευ­ρύ­τε­ρο θε­μα­τι­κό πε­δίο.
Στη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη, ο χώ­ρος άν­τλη­σης του υ­λι­κού ο­ρί­ζε­ται α­φε­νός μεν α­πό τις ορ­θό­δο­ξες χρι­στια­νι­κές α­δελ­φό­τη­τες, που το­πο­θε­τού­νται ε­κτός Εκκλη­σίας, κά­πο­τε σε α­ντί­πα­λο προς αυ­τήν ρό­λο, συ­χνό­τε­ρα ό­μως σε υ­πο­στη­ρι­κτι­κό, και α­φε­τέ­ρου, α­πό τους ποι­κί­λους συλ­λό­γους πα­τριω­τι­κού και η­θο­πλα­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Στα­χυο­λο­γώ­ντας α­πό την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία των ε­ντύ­πων τους, στοι­χειο­θε­τεί­ται εν μέ­ρει η α­φή­γη­ση. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το εν λό­γω σύν­θη­μα έ­χει συ­χνά συ­σχε­τι­στεί με τον εκ­κλη­σια­στι­κό χώ­ρο, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να εκ­φρά­σει την α­πο­ρία, για­τί να μην ε­πε­κτα­θεί η έ­ρευ­να και στα εκ­κλη­σια­στι­κά έ­ντυ­πα. Αν δεν σφάλ­λου­με, αυ­τά α­πο­τε­λούν, του­λά­χι­στον προ­σώ­ρας, terra incognita. Επί­σης, σε πα­λαιό­τε­ρες ε­πο­χές, το σύν­θη­μα εί­χε συν­δε­θεί με τον, άλ­λο­τε πο­τέ, α­λυ­τρω­τι­σμό, ο­πό­τε κά­ποιος θα μπο­ρού­σε να προ­τεί­νει ε­πέ­κτα­ση της έ­ρευ­νας σε έ­ντυ­πα πέ­ραν του ελ­λα­δι­κού χώ­ρου, στις ο­θω­μα­νι­κές πε­ριο­χές και τον πα­ροι­κια­κό ελ­λη­νι­σμό. Άλλω­στε, μια πα­ρό­μοια διεύ­ρυν­ση φαί­νε­ται να την υ­πα­γο­ρεύει και το με­γά­λο χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα του ε­ρευ­νη­τι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος. Ιδιαί­τε­ρα φι­λό­δο­ξη η α­φή­γη­ση κα­λύ­πτει μια ο­λό­κλη­ρη πε­ντη­κο­ντα­ε­τία. Αδρο­με­ρώς, α­πό την προ­σάρ­τη­ση της Θεσ­σα­λίας, ό­ταν η “πα­τρίς” άρ­χι­σε να ε­πε­κτεί­νε­ται, μέ­χρι το έ­τος, που σύρ­θη­κε σε δί­κη ο Κα­ζα­ντζά­κης “ε­πί χλευα­σμώ της θρη­σκείας” και δό­θη­κε δι­καίω­μα ψή­φου στις γυ­ναί­κες. Πα­ρό­λο που το δι­καίω­μα α­φο­ρού­σε μό­νο δη­μο­τι­κές και κοι­νο­τι­κές ε­κλο­γές, στά­θη­κε, ού­τως ή άλ­λως, μια κα­κή αρ­χή, που έ­θε­σε σε κίν­δυ­νο το τρί­το σκέ­λος, αυ­τό της οι­κο­γέ­νειας.
Ωστό­σο, στον μι­σό αιώ­να, α­πό το 1880 έως το 1930, που κα­λύ­πτει η α­φή­γη­ση υ­πήρ­ξαν φά­σεις πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρης συ­ναι­σθη­μα­τι­κής φόρ­τι­σης του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος α­πό ε­κεί­νη της δί­κης του Κα­ζα­ντζά­κη ή της πε­ριο­ρι­σμέ­νης γυ­ναι­κείας ψή­φου. Φά­σεις τέ­τοιας έ­ντα­σης, ώ­στε να α­πει­λεί­ται η κοι­νω­νι­κή τά­ξη. Πρό­κει­ται για πε­ριό­δους πραγ­μα­τι­κού “η­θι­κού πα­νι­κού”, έ­τσι ό­πως η κα­τά­στα­ση σύγ­χυ­σης φορ­τί­στη­κε, ε­πι­δέ­ξια και δο­λίως, α­πό τον Τύ­πο. Ως γνω­στόν, σε κά­θε κα­τά­στα­ση “η­θι­κού πα­νι­κού” υ­πάρ­χουν οι υ­πο­κι­νη­τές και οι φτω­χο­διά­βο­λοι που τον υ­φί­στα­νται. Από ε­κεί και πέ­ρα, ο φέ­ρων την ευ­θύ­νη συ­χνά εί­ναι το θύ­μα. Η με­λέ­τη της Γα­ζή α­φιε­ρώ­νει συ­ναρ­πα­στι­κές σε­λί­δες στον “η­θι­κό πα­νι­κό” του 1911, ό­ταν ξέ­σπα­σαν τα λε­γό­με­να “Αθεϊκά” του Βό­λου και α­ντι­στοί­χως, το 1925, με τα “Μα­ρασ­λεια­κά” της Αθή­νας. Πρω­ταί­τιος σε αμ­φό­τε­ρα στά­θη­κε ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος, ο ο­ποίος και πρω­τα­γω­νι­στεί στις μέ­χρι σή­με­ρα ι­στο­ρι­κές α­φη­γή­σεις. Όχι, ό­μως, σε αυ­τήν της Γα­ζή. Εκεί­νο που κα­θο­ρί­ζει, εν πολ­λοίς, μια α­φή­γη­ση, α­πό ι­στο­ρι­κή έως μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή, εί­ναι τα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, η με­λέ­τη της Γα­ζή έ­χει το α­τού των μο­ντερ­νί­στι­κων μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Δεν ε­στιά­ζει στους ή­ρωες αλ­λά στους α­ντιή­ρωες. Κι αυ­τοί, στα “Αθεϊκά”, ή­ταν ο Μη­τρο­πο­λί­της Δη­μη­τριά­δος Γερ­μα­νός και ο αρ­χι­συ­ντά­κτης της ε­φη­με­ρί­δας «Κή­ρυξ» Δη­μο­σθέ­νης Κούρ­το­βι­κ, στην ε­πο­χή του έ­νας α­πό τους πλέ­ον τα­λα­ντού­χους της γρα­φί­δας. Ενώ, στα “Μα­ρασ­λεια­κά”, ο Βο­ρειο­η­πει­ρώ­της, με­τέ­πει­τα κα­θη­γη­τής παι­δα­γω­γι­κής, Σπυ­ρί­δων Καλ­λιά­φας.
Το εν­δια­φέ­ρον κερ­δί­ζουν και δύο γυ­ναί­κες, που δεν πρω­τα­γω­νι­στούν μεν στα συμ­βά­ντα, αλ­λά α­πο­τέ­λε­σαν την πέ­τρα του σκαν­δά­λου, συμ­βάλ­λο­ντας στους δυο “η­θι­κούς ποι­νι­κούς”. Στα “Αθεϊκά”, ή­ταν η δα­σκά­λα Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου και στα “Μα­ρασ­λεια­κά” η Ρό­ζα Ιμβριώ­τη. Την τά­ξη της Χρι­στά­κου ε­πέ­λε­ξε να ε­πι­σκε­φθεί ο Μη­τρο­πο­λί­της για να δια­πι­στώ­σει ι­δίοις όμ­μα­σι τον σφα­λε­ρό τρό­πο λει­τουρ­γίας του Παρ­θε­να­γω­γείου. Ενώ, ο μη ε­θνι­κός τρό­πος που δί­δα­σκε την ι­στο­ρία της Επα­νά­στα­σης του 1821 η Ιμβριώ­τη ή­ταν η θρυαλ­λί­δα για τα “Μα­ρασ­λεια­κά”. Κα­τά σύ­μπτω­ση, μια σχε­τι­κά πρό­σφα­τη κα­τά­στα­ση “η­θι­κού πα­νι­κού” με α­φορ­μή δι­δα­κτι­κό εγ­χει­ρί­διο Ιστο­ρίας εί­χε και πά­λι ως πέ­τρα του σκαν­δά­λου μια εκ­παι­δευ­τι­κό.
Όπως και να έ­χει, οι α­ντιή­ρωες της Γα­ζή δεν ε­ξαν­τλού­νται με ό­σους α­να­φέ­ρα­με. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι πρω­τα­γω­νι­στούν μό­νο στο δεύ­τε­ρο και το τρί­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της της, που α­φιε­ρώ­νο­νται στα συ­γκε­κρι­μέ­να κομ­βι­κά συμ­βά­ντα, τα ο­ποία α­πεί­λη­σαν το status quo του κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Συμ­βά­ντα, που, βε­βαίως, δεν α­φο­ρού­σαν μό­νο την αρ­μό­ζου­σα στο έ­θνος γλώσ­σα, δη­λα­δή το λε­γό­με­νο γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα, αλ­λά και τις σο­σια­λι­στι­κές ι­δέες. Με την ί­δρυ­ση, το 1908, του Ανώ­τε­ρου Δη­μο­τι­κού Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου, ε­στία των “Αθεϊκώ­ν”, συν­δέ­θη­κε το Εργα­τι­κό Κέ­ντρο Βό­λου, που ι­δρύ­θη­κε το ί­διο έ­τος. Ενώ, των “Μα­ρασ­λεια­κώ­ν” προ­η­γή­θη­κε το «Εθνι­κόν Συ­νέ­δριον», που ορ­γά­νω­σε στις αρ­χές του 1925 η Εται­ρεία «Ελλη­νι­σμός» του Νε­ο­κλή Κα­ζά­ζη, ο ο­ποίος στην ε­ναρ­κτή­ρια ο­μι­λία του τό­νι­σε την α­πει­λή της κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης και του μπολ­σε­βι­κι­σμού.
Σε αυ­τά τα κε­φά­λαια, πά­ντως, ο πα­τριω­τι­κός και θρη­σκευ­τι­κός χώ­ρος, καί­τοι ε­πι­τί­θε­ται, ου­σια­στι­κά βρί­σκε­ται σε θέ­ση ά­μυ­νας. Σε α­ντί­θε­ση με το πρώ­το και το τε­λευ­ταίο, τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο της με­λέ­της, στα ο­ποία σύλ­λο­γοι, ε­ται­ρείες και α­δελ­φό­τη­τες έ­χουν την πρω­το­βου­λία και εμ­φα­νί­ζο­νται ως κοι­νω­νι­κοί α­να­μορ­φω­τές. Σε αυ­τά, πρω­το­στα­τούν νέ­οι α­ντιή­ρωες, σή­με­ρα, μάλ­λον λη­σμο­νη­μέ­νοι, του­λά­χι­στον οι πα­λαιό­τε­ροι. Ένας α­πό αυ­τούς και μα­ζί του ο Μη­τρο­πο­λί­της Γερ­μα­νός ή­ταν τα πρό­σω­πα που μας είλ­κυ­σαν, του­λά­χι­στον αρ­χι­κά, να α­σχο­λη­θού­με με τη με­λέ­τη της Γα­ζή, καί­τοι α­πα­ρά­σκευοι. Δεν μας εν­δια­φέ­ρει τό­σο ο βίος και η πο­λι­τεία αυ­τών των προ­σώ­πων, ό­σο το γε­γο­νός ό­τι έ­τυ­χε να συ­γκρου­σθούν, α­κρι­βώς την χρο­νι­κή πε­ρίο­δο που α­πα­σχο­λούν τη Γα­ζή, με έ­ναν λο­γο­τέ­χνη α­πό τους ε­κλε­κτούς “της πε­ζο­γρα­φι­κής μας πα­ρά­δο­σης”. Τον, εν λό­γω, λο­γο­τέ­χνη δεν τον α­να­φέ­ρει η Γα­ζή και κα­λά κά­νει. Ως γνή­σιος λο­γο­τέ­χνης, ού­τε με συν­θή­μα­τα ού­τε, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, με ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα έ­χει σχέ­ση. Ωστό­σο, τα γρα­πτά του, λο­γο­τε­χνι­κά και μη λο­γο­τε­χνι­κά, κο­μί­ζουν ε­πι­πλέ­ον στοι­χεία για κά­ποια πρό­σω­πα της με­λέ­της. Θα ε­πα­νέλ­θου­με.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Φωτο: Ο Αλέξανδρος Δελμούζος, το πρώτο θύμα στα Αθεϊκά του Βόλου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 17/7/2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια: