Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

O φωτογράφος Κλείτος Κύρου


«Κλεί­τος Κύ­ρου
«Ψήγ­μα­τα μνή­μης.
Φω­το­γρα­φίες 1936-2000»
Μ.Ι.Ε.Τ., Απρί­λιος 2011

Με τον Κλεί­το Κύ­ρου, δη­λα­δή με τη δη­μο­σίευ­ση του έρ­γου του, νο­μί­ζα­με ό­τι εί­χα­με τε­λειώ­σει. Εγκα­τέ­λει­ψε τα ε­γκό­σμια στις 10 Απρι­λίου 2006, ω­στό­σο το έρ­γο του το εί­χε ο ί­διος φρο­ντί­σει κο­ντά μια δε­κα­ε­τία νω­ρί­τε­ρα. “Στα 1997 κυ­κλο­φό­ρη­σε σ’έ­ναν τό­μο τρια­κο­σίων πε­νή­ντα σε­λί­δων το σύ­νο­λο, σχε­δόν, της ποιη­τι­κής δου­λειάς μου με τον τίτ­λο «Εν ό­λω –Συ­γκο­μι­δή 1943-1997» α­πό τις εκ­δό­σεις «Άγρα». Την ί­δια ε­πο­χή κυ­κλο­φό­ρη­σε πά­λι α­πό την «Άγρα» έ­να δί­φυλ­λο με το ποίη­μά μου «Σχο­λές Τυ­φλών».” Αυ­τά α­να­φέ­ρει στις εν­θυ­μή­σεις του, ό­πως τις εί­χε α­πό ρα­διο­φώ­νου ξε­τυ­λί­ξει στις α­παρ­χές του τρέ­χο­ντος αιώ­να. Ενώ, ως με­τα­φρα­στής, εί­χε εκ­δώ­σει το 1990 τον τε­λευ­ταίο Έλιο­τ, «Η ρη­μαγ­μέ­νη γη», σε δί­γλωσ­ση έκ­δο­ση και τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, μια τε­λευ­ταία με­τά­φρα­ση θε­α­τρι­κού, «Οι Τσέ­ντσι» του Σέλ­λεϋ, για την ο­ποία και τι­μή­θη­κε με το Κρα­τι­κό Βρα­βείο Με­τά­φρα­σης, ε­νώ η βρά­βευ­ση της ποίη­σής του πα­ρέ­μει­νε έ­να ε­σα­εί χρω­στού­με­νο.
Ιδού, ό­μως, που ο Κύ­ρου έρ­χε­ται και πά­λι να μας α­πα­σχο­λή­σει με μια δια­φο­ρε­τι­κή μορ­φή δη­μιουρ­γι­κής έκ­φρα­σης, αυ­τήν του φω­το­γρά­φου. Η ε­να­σχό­λη­σή του με τη φω­το­γρα­φία δεν ή­ταν κά­τι ε­ντε­λώς ά­γνω­στο. Κλεί­νει, μά­λι­στα τις α­να­μνή­σεις του, μνη­μο­νεύο­ντάς τη­ν: “Τι να πω, για το πά­θος που εί­χα για τη φω­το­γρα­φία α­πό τα δε­κα­πέ­ντε μου, που με κα­τα­δίω­κε ό­που κι αν πή­γαι­να!” Το ό­τι δεν υ­περ­βάλ­λει, το α­πο­δει­κνύει το φω­το­γρα­φι­κό αρ­χείο που ά­φη­σε. Όπως φαί­νε­ται, α­νέρ­χε­ται σε πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 10.000 αρ­νη­τι­κά, 1.380 δια­φά­νειες, αλ­λά και τυ­πώ­μα­τα μι­κρών δια­στά­σεων, τα ο­ποία α­σα­φώς α­να­φέ­ρε­ται ό­τι α­νέρ­χο­νται σε χι­λιά­δες, κα­θώς και δυο λευ­κώ­μα­τα. Και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο για το ο­ποιο­δή­πο­τε αρ­χείο εί­ναι ό­τι ο ί­διος φρό­ντι­σε να το τα­κτο­ποιή­σει, κά­νο­ντας τα­ξι­νό­μη­ση και τεκ­μη­ρίω­ση. Πα­ρα­πο­νιό­ταν, ό­μως, μέ­χρι τέ­λους, ό­τι οι φω­το­γρα­φίες του δη­μο­σιεύο­νται κα­τά και­ρούς “χω­ρίς την πα­ρα­μι­κρή α­να­φο­ρά του φω­το­γρά­φου”.
Αυ­τή η α­πο­σιώ­πη­ση ί­σχυε γε­νι­κό­τε­ρα μέ­χρι πρό­τι­νος. Τα τε­λευ­ταία, ό­μως, χρό­νια η φω­το­γρα­φία α­να­δύ­θη­κε και στη χώ­ρα μας ως η κα­τ’ ε­ξο­χήν τέ­χνη. Μό­νο που, ό­ντας έ­νας λαός των ά­κρων, κα­τα­λή­ξα­με στην υ­περ­βο­λή. Μας κα­τέ­κλυ­σαν οι εκ­θέ­σεις φω­το­γρα­φίας του κά­θε ε­πώ­νυ­μου, που α­πο­φα­σί­ζει να ε­πι­δεί­ξει το χό­μπι του. Αλλά ου­δέν κα­κόν α­μι­γές κα­λού. Ανα­δείχ­θη­καν και ο­ρι­σμέ­να α­ξιό­λο­γα αρ­χεία. Ένα α­πό αυ­τά το αρ­χείο του Κλεί­του Κύ­ρου, το ο­ποίο εί­χε την κα­λή τύ­χη να α­ξιο­ποιη­θεί α­μέ­σως με­τά την τα­κτο­ποίη­σή του. Ιδού, λοι­πόν, που ο Κύ­ρου, αυ­τή τη φο­ρά, μας α­πα­σχο­λεί με έ­να φω­το­γρα­φι­κό λεύ­κω­μα, το ο­ποίο έρ­χε­ται ως συ­νο­δευ­τι­κό σχε­τι­κής έκ­θε­σης στο Μ.Ι.Ε.Τ. της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρό­κει­ται για έ­ναν τό­μο στον ο­ποίο πα­ρου­σιά­ζε­ται μια ε­πι­λο­γή 108 φω­το­γρα­φιών της πε­ριό­δου 1936-2000. Αναμ­φι­βό­λως η έκ­δο­ση κα­λο­συ­σταί­νει τον φω­το­γρά­φο. Βε­βαίως, α­πό τον τό­μο δεν μπο­ρεί να κρι­θεί η συ­νο­λι­κή α­ξία του αρ­χείου. Για να δο­θεί η γε­νι­κή ει­κό­να, εί­ναι α­πα­ραί­τη­το έ­να κεί­με­νο, το ο­ποίο να πε­ρι­γρά­φει το αρ­χείο, τό­σο πο­σο­τι­κά ό­σο και ποιο­τι­κά. Σε ό,τι, μά­λι­στα, α­φο­ρά την αι­σθη­τι­κή των φω­το­γρα­φιών, θα α­παι­τεί­το κεί­με­νο ει­δι­κού, που να α­πο­τι­μά την αι­σθη­τι­κή του συ­νό­λου. Στο λεύ­κω­μα του Κύ­ρου πα­ρό­μοια κεί­με­να α­που­σιά­ζουν. Αντ’ αυ­τών, υ­πάρ­χει έ­να κα­τα­το­πι­στι­κό κεί­με­νο για τον φω­το­γρά­φο Κλεί­το Κύ­ρου α­πό το νέο ι­στο­ρι­κό Γιώρ­γο Κου­μα­ρί­δη, το ο­ποίο α­να­με­νό­με­νο εί­ναι να δί­νει έμ­φα­ση στη φω­το­γρα­φία ως ντο­κου­μέ­ντο. Και έ­να βο­η­θη­τι­κό του με­λε­τη­τή Ξ. Α. Κο­κό­λη, που α­να­ζη­τά­ει τα ί­χνη της φω­το­γρα­φίας στην ποίη­ση του Κύ­ρου.
Ο τίτ­λος του φω­το­γρα­φι­κού λευ­κώ­μα­τος α­νή­κει στον ί­διο τον Κύ­ρου. Μό­νο που ε­κεί­νος τον χρη­σι­μο­ποιεί ως τίτ­λο μιας α­φή­γη­σης, στην ο­ποία προ­σπα­θεί πράγ­μα­τι να κρα­τή­σει κά­ποια “ψήγ­μα­τα μνή­μης”. Έχου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι, ως τίτ­λος ε­νός φω­το­γρα­φι­κού λευ­κώ­μα­τος, το α­δι­κεί. Λέ­γε­ται ό­τι μια φω­το­γρα­φία ι­σο­δυ­να­μεί με χί­λιες λέ­ξεις. Σχή­μα λό­γου, ε­νίο­τε ό­μως ι­σχύει για μια ε­πι­τυ­χη­μέ­νη φω­το­γρα­φία. Όπως και να έ­χει, οι φω­το­γρα­φίες του τό­μου διεκ­δι­κούν έ­να πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι μνή­μης α­πό ε­κεί­νο του ρι­νί­σμα­τος. Εί­ναι πολ­λά τα εν­στα­ντα­νέ, που δια­σώ­ζουν την α­τμό­σφαι­ρα πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Ανα­σταί­νουν α­στι­κά και υ­παί­θρια το­πία, με κυ­ρίαρ­χο το αι­γαιο­πε­λα­γί­τι­κο. Μά­λι­στα, μια φω­το­γρα­φία α­πό την Σκύ­ρο του 1964 δέ­νει με πί­να­κες του συ­νο­μή­λι­κου ζω­γρά­φου Στέ­λιου Ανα­στα­σιά­δη, φι­λο­τε­χνη­μέ­νους α­πό την ί­δια ο­πτι­κή γω­νία και την ί­δια ε­πο­χή. Εκτός α­πό το­πία, α­να­σταί­νουν αν­θρώ­πους, κα­τορ­θώ­νο­ντας να συλ­λά­βουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές εκ­φρά­σεις τους. Όχι, λοι­πόν, ψήγ­μα­τα μνή­μης, αλ­λά εν­στα­ντα­νέ, που α­πα­θα­νά­τι­σαν μορ­φές μέ­σα στο χρό­νο.
Το “ψήγ­μα­τα μνή­μης” ται­ριά­ζει στις μνή­μες α­πό συμ­βά­ντα, για τα ο­ποία δια­σώ­θη­καν μό­νο χρο­νο­λο­γίες, κι αυ­τές ό­ταν δια­σώ­θη­καν, και πε­ρί δια­γραμ­μά­των πε­ρι­γρα­φές. Για πα­ρά­δειγ­μα, πώς έ­γι­νε και πα­ρου­σιά­στη­κε πρώ­τος με δη­μο­σίευ­μα σε πε­ριο­δι­κό ο με­τα­φρα­στής Κλεί­τος Κύ­ρου, με­τά ο φω­το­γρά­φος και τε­λευ­ταίος, ο ποιη­τής. Ή, πώς έ­τυ­χε να εμ­φα­νι­στεί και πά­λι πρώ­τος με βι­βλίο ο με­τα­φρα­στής, δεύ­τε­ρος, αυ­τή τη φο­ρά, ο ποιη­τής και τε­λευ­ταίος, με­τά θά­να­το – για την α­κρί­βεια πέ­ντε συ­να­πτά έ­τη με­τά θά­να­το – ο φω­το­γρά­φος. Συ­γκε­ντρώ­νο­ντας τα “ψήγ­μα­τα μνή­μης”, που δί­νουν ο ί­διος, οι φί­λοι του και ο ι­στο­ρι­κός που προ­λο­γί­ζει το λεύ­κω­μα, σχη­μα­τί­ζε­ται έ­να μω­σαϊκό με ψη­φί­δες δια­φο­ρε­τι­κών ε­πο­χών.
Γνω­στό­τε­ρο εί­ναι το ι­στο­ρι­κό εμ­φά­νι­σης των πρώ­των βι­βλίων του Κύ­ρου. Το πώς, δη­λα­δή, ο με­τα­φρα­στής προ­η­γή­θη­κε του ποιη­τή. Ήταν την ά­νοι­ξη του 1945, που τρεις φί­λοι α­πο­φά­σι­σαν να κά­νουν ο­μα­δι­κή εμ­φά­νι­ση στα Γράμ­μα­τα. Την τριά­δα α­πο­τε­λού­σαν ο Κύ­ρου, τό­τε 24 ε­τών, ο συ­νο­μή­λι­κός του και συμ­φοι­τη­τής του στη Νο­μι­κή Σχο­λή Θα­νά­σης Φω­τιά­δης και ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης, τέσ­σε­ρα χρό­νια μι­κρό­τε­ρος, φοι­τη­τής της Ια­τρι­κής. Ο Φω­τιά­δης, ω­στό­σο, εί­χε ή­δη εκ­δώ­σει μια πρω­τό­λεια συλ­λο­γή. Τε­λι­κά, το 1945, ε­ξέ­δω­σε μια δεύ­τε­ρη, με τον τίτ­λο «Αντί­στα­ση» και ο Ανα­γνω­στά­κης το πρώ­το του ποιη­τι­κό βι­βλίο, τις «Επο­χές». Τα ποιή­μα­τα, ό­μως, του Κύ­ρου κρί­θη­καν α­πό τη συ­ντρο­φιά λί­γα για μια πρώ­τη εμ­φά­νι­ση. Έτσι πή­ρε το βά­πτι­σμα της δη­μο­σιό­τη­τας ως με­τα­φρα­στής. Εκεί­νη τη χρο­νιά ε­ξέ­δω­σε το «Νέ­οι Άγγλοι ποιη­τές». Ως ποιη­τής εμ­φα­νί­στη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, το 1949, με τη συλ­λο­γή «Ανα­ζή­τη­ση», α­ξιο­πρε­πούς έ­κτα­σης δυο τυ­πο­γρα­φι­κών, του­τέ­στιν τριά­ντα δύο σε­λί­δων. Κα­τά πα­ραί­νε­ση ε­νός τέ­ταρ­του ε­κεί­νης της πα­ρέ­ας, του Σερ­ραίου Γιώρ­γου Κα­φτα­ντζή, το βι­βλίο του δεν εκ­δό­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη αλ­λά στις Σέρ­ρες. Χαι­ρε­τί­στη­κε, πά­ντως, με του­λά­χι­στον δυο κρι­τι­κές μέ­σα στο ί­διο έ­τος. Του Αλέξ. Αργυ­ρίου στα «Ελεύ­θε­ρα Γράμ­μα­τα» και του Άρη Δι­κταίου στο πε­ριο­δι­κό «Ο Αιώ­νας μας». Στη δεύ­τε­ρη υ­πάρ­χει μια φρά­ση, που έ­μελ­λε να α­πο­δει­χτεί γε­νι­κό­τε­ρης ι­σχύος και με­γα­λύ­τε­ρης χρο­νι­κής εμ­βέ­λειας: «Ενώ η πρω­τεύου­σα φλυα­ρεί, η Θεσ­σα­λο­νί­κη ο­μι­λεί.»
Από πού κι ως πού, ό­μως, ο φω­το­γρά­φος Κλεί­τος Κύ­ρου εμ­φα­νί­στη­κε με δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες σε πε­ριο­δι­κό πριν τον ποιη­τή! Κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά τα πράγ­μα­τα έ­χουν ως ε­ξής: πρώ­το δη­μο­σιεύ­θη­κε έ­να με­τά­φρα­σμα του Κύ­ρου (Ιού­λιο 1944), δεύ­τε­ρες οι φω­το­γρα­φίες (Απρί­λιο 1945) και τε­λευ­ταίο το ποίη­μα (Μάϊο 1945). Ση­μα­ντι­κό το με­τά­φρα­σμα εί­ναι α­πό το «Μοι­ρο­λόι για τον Ιγνά­θιο Σά­ντσεθ Με­χίας» του Λόρ­κα. Έγι­νε α­πό τα γαλ­λι­κά και χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ως μια “πρώι­μη με­τα­φρα­στι­κή προ­σπά­θεια”. Ση­μα­ντι­κό και το ποίη­μα, με τίτ­λο «Προ­σμο­νή». Αλλά, εν τέ­λει, ι­στο­ρι­κά ση­μα­ντι­κό­τε­ρες ως ντο­κου­μέ­ντα μιας τα­ραγ­μέ­νης ε­πο­χής εί­ναι οι δυο πρώ­τες δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες του.
Στα χρό­νια της Κα­το­χής, ό­ταν η α­ντί­στα­ση κα­τά των δυ­νά­μεων του Άξο­να άρ­χι­σε να α­πο­κτά δια­στά­σεις και να πυ­κνώ­νουν οι κι­νη­το­ποιή­σεις, ε­κεί­νος έ­φε­ρε πά­ντα μα­ζί του τη φω­το­γρα­φι­κή του μη­χα­νή. Έτσι α­πα­θα­νά­τι­σε α­σκή­σεις και πα­ρε­λά­σεις γερ­μα­νι­κών στρα­τευ­μά­των, αλ­λά και σκη­νές α­ντί­στα­σης, ε­νώ οι φί­λοι του φρό­ντι­ζαν να τον κα­λύ­πτουν. Οι δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες εί­ναι α­πό την 25η Μαρ­τίου 1943. Σύμ­φω­να με τον Κου­μα­ρί­δη, α­πό ε­κεί­νη την η­μέ­ρα σώ­ζο­νται έ­ξι λή­ψεις. Οι πέ­ντε α­πα­θα­να­τί­ζουν την κα­τά­θε­ση στε­φά­νου α­πό την Ε­ΠΟΝ του Πα­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης στην προ­το­μή του ναυάρ­χου Νι­κό­λα­ου Βό­τση. Το στε­φά­νι κα­τέ­θε­σε εκ μέ­ρους των φοι­τη­τών ο Άνθι­μος Χατ­ζηαν­θί­μου. Μα­κριά η ι­στο­ρία του Χατ­ζηαν­θί­μου. Κι αυ­τός συ­νο­μή­λι­κος και συμ­φοι­τη­τής στη Νο­μι­κή του Κύ­ρου, το 1943 ή­ταν η­γε­τι­κό στέ­λε­χος της Ε­ΠΟΝ Θεσ­σα­λο­νί­κης και γραμ­μα­τέ­ας πό­λης του Ε­ΑΜ Νέων. Με το ψευ­δώ­νυ­μο Γιάν­νης Μα­κε­δό­νας δια­κρί­θη­κε σε Ε.Λ.Α.Σ και Δ.Σ.Ε. Ενώ, με το ψευ­δώ­νυ­μο Άνθος Φι­λη­τάς, έ­μει­νε στα ψι­λά της ποίη­σης χά­ρις σε μια πρώι­μη εμ­φά­νι­σή του ως ποιη­τής του αι­σθη­τι­σμού.
Η μία α­πό τις δυο δη­μο­σιευ­μέ­νες φω­το­γρα­φίες ει­κο­νί­ζει τον Χατ­ζηαν­θί­μου και την κα­τά­θε­ση του στε­φά­νου. Η άλ­λη εί­ναι η έ­κτη, που τρα­βή­χτη­κε ε­κεί­νη την η­μέ­ρα. Απα­θα­να­τί­ζει έ­να μο­να­δι­κό στιγ­μιό­τυ­πο α­πό την πο­ρεία που α­κο­λού­θη­σε στους δρό­μους της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρό­κει­ται για μια φω­το­γρα­φία με μα­κρύ ι­στο­ρι­κό, της ο­ποίας η πιο πρό­σφα­τη α­να­βίω­ση πέ­ρα­σε μάλ­λον α­πα­ρα­τή­ρη­τη. Θα ε­πα­νέλ­θου­με στη συ­γκε­κρι­μέ­νη φω­το­γρα­φία και τον Κλεί­το Κυ­ρού την ε­πό­με­νη Κυ­ρια­κή.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

1η φω­το: Ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης σε α­συ­νή­θι­στο στιγ­μιό­τυ­πο.
2η φω­το: Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1963. Αρι­στε­ρά ο κρι­τι­κός Αλέξ. Αργυ­ρίου, δε­ξιά ο πε­ζο­γρά­φος
και εκ­δό­της του μα­κρό­βιου πε­ριο­δι­κού Νέα Πο­ρεία Τη­λέ­μα­χος Αλα­βέ­ρας.

Δη­μο­σιεύ­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα "Η Επο­χή" στις 3/7/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια: