Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Τζιυπριώτικα τραούδκια

Θε­ο­δό­σης Πυ­λα­ρι­νός
«Εν ει­να­λίη Κύ­πρω
έσ­σε­τ’ α­οι­δός
Με­λε­τή­μα­τα για
την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία»
Εκδό­σεις ΑΙ­ΠΕΙΑ
Αθή­να 2011

O Βασίλης Μιχαηλίδης
================


Στην Πέ­τρα του Ρω­μιού, μια υ­πέ­ρο­χη α­κτή της Πά­φου, λέ­γε­ται ό­τι γεν­νή­θη­κε η Αφρο­δί­τη η Κύ­πρι­δα. Εκτός, ό­μως, α­πό την Αφρο­δί­τη, οι Κύ­πριοι διεκ­δι­κούν και τον Όμη­ρο. Κα­τά τον Παυ­σα­νία, εί­ναι ο μυ­θι­κός ποιη­τής Εύ­κλος ε­κεί­νος που προ­φή­τε­ψε τη γέν­νη­ση του Ομή­ρου στο νη­σί α­πό κύ­πρια μά­να με το στί­χο, “Και τό­τ’ εν ει­να­λίη Κύ­πρω μέ­γας έσ­σε­τ’ α­οι­δός”. Ένας στί­χος, που τε­λι­κά δια­φεύ­γει του μύ­θου και α­ντα­να­κλά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ακό­μη κι αν α­φή­σου­με τον Όμη­ρο στην Ιω­νία και τις ε­πτά πό­λεις που ε­ρί­ζουν ως γε­νέ­τει­ρες, στη Με­γα­λό­νη­σο γεν­νή­θη­κε πλειά­δα ποιη­τών και μά­λι­στα, σε ό­λες τις πε­ριό­δους της ι­στο­ρίας της. Αυ­τήν την ποιη­τι­κή αν­θο­φο­ρία έρ­χε­ται να μας θυ­μί­σει το και­νού­ριο βι­βλίο του Θε­ο­δό­ση Πυ­λα­ρι­νού, στο ο­ποίο συ­γκε­ντρώ­νο­νται δε­κα­τέσ­σε­ρα με­λε­τή­μα­τά του. Δυο α­πό αυ­τά δη­μο­σιεύο­νται για πρώ­τη φο­ρά, ε­νώ τα υ­πό­λοι­πα έ­χουν δη­μο­σιευ­θεί ε­ντός της τε­λευ­ταίας πε­ντα­ε­τίας σε κυ­πρια­κά έ­ντυ­πα, πλην τριών που πα­ρου­σιά­στη­καν σε ελ­λα­δί­τι­κες εκ­δό­σεις. Γε­νι­κώς, τα βι­βλία γύ­ρω α­πό την κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία εν­δια­φέ­ρουν εκ προοι­μίου και ως εί­δος εν α­νε­παρ­κεία. Εκτός αυ­τού, σύμ­φω­να με την ε­γκυ­κλο­παί­δεια Πά­πυ­ρος Larousse Britannica, η κυ­πρια­κή λο­γο­τε­χνία α­πο­τε­λεί α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας. Θεω­ρεί­ται τό­σο α­να­πό­σπα­στο, ώ­στε να μην εν­σω­μα­τώ­νε­ται στο λήμ­μα Κύ­προς, αλ­λά να κα­τα­χω­ρεί­ται στο Ελλάς (Λο­γο­τε­χνία). Το ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον των με­λε­τη­μά­των του Πυ­λα­ρι­νού ο­φεί­λε­ται στο διε­ξο­δι­κό τρό­πο γρα­φής τους, χά­ρις στον ο­ποίο τα πρό­σω­πα της λο­γο­τε­χνίας δια­πλέ­κο­νται με την Ιστο­ρία. Κα­λύ­πτουν χρο­νι­κά σχε­δόν έ­ναν αιώ­να, ξε­κι­νώ­ντας με τον Βα­σί­λη Μι­χα­η­λί­δη, γεν­νη­μέ­νο το 1849, και κα­τα­λή­γο­ντας στον Κυ­ριά­κο Χα­ρα­λα­μπί­δη, γεν­νη­μέ­νο το 1940. Πρό­σθε­το δέ­λε­α­ρ, του­λά­χι­στον για μια με­ρί­δα α­να­γνω­στών, συ­νι­στά η εμ­μο­νή του με­λε­τη­τή στην α­να­δί­φη­ση του πα­λαιό­τε­ρου πε­ριο­δι­κού Τύ­που, ελ­λα­δι­κού και κυ­πρια­κού.
Η πα­ρά­τα­ξη των με­λε­τη­μά­των στο βι­βλίο α­κο­λου­θεί την χρο­νο­λο­γι­κή α­νέ­λι­ξη. Προ­τάσ­σο­νται δυο με­λε­τή­μα­τα για τον Μι­χα­η­λί­δη. Να θυ­μί­σου­με ό­τι στον ποιη­τή εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο και το φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του κυ­πρια­κού πε­ριο­δι­κού «Νέα Επο­χή». Ο Μι­χα­η­λί­δης πλη­ροί το α­ξίω­μα που θέ­λει οι με­γά­λοι ποιη­τές να έ­χουν πρό­βλη­μα με τη γλώσ­σα. Με άλ­λα λό­για, τα ποιή­μα­τά τους να εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα της πά­λης μα­ζί της. Ο ί­διος χα­ρα­κτη­ρί­ζει ε­αυ­τόν “που­λί τραυ­λό στην γλώσ­σα”. Κι αυ­τό, ξε­κι­νώ­ντας, στο ποίη­μα «Τοις φί­λοις α­να­γνώ­σταις» της πρώ­της του συλ­λο­γής, ε­κεί­νης του 1882. Ο Πυ­λα­ρι­νός ε­πι­λέ­γει τον στί­χο για μό­το, κα­θώς το θέ­μα του εί­ναι “η πο­λύ­μορ­φη λο­γο­τε­χνι­κή γλώσ­σα” του ποιη­τή. Ο Μι­χα­η­λί­δης δεν έ­γρα­ψε μό­νο στην κυ­πρια­κή διά­λε­κτο, σε αυ­τήν ό­μως έ­δω­σε τα κα­λύ­τε­ρα ποιή­μα­τα, ε­κεί­να με τα ο­ποία και κα­τα­γρά­φτη­κε ως ο ε­θνι­κός ποιη­τής της Κύ­πρου. Εθνι­κός και χά­ρις στα πα­τριω­τι­κά του, με κο­ρυ­φαίο, «Η ε­νά­τη Ιου­λίου 1821 εν Λευ­κω­σία», που κα­τα­λή­γει, “Η Ρω­μηο­σύ­νη εν­νά χα­θεί, ό­ντας ο κό­σμος λεί­ψει!” Ήταν γραμ­μέ­νο για τον μυη­μέ­νο στη Φι­λι­κή Εται­ρεία Αρχιε­πί­σκο­πο Κύ­πρου Κυ­πρια­νό, τον ο­ποίο α­παγ­χό­νι­σαν οι Οθω­μα­νοί α­πό φό­βο μην και με­τα­δώ­σει τη φλό­γα της Επα­νά­στα­σης. Τις γλωσ­σι­κές δια­κυ­μάν­σεις του Μι­χα­η­λί­δη πα­ρα­κο­λου­θεί ο με­λε­τη­τής και στις δη­μο­σιεύ­σεις ποιη­μά­των του στις ε­φη­με­ρί­δες της Λε­με­σού. Από το χω­ριό Λευ­κό­νοι­κο της ε­παρ­χίας Αμμο­χώ­στου, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη Λε­με­σό με­τά τις σπου­δές του στην Ιτα­λία και την ο­ρι­στι­κή ε­πι­στρο­φή του στο νη­σί. Το δεύ­τε­ρο με­λέ­τη­μα για τον ποιη­τή α­φο­ρά το ποίη­μά του, «Η Ανε­ρά­δα», δη­μο­σιευ­μέ­νο το 1893 στην «Σάλ­πιγ­γα», ε­νυ­πό­γρα­φα, αλ­λά χω­ρίς τίτ­λο. Αντί τίτ­λου α­να­γρά­φε­ται «Ποίη­μα (Εις Κυ­πρια­κήν διά­λε­κτον)». Η ε­ξή­γη­ση αυ­τής της εκ πρώ­της ό­ψεως πα­ρά­δο­ξης α­πό­κρυ­ψης δί­νει την ευ­και­ρία να σχο­λια­στεί γε­νι­κό­τε­ρα η σχέ­ση των κύ­πριων λο­γίων της ε­πο­χής με την κυ­πρια­κή διά­λε­κτο.
Ακο­λου­θεί με­λέ­τη­μα για τον δεύ­τε­ρο με­γά­λο κύ­πριο ποιη­τή, τον Δη­μή­τρη Λι­πέρ­τη, κα­τά δε­κα­ε­πτά χρό­νια νεό­τε­ρο του Μι­χα­η­λί­δη. Από την κα­θα­ρεύου­σα ξε­κί­νη­σε, αλ­λά χά­ρις στα «Τζιυ­πριώ­τι­κα τρα­ούδ­κια», που ε­ξέ­δω­σε πε­νη­ντά­ρης πια, ε­κτι­μή­θη­κε. Ο Πυ­λα­ρι­νός δεν α­σχο­λεί­ται με την ποίη­σή του, αλ­λά με την ά­στορ­γη α­ντι­με­τώ­πι­ση που έ­τυ­χε α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο Αθη­νών. To 1900, o Λι­πέρ­της, α­φού εί­χε σπου­δά­σει σε Βη­ρυ­τό και Ιτα­λία, φι­λο­δό­ξη­σε να φοι­τή­σει στο “ε­θνι­κό κέ­ντρο”. Αν ό­χι στη Φι­λο­σο­φι­κή, ό­που πα­ρα­κο­λου­θού­σε πα­ρα­δό­σεις, του­λά­χι­στον στην Θε­ο­λο­γι­κή. Σύμ­φω­να με τα Πρα­κτι­κά Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής και Συ­γκλή­του, η αί­τη­σή του δις α­πορ­ρί­φθη­κε.
Στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­τάσ­σο­νται τρία με­λε­τή­μα­τα ε­κτός ποίη­σης. Το πρώ­το στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό τη γνω­ρι­μία του Παύ­λου Νιρ­βά­να με τον κύ­πριο λό­γιο Με­νέ­λαο Φρα­γκού­δη, διευ­θυ­ντή της μα­κρό­βιας ε­φη­με­ρί­δας της Λε­με­σού «Αλή­θεια». Με βά­ση την ει­δη­σε­ο­γρα­φία της ε­φη­με­ρί­δας, ο με­λε­τη­τής πε­ρι­γρά­φει τη γνω­ρι­μία τους το 1906, “κα­τά τον κα­τά­πλου του εύ­δρο­μου «Ναύαρ­χος Μια­ού­λης» στην Κύ­προ”, ε­νώ, με ε­κτε­νείς υ­πο­σε­λί­διες ση­μειώ­σεις, σκια­γρα­φεί την τό­τε λο­γο­τε­χνι­κή κί­νη­ση στη Με­γα­λό­νη­σο. Σχε­δόν ο­μή­λι­κοι οι δυο συγ­γρα­φείς, με τις χρο­νι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες του βίου του Νιρ­βά­να να ταυ­τί­ζο­νται με ε­κεί­νες του Λι­πέρ­τη. Αμφό­τε­ροι γεν­νή­θη­καν το 1866 και α­πε­βίω­σαν το 1937. Το δεύ­τε­ρο σχο­λιά­ζει “την ι­διό­τυ­πη γλώσ­σα του Νί­κου Νι­κο­λαΐδη”. Το τρί­το α­φο­ρά τη γνω­ρι­μία δυο αν­δρών της Εκκλη­σίας, του μη­τρο­πο­λί­τη Κι­τίου Κυ­πρια­νού και του Αρχιε­πι­σκό­που Ζα­κύν­θου Διο­νυ­σίου Λά­τα.
Το εν­δια­φέ­ρον κερ­δί­ζει το με­λέ­τη­μα για την πρώ­τη με­γά­λη παι­δα­γω­γό της Λε­με­σού, την πρώ­τη Λα­ο­γρά­φο του ευ­ρύ­τε­ρου ελ­λη­νι­κού χώ­ρου και την πρώ­τη λο­γο­τέ­χνι­δα της Κύ­πρου, κα­τα­πώς την συ­στή­νει ο Πυ­λα­ρι­νός. Πρό­κει­ται για την Πο­λυ­ξέ­νη Λοϊζιά­δα, λο­γία και ποιή­τρια, που πα­ρα­λεί­πε­ται στις ελ­λα­δί­τι­κες γραμ­μα­το­λο­γίες και ε­γκυ­κλο­παί­δειες. Την τι­μά, ω­στό­σο, το ελ­λα­δί­τι­κο κί­νη­μα για την χει­ρα­φέ­τη­ση της γυ­ναί­κας. Ενώ, η Ει­ρή­νη Ρι­ζά­κη, στη με­λέ­τη της «Οι “γρά­φου­σες” Ελλη­νί­δες», α­να­φέ­ρει το δρα­μα­τι­κόν ει­δύλ­λιον, «Η δού­λη Κύ­προς», που η Λοϊζιάς ε­ξέ­δω­σε το 1890. Στο βι­βλίο δη­μο­σιεύο­νται ε­πι­στο­λές της, στις ο­ποίες προ­βάλ­λει η προ­σω­πι­κό­τη­τά της, ε­νώ δί­νε­ται και μια ει­κό­να της πο­λύ­πλευ­ρης δρά­σης της. Επί­σης, ι­χνη­λα­τεί­ται η πα­ρου­σία της στην «Εφη­με­ρί­δα των Κυ­ριών» της σχε­δόν συ­νο­μή­λι­κής της Καλ­λι­ρό­ης Παρ­ρέν.
Με ε­ξαί­ρε­ση τα δυο κα­τα­λη­κτι­κά με­λε­τή­μα­τα για τους ποιη­τές Ανδρέα Πα­στελ­λά και Κυ­ριά­κο Χα­ρα­λα­μπί­δη, τα ε­να­πο­μεί­να­ντα εί­ναι α­πο­θη­σαυ­ρί­σμα­τα α­πό «Το Πε­ριο­δι­κόν της Με­γά­λης Ελλη­νι­κής Εγκυ­κλο­παι­δείας». Γί­νο­νται με γνώ­μο­να τις ι­χνη­λα­σίες κύ­πριων ποιη­τώ­ν: των ο­μή­λι­κων Τεύ­κρου Ανθία και Παύ­λου Κρι­ναίου, του α­ρι­στε­ρού α­γω­νι­στή Θε­ο­δό­ση Πιε­ρί­δη και άλ­λων συγ­γρα­φέων γνω­στών στην ε­πο­χή τους. Εν κα­τα­κλεί­δι, ε­πει­δή η σά­τι­ρα στά­θη­κε το ά­λας πα­λαιό­τε­ρων ε­ντύ­πων, ξε­χω­ρί­ζου­με το με­λέ­τη­μα για το πε­ριο­δι­κό «Μα­στί­γιον», που εκ­δι­δό­ταν στην Λευ­κω­σία ε­πί μια ει­κο­σα­ε­τία, 1911-1930, και ε­ξέ­πνευ­σε με­τά του δη­μιουρ­γού του. Πα­ρα­μέ­νο­ντας αν­θη­ρό, θα μπο­ρού­σε η έκ­δο­σή του να συ­νε­χι­στεί, αλ­λά, ό­πως τα πε­ρισ­σό­τε­ρα πε­ριο­δι­κά, κυ­ρίως τα σα­τι­ρι­κά, ή­ταν έρ­γο ε­νός αν­δρός, του ποιη­τή Ιωάν­νη Περ­δίου. Γεν­νιέ­ται, πά­ντως, σε ε­μάς η α­πο­ρία, για­τί έ­νας ελ­λα­δί­της κα­θη­γη­τής του Ιό­νιου Πα­νε­πι­στή­μιου, ό­πως ο Πυ­λα­ρι­νός, δεν κα­τα­πιά­νε­ται με τα ουκ ο­λί­γα σα­τι­ρι­κά έ­ντυ­πα της Επτα­νή­σου και προ­τι­μά ε­κεί­να της Κύ­πρου. Όπως και να έ­χει, το βι­βλίο εί­ναι έ­να α­πό τα πρώ­τα των εκ­δό­σεων, που ξε­κί­νη­σε το Σπί­τι της Κύ­πρου σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος και χο­ρη­γό την Εται­ρεία Φί­λων του Σπι­τιού της Κύ­πρου. Αν ε­ξαι­ρέ­σου­με τις α­δυ­να­μίες στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση, πρό­κει­ται για μια πο­λύ κα­λή τυ­πο­τε­χνι­κά έκ­δο­ση.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 22/1/2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια: