Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Η απειλή του μαλλιαρο-κομμουνισμού



Μα­ρία Ρε­πού­ση
«Τα Μα­ρασ­λεια­κά (1925-1927)»
Εκδό­σεις Πό­λις
Απρί­λιος 2012

Ποιος γνω­ρί­ζει τι α­κρι­βώς ή­ταν τα Μα­ρασ­λεια­κά; Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ό­σους τα έ­χουν α­κου­στά τα το­πο­θε­τούν α­ο­ρί­στως μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’20 και τα συ­σχε­τί­ζουν α­σα­φώς με το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα. Τα συν­δέ­ουν, δη­λα­δή, με τα Ευαγ­γε­λι­κά, τα Ορε­στεια­κά και τα Αθεϊκά. Μό­νο που ε­κεί­να μέ­σω της ο­νο­μα­σίας προϊδεά­ζουν πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται, ε­νώ τα Μα­ρασ­λεια­κά πα­ρα­πέ­μπουν, του­λά­χι­στον τον Αθη­ναίο, σε δρό­μο του Κο­λω­να­κίου και σε ο­μώ­νυ­μο ε­κεί σχο­λείο. Ποιος γνω­ρί­ζει αν ο δρό­μος πή­ρε το ό­νο­μά του α­πό το σχο­λείο ή το σχο­λείο α­πό το δρό­μο; Πό­σω μάλ­λον να γνω­ρί­ζει ό­τι υ­πήρ­ξε έ­νας εξ Οδησ­σού ευερ­γέ­της με αυ­τό το ό­νο­μα, που φρό­ντι­σε για την α­νέ­γερ­ση του σχο­λείου, ό­πως και για αρ­κε­τών άλ­λων εκ­παι­δευ­τι­κών ι­δρυ­μά­των. Ψι­λά γράμ­μα­τα ό­τι το οι­κό­πε­δο το πα­ρα­χώ­ρη­σε η Μο­νή Πε­τρά­κη, στην ο­ποία κά­πο­τε α­νή­κε ό­λη ε­κεί­νη η κα­τω­φέ­ρεια του Λυ­κα­βητ­τού. Ίσως, ω­στό­σο, και να έ­χει α­κου­στά, ό­τι δεν ε­πρό­κει­το για έ­να σχο­λείο αλ­λά για συ­γκρό­τη­μα σχο­λείων, που άλ­λο­τε πο­τέ πε­ριε­λάμ­βα­νε την Παι­δα­γω­γι­κή Ακα­δη­μία, το Μα­ράσ­λειο Δι­δα­σκα­λείο και συ­στε­γα­ζό­με­να δη­μο­τι­κά πει­ρα­μα­τι­κά σχο­λεία. Ενδια­μέ­σως, βε­βαίως, έ­χουν γί­νει πολ­λές αλ­λα­γές. Μέ­χρι που πέ­ρυ­σι κα­ταρ­γή­θη­κε το Δι­δα­σκα­λείο, που εί­χε ε­πα­να­λει­τουρ­γή­σει προ τεσ­σα­ρα­κο­ντα­ε­τίας για την με­τεκ­παί­δευ­ση των δα­σκά­λων. Πρώ­τη φο­ρά εί­χε κα­ταρ­γη­θεί το 1933. Τό­τε, ό­μως, για να συμ­μορ­φω­θεί σε έ­ναν ε­νιαίο τύ­πο εκ­παί­δευ­σης και να α­πο­τε­λέ­σει μια α­πό τις δε­κα­πέ­ντε Παι­δα­γω­γι­κές Ακα­δη­μίες, οι ο­ποίες, με τη σει­ρά τους, κα­ταρ­γή­θη­καν το 1990, για να α­ντι­κα­τα­στα­θούν α­πό τα πα­νε­πι­στη­μια­κά παι­δα­γω­γι­κά τμή­μα­τα. Όλα αυ­τά έ­γι­ναν για να βελ­τιω­θεί η πρω­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση, δη­λα­δή τα θε­μέ­λια της δια βίου μά­θη­σης, ό­πως φι­λό­δο­ξα ε­παύ­ξη­σε την ο­νο­μα­σία του το μέ­χρι πρό­τι­νος Υπουρ­γείο Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των. Μέλ­λει να φα­νεί ά­ξιο αυ­τής της σχοι­νο­τε­νούς με­το­νο­μα­σίας, χω­ρίς να εί­ναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ό­τι θα στε­ριώ­σει. Για­τί αν υ­πάρ­χει κά­τι που ό­λοι γνω­ρί­ζουν, αυ­τό εί­ναι ό­τι ο σχε­δια­σμός της παι­δείας αλ­λά­ζει κά­θε φο­ρά που η κυ­βέρ­νη­ση περ­νά­ει α­πό τους μεν στους δε. Ευ­τυ­χώς, τρί­τοι πο­τέ δεν υ­πήρ­ξαν, κι αν εμ­φα­νί­στη­καν, χά­θη­καν γρή­γο­ρα. Κι αυ­τό συμ­βαί­νει α­πό γε­νέ­σεως του γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος.
Δεν θα υ­πήρ­χε, πά­ντως, κα­μία δυ­σκο­λία, αν ε­κεί­νοι που βά­φτι­σαν τα Μα­ρασ­λεια­κά, τα εί­χαν κα­τά κυ­ριο­λε­ξία α­πο­κα­λέ­σει Αντε­θνι­κά, κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα των Αθεϊκών. Τό­τε, θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να ει­κά­σει ευ­θύς α­μέ­σως ό­τι ε­ντάσ­σο­νται στις με­γά­λες δια­μά­χες, που τα­ράσ­σουν το πα­νελ­λή­νιο ο­σά­κις θί­γο­νται τα θρη­σκευ­τι­κά και τα ε­θνι­κά θε­μέ­λια της χώ­ρας. Όπως συ­νέ­βη στις αρ­χές του 20ου αιώ­να, με τη με­τά­φρα­ση των ευαγ­γε­λίων  και με­τά, της αι­σχύ­λειας Ορέ­στειας, που έ­δω­σαν α­ντι­στοί­χως το έ­ναυ­σμα για τα Ευαγ­γε­λι­κά και τα Ορε­στεια­κά. Αλλά και λί­γο αρ­γό­τε­ρα, με τη δι­δα­σκα­λία των δυο μα­θη­μά­των που συ­νι­στούν τους πυ­λώ­νες της μά­θη­σης, του­τέ­στιν των Θρη­σκευ­τι­κών και της Ιστο­ρίας.  Για­τί τα πε­ρι­βό­η­τα Μα­ρασ­λεια­κά εί­ναι συν­δε­δε­μέ­να με τον τρό­πο που δι­δά­σκε­ται η Ιστο­ρία σε α­ντι­στοι­χία με τα Αθεϊκά, που προέ­κυ­ψαν με α­φορ­μή το μά­θη­μα των Θρη­σκευ­τι­κών. Αυ­τά έ­λα­βαν χώ­ρα το 1911, στο Παρ­θε­να­γω­γείο του Βό­λου, και θα μπο­ρού­σαν να εί­χαν ο­νο­μα­στεί Βο­λιώ­τι­κα, ό­πως τα ε­πό­με­να, του 1925, που δια­δρα­μα­τί­σθη­καν στο εκ­παι­δευ­τι­κό μέ­γα­ρο του Μα­ρασ­λείου. 
Το πιο πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι αυ­τές οι τέσ­σε­ρις δια­μά­χες του πρώ­του τέ­ταρ­του του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, ό­χι μό­νο δεν διευ­θε­τή­θη­καν, αλ­λά ε­ξα­κο­λου­θούν να δί­νουν α­φορ­μές σε α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις. Μέ­χρι σή­με­ρα, δεν έ­χει ε­πι­τρα­πεί η με­τά­φρα­ση εξ ο­λο­κλή­ρου της Αγίας Γρα­φής, πό­σω μάλ­λον, ό­πως ε­πι­θυ­μεί μια με­ρί­δα πνευ­μα­τι­κών αν­θρώ­πων, να α­να­γι­γνώ­σκε­ται το ευαγ­γέ­λιο α­πό άμ­βω­νος στη δη­μο­τι­κή. Εσα­εί φαί­νε­ται να προ­βλη­μα­τί­ζει η λε­κτι­κή α­πλο­ποίη­ση κα­τά το α­νέ­βα­σμα των ελ­λη­νι­κών τρα­γω­διών. Ενώ, στο θέ­μα των Θρη­σκευ­τι­κών, το πρό­βλη­μα έ­χει πε­ραι­τέ­ρω πε­ρι­πλεχ­θεί, α­φό­του γί­να­με και ε­μείς μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή κοι­νω­νία, κα­τά την κα­θώς πρέ­πει α­να­φο­ρά στο ση­με­ρι­νό τουρ­λού των α­πα­ντα­χού α­να­γκε­μέ­νων και κα­τα­τρεγ­μέ­νων. Δεν α­πα­σχο­λεί πλέ­ον ο τρό­πος δι­δα­σκα­λίας του μα­θή­μα­τος, αλ­λά αυ­τή κα­θ’ ε­αυ­τή η ύ­παρ­ξή του και το κα­τά πό­σο η πο­λι­τεία έ­χει το συ­νταγ­μα­τι­κό δι­καίω­μα να κα­το­χυ­ρώ­σει τη δι­δα­σκα­λία της θρη­σκείας, που α­σπά­ζε­ται η πλειο­νό­τη­τα του πλη­θυ­σμού της χώ­ρας. Όσο για τη δι­δα­σκα­λία της Ιστο­ρίας, το δί­λημ­μα με­τα­ξύ ε­θνι­κής και “συγ­χρο­νι­στι­κής” σχο­λι­κής Ιστο­ρίας, που προ­κά­λε­σε τα Μα­ρασ­λεια­κά, ό­χι μό­νο πα­ρα­μέ­νει φλέ­γον, αλ­λά και προ­κα­λεί δια­μά­χες, που “η με­τα­φο­ρά τους στο δη­μό­σιο χώ­ρο”, με άλ­λα λό­για το φού­σκω­μα της ό­ποιας διέ­νε­ξης α­πό τα ΜΜΕ, εί­ναι τέ­τοιας έ­κτα­σης και έ­ντα­σης, που μπρο­στά του ω­χριούν ό­σα συ­νέ­βη­σαν προ 85 τό­σων χρό­νων. 
Ίσως η α­πά­ντη­ση στο πα­ρά­δο­ξο της διαιώ­νι­σης των εν λό­γω προ­βλη­μά­των να συ­νο­ψί­ζε­ται σε μια φρά­ση  α­πό το άρ­θρο ε­νός κε­φαλ­λο­νί­τη δά­σκα­λου, που δη­μο­σιεύ­τη­κε την ε­πο­χή των Μα­ρασ­λεια­κών. Καί­τοι δη­μο­τι­κι­στής και φι­λο­πρόο­δος, δή­λω­νε ό­τι δι­δά­σκει την Ιστο­ρία ως πα­τριώ­της και ό­χι ως “συγ­χρο­νι­στής”, προ­σθέ­το­ντας: «Όταν η Ελλά­δα λά­βη κι αυ­τή τη θέ­ση της στο Ανα­το­λι­κό η­μι­σφαί­ριο, τό­τε δι­δά­σκου­με συγ­χρο­νι­σμέ­να.» Αυ­τή η α­πό­φαν­ση μας φέρ­νει στο νου το πο­λυ­μνη­μο­νευ­μέ­νο προοί­μιο διη­γή­μα­τος του Πα­πα­δια­μά­ντη, ό­που ο α­φη­γη­τής δια­τεί­νε­ται ό­τι, “Άγγλος ή Γερ­μα­νός ή Γάλ­λος δύ­να­ται να εί­ναι κο­σμο­πο­λί­της ή α­ναρ­χι­κός ή ά­θε­ος ή ο,τι­δή­πο­τε, για­τί έ­κα­με το πα­τριω­τι­κόν χρέ­ος του, έ­κτι­σε με­γά­λη πα­τρί­δα, αλ­λά ό­χι ο Γραι­κύ­λος της σή­με­ρο­ν”. Αναμ­φι­βό­λως, άλ­λος ο Γραι­κύ­λος του 1893 και άλ­λος ο Έλλη­νας στα ο­δυ­νη­ρά με­θεόρ­τια της Μι­κρα­σια­τι­κής Κα­τα­στρο­φής. Πό­σω μάλ­λον ο ση­με­ρι­νός, που έ­τσι που το πά­ει, δι­χα­σμέ­νος με­τα­ξύ ε­θνι­κού και συγ­χρο­νι­στι­κού πνεύ­μα­τος, σε λί­γο θα ψά­χνει για θέ­ση, ό­χι σε έ­να α­πό τα δυο Ημι­σφαί­ρια, αλ­λά στο φεγ­γά­ρι.                                                                                        
Ένα άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, κι αυ­τό α­πό μια ά­πο­ψη πα­ρά­δο­ξο, εί­ναι ό­τι, στις εν λό­γω δια­μά­χες, ό­λα τα φώ­τα εί­ναι στραμ­μέ­να στις γυ­ναί­κες. Με­τρού­με του­λά­χι­στον τρεις, που βρέ­θη­καν στη δί­νη των γε­γο­νό­των, ό­που οι δυο πα­λαιό­τε­ρες πλή­ρω­σαν α­κρι­βά τη στά­ση τους, ε­νώ η ση­με­ρι­νή α­ντα­μεί­φθη­κε και μά­λι­στα δι­πλά, α­φού και προήχ­θη στην πα­νε­πι­στη­μια­κή της στα­διο­δρο­μία και κά­θι­σε στα βου­λευ­τι­κά έ­δρα­να. Ση­μά­δι ό­τι οι και­ροί έ­χουν αλ­λά­ξει. Ανα­κε­φα­λαιώ­νου­με, στα Αθεϊκά δί­νει την α­φορ­μή μια 33χρο­νη το 1911, η Μα­νιά­τισ­σα φι­λό­λο­γος Πη­νε­λό­πη Χρι­στά­κου. Στα Μα­ρασ­λεια­κά, η 27χρο­νη το 1925, Αθη­ναία φι­λό­λο­γος, Ρό­ζα Ιωάν­νου. Το δυ­στύ­χη­μα γι’ αυ­τήν την πρώι­μη φε­μι­νί­στρια εί­ναι ό­τι γρά­φτη­κε στις δέλ­τους της Ιστο­ρίας με το ό­νο­μα του αν­δρός της, Γιάν­νη Ιμβριώ­τη. Και δεν έ­φτα­νε αυ­τό, αλ­λά ε­πι­προ­σθέ­τως ε­πι­σκιά­στη­κε σε ό­λους τους το­μείς α­πό τη δρά­ση ε­κεί­νου, που υ­πήρ­ξε πα­νε­πι­στη­μια­κός, α­ντι­στα­σια­κός και πο­λι­τευ­τής της Αρι­στε­ράς. Ακό­μη και στα Μα­ρασ­λεια­κά, εν τέ­λει, πα­ρέ­μει­νε στο δεύ­τε­ρο ρό­λο, α­φού ως πρω­τα­γω­νι­στής τους, ό­πως και των Αθεϊκών, έ­μει­νε ο Αλέ­ξαν­δρος Δελ­μού­ζος. Ωστό­σο, στην προ ε­ξα­ε­τίας εκ­παι­δευ­τι­κή δια­μά­χη, που έ­μει­νε ως η δια­μά­χη πε­ρί του βι­βλίου Ιστο­ρίας της ΣΤ΄Δη­μο­τι­κού, πρω­τα­γω­νί­στη­σε μια γυ­ναί­κα μό­νη, που τυ­χαί­νει και συγ­γρα­φέ­ας της πρώ­της εν­δε­λε­χούς ε­ξι­στό­ρη­σης των Μα­ρασ­λεια­κών. Φί­λα κεί­με­νοι και πο­λέ­μιοι της Μα­ρίας Ρε­πού­ση θα πρέ­πει να συμ­φω­νή­σουν σε έ­να ση­μείο: Η με­λέ­τη, που άρ­χι­σε να γρά­φει στο τέ­λος του 2007, δη­λα­δή α­μέ­σως με­τά την α­πό­συρ­ση του δι­δα­κτι­κού εγ­χει­ρι­δίου, στην κα­τάρ­τι­ση του ο­ποίου προΐστα­το  –πι­θα­νώς και για να πα­ρη­γο­ρη­θεί–  και την ο­ποία ο­λο­κλή­ρω­σε τον Δεκ. του 2011, συ­νι­στά μια ρέ­ου­σα α­φή­γη­ση, που στη­ρί­ζε­ται σε ε­κτε­τα­μέ­νη έ­ρευ­να.
Εκ πρώ­της ό­ψεως, κο­ντά 500 με­γα­λό­σχη­μες σε­λί­δες για να πε­ρι­γρα­φεί μια δια­μά­χη, που κρά­τη­σε μό­λις μια διε­τία, φαί­νε­ται σαν υ­περ­βο­λή, ε­πι­σείο­ντας τη μομ­φή της φλυα­ρίας, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, συ­νη­θί­ζει το άλ­λο φύ­λο να α­πο­δί­δει στις γυ­ναί­κες. Ωστό­σο, οι ε­πι­πλέ­ον σε­λί­δες εί­ναι α­πα­ραί­τη­τες για να κα­τα­νοή­σει ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης το πώς και το για­τί μια συ­νε­δρία­ση των δι­δα­σκό­ντων στο Μα­ράσ­λειο Δι­δα­σκα­λείο και συ­γκε­κρι­μέ­να, η το­πο­θέ­τη­ση μιας νε­α­ρής φι­λό­λο­γου, που δί­δα­σκε Ιστο­ρία στην τρί­τη και τε­λευ­ταία τά­ξη του Δι­δα­σκα­λείου, προ­κά­λε­σε τό­ση α­να­στά­τω­ση. Κα­ταρ­χάς, προ­βλέ­πε­ται έ­να πρώ­το μέ­ρος για ό,τι α­πο­κα­λεί η συγ­γρα­φέ­ας “το πε­ρι­βάλ­λον των Μα­ρασ­λεια­κώ­ν”, το ο­ποίο συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί­ται σε τρεις συ­νι­στώ­σες: α) “Το έ­θνος και η ι­στο­ρία του”, κα­θώς η Με­γά­λη Ιδέα έ­δυε και οι σο­σια­λι­στι­κές ι­δέες κέρ­δι­ζαν έ­δα­φος, ε­πη­ρεά­ζο­ντας τις α­ντι­λή­ψεις για την ε­θνι­κή ταυ­τό­τη­τα. β) “Η εκ­παί­δευ­ση και η γλώσ­σα”, ό­που πί­σω α­πό την α­ντί­θε­ση κα­θα­ρεύου­σας-δη­μο­τι­κής υ­πό­φω­σκε η δια­πά­λη δυο α­ντι­λή­ψεων, της πα­ρα­δο­σια­κής ή ε­θνι­κής και της συγ­χρο­νι­στι­κής ή δυ­τι­κό­φι­λης. γ) “Η κοι­νω­νία και τα φύ­λα”, που ση­μαί­νει την πα­ρα­δο­χή ό­τι η κοι­νω­νία πρέ­πει να έ­χει ό­σα φύ­λα προέ­βλε­ψε η φύ­ση, του­τέ­στιν δυο και ό­χι το ε­ξής έ­να. Δύ­σκο­λο το πέ­ρα­σμα σε έ­να “έμ­φυ­λο πε­ρι­βάλ­λο­ν”, ό­πως το α­πο­κα­λεί η συγ­γρα­φέ­ας, το ο­ποίο, για την ε­πο­χή του­λά­χι­στον των Μα­ρασ­λεια­κών, σή­μαι­νε σχε­δόν εμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Μπο­ρεί ό­χι σώ­μα με σώ­μα, αλ­λά δια του δη­μο­σίου λό­γου.
Ακο­λου­θεί έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος, της ί­διας έ­κτα­σης, πα­ρό­λο που, σε αυ­τό, πε­ρι­γρά­φε­ται αυ­τό κα­θ’ ε­αυ­τό “το μα­ρασ­λεια­κό ε­πει­σό­διο”. Από ε­δώ, μπο­ρεί να ξε­κι­νή­σει την α­νά­γνω­ση ο τυ­χών ι­στο­ρη­μέ­νος. Η συγ­γρα­φέ­ας ε­ξη­γεί σε τι έ­γκει­ται “η πρό­κλη­ση του Μα­ρασ­λεια­κού συ­γρο­τή­μα­τος”. Η δεύ­τε­ρη “πρό­κλη­ση” του Δελ­μού­ζου, δέ­κα πέ­ντε χρό­νια με­τά ε­κεί­νη του Παρ­θε­να­γω­γείου Βό­λου, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει η Έφη Γα­ζή σε κε­φά­λαιο της πρό­σφα­της με­λέ­της της, με τίτ­λο, «Η α­νά­δυ­ση του η­θι­κού πα­νι­κού». Σε ε­κεί­νη τη με­λέ­τη, πα­ρου­σιά­ζο­νται και τα Μα­ρασ­λεια­κά, αλ­λά με ε­στία­ση στο “σύν­θη­μα” «Πα­τρίς, Θρη­σκεία, Οι­κο­γέ­νεια», ό­πως εί­ναι και ο τίτ­λος της. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, δεν θα μας πα­ρα­ξέ­νευε αν αυ­τές οι δυο με­λέ­τες μο­νο­πω­λού­σαν για τη διε­τία 2011-2012 τις βρα­βεύ­σεις δο­κι­μίου. Όπως και να έ­χει, τα α­ντί­στοι­χα κε­φά­λαια των δυο με­λε­τών εκ­κι­νούν το­νί­ζο­ντας, για­τί η α­να­γκαία –ό­χι, βε­βαίως, και ι­κα­νή– συν­θή­κη για την α­να­βάθ­μι­ση της εκ­παί­δευ­σης εί­ναι η διά­πλα­ση των δα­σκά­λων και οι αλ­λα­γές στο Δη­μο­τι­κό. Ωστό­σο, το 1925, ο δη­μο­τι­κι­σμός έ­χει πλέ­ον α­πλώ­σει ρί­ζες στους εκ­παι­δευ­τι­κούς. Επί­σης, οι δι­δά­σκο­ντες στο Μα­ράσ­λειο φαί­νε­ται να ο­μο­φω­νούν ό­τι η δι­δα­σκό­με­νη Ιστο­ρία πρέ­πει να εί­ναι η Ιστο­ρία του πο­λι­τι­σμού. Από ε­κεί και πέ­ρα, ό­ταν γί­νε­ται λό­γος για την Επα­νά­στα­ση του 1821, οι ε­νη­με­ρω­μέ­νοι γύ­ρω α­πό τις νέες α­ντι­λή­ψεις δι­δα­κτι­κής της Ιστο­ρίας α­πο­φεύ­γουν να θέ­σουν το θέ­μα του ρό­λου της α­στι­κής τά­ξης σε αυ­τήν, ό,τι ή­θε­λε αυ­τό ση­μαί­νει για την ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της ε­πο­χής, κα­θώς και να κά­νουν λό­γο για τυ­χόν οι­κο­νο­μι­κό πα­ρά­γο­ντα. Για­τί αυ­τά, δεν προ­δί­δουν μό­νο ε­πη­ρε­α­σμό α­πό τα Φώ­τα της Εσπε­ρίας και αμ­φι­σβή­τη­ση του ε­θνε­γερ­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα της Επα­νά­στα­σης, αλ­λά ό­ζουν ι­δέες Σκλη­ρού και Κορ­δά­του ή, ό­πως θα λέ­γα­με λί­γο αρ­γό­τε­ρα, δεί­χνουν κομ­μου­νι­στι­κό δά­κτυ­λο.
Στην ε­πί­μα­χη συ­νε­δρία, που λαμ­βά­νει χώ­ρα την ε­πο­μέ­νη της ε­θνι­κής ε­ορ­τής, στις 26 Μαρ­τίου 1925, η Ιμβριώ­τη έ­χει κλη­θεί να δώ­σει ε­ξη­γή­σεις για τον τρό­πο της δι­δα­σκα­λίας της. Στο λό­γο της, δεν ε­πι­δει­κνύει την α­παι­τού­με­νη δι­πλω­μα­τία, αλ­λά εκ­θέ­τει ευ­θαρ­σώς τις α­πό­ψεις της. Κι αυ­τό εί­ναι το “α­τό­πη­μά” της, ό­πως γρά­φει η Ρε­πού­ση, α­να­λο­γι­ζό­με­νη πι­θα­νώς το δι­κό της “α­τό­πη­μα”. Προ­σο­χή, δεν κά­νει λό­γο για σφάλ­μα, αλ­λά μό­νο για α­τό­πη­μα, που ση­μαί­νει ε­νέρ­γεια α­κα­τάλ­λη­λη στις δε­δο­μέ­νες πε­ρι­στά­σεις. Έτσι, α­ντί να δια­σκε­δά­σει τις κα­τη­γο­ρίες, τις ε­πι­βε­βαιώ­νει. Από ε­κεί και με­τά, άρ­χι­σε η χρο­νο­βό­ρος δια­δι­κα­σία α­να­κρί­σεων και εκ­θέ­σεων, που προ­σέ­κρου­σε και στην μη ύ­παρ­ξη έ­γκυ­ρων Πρα­κτι­κών α­πό τις ε­πί­μα­χες συ­νε­δρίες. Φαί­νε­ται ό­τι εί­ναι πά­για τα­κτι­κή στα κα­θ’ η­μάς, τα Πρα­κτι­κά να συ­ντάσ­σο­νται εκ των υ­στέ­ρων με βά­ση ση­μειώ­μα­τα ό­σων συμ­με­τεί­χαν. Όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, γί­νε­ται στα Κρα­τι­κά Βρα­βεία Λο­γο­τε­χνίας.
Ίσως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο μέ­ρος της με­λέ­της, τό­σο α­πό πλευ­ράς έ­ρευ­νας ό­σο και εν­δια­φέ­ρο­ντος, εί­ναι το τρί­το, α­φιε­ρω­μέ­νο στα με­θεόρ­τια του λό­γου της Ιμβριώ­τη. Στο πώς πα­ρου­σιά­ζουν οι ε­φη­με­ρί­δες της Αθή­νας τα α­πο­κα­λού­με­να Μα­ρασ­λεια­κά. Στον α­ντί­χτυ­πο που έ­χουν τα δη­μο­σιεύ­μα­τα, έ­τσι ό­πως διαν­θί­ζο­νται με ευ­φά­ντα­στες στρε­βλώ­σεις και σκαν­δα­λι­στι­κές ι­στο­ρίες, ε­μπνευ­σμέ­νες κυ­ρίως α­πό το μέ­νος που προ­κα­λού­σε η α­νά­μει­ξη των γυ­ναι­κών στα κοι­νά. Τέ­λος, στο πώς ό­λα - και­νά δαι­μό­νια και αί­σχη - α­πο­δί­δο­νται στους συ­νή­θεις ύ­πο­πτους της ε­πο­χής, του­τέ­στιν τους “μαλ­λια­ρο­κομ­μου­νι­στές”, ο­πό­τε και παίρ­νουν δια­στά­σεις ε­θνι­κού κιν­δύ­νου, ε­σα­εί φρά­ση-κλει­δί για κυο­φο­ρού­με­νες στρα­τιω­τι­κές ε­πεμ­βά­σεις. Αυ­τή η νεό­κο­πη λε­κτι­κή συ­νέ­νω­ση δη­μο­τι­κι­σμού-κομ­μου­νι­σμού, που προ­κύ­πτει στη διάρ­κεια του Εθνι­κού Συ­νε­δρίου (23 Απρ-2 Μαΐ 1925), ό­ταν α­νά­βουν τα αί­μα­τα, συ­νε­νώ­νει μεν την α­πει­λή για τη γλώσ­σα και την ε­θνι­κή ι­δε­ο­λο­γία, αλ­λά προ­κα­λεί και συ­γκρού­σεις ε­ντός των δη­μο­τι­κι­στών, κα­θώς μια με­ρί­δα α­πό αυ­τούς δεν α­πο­δέ­χε­ται τις μαρ­ξι­στι­κές ι­δέες. 
Από την ε­κτε­νή πε­ρι­γρα­φή, που δί­νε­ται στη με­λέ­τη, για τη στά­ση της τριαν­δρίας του Εκπαι­δευ­τι­κού Ομί­λου α­πό αρ­χής των Μα­ρασ­λεια­κών, δια­φαί­νε­ται η διά­σπα­ση, που ε­πέρ­χε­ται, τε­λι­κά, τον Μάρ. του 1927, ό­πως και ο ρό­λος ε­νός ε­κά­στου. Οι δυο, Δελ­μού­ζος-Γλη­νός, συ­γκρούο­νται, ο τρί­τος, ο πά­ντο­τε ι­διό­μορ­φος και μο­νή­ρης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, σιω­πά. Σχε­τι­κά εν συ­ντο­μία πε­ρι­γρά­φε­ται η στά­ση της Ιμβριώ­τη, με την πα­ρά­θε­ση μι­κρού α­πο­σπά­σμα­τος α­πό την αλ­λη­λο­γρα­φία της με τον Δελ­μού­ζο και πε­ρι­λη­πτι­κή α­να­φο­ρά σε μια μο­να­δι­κή συ­νέ­ντευ­ξή της. Πι­στεύου­με ό­τι η Ρε­πού­ση α­δι­κεί την η­ρωί­δα αυ­τής της πρώ­της α­φή­γη­σης, που στή­νει. Κρί­μα να μεί­νει α­πό την πα­ρά­τολ­μη Ρό­ζα, που σή­κω­σε την μπα­ντιέ­ρα των Μα­ρασ­λεια­κών, αυ­τό το, “Θα γί­νω κομ­μου­νί­στρια για να τους εκ­δι­κη­θώ”.
Κα­τά τα άλ­λα, τό­τε ό­πως και τώ­ρα, το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό των ε­φη­με­ρί­δων προ­τι­μού­σε να ε­νη­με­ρώ­νε­ται γύ­ρω α­πό τα καυ­τά θέ­μα­τα της ε­πι­και­ρό­τη­τας, ό­χι α­πό έ­γκυ­ρα άρ­θρα και νη­φά­λιες α­να­λύ­σεις, αλ­λά α­πό έκ­δη­λα προ­κα­τει­λημ­μέ­νες δη­μο­σιο­γρα­φι­κές κα­μπά­νιες. Με άλ­λα λό­για, να μην σπα­ζο­κε­φα­λιά­ζει να μορ­φώ­σει ι­δίαν ά­πο­ψη, αλ­λά να παίρ­νει μα­ση­μέ­νη τη γνώ­μη του άλ­φα ή του βή­τα ε­πω­νύ­μου, που για να εί­ναι και ε­πώ­νυ­μος κά­τι θα ξέ­ρει πά­ρα πά­νω. Ύστε­ρα, δια­βά­ζο­ντας δια­δο­χι­κές κα­μπά­νιες για ποι­κί­λα ζη­τή­μα­τα, ο κα­θέ­νας έ­χει ξε­δια­λέ­ξει χο­ντρι­κά τους ο­μοϊδεά­τες του και α­να­λό­γως στοι­χί­ζε­ται ε­κεί ως ο­πα­δός. Για τα Μα­ρασ­λεια­κά έ­γι­ναν δυο με­γά­λης έ­κτα­σης κα­μπά­νιες α­πό τις ε­φη­με­ρί­δες «Σκριπ» και «Δη­μο­κρα­τία» του Αλέ­ξαν­δρου Πα­πα­να­στα­σίου. Άρχι­σαν ταυ­τό­χρο­να, τέ­λη Ιαν. 1926, με­σού­σης της δι­κτα­το­ρίας Θεό­δω­ρου Πά­γκα­λου, που εί­χε φρο­ντί­σει να α­πο­λύ­σει ό­λους τους ε­μπλε­κό­με­νους. Πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρου­σα για ε­μάς εί­ναι η δεύ­τε­ρη, κα­θώς α­πευ­θύ­νε­ται και σε γνω­στές προ­σω­πι­κό­τη­τες του λο­γο­τε­χνι­κού χώ­ρου. Κα­τά κα­νό­να, οι συ­νε­ντευ­ξια­ζό­με­νοι κρα­τούν άλ­λη στά­ση στο γλωσ­σι­κό και άλ­λη στην ί­δια την εκ­παι­δευ­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Βλα­χο­γιάν­νης και ο Γρυ­πά­ρης εί­ναι δύο α­πό ε­κεί­νους που α­πο­φεύ­γουν να α­να­φερ­θούν στα Μα­ρασ­λεια­κά. Δυ­να­μι­κά κλεί­νει αυ­τήν τη δεύ­τε­ρη κα­μπά­νια ο δη­μο­τι­κι­στής δά­σκα­λος Μέ­νος Φι­λή­ντας, ε­γκω­μιά­ζο­ντας τους τρεις ι­δε­ο­λό­γους που ρί­χτη­καν στον α­γώ­να για να ε­δραιω­θεί η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, που εί­ναι η γλώσ­σα που μι­λούν οι Έλλη­νες. Για το α­λη­θές του λό­γου πα­ρα­θέ­τει στι­χο­μυ­θία δα­σκά­λου-μα­θη­τή:
– Τι θα πει παι­δί μου κά­το­πτρο­ν;
– Κά­τω που τρων, κύ­ριε.
Κα­τα­το­πι­στι­κό το ε­ρά­νι­σμα της με­λέ­της α­πό τις δυο κα­μπά­νιες, ό­πως και το τε­λευ­ταίο, σχε­δόν έ­να τρί­το της με­λέ­της, ό­που α­να­δη­μο­σιεύο­νται οι α­να­κρι­τι­κές εκ­θέ­σεις για τα Μα­ρασ­λεια­κά και πα­ρα­τί­θε­νται οι ση­μειώ­σεις κά­θε κε­φα­λαίου, με πλή­ρη και α­κρι­βή βιο­γρα­φι­κά, αλ­λά και ε­πί­μα­χα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό α­να­φε­ρό­με­να κεί­με­να, κά­πο­τε και α­κέ­ραια τα κεί­με­να. Έτσι, ο α­να­γνώ­στης μπο­ρεί να μορ­φώ­σει ά­πο­ψη, πέ­ραν της δια­φαι­νό­με­νης στην α­φή­γη­ση. Ας ε­πι­ση­μά­νου­με, ό­μως, και έ­να α­δύ­να­το ση­μείο. Εμείς δεν εί­μα­στε ι­στο­ρι­κοί, έ­χου­με, ω­στό­σο, την ε­ντύ­πω­ση, ό­τι δεν νο­εί­ται ευ­ρε­τή­ριο προ­σώ­πων χω­ρίς τα μι­κρά ο­νό­μα­τα των α­να­φε­ρο­μέ­νων. Ού­τε καν το αρ­χι­κό του ο­νό­μα­τος. Η προ­σθή­κη της ι­διό­τη­τάς τους δεν υ­πο­κα­θι­στά το βα­φτι­στι­κό. Άλλω­στε, πρό­κει­ται για πα­νε­πι­στη­μια­κούς κα­θη­γη­τές, υ­πουρ­γούς και κα­θη­γη­τές του Μα­ρασ­λείου, των ο­ποίων ό­χι μό­νο τα μι­κρά ο­νό­μα­τα αλ­λά και τα βιο­γρα­φι­κά εί­ναι γνω­στά. Πα­ρά­δειγ­μα, ο Συ­μια­κός Μι­χαήλ Βο­λο­νά­κης, κα­θη­γη­τής τό­τε Ιστο­ρίας Μέ­σων και Νεό­τε­ρων Χρό­νων, που μα­ζί με τον Να­ξιώ­τη Νι­κό­λαο Εξαρ­χό­που­λο, κα­θη­γη­τή παι­δα­γω­γι­κής, ή­ταν τα βα­σι­κά μέ­λη του Εκπαι­δευ­τι­κού Συμ­βου­λίου. Άλλα πα­ρα­δείγ­μα­τα, ο υ­πουρ­γός Παι­δείας Κων­στα­ντί­νος Σπυ­ρί­δης, ο λο­γο­τέ­χνης Αντώ­νης Τραυ­λα­ντώ­νης, κα­θώς και η πλειά­δα των κα­θη­γη­τών του Μα­ρασ­λείου, με­τα­ξύ των ο­ποίων ο Κε­φαλ­λή­νιος κα­θη­γη­τής Γυ­μνα­στι­κής Αθα­νά­σιος Λευ­κα­δί­της, που εί­ναι και ο ι­δρυ­τής του προ­σκο­πι­σμού στην Ελλά­δα. Τέ­λος, α­πό τα μι­κρά ο­νό­μα­τα, που δεν πα­ρα­λεί­πο­νται, έ­να α­να­γρά­φε­ται λαν­θα­σμέ­να. Χω­ρίς ε­κεί­νο το νι στο Κω(ν)στα­ντί­νος ή­θε­λε, ό­χι τυ­χαία, το ό­νο­μά του ο Χατ­ζό­που­λος, έ­νας α­πό τους πρώ­τους δη­μο­τι­κι­στές και σο­σια­λι­στές.
Ανά­γο­ντας το θέ­μα της με­λέ­της σε έ­να γε­νι­κό­τε­ρο ε­πί­πε­δο, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ε­πι­ση­μά­νει το ε­ξής: Την ί­δια ε­πο­χή ο κομ­μου­νι­στι­κός κίν­δυ­νος αιω­ρεί­ται ως φό­βη­τρο α­πό την άρ­χου­σα τά­ξη, δη­λα­δή την α­στι­κή, πά­νω α­π’ ό­λη την Ευ­ρώ­πη, κα­θώς έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει πλέ­ον η Ρω­σι­κή Επα­νά­στα­ση. Συ­νε­πώς, ού­τε σ’ αυ­τόν τον το­μέα κρα­τά­με τα σκή­πτρα της πρω­το­πο­ρίας. Με μό­νη δια­φο­ρά ό­τι ε­δώ –ε­κτός της θρη­σκείας, της έν­νοιας της πα­τρί­δας και της α­στι­κής ι­διο­κτη­σίας– ο κομ­μου­νι­στι­κός κίν­δυ­νος α­να­μι­γνύε­ται α­πό τους κρα­τού­ντες με το ή­δη ο­ξυμ­μέ­νο γλωσ­σι­κό. Έτσι σχη­μα­τί­ζε­ται το ι­δε­ο­λο­γι­κό δί­δυ­μο του “μαλ­λια­ρο-κομ­μου­νι­σμού”, το ο­ποίο προ­βάλ­λε­ται ως ά­κρως ε­πι­βλα­βές για την ε­θνι­κή υ­πό­στα­ση. Η ε­πα­νά­λη­ψη του ί­διου μο­ντέ­λου, αλ­λά χω­ρίς το  “μαλ­λια­ρό”, θα ο­δη­γή­σει με­τά εί­κο­σι χρό­νια σε Εμφύ­λιο. Φαί­νε­ται, τε­λι­κά, ό­τι ως κοι­νω­νι­κή ο­ντό­τη­τα μας δια­κα­τέ­χει έμ­μο­να κά­ποιο δι­χα­στι­κό σύν­δρο­μο. Το αυ­τα­πό­δει­κτο υ­πάρ­χει και σή­με­ρα. Κο­χλά­ζει, αλ­λά σε συ­γκρα­τη­μέ­να ό­ρια, με τους μνη­μο­νια­κούς και α­ντι­μνη­μο­νια­κούς. Το πιο πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι στη ση­με­ρι­νή έ­ντα­ση ο Τύ­πος (= ΜΜΕ) “παί­ζει” α­κρι­βώς τα ί­δια “παι­χνί­δια” με τον μα­κρι­νό του πρό­γο­νο στα Μα­ρασ­λεια­κά. Σε συ­γκρι­τι­κό, μά­λι­στα, ε­πί­πε­δο, το “παί­ζει” α­π’ τη μια πλευ­ρά με λι­γό­τε­ρα προ­σχή­μα­τα, χω­ρίς α­ντί­στοι­χης σο­βα­ρό­τη­τας ι­δε­ο­λο­γι­κό υ­πό­βα­θρο, ε­νώ  συ­χνά ει­σέρ­χε­ται α­προ­κά­λυ­πτα το στοι­χείο της ι­διο­τέ­λειας. Συ­νυ­πο­λο­γί­ζο­ντας και την συ­γκρι­τι­κά πιο δρα­στι­κή α­πή­χη­ση των ση­με­ρι­νών ΜΜΕ, τό­τε οι ί­διοι ό­ροι α­πο­κτούν τρο­πή προς το χει­ρό­τε­ρο. Αντί, δη­λα­δή, να πά­με ε­μπρός, πά­με πί­σω. Ως μό­νο αι­σιό­δο­ξο μέ­νει  η α­που­σία α­πει­λής δι­κτα­το­ρίας α­πό κά­ποιον νέο Πά­γκα­λο. Κά­τι εί­ναι κι αυ­τό, εάν το δού­με σε συ­σχε­τι­σμό με α­νά­λο­γες πε­ρι­πέ­τειες στο πα­ρελ­θόν. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/6/2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια: